Για τη γνώση δεν υπάρχει ένας και μοναδικός συμφωνημένος ορισμός. Κατά έναν ορισμό είναι η θεωρητική και πρακτικήκατανόηση ενός θέματος (αφομοίωση επεξεργασμένων πληροφοριών), η οποία ενδεχομένως βοηθά στην απόκτησηδεξιοτήτων και ικανοτήτων για συγκεκριμένο σκοπό. Η γνώση αποκτάται τόσο με την εκπαίδευση (επιμόρφωση) όσο και με την πρακτική εμπειρία. Κατά έναν άλλο ορισμό είναι το σύνολο των γνωστών επεξεργασμένων πληροφοριών σε κάποιο συγκεκριμένο πεδίο ή συνολικά. Η γνώση είναι δυο ειδών το πρώτο είδος είναι η πληροφορία η οποία μεταβάλλεται ανάλογα με τις απόψεις που επικρατούν και το δεύτερο είδος είναι το βίωμα, αυτό το είδος γνώσης ακολουθεί τον άνθρωπο μέχρι τον τάφο.
Η προσπάθεια ορισμού της γνώσης είναι ένα από τα κεντρικά προβλήματα στην επιστημολογία. Ένας από τους επικρατέστερους ορισμούς είναι ότι γνώση είναι η αιτιολογημένη (με την έννοια της απόδειξης/τεκμηρίωσης) αληθήςπεποίθηση. Ωστόσο και ο ορισμός αυτός έχει δεχθεί κριτική και παρουσιάζει δυσκολίες.
H “γνώση είναι δύναμη” και ένας νέος σχετικός τομέας εμφανίζεται η Διαχείριση της Γνώσης (Knowledge Management), όπως επίσης και το λεγόμενο “learn to learn”. Στη βιβλιογραφία της διαχείρισης γνώσης, ένας συνήθης τρόπος διάκρισης της αποκτώμενης γνώσης είναι η ρητή γνώση (explicit knowledge) και η άρρητη γνώση (tacit knowledge). Η πρώτη μεταδίδεται με το γραπτό και προφορικό λόγο, ενώ η δεύτερη αποκτάται με την εμπειρία.
Στη σημερινή εποχή, η γνώση συνδέεται με την έρευνα, την καινοτομία και τις νέες τεχνολογίες. Πολλοί ερευνητές και διανοητές ταυτίζουν τις προοδευμένες κοινωνίες με την Κοινωνία της Γνώσης και την Οικονομία της Γνώσης.
Από ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
Το ανθρώπινο ον αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του κόσμου. Τα συστατικά στοιχεία του ανθρώπινου οργανισμού, η ύλη και η ενέργεια, είναι ταυτόχρονα συστατικά στοιχεία όλων των όντων της φύσης. Επομένως, υπάρχει μία ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον περιβάλλοντα εξωτερικό κόσμο. Η γνώση προκύπτει από την δυναμική σχέση αλληλενέργειας, η οποία αναπτύσσεται ανάμεσα στα αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου και τις δύο γνωστικές δυνάμεις της ανθρώπινης ψυχής, την αισθητικότητα και τον νου ή λόγο. Οι δυνάμεις της ψυχής βρίσκονται αρχικώς σε δυνάμει κατάσταση και ενεργοποιούνται[22] υπό την επίδραση του αισθητού και του νοητού αντικειμένου[23]. Ο Αριστοτέλης θα κατατάξει την αίσθηση, που είναι αποτέλεσμα της λειτουργίας της αισθητικής δύναμης, και την επιστήμη, που είναι αποτέλεσμα της λειτουργίας της νοητικής δύναμης, στην κατηγορία του « πρός τι », δηλαδή της σχέσης[24]. Συνεπώς, η γνώση στο σύνολό της θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το αποτέλεσμα της ενεργοποίησης των δύο γνωστικών δυνάμεων της ψυχής, της αισθητικότητας και του νου, ενεργοποίηση η οποία προκαλείται από την επίδραση κυρίως των αντικειμένων του εξωτερικού κόσμου πάνω στις δύο γνωστικές δυνάμεις της ψυχής ή συνείδησης.
Η γνωστική διαδικασία αρχίζει με την επίδραση των αντικειμένων του εξωτερικού κόσμου, των αισθητών, επί της αισθητικότητας, την οποία ερεθίζουν[25]. Ο ερεθισμός της αισθητικότητας συντελείται με την ενεργοποίηση των αισθητηρίων οργάνων[26]. Αποτέλεσμα αυτής της ενεργοποίησης είναι η παραγωγή της αίσθησης, δηλαδή μιας κίνησης η οποία λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό της συνείδησης και η οποία αλλοιώνει την αρχική της κατάσταση[27]. Έτσι, η εν ενεργεία αίσθηση, αλλοιώνοντας την ψυχή, παράγει μία εικόνα ή ένα φάντασμα ή φαντασία[28], όπως την αποκαλεί ο Αριστοτέλης, στο εσωτερικό της συνείδησης. Η εικόνα αντικαθιστά την αίσθηση και το αισθητό αντικείμενο, που προκάλεσε την αίσθηση. Η διαφορά μεταξύ της εικόνας και του αισθητού αντικειμένου και της αίσθησης συνίσταται στο ότι η εικόνα είναι άυλη, ενώ τόσο το αισθητό όσο και η αίσθηση περιέχουν ύλη[29]. Έτσι, η άυλη εικόνα, αντικαθιστώντας το αισθητό αντικείμενο, λαμβάνει την θέση του στον χώρο της συνείδησης[30]. Με άλλους λόγους, η εικόνα διπλασιάζει το αντικείμενο μέσα στην συνείδηση, δηλαδή είναι μία αναπαράστασή του. Πράγματι, θα σημειώσει ο Αριστοτέλης, δεν είναι δυνατόν τα αισθητά αντικείμενα να εισέλθουν τα ίδια μέσα στην ψυχή, αλλά η φαντασία ή εικόνα τους : « Ου γαρ ο λίθος εν τη ψυχή, αλλά το είδος »[31].
