Ενας ψηλός και ένας κοντός

Η σχέση με τον Μάνο Χατζιδάκι θα είναι ταραχώδης, με διαξιφισμούς μέσω του Τύπου, με υψηλής αισθητικής μονομαχίες («Οδός ονείρων» ο Μάνος στο Μετροπόλιταν και «Ομορφη πόλη» ο Μίκης στο Παρκ), μικροπρέπειες, γκρίνιες (ακόμη και για το ύψος του πόντιουμ στη Μικρή Ορχήστρα), αλλά και με μία αδελφική στοργικότητα που έχει τις ρίζες της σε εκείνα τα καλοκαιρινά απογεύματα που ανέβαιναν με το λεωφορείο τη Συγγρού και ονειρεύονταν να γίνουν συμφωνιστές. Η καλλιτεχνική και ιδεολογική κόντρα τους θα διχάσει επί σειρά ετών την Ελλάδα, ακόμη και στην ΚΝΕ-Οδηγητής υπήρχε ακραιφνής χατζιδακική φράξια.

«Ο Μίκης ήταν pleaser, δεν ήθελε να δυσαρεστεί κανέναν», λέει στο BHmagazino ο Μάκης Μάτσας, «μόνο με τον Χατζιδάκι είχε κόντρα. Εκείνος τον κατηγορούσε ότι χρησιμοποιούσε την πολιτική για να επιβάλει τον μουσικό λόγο του, πράγμα που θεωρούσε καλλιτεχνικά ανέντιμο. Ηταν δύο εκ διαμέτρου αντίθετοι άνθρωποι. Ο Μίκης ήταν πάντα εύκολος στη δουλειά, δεν είχε τις ιδιοτροπίες και την τελειομανία του Μάνου. Πολλές φορές, τελείωνε η ηχογράφηση και του λέγαμε: “Βρε Μίκη, αυτό το μπουζούκι δεν είναι κουρδισμένο σωστά, πρέπει να το ξαναπάμε”. “Μην το χαλάτε. Είναι υπέροχο!”. Με τον Χατζιδάκι κάναμε μια μέρα να γράψουμε ένα τραγούδι και στο τέλος έλεγε: “Πολύ ωραίο το αποτέλεσμα, αλλά αύριο θα το επαναλάβουμε”».

Ηταν πάντοτε μια διαφορά «αγωγής» και «νοοτροπίας» θα συνοψίσει ο Μίκης: «Η ζωή του (σ.σ.: Μάνου) ήταν μια τέχνη. Εγώ ήμουν ο άνθρωπος που δούλευα πολύ και ζούσα τη ζωή μου μέσα στη φαντασία μου κλεισμένος σε ένα δωμάτιο. Ο Μάνος τη ζούσε ο ίδιος ως άτομο, δηλαδή ξυπνούσε αργά, ξυριζόταν, έβαζε την ωραία κολόνια του…» («Αξιος Εστί”). «Παρ’ όλα αυτά, στις πιο μύχιες και δικές τους στιγμές ο ένας στήριζε τον άλλον» καταθέτει σήμερα στο BHmagazino η μουσική «ιέρεια» αμφοτέρων, Μαρία Φαραντούρη. «Υπήρχε πάντα μεταξύ τους μια υπόγεια διασύνδεση, ένας αλληλοθαυμασμός. Ο Μίκης, παρ’ ότι κτητικός με τους τραγουδιστές του, πάντα τους δάνειζε στον Μάνο. Πάντα αισθανόμουν ότι οι δυο τους βρίσκονται στο ίδιο δωμάτιο. Ο Μίκης είναι αυτός που ανοίγει το παράθυρο και θέλει να βγει έξω, ενώ ο Μάνος είναι εκείνος που θέλει να κλείσει τις γρίλιες. Ο ένας με την εξωστρέφειά του, τον ερωτισμό, τους αγώνες. Ο άλλος με την εσωτερικότητα, τα υπαρξιακά, τον λυρισμό του».

Οι δύο «Επιτάφιοι» (ο χατζιδακικός με τη Νάνα Μούσχουρη και ο θεοδωρακικός με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση) θα είναι εκείνοι που θα πυροδοτήσουν την παραφιλολογία για το βαθύ αισθητικό ρήγμα ανάμεσα στους δύο «πυλώνες» της σύγχρονης έντεχνης λαϊκής μουσικής και θα διχάσουν. Η εχθρικώς διακείμενη προς τον Θεοδωράκη Νάνα Μούσχουρη θα καταθέσει, όπως ισχυρίζεται, την «αληθινή ιστορία» του «Επιταφίου» («Ταχυδρόμος», 22.5.1975): «Ο Μίκης είχε γυρίσει τελείως άγνωστος από το Παρίσι και ο Μάνος, ενθουσιασμένος με τα τραγούδια του “Επιταφίου”, ήρθε και με πρωτοφανή ζήλο με ξεσήκωνε να τραγουδήσω τα τραγούδια ενός νέου φίλου του, με καταπληκτικό ταλέντο… Ο Μάνος δεν έκανε ποτέ τόσο πολλά για τη δική του μουσική. Καθόμασταν όλοι μαζί, ο Ρίτσος, ο Μποσταντζόγλου, ο Μίκης και ο Μάνος, και προχωράγαμε μαθαίνοντας τα τραγούδια του “Επιταφίου” στο πιάνο. Ηταν μεγάλες στιγμές. Ο ενθουσιασμός της δημιουργίας δυο φίλων. (…) Ολα αυτά μέχρι τη στιγμή που τελειώσαμε το έκτο τραγούδι. Το θυμάμαι σ’ όλη μου τη ζωή, ήταν το “Μέρα Μαγιού”. Κάτι συνέβη. Και ξαφνικά, είδα έναν Μάνο πυρ και μανία να μου λέει ότι θα συνεχίσουμε μόνοι μας! Σε δύο νύχτες μέσα, ο Μίκης Θεοδωράκης, επηρεασμένος από τον Τάκη Β. (σ.σ.: τον Τάκη Λαμπρόπουλο, παλιό διευθυντή της Columbia), είχε αλλάξει. Ο Τάκης Β. είχε βρει αντίβαρο, για να χτυπήσει τον Χατζιδάκι! Θυμάμαι πως ο Μίκης πήγε και έκανε δηλώσεις: “H Μούσχουρη είναι το κορίτσι του σαλονιού, αλλά εγώ προτιμώ το παλικάρι του κάμπου”».

