Η Άνοιξη που Επιμένει
Ο κόσμος μοιάζει κουρασμένος τελευταία, σαν να λύγισε από το βάρος της ίδιας του της ιστορίας.

Σαν δέντρο στη μέση του χειμώνα—
με κλαδιά λεπτά, γυμνά και εκτεθειμένα,
που τρέμουν σε κάθε ριπή, χωρίς τίποτα να τα προστατεύει από το γκρίζο και το κρύο

Οι ειδήσεις εισβάλλουν σαν παγωμένος αέρας κάτω από την πόρτα μας
Σπίτια που φλέγονται στις οθόνες μας,
καρδιές που κλείνονται σε κοχύλια φόβου,
φωνές που μπλέκονται σε μια ακατάληπτη βαβέλ,
και άνθρωποι που προσπερνούν, ξεχνώντας πως η σωτηρία κρύβεται στο να κοιτάξεις τον άλλον στα μάτια.

Κι όμως…
Αν σταθείς για μια στιγμή, αν κοιτάξεις λίγο πιο βαθιά,
εκεί που ο θόρυβος των ημερών δεν μπορεί να φτάσει,
υπάρχει ακόμη ένα πεισματάρικο κομμάτι γαλάζιο.

Μικρά άνθη επιμένουν να φυτρώνουν ανάμεσα στα ξερά κλαδιά :
Σαν μια αυθόρμητη καλημέρα που δεν ζήτησε αντάλλαγμα,
σαν ένα χέρι που μένει απλωμένο όταν όλα γύρω αποσύρονται,
σαν μια ελπίδα που αρνείται να γίνει συνήθεια που σβήνει.

Ίσως η εποχή να είναι δύσκολη, ίσως να είναι η πιο άγρια που γνώρισε η γενιά μου,
μα δεν είναι άδεια.

Γιατί όπως το δέντρο, κάτω από τον παγωμένο φλοιό,
διοχετεύει αθόρυβα τους χυμούς του και φυλάει την άνοιξη σαν μυστικό,
ακόμα κι όταν δείχνει γυμνό και ανήμπορο,
έτσι κι εμείς —
μέσα στην αγριάδα του «τώρα»,
κουβαλάμε κάτι που δεν έμαθε ποτέ να φοβάται:
Την ακατανίκητη ανάγκη να ανθίσουμε ξανά.

Από Αναστασία Σιδέρη