Πάντα τη θάλασσα, άνθρωπε λεύτερε, θ’ αγαπάς!Αυτή είναι ο καθρέπτης σου κοιτάζεις τους βυθούς σουστο κύλισμα τ’ ατελείωτο του κύματος, κι ο νους σουκλείνει κι αυτός την πίκρα της αβύσσου, της βαθιάςΣ’ αρέσει να βυθίζεσαι στο πέλαο που σου μοιάζει’να κλείσεις στην αγκάλη σου θες τον ωκεανό,και της καρδιάς σου η τρικυμιά καμιά φορά ησυχάζει,τον άγριο του κι αδάμαστο ακούοντας στεναγμόΕίστε κι οι δυο σκοτεινοί κι απόκρυφοι’ κανείς,ω άνθρωπε, δε μέτρησε την άπατη άβυσσό σου’κανείς δεν ξέρει, ω θάλασσα, τον πλούτο τον κρυφό σου,τόσο με ζήλια κρύβετε τα μυστικά σας εσείς!Κι όμως, να που αναρίθμητους αιώνες στη ζωή,ο ένας τον άλλον άφοβα κι ανήλεα πολεμάτε,τόσο κι οι δυο σας τη σφαγή, το θάνατο αγαπάτε,ω πολέμαρχοι αιώνιοι, ω αμείλικτοι αδερφοί!