Αλλά αυτό, όπως φαίνεται, είναι το λιγότερο. Στις μέρες μας, ακόμη και ο θάνατος παίρνει παράταση. Το ίδιο και ο αποχαιρετισμός. Βλέπετε, ο άνθρωπος που πέθανε εξακολουθεί να «ζει». Διαφορετικά, μέσα από τα  date centers αλλά ζει. Το πένθος έχει αποκτήσει άλλη μορφή, όπως και ο θάνατος που υποτίθεται ότι προηγείται. Οι νεκροί, πλέον, έχουν φωνή. Στην κυριολεξία.

Λόγω των πρόσφατων εξελίξεων στην τεχνητή νοημοσύνη, είναι πλέον εφικτό να «αναστήσουμε» ψηφιακά νεκρούς ανθρώπους και να αλληλεπιδράσουμε μαζί τους. Οι άνθρωποι πάντα φαντασιώνονταν την αιώνια ζωή· τώρα αυτή μοιάζει σχεδόν πραγματικότητα. Αλλά πώς πρέπει να εκλάβουμε αυτόν τον νέο τρόπο «τεχνητής» παράτασης της ύπαρξής μας; Είναι επιθυμητός; Ποια είναι τα κύρια ηθικά ζητήματα που εγείρει η εμφάνιση των griefbots ή deadbots;

Το deadbot, γνωστό και ως griefbot, είναι μια εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης που σχεδιάζεται για να αναπαράγει την προσωπικότητα, τη φωνή, το ύφος γραφής ή ακόμη και την ψηφιακή μορφή ενός ανθρώπου που έχει φύγει από τη ζωή. Για τη δημιουργία του, το σύστημα τροφοδοτείται με το ψηφιακό αποτύπωμα του εκλιπόντος, όπως γραπτά μηνύματα, emails, δημοσιεύσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ηχητικά ντοκουμέντα και βίντεο. Μέσω αλγορίθμων μηχανικής μάθησης και επεξεργασίας φυσικής γλώσσας, το σύστημα επεξεργάζεται αυτά τα δεδομένα, ώστε να μπορεί να διεξάγει έναν φαινομενικά αυθεντικό και διαδραστικό διάλογο με τους ζωντανούς σε πραγματικό χρόνο.

Στην πράξη, πολλοί στρέφονται στα deadbots αναζητώντας παρηγοριά κατά τη διάρκεια του πένθους. Μια τέτοια εφαρμογή προσφέρει την ευκαιρία να ακούσει κανείς ξανά μια γνώριμη φωνή, να εκφράσει σκέψεις που δεν πρόλαβε να μοιραστεί ή να διατηρήσει μια αίσθηση παρουσίας που απαλύνει τον αρχικό πόνο της απώλειας.

Παρόλα αυτά, η χρήση τους εγείρει σοβαρά ηθικά και ψυχολογικά διλήμματα. Από τη μία πλευρά, τίθεται το ζήτημα της συγκατάθεσης, καθώς συχνά αυτά τα ψηφιακά ομοιώματα δημιουργούνται χωρίς τη ρητή επιθυμία του ίδιου του εκλιπόντος ή όλων των μελών της οικογένειας. Από την άλλη, η δυνατότητα συνεχούς αλληλεπίδρασης με μια «ζωντανή» αναπαράσταση εγκυμονεί τον κίνδυνο συναισθηματικής εξάρτησης, η οποία μπορεί να εμποδίσει το άτομο να αποδεχτεί την οριστικότητα του θανάτου και να καθυστερήσει την υγιή ολοκλήρωση της διαδικασίας του πένθους. Παράλληλα, η ανάδυση εμπορικών υπηρεσιών που προσφέρουν τέτοιες «ψηφιακές αναστάσεις» φέρνει στο προσκήνιο τον κίνδυνο οικονομικής εκμετάλλευσης της ευαλωτότητας των πενθούντων.

Η ανθρώπινη μνήμη λειτουργεί ως μηχανισμός προσαρμογής και επιβίωσης, ο οποίος διατηρεί τον πυρήνα μιας εμπειρίας, ενώ οι λεπτομέρειες μπορεί να ξεχαστούν, να μεταβληθούν ή να συμπληρωθούν εκ των υστέρων. Αυτό σημαίνει ότι οι αναμνήσεις μπορούν να επηρεαστούν ακόμη και χωρίς τη βοήθεια της τεχνολογίας.

