…Ὕπνε ποὺ παίρνεις τὰ παιδιὰ πάρε καὶ τὸν πατέρα…

Ὕπνε ποὺ παίρνεις τὰ παιδιὰ

πάρε καὶ τὸν πατέρα• ἀπ’ τὶς μασχάλες πιάσ’ τονε

σὰ νὰ ’ταν λαβωμένος. Ὅπου πηγαίνεις τὰ παιδιὰ

ἐκεῖ περπάτησέ τον, μὲ τὸ βαρὺ ἀμπέχωνο στὶς πλάτες του ν’ ἀχνίζει.

Δῶσ’ του κι ἕνα καλὸ σκυλὶ

καὶ τοὺς παλιούς του φίλους, καὶ ρῖξε χιόνι ὕστερα

ἄσπρο σὰν κάθε χρόνο. Νὰ βγαίνει ἡ μάνα νὰ κοιτᾶ

ἀπὸ τὸ παραθύρι, τὴν ἔγνοια της νὰ βλέπουμε

στὰ γαλανά της μάτια, κι ὅλοι νὰ τῆς τὸ κρύβουμε πὼς εἶναι πεθαμένη.

….Ὕπνε ποὺ παίρνεις τὰ παιδιὰ

πάρε κι ἐμᾶς μαζί σου, μὲ τοὺς ἀνήλικους γονεῖς,

παιδάκια τῶν παιδιῶν μας. Σὲ στρωματσάδα ρῖξε μας

μιὰ νύχτα τοῦ χειμῶνα, πίσω ἀπ’ τὰ ματοτσίνορα

ν’ ἀκοῦμε τοὺς μεγάλους, νὰ βήχουν, νὰ σωπαίνουνε,

νὰ βλαστημοῦν τὸ χιόνι. Κι ἐμεῖς νὰ τοὺς λυπόμαστε

ποὺ γίνανε μεγάλοι καὶ νὰ βιαζόμαστε πολὺ

νὰ μοιάσουμε σ’ ἐκείνους, νὰ δοῦν πὼς μεγαλώσαμε νὰ παρηγορηθοῦνε.
agiazoni.gr