ΧΟΡΟΣ

Ευτυχισμένος είναι αυτός που δε γεύτηκε τα βάσανα. Γιατί σαν τρανταχτεί από θεό ένα σπιτικό, η συμφορά περνά από τη μια γενιά στην άλλη όπως ορμάει το μαύρο πέλαγος και ξεσηκώνει από το σκοτεινό τον πάτο μαύρη άμμο και δυνατοί θρακικοί άνεμοι φέρνουν μεγάλα κύματα, έτσι και στα σπίτια των Λαβδακιδών, χρόνια τώρα, συμφορές σωριάζονται πάνω στα πάθη, και δεν μπορεί ν’ απαλλάξει η μια γενιά την άλλη, αλλά τους ο θεός τους ρίχνει κάτω πάντα και δε μπορούν να γλιτώσουν. Τώρα πάνω που άρχισε να φαίνεται μια χαραμάδα φως, το στερνό βλαστάρι απ’ τις ρίζες του Οιδίποδα το θέρισαν ξανά ασυλλόγιστα λόγια και σκοτεινά μυαλά, με το φονικό λεπίδι των θεών του κάτω κόσμου.

Κανείς τη δύναμή σου Δία δε θα μπορέσει να την ξεπεράσει, ούτε κι αυτός ο Ύπνος που όλα τα παραλύει, ούτε και να σε φθείρει μπορεί ο αγέραστος καιρός. Μα αιώνια παντοδύναμος θα κυβερνάς μέσα στην αστραφτερή δόξα του Ολύμπου. Στο μέλλον, στο παρόν, στο παρελθόν, ένας νόμος υπάρχει: Δε γίνεται κανένας άνθρωπος να κρατηθεί έξω απ’ τη συμφορά για πάντα. Γιατί η ελπίδα πλανεύει. Άλλους τους στέλνει στο σωστό δρόμο, κι άλλους τους τρέφει με λαχτάρες κούφιες. Γλιστράει μέσα σ’ αυτόν που δεν ξέρει και σέρνει το βήμα του στη φωτιά.

Έχει ειπωθεί ένας λόγος σοφός: Αν θέλει ένας θεός στη συμφορά να σπρώξει κάποιον, σκοτίζει το μυαλό του και το κακό το παίρνει για καλό. Όμως ελάχιστα το ευχαριστιέται….

ΑΙΜΟΝΑΣ

…Πατέρα, οι θεοί μας δώσαν το μυαλό, ό,τι καλύτερο αγαθό στον κόσμο. Κι εγώ δε θα ‘λεγα πως δεν τα λες σωστά, ούτε θα το ‘θελα, ούτε και το μπορώ. Αλλά μπορεί να υπάρχουν κι άλλες γνώμες. Εσύ από τη θέση σου, δε μπορείς να ξέρεις τι λένε, τι κάνουν ή τι κατηγορούν, γιατί φοβάται ο καθένας να σου πει τις γνώμες που δε θα σ’ άρεσε ν’ ακούσεις. Μα εγώ μπορώ ν’ ακούσω τι ψιθυρίζεται στην πόλη. Μοιρολογάνε το κορίτσι, το πιο δύστυχο απ’ όλες τις γυναίκες, που λιώνει γιατί τόλμησε να κάνει μια άγια πράξη: “Εκείνη που τον αδερφό της έθαψε και δεν τον άφησε παρατημένο εκεί τροφή για τα άγρια τα σκυλιά και τα όρνια, δεν της αξίζανε οι πιο μεγάλες τιμές;” Τέτοια κυκλοφορούν μουρμουριστά παντού.

Πατέρα, το να είσαι ευτυχισμένος, είναι για μένα, το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο. Τι άλλο θέλει ο γιός παρά τη δόξα του πατέρα κι ο πατέρας τη δόξα του παιδιού του; Μην έχεις την ιδέα, πως το δικό σου είναι μόνο το σωστό και τίποτ’ άλλο. Γιατί όσοι νομίζουν πως μονάχ’ αυτοί έχουνε γλώσσα και ψυχή και κανένας άλλος άμα τους ξεψαχνίσεις τους βρίσκεις κούφιους.

Και δεν είναι ντροπή ακόμα κι αν κάποιος είναι σοφός, όταν μαθαίνει κάτι καινούργιο να αλλάζει τη γνώμη του. Γιατί όσα απ’ τα δέντρα στην ορμή του χείμαρρου λυγίζουν τα κορμιά τους, δεν τσακίζονται. Όμως όσα αντιστέκονται, ξερριζώνονται. Έτσι και το καράβι μέσα στους ανέμους. Άμα δεν λασκάρεις τα πανιά, τουμπάρει, κι αναγκάζεσαι να σταματήσεις το ταξίδι σου νικημένος από τα κύματα. Σκέψου λοιπόν και δώσε τόπο στην οργή Κι άμα μετράει η γνώμη του νεώτερου, πιστεύω πως είν’ ωραίο κανένας να γεννηθεί σοφός και σ’ όλα γνωστικός. Μ’ αφού δε γίνεται, πότε πότε είναι καλό ν’ ακούμε κι εκεινούς που λένε το σωστό.