Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Απριλίου 2011

Η λέξη μιτάτο κατάγεται από τη λατινικό metatum, η οποία σημαίνει στρατιωτικό κατάλυμα. Στους βυζαντινούς χρόνους η λέξη μιτάτο σήμαινε την υποχρέωση των πολιτών να παρέχουν κατάλυμα και τροφή στους ταξιδεύοντες κρατικούς υπαλλήλους ή πολίτες. Σήμερα σημαίνει το κατάλυμα του βοσκού. Συνήθως απαρτίζεται από το τζάκι-χώρος τυροκόμησης (ο οποίος κατασκευάζεται από δύο πέτρες κάθετες στην περίμετρο του τοίχου-πυρομάχοι), τον ανηφορά, τις θυρίδες (λίθινα ντουλάπια μέσα στο σώμα του τοίχου) για να φυλάγονται εργαλεία ή/και τροφές και εξωτερικά την τραπεζαρία. Όταν το μιτάτο είναι διπλό, τότε ο ξώκουμος είναι η κατοικία και ο μεγάλος κούμος είναι ο χώρος του τυροκόμου. Δίπλα στους κούμους κατασκευάζεται ξηρολιθικά η μάντρα ενώ το σύμπλεγμα ολοκληρώνεται με το τυροκέλι (ημιυπόγειο ή κούμος), για να φυλάσσεται και να ωριμάζει το τυρί.

photo mitato 01

Οι αρχιτέκτονες αναφέρονται στα μιτάτα ως σπιτοκάλυβα (Βασιλειάδης, 1976) ή θολωτά σπίτια (Μποζινέκη-Διδώνη, 1985) συνδέοντας την καταγωγή τους με την κλαδοπλεκτική καλύβα. Οι αρχαιολόγοι αναφέρονται σε αυτά με τους όρους θολωτές κατασκευές ή θολωτά μιτάτα, συνδέοντας τα με τάφους (Σακελλαράκης, 1985). Η ομοιότητα των μιτάτων με τους κυκλικούς τάφους της μινωικής περιόδου είναι βέβαιη έπειτα από την ανακάλυψη στο Φουρνί των Αρχανών το 1965 από το Γ. Σακελλαράκη μιας ασύλητης βασιλικής ταφής. Ο Xanthoudides (1924) ανέσκαψε τάφους στη Μεσαρά και υποστήριξε ότι ο τρόπος κατασκευής αυτών είναι ίδιος όπως αυτός των μιτάτων, ενώ άλλοι ερευνητές έχουν εκφράσει επιφυλάξεις για την ομοιότητα τάφων και μιτάτων οι οποίες σχετίζονται με το ότι τα μιτάτα έχουν μικρότερη διάμετρο από τους τάφους, ότι τα μιτάτα κτίζονται από τη σκληρή πέτρα της εκάστοτε περιοχής ενώ οι τάφοι από ανομοιόμορφες πέτρες και κονίαμα και ότι τα μιτάτα είναι υπέργεια ενώ οι τάφοι είναι ημιυπέργειοι.

photo mitato 02

Κατασκευαστικά, το κύριο χαρακτηριστικό ενός μιτάτου είναι η καμπυλόσχημη εσωτερική περίμετρος του τοίχου, η οποία συχνά πλησιάζει τον κύκλο, ενώ εξωτερικά ο τοίχος μπορεί να είναι κυκλικός ή και γωνιασμένος. Η διάμετρος των μιτάτων εσωτερικά ποικίλει από 3.5 έως 5.5μ και εξωτερικά από 4.5 έως 6.5μ. Το ύψος τους κυμαίνεται μεταξύ 2.5 και 3.5μ. Σίγουρα ανοίγματα είναι η πόρτα (με το ύψος της να κυμαίνεται μεταξύ 0.8 και .5μ και το πλάτος της να είναι μεταξύ 0.6 και 0.8μ) και ο ανηφοράς (με διάμετρο μεταξύ 0.2 και 0.6μ). Σημειώνεται ότι το μιτάτο ορθώνεται με επάλληλα πέτρινα δακτυλίδια πλακών σε επεξοχή. Το πρώτο από αυτά, το οποίο χαρακτηρίζεται από μη επεξοχές, έχει ύψος περίπου 1.5μ. Όσο ψηλότερα βρίσκεται ένα δακτυλίδι, τόσο λεπτότερες πλάκες χρησιμοποιούνται για την κατασκευή του ώστε να μεταβιβάζουν μικρότερο φορτίο στα υποκείμενα δακτυλίδια. Κοντά στη βάση χρησιμοποιούνται μεγάλες πέτρες για να μετατοπίζεται το κέντρο βάρους προς τη βάση και για να παραλαμβάνεται από αυτές το φορτίο από όλα τα υπερκείμενα δακτυλίδια. Οι πλάκες, η μία πάνω στην άλλη στοχεύουν στον ανηφορά με κλίση προς τα έξω, ώστε να εξοστρακίζουν η μία μετά την άλλη το νερό της βροχής. Ανάμεσα στην εξωτερική και την εσωτερική παρειά του τοίχου που χρησιμεύει ως οροφή του μιτάτου γίνεται το γέμισμα από μικρότερες πέτρες ακανόνιστου σχήματος το οποίο λειτουργεί ως αντίβαρο της επεξοχής.

