Το παράπονο του ποιητή
Ένα παλιό αισθηματικό κερί έκαιγε πάνω στο τραπέζι
τα φθαρμένα έπιπλα μού είχαν διδάξει την υπομονή
μόνο ένα, Θέε μου — δεν έζησα: έχοντας να μεριμνήσω
για τόσα φύλλα την άνοιξη.
Αγνωστοι Ομηρικοί στίχοι
Κι αυτοί που αγάπησαν τη δόξα τώρα κλαίνε
κ’ οι άλλοι που πόθησαν το θάνατο φοβούνται
κι εκείνοι που μερίμνησαν δεν έχουν
αλλά αυτοί που ταπεινώθηκαν γνωρίζουν
κι εκείνοι που κρατήθηκαν μακριά θα ξεκινήσουν
σαν τις ωραίες εποχές να ξαναρθούνε.
Το ρόδο
Οι ανταύγειες του φεγγαριού στα τζάμια σαν τα μικρά
αποσπάσματα ενός ονείρου
που κυνηγάμε χρόνια. Έρωτες για πράγματα μακρινά, φιλίες με
δρόμους, ή άστρα
κ’ η παιδικότητα που σε ό,τι καλύτερο είχε, έμεινε για πάντα
άγνωστη.
Ώσπου μια νύχτα παραμέρισα τη ζωή μου και βρήκα το ωραίο
ρόδο που μου είχαν υποσχεθεί.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
