«Το χρώμα είναι το κλειδί.
Το μάτι είναι το μαρτό και η ψυχή είναι το πιάνο με τις τόσο πολλές χορδές του.
Ο καλλιτέχνης είναι το χέρι που ακουμπώντας εδώ κι εκεί κάνει την ψυχή να πάλλεται αυτόματα». 

Vasili Kandinski
Η Μουσική στη Ζωγραφική/ “Εφη Αγραφιώτη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η μυστικιστική συνήχηση εικαστικής και μουσικής αρμονίας στάθηκε πλοηγός της τέχνης του. Όταν το 1896, ο Βασίλι Καντίνσκυ πήρε την οριστική απόφαση να φύγει από τη γενέτειρά του, τη Μόσχα, για να εγκατασταθεί στο Μόναχο, απεφάσιζε ούτε λίγο ούτε πολύ, να προδώσει τη θέση του πανεπιστημιακού λέκτορα, επομένως την μετέπειτα ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία ως νομικός και οικονομολόγος.
Μπορεί εν τέλει μια καλλιτεχνική εμπειρία να σου αλλάξει τη ζωή; φαίνεται πως ναι! μια έκθεση Γάλλων ιμπρεσιονιστών στη Μόσχα μαζί με το ανέβασμα του Λόενγκριν του Βάγκνερ στο Βασιλικό Θέατρο (το χρώμα και ο ήχος, που κι αυτός έχει χρώμα!) έκαναν τον Καντίνσκυ να αλλάξει ριζικά τον δικό του προσανατολισμό. «Τα βιολιά, οι χαμηλές νότες του βαθύφωνου και κυρίως τα πνευστά, ενσάρκωναν συμπυκνωμένη την ώρα του δειλινού, για μένα τότε. Είδα όλα τα χρώματα που είχα στο νου μου. Άγριες, παράφορες γραμμές διαγράφονταν. Συνειδητοποίησα ότι η τέχνη είναι γενικά πιο δυνατή απ” ό,τι νόμιζα και ακόμα πως η ζωγραφική μπορεί να αποκτήσει τόση δύναμη όση και η μουσική…»
Εκτός από τα νατουραλιστικά έργα του, σε όλα τα άλλα ο ζωγράφος απεικονίζει με καθαρές, άμεσες παραπομπές στη μουσική. Είναι μια ανάγκη της ζωγραφικής να παραπέμπεται στη μουσική, για να ελευθερώσει τη δύναμη της παραστατικής της παραμέτρου και να διευρύνει τις δυνατότητες της εικαστικής γλώσσας της.

Ο Γκαίτε εξ άλλου είχε πει ότι η Τέχνη θα πρέπει να έχει κι αυτή το δικό της basso continuo!
Ο Καντίνσκυ θαύμαζε ιδιαίτερα τον Σκριάμπιν για την ασίγαστη έμπνευση και φαντασία του. Επίσης λάτρευε τον Μέτερλινκ, άκουγε με πάθος Ντεμπυσσύ και εκτιμούσε πολύ την επαναστατική δύναμη της βαγκνερικής έμπνευσης. Για τον Μουσσόρσκι έλεγε ότι ήταν έτσι κι αλλιώς ζωγράφος. Αυτό που επίσης έχει πολλή σημασία είναι η επιρροή του από τον ‘Αρνολντ Σαίμπεργκ, με τον οποίο αρχικά τον ένωσε η κοινή αγάπη στον Βάγκνερ. Και οι δύο πίστευαν επίσης στα περί του συνολικού έργου τέχνης (Gesamtkunstwerk). Με βάση αυτή τη θεωρία θα πρέπει να βλέπουμε συνολικά τα έργα τέχνης και όχι σύμφωνα με το αρχικό υλικό τους.
Στο βιβλίο του Για το πνευματικό στην τέχνη ο Καντίνσκυ μοιάζει να στέκει εκστατικός μπροστά στη γερμανική ιδεαλιστική φιλοσοφία (Καντ, Φίχτε) και δηλώνει αντι-θετικιστής αρνούμενος τη μονοσήμαντη αξία της ζωγραφικής και ορίζοντάς τη ως προϊόν εσωτερικής σχέσης με τη μουσική.
Η μουσική δεν είναι υποχρεωμένη να περιγράφει την εξωτερική πραγματικότητα και όπως το μουσικό έργο βασίζεται στο ρυθμό και το τονικό ύψος των ήχων, έτσι και η ζωγραφική θα έπρεπε να περιοριστεί στα απόλυτα αληθινά της στοιχεία: το σχέδιο και το χρώμα.
Ο Καντίνσκυ παρομοίαζε τα χρώματα και τις φόρμες ως ήχους και δονήσεις. Μιλάει για μελωδικές μορφές και για συμφωνίες, δηλαδή σύνθετες μορφές. Τα έργα του αφήνουν πράγματι περιθώρια πνευματικής ενόρασης και χώρο για να ακούσουμε τη σκέψη και την αρμονία τους! γιατί: «Ωραίο είναι εκείνο που πηγάζει από μια εσωτερική αναγκαιότητα. Ωραίο επομένως είναι εκείνο που είναι εσωτερικά ωραίο»
Είναι χαρακτηριστικές μερικές σκέψεις του μεγάλου ζωγράφου:
«Στην τέχνη δεν υπάρχει «πρέπει» διότι η Τέχνη είναι ελεύθερη. Ο καλλιτέχνης όμως πρέπει να δημιουργεί, όχι μόνον ό,τι βλέπει αλλά κι ό,τι διαθέτει στην ψυχή του».
«Όσο πιο ξέφρενος γίνεται ο κόσμος, τόσο πιο αφηρημένη θα γίνεται η ζωγραφική».

της Έφης Αγραφιώτη