Άκης Τεμπερίδης(όταν επέστρεψε από τον γύρο του κόσμου):  Δείχνω ανήσυχος; Ίσως επειδή στη Νουαντιμπού της Μαυριτανίας, βγήκαμε από το δρόμο και κάναμε 600 χλμ. μέσα στην άμμο της Σαχάρας και μάλιστα σε μια ναρκοθετημένη περιοχή, μέχρι το Ατάρ. Με σωστή χρήση του GPS, ούτε χαθήκαμε ούτε πατήσαμε κάποια νάρκη. Mέχρι τις 9 Σεπτεμβρίου 2010 όλα ήταν ξεκάθαρα μέσα μου. Παρότι για τρισήμισι χρόνια είχαμε ζήσει σαν τσιγγάνοι, σε συνθήκες δύσκολες έως πολύ επικίνδυνες, είχα βρει εσωτερική ισορροπία.

Η επιστροφή αποδείχτηκε δύσκολη για χίλιους δυο λόγους, τον εξής ένα ουσιαστικά: το ταξίδι είναι εθιστική εμπειρία. Και η ρουτίνα σκοτώνει! Η νομαδική ζωή μπήκε για τα καλά στο πετσί μας. Προσπάθησε να έρθεις στη θέση δύο ανθρώπων που επί τρισήμισι χρόνια δεν ήξεραν πού θα νυχτώσουν και τι θα τους ξημερώσει. Φαντάσου να έλειπες 1177 ημέρες και μέσα σε αυτές να είχες καλύψει 168.000 χιλιόμετρα σε 67 διαφορετικές χώρες και στις πέντε ηπείρους…

Πολλοί μας έγραψαν όσο ταξιδεύαμε: «Πόσο θα ήθελα να κάνω το ίδιο. Να είχαμε τα λεφτά μόνο… Και με το παιδί τι θα κάνουμε; Στην άλλη ζωή…». Το δικό μας όνειρο έμοιαζε με όνειρο όλων, όμως δεν είναι έτσι. Οι άνθρωποι χτίζουμε τη ζωή μας έτσι ώστε να μην μπορούμε να ξεκολλήσουμε από  τις υποχρεώσεις.

Δημιουργούμε υποχρεώσεις καθημερινά, που γκρεμίζουν τα όνειρά μας και συνθέτουν το άλλοθι για να μην τα κυνηγάμε. Πάντα θα υπάρχει μια ανειλημμένη υποχρέωση για να μην ασχολούμαστε με τα μεγάλα πράγματα της ζωής: το ταξίδι, τον έρωτα ή την τέχνη. Τελικά όλοι κάνουμε αυτό που μας αξίζει, κι ας μην το παραδεχόμαστε. Αυτό που μπορούμε είναι αυτό που θέλουμε στη ζωή. Προσωπικά, το να ταξιδέψω στον κόσμο ήταν το όνειρό μου. Για χάρη του ονείρου αυτού ήμασταν έτοιμοι, με τη σύντροφό μου, να θυσιάσουμε τα πάντα: το σπίτι, την οικογένεια και την καριέρα του καθενός μας. Ακόμη κι αν έχανα τη ζωή μου σ΄αυτό το ταξίδι, θα άξιζε τον κόπο. Ποιος παρατηρεί ποιον; Ένας ανήλικος χιμπατζής,που έχει περιμαζέψει μία Γαλλίδα ακτιβίστρια στο Καμερούν, ποζάρει στην κάμερα. Τα πανέξυπνα αυτά πλάσματα, οι ντόπιοι ενίοτε τα τρώνε ή στην καλύτερη περίπτωση τα πουλούν για pet! Πακέτο με τον ενθουσιασμό να κατακτήσουμε τον κόσμο και να κάνουμε όποια τρέλα μάς κατέβαινε στο κεφάλι, πήγαιναν και οι φοβίες μας: Να μην μείνει το αυτοκίνητο στη μέση του πουθενά. Μην πάθουμε κάποιο ατύχημα. Να μην ξεμείνουμε από χρήματα. Και, βέβαια, να μη συμβεί κάτι πραγματικά κακό πίσω στις οικογένειές μας. Όλα τα παραπάνω συνέβησαν μέσα στο ταξίδι.

