Δεν ήξερεν ο βασιλεύς Κλεομένης, δεν τολμούσε —
δεν ήξερε έναν τέτοιον λόγο πώς να πει
προς την μητέρα του: ότι απαιτούσε ο Πτολεμαίος
για εγγύησιν της συμφωνίας των ν’ αποσταλεί κι αυτή
εις Aίγυπτον και να φυλάττεται·
λίαν ταπεινωτικόν, ανοίκειον πράγμα.
Κι όλο ήρχονταν για να μιλήσει· κι όλο δίσταζε.
Κι όλο άρχιζε να λέγει· κι όλο σταματούσε.

Μα η υπέροχη γυναίκα τον κατάλαβε
(είχεν ακούσει κιόλα κάτι διαδόσεις σχετικές),
και τον ενθάρρυνε να εξηγηθεί.
Και γέλασε· κ’ είπε βεβαίως πηαίνει.
Και μάλιστα χαίρονταν που μπορούσε νάναι
στο γήρας της ωφέλιμη στην Σπάρτη ακόμη.

Όσο για την ταπείνωσι — μα αδιαφορούσε.
Το φρόνημα της Σπάρτης ασφαλώς δεν ήταν ικανός
να νοιώσει ένας Λαγίδης χθεσινός·
όθεν κ’ η απαίτησίς του δεν μπορούσε
πραγματικώς να ταπεινώσει Δέσποιναν
Επιφανή ως αυτήν· Σπαρτιάτου βασιλέως μητέρα.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Το «Ἐν Σπάρτη» είναι ένα από τα ποιήματα πολιτικής του Καβάφη, με το οποίο ο ποιητής προβάλλει το ήθος της Κρατησίκλειας κι επιχειρεί να αναδείξει τη μητέρα του βασιλιά της Σπάρτης ως ιδανικό πρότυπο ηγέτη. Η Κρατησίκλεια παρά το γεγονός ότι είναι ήδη σε μεγάλη ηλικία και παρά το γεγονός ότι η μετάβασή της στην Αίγυπτο μπορεί να σημάνει το τέλος της, είναι έτοιμη να θυσιαστεί για τη χώρα της, καθώς θέτει τον εαυτό της στην υπηρεσία του λαού της, όπως άλλωστε θα έπρεπε να κάνει κάθε πραγματικός ηγέτης.
Το πρώτο μέρος του ποιήματος παρουσιάζει τη μεγάλη δυσκολία που έχει ο Κλεομένης να ζητήσει από τη μητέρα του να αφήσει τη χώρα της και να πάει ως όμηρος του Πτολεμαίου στην Αίγυπτο. Ο Καβάφης δεν αναφέρεται στα παιδιά του Κλεομένη, καθώς το ποίημα επικεντρώνεται στην Κρατησίκλεια.
Είναι ιδιαίτερα παραστατικός ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής παρουσιάζει τη διστακτικότητα του Κλεομένη «δεν ήξερε – δεν τολμούσε – δεν ήξερε» και αμέσως πιο κάτω «κι όλο ήρχονταν – κι όλο δίσταζε – κι όλο άρχιζε – κι όλο σταματούσε». Με την εμφατική αυτή παρουσίαση του δισταγμού του Κλεομένη, ο Καβάφης κατορθώνει να τονίσει την ευκολία με την οποία η Κρατησίκλεια αποδέχεται να πάει ως όμηρος του Πτολεμαίου «Καί γέλασε∙ κ’ εἶπε βεβαίως πηαίνει.» Αυτό που για τον Κλεομένη έμοιαζε τόσο δύσκολο να το ζητήσει, για την Κρατησίκλεια είναι πολύ εύκολο να το αποδεχτεί, γιατί είναι δεδομένο για την «υπέροχη γυναίκα» ότι εφόσον η πατρίδα της τη χρειάζεται θα πρέπει να κάνει ό,τι μπορεί. Η Κρατησίκλεια δε σκέφτεται την ταλαιπωρία, τον κίνδυνο ή την ταπείνωση, εκείνο που προέχει είναι το καλό της Σπάρτης και όχι η δικής της άνεση και ασφάλεια. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ηγέτες που διαρκώς αναζητούν τρόπους να ωφεληθούν από τα προνόμια που τους διασφαλίζει η εξουσία που διαχειρίζονται, η Κρατησίκλεια σκέφτεται μόνο πώς θα μπορέσει να φανεί χρήσιμη στην πατρίδα της.
Σε ό,τι αφορά άλλωστε το θέμα της ταπείνωσης, η Κρατησίκλεια αδιαφορεί, καθώς μια Σπαρτιάτισσα ποτέ δε θα σκεφτόταν το τίμημα μπροστά στη δυνατότητα που της παρουσιάζεται να βοηθήσει τη χώρα της. Την Κρατησίκλεια καθόλου δεν την απασχολεί αν θα πρέπει να ταπεινωθεί ή ακόμη και να πεθάνει, από τη στιγμή που αυτό θα γίνει προς όφελος της πατρίδας της κι αυτό είναι κάτι που ένας Λαγίδης δεν μπορεί να το κατανοήσει. Η δυναστεία των Πτολεμαίων (ονομάστηκαν Λαγίδες από τον πατέρα του πρώτου Πτολεμαίου τον Λάγο) είχε ιδρυθεί μόλις το 305 π.Χ., γεγονός που σήμαινε ότι δεν είχαν τη μακραίωνη παράδοση της Σπάρτης ούτε τη μεγάλη παράδοση των βασιλικών οικογενειών της, που πάντοτε αφιέρωναν τη ζωή τους στην προστασία και την ευημερία της πατρίδας τους. Ο Λαγίδης μπροστά στην Κρατησίκλεια είναι χθεσινός, δεν μπορεί για κανένα λόγο να καταλάβει τι σημαίνει να υπηρετείς το έθνος σου με κάθε τρόπο, ούτε μπορεί να αντιληφθεί την τιμή που αντλεί ένας Σπαρτιάτης από τη δυνατότητα που του παρέχεται να θυσιαστεί για την πατρίδα του.
Η Κρατησίκλεια αναδεικνύεται ένα από τα ωραιότερα πρότυπα ηγετικής προσωπικότητας στην ποίηση του Καβάφη και με το παράδειγμά της ορίζει την ιδανική στάση κάθε ανθρώπου που έχει την τιμή να ηγείται ενός έθνους.

kavafis.gr και latistor.blogspot.com