…….- Παιδιά μου, κορίτσια μου, αρχίζει να ομιλή η γρια-Συρραχίνα, παλαιά καπετάνισσα· με το ραβδάκι της και με το καλαθάκι της στο χέρι, με τα ογδόντα χρόνια στην πλάτη της, μπόρεσε κι ανέβη τον ανήφορο και ήλθε – δια να καμαρώση, ίσως δια τελευταίαν φοράν, το καράβι του γυιού της που έφευγε. Ξέρετε τι μεγάλη χάρη έχει, και πόσο καλό έκαμε στους θαλασσινούς αυτό το εκκλησιδάκι της Μεγαλόχαρης;
– Πώς δεν το ξέρουμε, είπαν αι άλλαι, ας έχη δόξα το όνομά της.
– Το εξωκκλήσι αυτό αγίασε και μέρωσε όλο το άγριο κύμα· πρωτύτερα είχε κατάρα όλος αυτός ο γιαλός.
– Γιατί;
– Βλέπετε κείνον το βράχο, κάτω στο κύμα, που ξεχωρίζει απ’ το γιαλό;… που φαίνεται σαν άνθρωπος, με κεφάλι και με στήθια… που μοιάζει σαν γυναίκα; Εκείνη είναι το Φλανδρώ.
– Ναι, το Φλανδρώ, είπεν η υπερεξηκοντούτις Χατζηχάναινα. Κάτι έχω ακουστά μου. Εσύ θα το ξέρης καλύτερα, θεια-Φλωρού.
– Το βλέπετε κ’ είναι ξέρα, είπεν η Φλωρού, η Συρραχίνα· μια φορά κ’ έναν καιρό ήτον άνθρωπος.
– Άνθρωπος;
– Άνθρωπος καθώς εμείς. Γυναίκα.
Αι άλλαι ήκουον με απορίαν. Η γρια-Συρραχίνα ήρχισε να διηγήται:
“Στον καιρό των παλαιών Ελλήνων, ήτον μια κόρη αρχοντοπούλα, που την έλεγαν Φλάνδρα ή Φλανδρώ. Η Φλανδρώ είχε νοματιστή έτσι -καθώς μού’πε ο πνευματικός, απάνω στον Αϊ-Χαράλαμπο· όσο τον θυμούμαι, μακαρία η ψυχή του. Ήμουν μικρό κορίτσι, δώδεκα χρονώ, και μ’ επήγε η μάννα μου να ξαγορευτώ, τη Μεγάλη Τετράδη… τι να ξαγορευτώ, εγώ τίποτα δεν ήξερα, τα ξεράματά μου… το τι μόλεε ο πνευματικός δεν αγροικούσα, φωτιά που μ’ε!… Το νόημά του δεν το καταλάβαινα, τα λόγια τα θυμούμουν κ’ ύστερ’ από χρόνια… το κορίτσι πρέπει νά’ναι φρόνιμο και ντροπαλό, νά’ναι υπάκοο, να μην κοιτάζη τους νιούς, ν’ αγαπά τον κύρη του και τη μαννούλα του· και σαν μεγαλώση, και δώση ο Θιός και παντρευτή, με την ευκή των γονιώ της, άλλον να μην αγαπά απ’ τον άνδρα της.
“Μόφερε το παράδειγμα των παλαιών Ελλήνων… Οι παλιοί Έλληνες, που προσκυνούσαν τα είδωλα… Κείνον τον καιρό ήτον μια που την έλεγαν Φλάνδρα, Φλανδρώ. Φλανδρώ θα πη Φιλανδρώ. Φιλανδρώ θα πη μια που αγαπά τον άνδρα της. Φλανδρώ την είπαν, Φλανδρώ βγήκε. Αγάπησε ολόψυχα τον ανδρα της, όσο που έχασε τ’ αγαθά του κόσμου, κ’ έγινε πέτρα γι’ αυτό. Τον καιρόν εκείνο ήτον ένας καραβοκύρης, όμορφο παλληκάρι, κι αγάπησε το Φλανδρώ, και την εγύρεψε, και της έδωσε αρραβώνα. Σαν της έδωσε αρραβώνα, εσκάρωσε καινούργιο καράβι· και σαν εσκάρωσε το καράβι, έγινε κι ο γάμος· και σαν έγινε ο γάμος, έρριξε το καράβι στο γιαλό, κ’ εμπαρκάρισε κ’ επήγε να ταξιδέψη.
“Τότε το Φλανδρώ ήρθε ν’ αγναντέψη, σαν καλή ώρα, σ’ αυτόν τον έρμο το γιαλό. Ξεκολλούσε η ψυχή της που έφευγε ο άνδρας της· δεν μπορούσε να το βαστάξη, να στυλώση την καρδιά της. Αγνάντεψε το καράβι που έφευγε, κ’ έκλαψε πικρά κ’ έπεσαν τα δάκρυά της στα κύματα· και τα κύματα επικράθηκαν, κ’ εφαρμακώθηκαν, και θύμωσαν, κι αγρίεψαν κ’ εθέριεψαν… και στο δρόμο τους που ηύραν το καράβι, έπνιξαν τον άνδρα της Φλανδρώς, κ’ έγινε αγυρισιά του… Και το Φλανδρώ ήρθε κ’ εξαναήρθε σ’ αυτόν τον έρμο γιαλό κ’ εκοίταζε κι αγνάντευε… κ’ επερίμενε, κ’ εκαρτερούσε, κι απάντεχε… Πέρασαν μήνες, πέρασε χρόνος, πέρασαν δυο χρόνια, πέρασαν τρία… και το καράβι πουθενά δεν εφάνηκε… και το Φλανδρώ έκλαψε, και καταράστηκε την θάλασσα, και τα μάτια της εστέγνωσαν, και δεν είχε πλια δάκρυ να χύση… και παρακάλεσε τους θεούς της που ήταν είδωλα, πέτρες, να της κάμουν τη χάρη να γίνη κι αυτή είδωλο, βράχος, πέτρα… και το ζήτημά της έγινε και την έκαμαν βράχο ξέρα… με το σκήμα τ’ ανθρωπινό, που τρίβηκε και φθάρηκε απ’ τα κύματα ύστερ’ από χιλιάδες χρόνια· και το ανθρωπινό σκήμα φαίνεται ακόμα· και να ο βράχος εκεί, η πέτρα που θαλασσοδέρνεται και χτυπά και βογγά απάνω της το κύμα… κ’ η φωνή της, το βογγητό της γίνεται ένα με το βογγητό της θάλασσας… Να η ξέρα εκεί. Αυτή ‘ναι η Φλανδρώ.
“Ύστερα, με χρόνια πολλά, σαν ήρθε ο Χριστός ν’ αγιάση τα νερά, για να βαφτιστή η πλάση, μια χριστιανή αρχόντισσα, η Χατζηγιάνναινα, που είχαν σκαρώσει τα παιδιά της δυο καράβια έταξε στην Παναγία, κ’ έχτισε αυτό το παρακκλήσι, για το καλό κατευόδιο των παιδιώνέ της… Ας δώσ’ η Παναγιά και σήμερα νά’ναι καλό κατευόδιο στους άνδρες σας, στ’ αδέλφια σας και στους γονιούς σας”.
– Φχαριστούμε· ομοίως και στα παιδάκια σου, θεια-Φλωρού!