Οι αισθητές εικόνες, άϋλες στην ουσία τους και αντικαθιστώντας τα αισθητά αντικείμενα, μεταφέρουν πληροφορίες στο εσωτερικό της συνείδησης. Θα λέγαμε, λοιπόν, ότι οι αισθητές εικόνες είναι φορείς πληροφοριών. Οι πληροφορίες αυτές είναι δύο ειδών. Κατ’ αρχήν, με τις πέντε αισθήσεις βλέπουμε, ακούμε, αγγίζομε, γευόμαστε και οσφραινόμαστε[32]. Οι αισθητές εικόνες της όρασης, της ακοής και των άλλων αισθήσεων μας πληροφορούν πρώτ’ απ’ όλα για την ύπαρξη των αντικειμένων. Η αίσθηση, θα παρατηρήσει ο Αριστοτέλης, δεν είναι αίσθηση του ίδιου της του εαυτού, αλλά ενός αντικειμένου, του αισθητού, του οποίου η ύπαρξη είναι πρότερη της αίσθησης, όπως το κινούν είναι πρότερον του κινουμένου, διότι το αισθητόν είναι αυτό, που προκαλεί την γέννηση της αίσθησης μέσα στην συνείδηση[33]. Εκτός, όμως, από την ύπαρξη του αντικειμένου, οι αισθήσεις μας πληροφορούν και για ένα σύνολο από ιδιότητες, όπως το χρώμα, τον ήχο την σκληρότητα, και ούτω καθεξής[34]. Γνωρίζομε αν το αντικείμενο είναι λευκό ή μαύρο, σκληρό ή μαλακό, γλυκό ή πικρό και ούτω καθεξής[35]. Ταυτόχρονα, η επαφή με τ’ αντικείμενα μας προξενεί ευχάριστα αισθήματα χαράς ή δυσάρεστα αισθήματα λύπης. Η αισθητικότητα, λοιπόν, εκτός από τις εικόνες φορείς πληροφοριών, προκαλεί και εικόνες, που είναι φορείς αισθημάτων χαράς ή λύπης[36]. Και στις δύο περιπτώσεις, η γνώση συντελείται διαμέσου των αισθητών εικόνων, που παράγονται από τις αισθήσεις.
Το σύνολο των αισθητών εικόνων, που είναι φορείς είτε πληροφοριών, είτε αισθημάτων χαράς ή λύπης, αποτελεί την ύλη, πάνω στην οποία ενεργεί ο νους[37]. Η άσκηση της νοητικής λειτουργίας προϋποθέτει αναγκαστικά την ύπαρξη αισθητών εικόνων στο εσωτερικό της ψυχής. Όπως η ενεργοποίηση της αισθητικότητας προϋποθέτει την ύπαρξη του αισθητού αντικειμένου, κατά τον ίδιο τρόπο η ενεργοποίηση του νου προϋποθέτει την ύπαρξη αισθητών εικόνων στο εσωτερικό της ψυχής. Πράγματι, « ουδέποτε νοεί άνευ φαντάσματος η ψυχή »[38], διότι « όταν τε θεωρεί, ανάγκη άμα φαντάσματι θεωρείν »[39]. Εν κατακλείδι, « τα μεν ουν είδη το νοητικόν εν τοις φαντάσματι νοεί »[40].
Όμως, όπως το είδαμε, οι αισθητές εικόνες είναι φορείς είτε πληροφοριών για την ύπαρξη και τις ιδιότητες των αντικειμένων του εξωτερικού κόσμου, είτε αισθημάτων χαράς ή λύπης. Τα αισθήματα μας προδιαθέτουν κατά τρόπο θετικό ή αρνητικό έναντι των αντικειμένων ή των προσώπων, που τα προκάλεσαν. Γι’ αυτό το λόγο, όταν ένα αντικείμενο ή ένα πρόσωπο μας φαίνεται ευχάριστο ή δυσάρεστο, τότε με την δύναμη του νου εκφέρουμε κρίσεις με τις οποίες διαμορφώνουμε αντίστοιχες ορέξεις είτε να το επιδιώξουμε, είτε να το αποφύγουμε αντίστοιχα[41]. Επομένως, αυτό που ο νους βρίσκει μπροστά του στο εσωτερικό της συνείδησης, είναι ή οι καθαρές εικόνες, που μας μεταφέρουν κατά τρόπο ουδέτερο πληροφορίες, ή οι ορέξεις, οι οποίες προήλθαν από εικόνες φορείς αισθημάτων χαράς ή λύπης. Τούτο σημαίνει, ότι η ενέργεια του νου αναπτύσσεται είτε πάνω στις καθαρές εικόνες, είτε πάνω στις ορέξεις. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η ενέργεια του νου, δηλαδή η νόηση[42], είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εκφορά κρίσεων[43] με τις οποίες ο νους γνωρίζει[44] το αντικείμενό του.
