Το να μεγαλώνει κανείς με γονείς που σπάνια ή ποτέ δεν λένε «σ’ αγαπώ» μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την οικειότητα και τη συναισθηματική σύνδεση.
Ακόμη και όταν η αγάπη εκφράζεται με άλλους τρόπους, η απουσία λεκτικών εκδηλώσεων τρυφερότητας μπορεί να κάνει ένα παιδί να αισθάνεται ανασφάλεια όταν καλείται να αναγνωρίσει ή να εκφράσει τα δικά του συναισθήματα.
Όταν η αγάπη και η τρυφερότητα δεν εκφράζονταν ανοιχτά στην οικογένεια, μπορεί να δυσκολεύονται να καταλάβουν τι αισθάνονται πραγματικά οι άλλοι για εκείνους. Ακόμη και όταν ένας σύντροφος ή φίλος δείχνει ξεκάθαρα ότι τους εκτιμά, ίσως χρειάζονται επιπλέον επιβεβαίωση και αναρωτιούνται αν πράγματι τους αγαπούν ή απολαμβάνουν την παρέα τους.
Έχοντας μάθει από μικροί να λύνουν μόνοι τα προβλήματά τους, μπορεί να θεωρούν την αυτονομία αυτονόητη και να νιώθουν άβολα όταν πρέπει να ζητήσουν βοήθεια. Η ανεξαρτησία μπορεί να αποτελεί πλεονέκτημα, όμως δεν σημαίνει ότι η αποδοχή της βοήθειας των άλλων είναι ένδειξη αδυναμίας.
Η ανοιχτή εκδήλωση αγάπης μπορεί να τους φαίνεται παράξενη ή ακόμη και υπερβολικά έντονη. Όταν κάποιος τους λέει αυθόρμητα ότι τους αγαπά ή δείχνει έντονα το ενδιαφέρον του, μπορεί να μην ξέρουν πώς να αντιδράσουν και να σκέφτονται ποια θα ήταν η «σωστή» απάντηση.
Με τον χρόνο, ωστόσο, μπορούν να μάθουν ότι δεν χρειάζεται να υπάρχει μια τέλεια αντίδραση. Η αποδοχή της τρυφερότητας και η σταδιακή έκφραση των συναισθημάτων αποτελούν επίσης μέρος μιας ουσιαστικής και ασφαλούς σχέσης.
Από iefimerida
