Aπό την ΑΝΔΡΙΑΝΑ
Μετά την απόφαση
-τίνος;-
να μεταφερθεί παραπλεύρως
στην ισόγεια μνήμη του θανάτου
το όνομά σου
σείστηκε το διατηρητέο νόημα
του παλιού σπιτιού
σα χαλασμένο δόντι έτοιμο να πέσει
κουνιόντουσαν οι τοίχοι
άδειαζαν τα κάδρα
ένας πανικός μαδούσε
τα ανοιξιάτικα τοπία
ψυχραιμία παρακαλώ ψυχραιμία
συμβούλευε η νεκρή τους φύση
εκκενώνστε το ταβάνι, βυθίζεται
ειδοποιούσα τις απλανείς μας εκεί πάνω
αναχωρήσεις
και μεταφερθήκαμε παραπλεύρως
ακριβώς
δυο τρία σπίτια παρά κει
πολύ κοντά
πιο μακριά ο άνθρωπος
από αυτό που φτιάχτηκε
δεν πάει
κι έτσι δεν απομακρύνθηκα
κάθε πρωί να βλέπω
της βυσσινί ρόμπας σου
το λιωμένο χέρι
ν’ ανοίγει της συνήθειας το παλιό παράθυρο
κι όλο κάθε πρωί να λέω: έλιωσε πάει
να θυμηθώ αύριο εξάπαντος
κάθε πρωί το ίδιο λιωμένο χέρι
της ρόμπας σου
κι όλο αρνούμαι, αναβάλλω
να αντικαταστήσω
αυτή την παλιά εφθαρμένη οδύνη
με μια καινούργια
βλέπεις τόσο μόνο, έως παραπλεύρως
λίγο πριν την αλήθεια.
Πιο πέρα
δειλιάζει ο άνθρωπος δε μεταφέρεται
