Aπό την Παρασκευή Μπαρδάνη
Ένα τραπεζάκι
*
Ενός δεκάχρονου παιδιού,
μπροστά μου στέκει η μνήμη,
έχει ολόλευκα φτερά
κι εγώ, να πεταρίσω
στο πλάι της, αδημονώ,
ατίθασο αγρίμι,
τα αθώα, των ανήλικων
χρόνων, να κοινωνήσω.
*
Θύμησες και βιώματα
κι όνειρα φέρνω πίσω,
‘κείνης της άδολης ζωής,
αρώματα ανασαίνω,
τους δάσκαλους, τις διδαχές
τις άγιες, ανασταίνω
κι ότι η ψυχή μου μυστικό,
έχει βαθιά κρυμμένο.
*
Σαν γύριζα απ’ το σχολειό,
ένα μικρό τραπέζι,
ασήμαντο και χαμηλό,
που ‘χα δεθεί μαζί του,
ένα θρανίο αίθουσας,
γινότανε παλιό
κι έπαιρνε χρώμα και μορφή,
της γνώσης, καταλύτου.
*
Στο γράψιμο, στο διάβασμα,
ήταν μικρό γραφείο,
στη ράχη του ακούμπαγα,
βιβλία, ένα σωρό,
ο στόχος, ήταν “άριστα”,
η ανταμοιβή για δύο
γονείς, που δεν προλάβαιναν,
να πιούν ούτε νερό.
*
Ποιοί ;; τάχα το μαστόρεψαν,
τεχνίτες μερακλήδες,
ποιανής ;; νεράιδας το ραβδί,
ποιας ;; μάγισσας γητειά,
ολημερίς αδιάφορο,
απρόσωπες σανίδες
και τις βραδιές, να γίνεται,
μια αγκαλιά πλατιά.
*
Θύμιζε, Άγια Τράπεζα
τα βράδια στολισμένο,
με πέντε πιάτα ολόλευκα,
μάρκας, “ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ”,
μία καράφα με κρασί,
μπόλικο ζυμωμένο
ψωμί κι ο Δείπνος έμοιαζε,
Άγιος και Μυστικός.
*
Τώρα, στη σάλα, του ‘δωσα,,
πρωταγωνιστική
θέση, σε κόντρα της γενιάς,
που το εξοστρακίζει
κι όταν τ’ αγγίζω, ευλαβικά
ήχοι συγγενικοί,
μου ψιθυρίζουν,….πως ζωή
είναι, ότι μ’ ορίζει…
