«Τὸ ἀναμμένο πουρνάρι» (Ἔθιμο Ἠπείρου)

Μία ὡραία συνήθεια ποὺ βασίζεται σὲ μία παλιὰ παράδοση.
Ὅταν γεννήθηκε ὁ Χριστὸς καὶ πῆγαν, λέει, οἱ βοσκοὶ νὰ προσκυνήσουν, ἦταν νύχτα σκοτεινή. Βρῆκαν κάπου ἕνα ξερὸ πουρνάρι κι ἔκοψαν τὰ κλαδιά του. Πῆρε ὁ καθένας ἀπὸ ἕνα κλαδὶ στὸ χέρι, τοῦ ἔβαλε φωτιὰ καὶ γέμισε τὸ σκοτεινὸ βουνὸ χαρούμενες φωτιὲς καὶ τριξίματα καὶ κρότους. Ἀπὸ τότε, λοιπόν, ἔχουν τὴ συνήθεια στὰ χωριὰ τῆς Ἄρτας, ὅποιος πάει στὸ σπίτι τοῦ γείτονα, γιὰ νὰ πεῖ τὰ χρόνια πολλά, καθὼς καὶ ὅλα τὰ παιδιὰ τὰ παντρεμένα, ποὺ θὰ πᾶνε στὸ πατρικό τους, γιὰ νὰ φιλήσουν τὸ χέρι τοῦ πατέρα καὶ τῆς μάνας τους, νὰ κρατοῦν ἕνα κλαρὶ πουρνάρι, ἢ ὅ,τι ἄλλο δεντρικὸ ποὺ καίει τρίζοντας. Στὸ δρόμο τὸ ἀνάβουν καὶ τὸ πηγαίνουν ἔτσι ἀναμμένο στὸ πατρικό τους σπίτι καὶ γεμίζουν χαρούμενες φωτιὲς καὶ κρότους τὰ σκοτεινὰ δρομάκια τοῦ χωριοῦ.

Ἀκόμη καὶ στὰ Γιάννενα τὸ ἴδιο κάνουν. Μόνο ποὺ ἐκεῖ δὲν κρατοῦν ὁλόκληρο τὸ κλαρὶ τὸ πουρνάρι ἀναμμένο στὸ χέρι τοὺς – εἶναι μεγάλη πολιτεία τὰ Γιάννενα – ἀλλὰ κρατοῦν στὴ χοῦφτα τοὺς μία χεριὰ δαφνόφυλλα καὶ πουρναρόφυλλα, ποὺ τὰ πετοῦν στὸ τζάκι, μόλις μποῦνε καὶ καλημερίζουν. Κι ὅταν τὰ φύλλα τὰ ξερὰ πιάσουν φωτιὰ κι ἀρχίσουν νὰ τρίζουν καὶ νὰ πετᾶνε σπίθες, εὔχονται: «Ἀρνιά, κατσίκια, νύφες καὶ γαμπρούς!» Αὐτὴ εἶναι ἡ καλύτερη εὐχὴ γιὰ κάθε νοικοκύρη. Νὰ προκόβουν τὰ κοπάδια του, νὰ πληθαίνει ἡ φαμελιά του, νὰ μεγαλώνουν τὰ κορίτσια καὶ τὰ παλικάρια του, νὰ τοῦ φέρνουν στὸ σπίτι νύφες καὶ γαμπρούς, νὰ τοῦ δώσουν ἐγγόνια ποὺ δὲ θ’ ἀφήσουν τ’ ὄνομα τὸ πατρικὸ νὰ σβήσει.

photo : http://www.ofono.gr/article.php?id=4952&category_id=2

Kathimerina_ki_agnosta_Epirus2