Μετά τον θάνατο ενός ανθρώπου, οι συγγενείς του συχνά τείνουν να ανακαλούν περισσότερο τις θετικές πλευρές της προσωπικότητάς του και να ξεχνούν τις δύσκολες ή αντιφατικές εμπειρίες που είχαν μαζί του. Εικόνες, επεξεργασμένα βίντεο και άλλες ψηφιακές παρεμβάσεις έχουν ήδη δείξει ότι μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο θυμόμαστε το παρελθόν.

Η τεχνητή νοημοσύνη, ωστόσο, διευρύνει σημαντικά αυτή τη δυνατότητα, καθώς μπορεί να δημιουργήσει μια διαδραστική εκδοχή ενός προσώπου: να γράφει με παρόμοιο ύφος, να μιλά με συνθετική φωνή ή να απαντά σε ερωτήσεις με βάση το ψηφιακό του αποτύπωμα, αντί να περιορίζεται απλώς στην επεξεργασία μιας φωτογραφίας ή ενός βίντεο. Έτσι, μια τεχνητή αναπαράσταση μπορεί να γίνει τόσο πειστική, ώστε ο χρήστης να δυσκολεύεται να διαχωρίσει την αυθεντική ανάμνηση από το περιεχόμενο που παράγει η μηχανή.

Το πένθος αποτελεί μια διαδικασία κατά την οποία ο εγκέφαλος και η καθημερινή ζωή προσαρμόζονται σε μια πραγματικότητα όπου ένας συγκεκριμένος άνθρωπος δεν είναι πλέον παρών. Για αρκετό καιρό, οι πενθούντες μπορεί να έχουν την αίσθηση ότι ο νεκρός βρίσκεται ακόμη κοντά τους: να περιμένουν να τον δουν σε ένα δωμάτιο, να ακούν νοερά τη φωνή του ή να αισθάνονται την παρουσία του σε οικείους χώρους.

Οι άνθρωποι, άλλωστε, χρησιμοποιούσαν πάντοτε τα διαθέσιμα μέσα για να διατηρούν έναν δεσμό με τους νεκρούς. Οι φωτογραφίες, τα γράμματα, τα προσωπικά αντικείμενα και τα μνημεία λειτουργούσαν ως τρόποι ανάκλησης και συμβολικής παρουσίας. Η τεχνητή νοημοσύνη προσθέτει σε αυτές τις πρακτικές ένα νέο στοιχείο, που απουσίαζε από τις προηγούμενες μορφές μνήμης: τη δυνατότητα μιας φαινομενικά ζωντανής συνομιλίας.

Αυτό μπορεί να προσφέρει παρηγοριά. Ένα άτομο ίσως θέλει να ακούσει ξανά μια γνώριμη φωνή, να εκφράσει όσα δεν πρόλαβε να πει ή να διατηρήσει έναν ιδιωτικό χώρο επικοινωνίας με τον άνθρωπο που έχασε. Υπό συνθήκες, μια ψηφιακή αναπαράσταση μπορεί να λειτουργήσει ως τελετουργία μνήμης ή ως προσωρινό βοήθημα στη διαδικασία αποδοχής της απώλειας.

Το κρίσιμο ερώτημα, βέβαια, είναι αν η τεχνολογία βοηθά τον άνθρωπο να συνδεθεί με την ανάμνηση ή αν τον ενθαρρύνει να συμπεριφέρεται σαν ο θάνατος να μην έχει συμβεί. Οι ψηφιακές αναπαραστάσεις των νεκρών μπορούν να κάνουν την απουσία λιγότερο αισθητή, αλλά ακριβώς γι’ αυτό ενδέχεται να δυσκολέψουν την αποδοχή της οριστικότητας του θανάτου.

Ας εκτιμήσουμε, λοιπόν, λίγο περισσότερο τα κείμενα που διαβάζουμε στο Facebook για τους ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή, κι ας καταλαβαίνουμε με την πρώτη ματιά πλέον ότι η τεχνητή νοημοσύνη ίδρωσε για να γράψει αυτό το κείμενο.  Σε λίγο θα μας λείψουν και αυτά. Εδώ ξεχάσαμε ήδη πώς γράφουν και μιλούν οι πολιτικοί μετά την εμφάνιση  τπυ GTPchat στα ψηφιακά δάκρυα θα κολλήσουμε, από τη στιγμή που έχουμε να κάνουμε με τα deadbots;

Από ΤΟ ΒΗΜΑ