Κυλούσαν τα νερά στου φεγγαριού τις στέγες.Πάνω στο τραπέζι

σκόρπια τα τραπουλόχαρτα της πεθαμένης.Στους τοίχους

λέπια ψαριών και μικρές λάμψεις.Η κουβέντα των

πέντε περιστρεφόταν σε παλιές κρίσιμες μέρες.Εκείνος

ευγενικός και αμίλητος.(Πιθανόν κάτω απ τη σιωπή του

νά’ κρυβε κάποια απελπισία ανομολόγητη

κι ίσως ν’ αποδεχόταν ήσυχος το πιο βαθύ και δυσανάγνωστο). Στο πρόσωπό του

φως υπαινικτικό διαχεόταν.Κι άξαφνα

εκεί που όλοι μιλούσαν για τον πόλεμο ανήσυχοι ,

νιώσαμε ν ακουμπάει στον ώμο μας το χέρι της η μουσική.