Αφορμή για την εμφάνιση της Ελληνικής Λαογραφίας ως επιστήμης με τη συγκέντρωση στοιχείων σχετικών με τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό και τις ρίζες του έδωσε η ανθελληνική πολιτική ορισμένων Ευρωπαίων λογίων και ιδιαίτερα του Fallmerayer, ο οποίος αμφισβήτησε την εθνική συνέχεια των Ελλήνων με τη θεωρία του για τον πλήρη εκσλαβισμό και εξαλβανισμό τους.
Ο Fallmerayer ήταν καθηγητής της ιστορίας στο Μόναχο, όταν παρουσίασε την ανθελληνική του θεωρία στον πρόλογο του έργου του για την ιστορία της Πελοποννήσου. Επισκέφτηκε πολλές φορές την Ελλάδα για να επιτοπίως τις απόψεις του σχετικά με την καταγωγή των Ελλήνων και δούλεψε με εμπάθεια πάνω σ’ αυτές δημοσιεύοντας ως το θάνατό του σχόλια και κριτικές για την υποστήριξή τους.
Στην ανθελληνική αυτή πρόκληση η απάντηση ήταν οι έντονες αντιδράσεις από Έλληνες λόγιους και φιλέλληνες. Η κατά μέτωπο επίθεση του Fallmerayer στον πολύπαθο ελληνικό λαό, που με σκληρούς αγώνες αποτίναξε τον τουρκικό ζυγό και ανέκτησε την ελευθερία του διατηρώντας την εθνική του συνείδηση, του δημιούργησε επικίνδυνα τραύματα. Η αντίδραση εκδηλώθηκε αμέσως από λόγιους και φιλέλληνες, που απάντησαν με την κατεργασία πολλών γλωσσικών ιστορικών και λαογραφικών στοιχείων. Ενδεικτικοί είναι οι κόποι επιφανών Ελλήνων και ξένων λογίων προς την κατεύθυνση αυτή, όπως του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, του Σλοβένιου Kοpitar, του Σπυρίδωνα Λάμπρου, του Κωνσταντίνου Άμαντου, των Γερμανών Hοpf και Zinkeisen, του Παύλου Καρολίδη και άλλων.
Με συγγράμματά τους, που είδαν το φως της δημοσιότητας, οι λόγιοι αυτοί υποστήριξαν δυναμικά την αδιάσπαστη συνοχή του ελληνικού εθνικού βίου από τα αρχαία χρόνια ως τη σύγχρονή τους εποχή, συγκεντρώνοντας ενδείξεις, που πιστοποιούσαν την ομοιότητα των στοιχείων της εποχής τους με στοιχεία προγενέστερων εποχών, ακόμη και με άλλα που ανάγονται στους αρχαίους ελληνικούς χρόνους.
Για λόγους πατριωτικούς στην αρχή και καθαρά επιστημονικούς αργότερα η επίθεση του Fallmerayer αποτέλεσε πρόκληση στη συνείδηση την πνευματικά προικισμένων Ελλήνων και Φιλελλήνων, των οποίων το ενδιαφέρον για τον ελληνικό λαό και την εθνική του υπόσταση έφερε στο φως τα πρώτα λαογραφικά στοιχεία του ελληνικού έθνους.
Εκτός από τις εργασίες των λογίων, πολλά περιοδικά όπως τα γνωστά της εποχής, όπως η και η , δημοσίευσαν άφθονη λαογραφική ύλη, ενώ το Πανεπιστήμιο της Αθήνας προκήρυξε διαγωνισμό για τον σκοπό αυτό.
Εκείνη την εποχή έκανε την εμφάνισή του στο λαογραφικό χώρο ο Ν. Πολίτης και στα πλαίσια της υπεράσπισης του ελληνικού έθνους από τις αλύπητες ανθελληνικές βολές εργάστηκε με φιλότιμο εδραιώνοντας στην Ελλάδα την επιστήμη της Λαογραφίας.
Σημαντική φυσιογνωμία, μια από τις κορυφαίες μορφές της Ελληνικής Λαογραφίας, με συγγραφικά χαρίσματα και σπουδαία οργανωτική ικανότητα, ο Νικόλαος Πολίτης άρχισε από νωρίς το λαογραφικό του έργο με τη δημοσίευση σχετικών σχολίων σε περιοδικά της εποχής.
Το έργο του , που εξέδωσε σε δύο μέρη το 1871 και 1874 βραβεύτηκε από τους κριτές του Ροδοκανακείου Φιλολογικού Διαγωνίσματος, ενώ η αναγνώριση του κύρους του ως σημαντικού λαογράφου προήλθε από τα έργα του , και τις σοφές του μελέτες, πολλές από τις οποίες περιέλαβε στα .
Ο Ν. Πολίτης υπήρξε καθηγητής της Ελληνικής Μυθολογίας και της Αρχαιολογίας από το 1890. Λίγα χρόνια αργότερα περιέλαβε και θέματα λαογραφικά στις πανεπιστημιακές του παραδόσεις. Ίδρυσε και οργάνωσε την και το , με σκοπό να συστηματοποιήσει τη μελέτη των εκδηλώσεων του λαϊκού βίου. Εξάλλου τα περιοδικά και της Ακαδημίας Αθηνών, που είναι τα κυριότερα ελληνικά περιοδικά λαογραφικού περιεχομένου με διεθνή απήχηση, υπήρξαν αποκυήματα της δημιουργικής έμπνευσης του Ν. Πολίτη.
Ο Πολίτης ήταν εκείνος που πρότεινε στο Βυζαντινό τμήμα του 16ου Συνεδρίου των Ανατολιστών στην Αθήνα τη μελέτη της λαογραφίας του βυζαντινού κόσμου, όπου εντοπίζεται η απαρχή πολλών εκδηλώσεων της ζωής του ελληνικού λαού και διαπιστώνεται η εθνική του συνέχεια, πρόταση που έγινε αποδεκτή με ιδιαίτερο ενθουσιασμό και ξεκίνησε μια λαογραφική δραστηριότητα, που απέφερε σημαντικούς πνευματικούς καρπούς στη λαογραφική έρευνα.
Ο όρος Στον Πολίτη αποδίδεται και η χρήση του όρου , για να δηλωθεί η λαογραφική επιστήμη και μάλιστα στο περιοδικό κατά το έτος 1884. Ο όρος ήταν γνωστός από τους αλεξανδρινούς χρόνους με την έννοια κεφαλικού φόρου για τον ανδρικό πληθυσμό της Αιγύπτου, που ήταν υποχρεωμένος να τον καταβάλλει από το 14ο έτος της ηλικίας του ως το 60ο ή 70ο. Όσοι υπάγονταν σ’ αυτή την εισφορά ονομάζονταν , ενώ όσοι ήταν υπεύθυνοι για την καταβολή της .
Ο Πολίτης έχοντας υπόψη του ότι λέξεις συνώνυμες των λέξεων και είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί για να δηλώσουν σχετικές με τη λαογραφία επιστήμες όπως λαογραφία, εθνογραφία χρησιμοποίησε τον όρο χωρίς δισταγμό, για να εκφράσει την επιστήμη που αντικείμενό της είναι ο λαός και οι εκδηλώσεις του.
