Απόσπασμα…
Ι
Θέλησα να εξαφανιστώ—άνοιξα λοιπόν την πόρτα από το αυτοκίνητο κάποιου αγνώστου. Ήταν διαζευγμένος. Έκλαιγε με λυγμούς με τα χέρια στο πρόσωπο (χέρια που είχανε γεύση σκουριάς). Η ροζ κορδέλα για τον καρκίνο του μαστού σαν εκκρεμές στα κλειδιά στη μίζα. Μήπως δεν αγγίζουμε ο ένας τον άλλο μόνο για ν’ αποδείξουμε πως είμαστε εδώ ακόμα; Ήμουν ακόμα εδώ κάποτε. Το φεγγάρι, τρεμοπαίζει απόμακρο, παγιδευμένο σε χάντρες ιδρώτα στον λαιμό μου. Άφησα την ομίχλη να χυθεί μέσα απ’ το ραγισμένο τζάμι & να καλύψει τους κυνόδοντές μου. Όταν έφυγα, το τζιπ έμεινε εκεί, ένας χαζός ταύρος σε βοσκοτόπι, η ματιά του διαπερνούσε τη σκιά μου που έπεφτε πάνω σε σπίτια προαστιακά. Στο σπίτι, έπεσα στο κρεβάτι σαν πυρσός & είδα να ροκανίζουν φλόγες το σπίτι της μητέρας μου, μέχρι που εμφανίστηκε ο ουρανός, αιμάτινος, τεράστιος. Πόσο θα ήθελα να ‘μαι ο ουρανός αυτός —την κάθε πτήση να βαστάω & ταυτόχρονα να πέφτω.
Πες αμήν. Πες αμνηστία
Πες ναι. Πες ναι
όπως και να ‘χει.
Στο ντουζ, ιδρώνοντας κάτω από κρύο νερό, το δέρμα μου έτριψα πάλι και πάλι.
Πολύ αργά δεν είναι. Φωτοστεφανωμένα τα κεφάλια μας
μυγάκια ενώ το καλοκαίρι αργεί ακόμα για ν’ αφήσει
τα σημάδια του. Το χέρι σου
κάτω απ’ τη μπλούζα μου καθώς παράσιτα
ραδιοφώνου δυναμώνουν.
Το άλλο χέρι σου στοχεύει
με του μπαμπά σου το περίστροφο
στον ουρανό. Αστέρια πέφτουνε
ένας προς ένα προς το στόχαστρο.
Έτσι λοιπόν δεν θα
φοβάμαι αν ήδη είμαστε
εδώ. Ακόμα πιο πολλά απ’ όσα μπορεί να
κρατήσει το δέρμα. Πως ένα αγόρι που κοιμάται
δίπλα σε αγόρι
πρέπει να μοιάζει με λιβάδι
από ήχους ρολογιών. Πως το να πω το όνομά σου
είναι να ακούω δείκτες ρολογιών
καθώς γυρίζουν πίσω μία ώρα ακόμα
& το πρωί
τα ρούχα μας απλωμένα στη
βεράντα της μαμάς σου, μαδημένα
σαν κρίνα μιας βδομάδας.
―Όσιαν Βόνγκ , Βιετναμέζος ποιητής
