Η γιαγιά…γυρνούσε από την εκκλησία κι έπεϕτα επάνω της, αγκαλιάζοντας την από τη μέση. Ρουϕούσα την μυρωδιά των κεριών και του θυμιατού πάνω στο μαύρο μπουκλέ παλτό. Άνοιγε τότε την τσάντα της, την καλή τη μαύρη, που κρατούσε μόνο σαν ϕορούσε μαζί και τα καλά της μαύρα παπούτσια. Σε γιορτές, επισκέψεις και Κυριακές.
Μέσα σε μια χαρτοπετσέτα προσεκτικά τυλιγμένο είχε πάντα το αντίδωρο και κάποιες ϕορές κι ένα μικρό άσπρο, πλαστικό μπουκαλάκι με αγιασμό… Ξετρελαινόμουν τότε. Έπινα τρεις γουλιές δροσερές και μικρές κι ένιωθα το “καθαρό, άγιο νεράκι” να μου δίνει δύναμη και ϕώτιση, όπως εκείνη μου έλεγε.
Πόση εμπιστοσύνη της είχα…
Μέσα στην σχεδόν άδεια της τσάντα, ένα μαντήλι, το μικρό πορτοϕολάκι με τα ψιλά της κι εκεί στο βάθος… μια καραμέλα. Ροζ μεγάλη και μαλακή. Τυλιγμένη σε λευκό διάϕανο ρυζόχαρτο και μοσχοβολιστή σαν την ίδια την Άνοιξη. Την έβγαζε με ένα αχνό χαμόγελο στα καταπράσινα γατίσια μάτια της. Δεν ήταν ποτέ πληθωρική στις αγκαλιές της. Δεν πολυϕιλούσε, δεν πολυαγκάλιαζε… μα μου έδινε αυτή την καραμέλα με τόση αγάπη που δεν χρειαζόμουν τίποτε παρά μόνο να την κοιτώ. Μέσα από την γλύκα της καραμέλας θαρρείς και περνούσε όλη η λατρεία της για εμένα. Χοροπηδούσα για λίγο τρισευτυχισμένη… και τρώγοντας πάντα πρώτα το αντίδωρο, μύριζα την γλυκιά μυρωδιά της κρατώντας την σϕιχτά στα χέρια μου… Τριαντάϕυλλο…
Την κρατούσα και την κρατούσα. Την ζέσταινα με τα δάχτυλα μου, νιώθοντας αυτή τη υπέροχη γλυκιά αναμονή… κι ύστερα ευλαβικά, άνοιγα το ντελικάτο χαρτάκι που έκανε εκείνο τον λεπτό χαρτένιο ήχο και έκοβα ένα μαλακό κομμάτι. Το άϕηνα να λιώσει στο στόμα μου κι ύστερα ένιωθα τους κριτσανιστούς κόκκους ζάχαρης να γεμίζουν το στόμα μου… κι ήταν σαν η ευτυχία όλη να ήταν μαζεμένη εκείνη την ώρα σε αυτούς τους κόκκους ζάχαρης που έλιωναν αργά στην παιδική μου γλώσσα, κλειδώνοντας για πάντα αυτή την μνήμη στο σώμα μου και στο μυαλό μου…
Μυρωδιά Τριαντάϕυλλου, καραμέλες Τσάρλεστον, Κυριακές μετά την εκκλησία… και γιαγιά! Λατρεμένη, αξέχαστη γιαγιά. Ίσια και λεπτή, με το μαύρο μπουκλέ παλτό, την μαύρη τσάντα περασμένη στον αγκώνα, μια ιδέα μυρωδιάς λεμονιού από την Μυρτώ πάνω στα μαλλιά της, τον λευκό καλοχτενισμένο κότσο και τα ματάκια τα καταπράσινα τα τόσο λαμπερά, γεμάτα με τόση θλίψη… Πάντα την ένιωθα τη θλίψη της αυτή. Γιατί δεν ξέρω, μα με πονούσε, με πονούσε βαθιά κι ήθελα να την κάνω να γελά. Κι εκείνη μου έκανε πάντα το χατήρι. Μια ευτυχία ξέϕρενη, παιδική, που την απλότητα της δεν την βρήκα πουθενά στη ζωή, παρά μόνο στα μάτια των παιδιών μου…
Η μνήμη αυτή ήρθε σαν κύμα, λίγο καιρό πριν, σαν κάποια άλλη αγαπημένη, σε μια της επίσκεψη μου έφερε δώρο, αυτό το μαγικό βαζάκι που έντυσε με fumo και το μεταμόρφωσε.
Το κοίταξα με λαχτάρα σχεδόν παιδική. Ενθουσιάστηκα κι όταν το άνοιξα, γύρισα μέσα σε δευτερόλεπτα, σε εκείνα τα παιδικά πρωινά της Κυριακής να σφίγγω με τα μικρά κοριτσίστικα χέρια μου τη μέση της γιαγιάς και να μυρίζω αυτή την μυρωδιά…
Τριαντάφυλλο…Γιαγιά…
Το βαζάκι άδειασε, μα μέσα του τώρα πια, ανάβω ένα κεράκι που φέγγει στο μαγικό σπιτάκι, σύμβολο της παιδικής μου ασφάλειας και πίσω σπό τα μικρά του παραθυράκια ανάβει ένα μικρό φως.
Μια φλογίτσα για όλες τις μαγικές παιδικές μνήμες, για όλες τις αξέχαστες γιαγιάδες, για όλα τα πρωινά Κυριακής με το αντίδωρο και τις γλυκές καραμέλες Τσάρλεστον.
Για εσένα γιαγιά…γιαγιούλα μου αξέχαστη…
