Στις μέρες μας η θερινή ραστώνη, η ετοιμασία της βαλίτσας, η μυρωδιά του αντηλιακού και η φυγή προς τη θάλασσα φαντάζουν ως ένα θεμελιώδες, σχεδόν αυτονόητο δικαίωμα των επίδοξων ταξιδευτών (βασικά, όσων μπορούν να διαχειριστούν την άδειά τους ξοδεύοντας ένα σεβαστό ποσό για την ανάπαυλα). Κι όμως, η έννοια των οργανωμένων καλοκαιρινών διακοπών δεν υπήρχε από πάντα. Για το μεγαλύτερο κομμάτι της ανθρώπινης ιστορίας, η ανάπαυλα από την εργασία ήταν άγνωστη έννοια, ενώ η θάλασσα αντιμετωπιζόταν με φόβο, δέος και καχυποψία.

Η ιδέα ότι κάποιος θα ταξίδευε οικειοθελώς για να καθίσει κάτω από τον καυτό ήλιο ή να βουτήξει στα κύματα φάνταζε τουλάχιστον παραλογισμός – και μαρτυρίες εδώ μπορούν να προσφέρουν πολλές μυθολογικές αφηγήσεις, απ’ τις οποίες διόλου τυχαία περισσεύουν λίμνες και ποτάμια, αλλά η θάλασσα λείπει (ούτε καν στη βιβλική Εδέμ, που είναι η τελειότερη εικόνα του επίγειου παραδείσου, δεν υπάρχει θάλασσα). Πώς φτάσαμε, λοιπόν, από τη δυσπιστία του υγρού στοιχείου στην «εφεύρεση» του παραθαλάσσιου παραθερισμού;

Η επιθυμία για φυγή από την ατμόσφαιρα της πόλης κατά τους θερμούς μήνες έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα, αν και αφορούσε αποκλειστικά την εύπορη ελίτ. Στην αρχαία Ρώμη, το κατεξοχήν παράδειγμα, οι εύποροι πατρίκιοι εγκατέλειπαν την πρωτεύουσα για να καταφύγουν στις εξοχικές τους επαύλεις (villas) στην Baiae, το Κάπρι ή την Πομπηία, αναζητώντας δροσιά, πνευματική ηρεμία και απόσταση από τις πολιτικές ίντριγκες