AΠΟ ΤΗΝ ΔΑΝΑΗ
Το Σάββατο γύρω από το τραπέζι μιλούσαμε για το αλάτι.
Πως κάθε φορά βάζω αλάτι για να νοστιμίσει το φαγητό.
Προσθέτω αλάτι στην κατσαρόλα “με το μάτι” ή ακολουθώντας τη δοσολογία που προτείνει η συνταγή;
Βάζω το αλάτι στην κατσαρόλα ή προτιμώ να το βάλω στο πιάτο μου για να είμαι σίγουρος για το αποτέλεσμα;
Βάζω αλάτι στην κατσαρόλα ή αφήνω να βάλει ο κάθε ένας στο πιάτο του την ποσότητα που χρειάζεται;
Πόσο αλάτι βάζω έχει σχέση με το ποιος ή ποιοι θα φάνε από το φαγητό;
Κάποια στιγμή προσπάθησα να θυμηθώ πως ξεκινούσε να αφηγείται η Françoise Ηèritier στο “Το αλάτι της ζωής”. Μπόρεσα να θυμηθώ να ξεκινάει με αφορμή την εβδομάδα που “έκλεψε” ο “κύριος Πιετ” για να κάνει διακοπές.
Η ανάμνηση που έχω από το βιβλίο είναι «α, κι εγώ το έχω κάνει αυτό», «σε αντίστοιχη περίπτωση…», «που με ταξίδεψε τώρα…», «για μένα πως ήταν…;», «η αντιστοιχία στην Ελλάδα θα ήταν…», «θέλω κι εγώ…», «πόσο χρονών να είναι…;», «μα που το ξέρει, δεν ήταν εκεί!»
“Το αλάτι της ζωής” ήταν δώρο, κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Μου δόθηκε σε συσκευασία δώρου με κόκκινη καρό κορδέλα λίγες ώρες πριν τις διακοπές.
Καθώς ξεκινούσε η περίοδος που θα ήμουν για λίγο μακριά από ό,τι σταθερό αναγνώριζα στην καθημερινότητά μου τη δουλειά μου, τους φίλους μου, το σπίτι μου, τους ανθρώπους που γνωρίζω και με γνωρίζουν, τις συνήθειές μου, τους γνώριμους ρόλους μου.
Έψαχνα να σχηματίσω το περίγραμμά μου, να με συναρμολογήσω ξανά για να με ανα-γνωρίσω αλλιώς απ’ ότι με ένιωθα στην κάθε μου μέρα.
Το βιβλίο στάθηκε συνταξιδιώτης, χάρτης με προτεινόμενες διαδρομές, πυξίδα. Στο τέλος της πτήσης, στην προσγείωση, ένιωθα γεμάτη με εικόνες και στιγμές από τα μικράτα μου μέχρι και τότε. Είχα μαζί μου – φυλαχτό – το δικό μου πλούτο στιγμών ζωής και ένα ¨σακούλι¨ που γέμιζε κιόλας με νέες.
Τη διαδρομή αυτή την έκανα μαζί με τον άνθρωπο που έγραψε το βιβλίο, όσο έπαιρνα πληροφορίες και γνώριζα εκείνον τόσο θυμόμουνα και συνέθετα το δικό μου παζλ μικρών ή μεγάλων στιγμών.
ΤΟ ΑΛΑΤΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
απόσπασμα,
σελ.51-52
…να νιώθεις γύρω σου μια προσοχή τεταμένη, πυκνή· να παίρνεις το λόγο σαν να μπαίνεις στη μάχη· να βρίσκεις, επιτέλους, την ακριβή λέξη· να περιμένεις ένα τηλεφώνημα· να στεναχωριέσαι που τα βότσαλα χάνουν το ωραίο τους χρώμα όταν στεγνώνουν· να φαντασιώνεσαι ένα μεγάλο σπίτι με πράσινα παράθυρα σε ένα σταυροδρόμι ή στην καρδιά του δάσους· να θαυμάζεις μια κομψή διπλή σκάλα που οδηγεί σε ένα φαρδύ πλατύσκαλο ή τις αμέτρητες αλθαίες ή μια στέγη με γυαλιστερά τούβλα· να τραγουδάς α καπέλα και ουνίσονο· να δονείσαι στη χροιά μιας φωνής· να απευθύνεσαι σε έναν άγνωστο μπερδεύοντάς τον με έναν παλιό γνωστό σου, λόγω τρομερής ομοιότητας· να μιλάς από μέσα σου· να μην αλλάζεις γνώμη για τους αγαπημένους σου· …
Françoise Ηèritier,
εκδόσεις κέλευθος.
Η ανάμνηση αναδύθηκε με αφορμή την κουβέντα μας για το αλάτι, λίγο πριν τις διακοπές.
Την επικοινωνώ με μια ευχή για νέες απολαυστικές ή μη, μικρές ή μεγάλες δικές μας ¨καταδικές” μας στιγμές.