«Οι μεγάλοι εχθροί ενός γύρου του κόσμου; Η τηλεόραση και ο καναπές! Για να το κάνεις κι εσύ, δεν χρειάζεσαι μια περιουσία, ποιοτικό χρόνο για τον εαυτό σου χρειάζεσαι. Και να θυσιάσεις το βόλεμά σου».

Τι να πρωτοθυμηθώ από περιπέτειες; Την πρώτη μας νύχτα σε έναν αμμόλοφο της Σαχάρας; Τα 600 χιλιόμετρα με πλοηγό το GPS στην έρημο, δίπλα σε θαμμένες νάρκες; Τις πρώτες μου καταδύσεις στους υφάλους του Σουλαγουέζι; Την πτήση με αερόστατο στην Καππαδοκία; Την ελεύθερη πτώση στη Ναμίμπια και στο Σίδνεϊ, τη βουτιά με τους λευκούς καρχαρίες στη Νότια Αφρική; Τα σαφάρι στην Αφρική; Τους γορίλες στην ομίχλη του Κόνγκο; Τη συμβίωση με τους Μασάι και τους Χατζάμπε ή το νυχτερινό ταξίδι με καΐκι στο αρχιπέλαγος της Μοζαμβίκης; Τη φιλοξενία του Ιράν; Τους Καλάσα και το δάσκαλο Λερούνη στο Πακιστάν;Την οδήγηση στα 5.600 μέτρα –πάνω στο Κασμίρ και το Λαντάκ; Το σκαρφάλωμα, νυχτιάτικα, στο χιονισμένο Χουάινα Ποτοσί της Βολιβίας; Στο Σίδνεϊ φτάσαμε εντελώς μόνοι και φύγαμε έχοντας αποκτήσει μερικούς αξέχαστους φίλους, μετά από μία συγκινητική βραδιά με την Ελευθερία Αρβανιτάκη στο Opera House. Τις περισσότερες φορές νιώθαμε σαν να ζούμε σε ένα ντοκιμαντέρ, στο οποίο πρωταγωνιστούσαμε εμείς και το Land Rover μας. Ποτέ δεν πήραμε τον εύκολο δρόμο. Νιώσαμε στο πετσί μας αυτό που εννοούσε ο Καβάφης, ότι το ταξίδι είναι πιο σημαντικό από την Ιθάκη. Μέρα με τη μέρα, τα στερεότυπα που είχαμε –όπως όλοι– για τον κόσμο, άλλοτε ανατρέπονταν και άλλοτε επιβεβαιώνονταν. Περιμέναμε εχθρικότητα στις μουσουλμανικές χώρες, κι όμως εκεί βρήκαμε τους πιο φιλόξενους ανθρώπους. Μας φόβιζαν για τους μαύρους οι λευκοί της νότιας Αφρικής, όμως κανείς δεν μας πείραξε. Φοβόμασταν το πέρασμα από τα μέρη των Ταλιμπάν στο Β.Δ. Πακιστάν ή από τις περιοχές των καρτέλ στο Μεξικό, όμως βία δεν είδαμε σε καμία περίπτωση. Στο Μπουρούντι, σε μια κοινότητα προσφύγων του εμφυλίου πολέμου, λίγο έξω από την Μπουζουμπούρα, ακολουθώντας ανθρωπιστική αποστολή της ελληνικής οργάνωσης «Γιατροί της Καρδιάς».

Ένα άλλο δίδαγμα –το καλύτερο ίσως απ’ όλο το ταξίδι– ήταν ότι οι άνθρωποι δεν είναι κακοί.

