|
 |
Στην Κρήτη η παράδοση είναι ζώσα ακόμα, γι’ αυτό μπορείτε να ακούσετε πολλές εκδοχές του Ερωτόκριτου από τους λαϊκούς λυράρηδες και λαουτιέρηδες.
Η αισθητική της ψυχής των μανάδων μας τον έκανε κάδρο, κέντημα και υφαντό στον τοίχο των σπιτιών μας και τον έβαλε δίπλα από τις φωτογραφίες των προσφιλών μας προσώπων και των ξεχωριστών στιγμών που αποτυπώθηκαν σ’ αυτές.
Ο Εγγονόπουλος είδε τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα με σουρεαλιστικό μάτι, ενώ ο Θεόφιλος τους απεικόνισε με τα μάτια της απλοϊκής του ψυχής.
Ακόμα θυμάμαι την πρωτοποριακή παράσταση του Αμφιθεάτρου του Σπύρου Ευαγγελάτου στην δεκαετία του ’70 με τη μουσική του Μαρκόπουλου και πέρσι το καλοκαίρι είχαμε την τύχη αρκετοί από μας να απολαύσουμε μια καταπληκτική παράσταση με τον Παρτσαλάκη και μουσική του Λεοντή.
Ο Μαρκόπουλος πρόπερσι σε σκηνοθεσία του Νίκου Κούνδουρου παρουσίασε στο Ηρώδειο με μεγάλη όπερα με βάση τον Ερωτόκριτο και φέτος, λίγο πριν το Πάσχα, ανακοίνωσε ότι έδωσε στο έργο τελική μορφή.
Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα έχουν περάσει στο εθνικό μας υποσυνείδητο, είναι δικοί μας άνθρωποι. Μιλάμε την ίδια γλώσσα, νοιώθουμε τα ίδια αισθήματα, αναφερόμαστε στον ίδιο χώρο, έχουμε κοινές παραδόσεις και πολιτισμό. Γι’ αυτό οι γέροι στην Κρήτη, δυστυχώς όχι και οι πιο νέοι, χωρίς να ξέρουν πολλές φορές γράμματα, έμαθαν και απαγγέλλουν τεράστια κομμάτια από το έργο του Βιτσέντζου Κορνάρου.
Ο Ερωτόκριτος είναι τεράστιο σε ποιότητα έργο. Εκτός του ότι το επιβεβαιώνουν όλα τα “ιερά τέρατα” της γλώσσας μας, άλλη τρανή απόδειξη αυτού είναι το ότι ακόμα και σήμερα, όπως όλα τα μεγάλα έργα, εμπνέει τους δημιουργούς και παράγονται απ’ αυτό άλλα νέα έργα.
Έχω τη γνώμη πως σε μια γωνιά στα σπίτια μας, πλάι στους αγίους της πίστης μας, θα πρέπει να καίμε κι ένα άλλο καντήλι στους αγίους του πολιτισμού μας. Να ξεκινάμε με τον Όμηρο και να φτάνουμε μέχρι τον Μίκη Θεοδωράκη. Ανάμεσά τους θα πρέπει να έχουμε και το Βιτσέντζο Κορνάρο.
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ λεει συχνά πως οι άλλοι λαοί θα πρέπει να ανακαλύψουν τον πολιτισμό σε αντίθεση με εμάς τους έλληνες, οι οποίοι γεννιόμαστε πολιτισμένοι. Και το οφείλουμε σ’ αυτούς.