Την έννοια εξέλιξη της γλώσσας, και, επομένως, της γραφής, θα πρέπει να νοούμε τον ποσοτικό και ποιοτικό της εμπλουτισμό. Η γραφή είναι η φόρμα, μέσω της οποίας εκφράζεται η γλώσσα. Κάθε φόρμα με την πάροδο του χρόνου διεκδικεί την αυτόνομη ύπαρξη, αλλά ακόμη και σε αυτή την κάπως ανεξάρτητη υπόσταση συνεχίζει εν μέρει, χωρίς να το συνειδητοποιεί, να υπηρετεί τη λειτουργία από την οποία γεννήθηκε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση: τη γλώσσα. Αποκτώντας απτή ανεξαρτησία, η φόρμα δημιουργεί, θα λέγαμε, τους δικούς τους ιδιαίτερους νόμους, τη δική της διαλεκτική, αισθητή και άλλα. Ωστόσο η φόρμα, καθόλη τη διαδικασία δεν είναι σε θέση να επιδράσει στη λειτουργία. Το κιονόκρανο έχει νόημα μόνο όταν υπάρχει πρόσοψη.
Όταν υποχρεώνουν τη λειτουργία να υποταχθεί στη φόρμα, η κολόνα σκεπάζει το παράθυρο.
Η προτεινόμενη μεταρρύθμιση της ρωσικής ορθογραφίας έχει ένα χοντροκομμένο φορμαλιστικό χαρακτήρα, – αυτή είναι μεταρρύθμιση στο ύψιστο νόημα αυτή της λέξης: μετά – ρύμιση. Γιατί είναι αφελές να υποθέτει κανείς ότι τη μορφολογική δομή της γλώσσας μπορεί να την αλλάξεις ή να την κατευθύνεις με τη βοήθεια του ενός ή του άλλο κανόνα. Η γλώσσα εξελίσσεται και δεν επαναστατεί, και υπ’ αυτή την έννοια μας υπενθυμίζει τη φύση της. Υπάρχουν τρία είδη μεταρρυθμίσεων, τρία είδη τυπικών μετασχηματισμών: η διακοσμητική, η χρησιμοθηρική και η λειτουργική ακολουθία.
Η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση – δεν είναι ούτε η πρώτη, ούτε και η τρίτη. Η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση είναι η δεύτερη. Η ομοιότητά της με την πρώτη έγκειται στο ότι στην παραφορτωμένη πρόσοψη είναι πια τόσο δυσάρεστο να κοιτάζει κανείς, θαρρείς κι είναι στρατώνας. Την υπεροχή της, ουσιαστικά, την οφείλει στην μη ορθή κατανόηση της τρίτης. Γιατί η λειτουργία, η οποία διαθέτει τη δική της πλαστικά, επιδιώκει την απελευθέρωσή της από τα περιττά στοιχεία, τα οποία δεν χρειάζεται, επιδιώκει την μετατροπή της φόρμας σε δική της έκφραση κατά εκατό τοις εκατό.
Με απλά λόγια, η γραφή θα πρέπει σε μέγιστο βαθμό να εκφράζει την πολυμορφία της γλώσσας. Αυτός είναι ο στόχος και το νόημα της γραφής, και για αυτό έχει όλες τις δυνατότητες και τα μέσα.
Εννοείται πως η σύγχρονη γλώσσα είναι περίπλοκη, εννοείται πως σε αυτή θα πρέπει να απλοποιήσουμε πολλά. Η ουσία όμως των απλοποιήσεων έγκειται στο ότι εν ονόματι τίνος γίνονται. Ο περίπλοκος χαρακτήρας της γλώσσας δεν είναι αμάρτημα, αλλά – και αυτό πριν απ’ όλα – μαρτυρία πνευματικού πλούτου του λαού που την έχει δημιουργήσει. Και στόχος των μεταρρυθμίσεων θα πρέπει να είναι η αναζήτηση των μέσων εκείνων που θα επιτρέψουν την πλήρη και ταχύτατη αφομοίωση αυτού του πλούτου, και κάθε άλλο παρά οι απλοποιήσεις, οι οποίες, ουσιαστικά, είναι καταλήστευση της γλώσσας.
Εννοείται πως μπορούμε να συνηθίσουμε – και πολύ γρήγορα – πώς να γράφουμε «δέντρινο». Αποκτούμε απλότητα στην ορθογραφία, αλλά χάνουμε σε νόημα. Γιατί «όπως γράφουμε, έτσι και προφέρουμε» – θα προφέρουμε ένα γράμμα (με τον ήχο) λιγότερο, και το γράμμα θα υποχωρήσει, παίρνοντας μαζί του όλη την ουσία του, αφήνοντας το γραπτό περίβλημα, από το οποίο έφυγε ο αέρας.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να διακινδυνεύουμε να αποκτήσουμε μια γλώσσα, φτωχή φωνητικά και ως προς τα σημαινόμενα της. Συνάμα είναι απολύτως ακατανόητο, εν ονόματι τίνος γίνονται όλα αυτά. Αντί να μελετήσουμε και να αφομοιώσουμε αυτόν τον πλούτο – – έστω και χωρίς να βιαζόμαστε υπερβολικά, είναι όμως διαδικασία που μας κάνει πιο πλούσιους ! – αντί γι’ αυτό όμως μας προτείνεται η πολιτική της ήσσονος αντίστασης, το κόψιμο και η αποτομή, μια ψευτο-γραμματική. Και μέσα σε όλα αυτά προωθείται μια εντελώς εκπληκτική επιστημονική επιχειρηματολογία, η οποία φέρνει ως παράδειγμα πολλές άλλες σλαβικές γλώσσες και η οποία στηρίζεται στη μεταρρύθμιση του 1918. Αν είναι δυνατόν να μη γίνεται κατανοητό ότι μια άλλη γλώσσα, έστω και τρεις φορές σλαβική, είναι πριν απ’ όλα μια άλλη ψυχολογία, και για το λόγο αυτό δεν μπορούν να υπάρξουν αναλογίες. Κι αν είναι δυνατόν σήμερα στη χώρα να υπάρχει η ίδια καταστροφική κατάσταση με τον αναλφαβητισμό, όπως υπήρχε το 1918, όταν, μεταξύ των άλλων, οι άνθρωποι κατάφεραν να μάθουν τη γραμματική, την οποία σήμερα του προτείνουν να απλοποιηθεί.
1962 – 1963
Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©