Ο ίδιος ο Χατζιδάκις θα καταπραΰνει μεταγενέστερα τα πάθη γύρω από τις εξίσου εμβληματικές βερσιόν (μία για τους αριστερούς, μία για τους αστούς) του «Επιταφίου», στις οποίες «αποκρυσταλλώνονται οι κοινωνικοπολιτικές εντάσεις της εποχής». «Λοιπόν, κατ’ αρχήν να μη λέμε υπερβολές. Δεν είχε διχάσει ούτε τους κριτικούς ούτε το κοινό. Οι αριστεροί και οι Λαμπράκηδες προτιμούσαν ό,τι διηύθυνε ο Θεοδωράκης και βρίσκαν τον δικό μου ευαίσθητον, αλλά όχι αρρενωπόν… Και οι δύο εκδοχές ολοκληρώνουν, νομίζω, με τη σοβαρότητά τους και το έργο και το ποίημα» («Ο καθρέφτης και το μαχαίρι», εκδ. Ικαρος). Στον Χατζιδάκι προκαλούσε αλλεργία αυτή η μανία του Θεοδωράκη να περνάει τα πάντα «από το κρεβάτι του Προκρούστη του λαϊκού». «Ο Μάνος δεν μπορούσε καθόλου τις λαϊκές συναυλίες, τον έπιανε άγχος» θυμάται η κυρία Φαραντούρη. «Του ’λεγε: “Ρε Μίκη, πώς μπορείς; Αυτό το πράγμα δεν είναι μουσική!”. Ο Μάνος ήταν πιο αριστοκράτης σε αυτά, ήθελε μόνο μυημένο κοινό. Ο Μίκης, αντίθετα, μπορούσε να συνδιαλλαγεί με τον πιο απλό άνθρωπο, τη γυναικούλα στον δρόμο, είχε πάντα ένα χαμόγελο και μια ενέργεια, είχες την αίσθηση ότι από κάθε άνθρωπο έβγαζε κάτι».

Θα υπάρξουν, όμως, και τα φωτεινά διαλείμματα σύμπλευσης. Το 1948, που ο Μάνος, με κίνδυνο να τουφεκιστεί, κρύβει τον κυνηγημένο Μίκη στο σπίτι του στο Παγκράτι. To 1972, σε εκείνο το δείπνο στη Ρώμη (παρέα με τους Μαρία Φαραντούρη, Ειρήνη Παπά και Νίκο Κούνδουρο), όταν πλανόδιοι μουσικοί παίζουν στον Μίκη τα «Παιδιά του Πειραιά» και εκείνος γελώντας τους στέλνει να πουν κάτι και στον Μάνο: «Πηγαίνετε και στον κύριο από εκεί, να του παίξετε τον Ζορμπά!». Και πολύ αργότερα, όταν λάβρος ο Χατζιδάκις εφορμά κατά των αυριανιστών που αφήνουν υπονοούμενα για το παρελθόν του Μίκη στην ΕΟΝ του Μεταξά: «Ξέρετε πώς ονομάζονται οι άνθρωποι που αμφισβητούν τους αγώνες ενός νέου που από 19 χρόνων καταδιώχθηκε, εξορίστηκε, φυλακίστηκε; Ονομάζονται καθάρματα…».

O Mίμης Ανδρουλάκης θα ανασύρει ένα ακόμη ενσταντανέ αυτής της πολυκύμαντης φιλίας: «Το ’78, που κατέβηκε δήμαρχος, ήμασταν με τον Μίκη ομιλητές σε μια συναρπαστική εκδήλωση. Υστερα μαζευτήκαμε σε ένα κέντρο στο Φάληρο, που έβαζε κατσίκια πάνω σε κληματόβεργες και κάναμε ένα φοβερό γλέντι. Υπήρχε μια έκρηξη, γιατί ο Μίκης είδε ύστερα από πολύ καιρό όλα τα συντρόφια και άρχισε να τους λέει ασύλληπτες ιστορίες. Εγινε ένα μεθύσι φοβερό. Εχει πάει μία το βράδυ, και νταν, πέφτει τηλεφώνημα: “Πέθανε η μάνα του Μάνου”. “Πρέπει να τρέξουμε! ” λέει ο Μίκης. Οδηγεί μεθυσμένος στη Συγγρού, πάντα έτρεχε πολύ, πώς δεν σκοτωθήκαμε εκείνο το βράδυ. Στη Ρηγίλλης αγκαλιάζονται με τον Μάνο και ύστερα πάμε οι τρεις μας στο κουζινάκι για κονιάκ. Αρχίζει ο Μάνος: “Θυμάσαι τον Μίμη τον Δεσποτίδη (σ.σ.: αρχηγός της ΕΠΟΝ στην Αθήνα), θυμάσαι τον άλλο σύντροφο που σκοτώθηκε;”. Σε λίγο οι δυο τους κλαίνε και λένε αντάρτικα και επονίτικα τραγούδια. Με τη μάνα του Μάνου δίπλα πεθαμένη».

ΑΠΟ ΤΟ ΒΗΜΑGASINO