Όποιος πιστεύει ότι μακριά από την Ευρώπη είναι πιο πιθανό να τον σκοτώσουν ή να τον κλέψουν είναι μακριά νυχτωμένος και αταξίδευτος. Τα ρεπορτάζ της τηλεόρασης ασχολούνται αποκλειστικά με τις κακές ειδήσεις. Οι τηλεοπτικές εικόνες που μας μένουν στο υποσυνείδητο δίνουν μια εσφαλμένη εικόνα του πλανήτη,κι αυτό είναι ένα καλό άλλοθι να μην ταξιδεύουν οι άνθρωποι όσο θα έπρεπε. Με την εξής λογική: ότι ο δικός τους τόπος είναι ο καλύτερος και ο πιο ασφαλής. Όταν κάποιος ταξιδεύει με τις φοβίες του, αυτές είναι πιο πιθανό να βγουν αληθινές. Τον κίνδυνο τον έλκεις κατά κάποιο τρόπο, είναι διαδραστικό φαινόμενο. Όπως διαδραστική είναι και η περιρρέουσα ενέργεια των ανθρώπων. Αν εκπέμπεις αρνητική ενέργεια, άρνηση θα εισπράξεις. Αν το βλέμμα σου είναι πονηρό, πονηριά θα πάρεις. Αν η καλημέρα σου είναι ψεύτικη, υποκρισία θα δεχτείς. Αυτό, για όσους μπλέκουν σε ιστορίες όσο ταξιδεύουν. Με έριξαν από τα 5000 μέτρα πάνω από το Σίδνεϊ με αλεξίπτωτο, όμως επέζησα. Η ελεύθερη πτώση ήταν πολύ πιο ασφαλής από την απότομη προσγείωση στην Ελλάδα ένα χρόνο αργότερα…

Επιστρέψαμε σώοι και αβλαβείς στην Ελλάδα, χωρίς να αρρωστήσουμε ποτέ σοβαρά, παρότι τρώγαμε πάντα τοπικό φαγητό και πίναμε τρεχούμενο νερό, ακόμη και στην Ινδία (όχι όμως στην κεντρική Αφρική!). Αλλά κι αν κολλούσαμε μαλάρια, για παράδειγμα, τι θα γινόταν; Τα θεωρούσα λογικά όλα αυτά πριν φύγουμε. Αν με όλα τα παραπάνω δεν πείστηκες κι εσύ να σηκωθείς και να κάνεις το ταξίδι που ονειρεύεσαι, τι να πω; Θα το αναβάλεις μια ζωή. Δεν χρειάζεσαι μια περιουσία, ποιοτικό χρόνο για τον εαυτό σου χρειάζεσαι. Α, και να θυσιάσεις το βόλεμά σου. Los Mexicanos? Ακόμη και σήμερα το σκεφτόμαστε να πάμε να ζήσουμε στο Μέξικο. Τρομερή χώρα, με μεγάλες αντιθέσεις και τις ωραιότερες πόλεις με τους πιο χαλαρούς κατοίκους του κόσμου. Σαν παλιά, ρομαντική Ελλάδα ένα πράγμα..

Οι μεγάλοι εχθροί ενός πιθανού γύρου του κόσμου; Η τηλεόραση και ο καναπές!

Αυτό ακριβώς λέω τελευταία και στον εαυτό μου, κολλημένος σε μία οικογενειακή ζωή καθημερινής ρουτίνας. Περιττό να πω ότι δεν βλέπω την ώρα να ξαναφύγουμε. Κι όμως έχω καταντήσει να ψελλίζω τα λόγια που κάποτε μας έγραφαν άλλοι: «Μα πόσο θα ήθελα να κάνω το ίδιο. Να είχαμε τα λεφτά μόνο… Και με το παιδί τι θα κάνουμε; Στην άλλη ζωή…». Άλλη ζωή; Δεν υπάρχει. Σ’ αυτήν που έχουμε θα το παλέψω για να ταξιδέψουμε ξανά! Ναι με το παιδί!

Πηγή : Andro.gr