photo mitato 03

Η ανάγκη χρησιμοποίησης φυσικής ή και ημικατεργασμένης πέτρας, η οποία ως υλικό δεν αντέχει σε εφελκυσμό και κάμψη αλλά παραλαμβάνει ικανοποιητικά τις θλιπτικές τάσεις, οδηγεί στο εκφορικό σύστημα δόμησης. Σημειώνεται ότι το κατασκευαστικό αυτό σύστημα δεν ταυτίζεται με το θολωτό σύστημα δόμησης, όπου η χρήση κατεργασμένων λίθων οδηγεί στη μεγιστοποίηση του ρόλου του συντελεστή τριβής στη στατική λειτουργία της κατασκευής. Για την ανάλυση του εκφορικού συστήματος δόμησης θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τη μέθοδο των πεπερασμένων στοιχείων στις τρεις διαστάσεις, βλέπε Συρμακέζη (1988). Όμως είναι αμφίβολο αν ακόμα και αυτή η αριθμητική μέθοδος υψηλής ακρίβειας μπορεί να δώσει ικανοποιητικά αποτελέσματα για μια τέτοια κατασκευή στην οποία οι νόμοι συμπεριφοράς του υλικού είναι αδύνατον να διατυπωθούν με σαφήνεια.

Σημειολογικά, η έλλειψη κύριων και πλάγιων όψεων στο σχήμα του μιτάτου είναι πρόδηλο ότι εκφράζει το αντίθετο της ιεράρχησης. Οι συνεργάτες (π.χ. γκαλονόμος, μαντρατζής, στειράρης) δουλεύουν μαζί σαν ομάδα, κοιμούνται μαζί και ζεσταίνονται από την ίδια εστία. Η ισότητα στη χρήση του χώρου, αλλά και η κυκλική μορφή της κάτοψης, εκφράζει και συμβολίζει τον κοινοβιακό τρόπο ζωής, ο οποίος στην περιοχή του Ψηλορείτη φαίνεται να έχει βαθιές ρίζες.

Η παλαιότερη χρονολογία (ακιδογράφημα) που υπάρχει χαραγμένη σε υπέρθυρο μιτάτου στη Νίδα είναι αυτή του 1841, δηλώνοντας ίσως έτος κατασκευής, επισκευής ή ανακατασκευής αυτού. Το μιτάτο αυτό βρίσκεται στη θέση Αστριώτικο και είναι αυτό του Παπαμιχάλη Σκουλά, βλέπε Πετράκης (1991). H νεώτερη χρονολογία που υπάρχει σε μιτάτο της ευρύτερης περιοχής του Ψηλορείτη είναι αυτή του 2000, βρίσκεται σε υπέρθυρο της περιοχής Ξερολίμη, δηλώνει έτος κατασκευής και ανήκει στο Δημήτρη Σκουλά. Αυτός, μαζί με το Βασίλη Σκουλά είναι οι λιθοτεχνίτες που εργάστηκαν για τη συντήρηση των μιτάτων της ευρύτερης περιοχής των Ανωγείων που έγινε τη δεκαετία του 90 με φορέα το δήμο Ανωγείων και κοινοτική χρηματοδότηση. Η συντήρηση αυτή σχετίζεται με την κήρυξη των μιτάτων της Νίδας από την αρχαιολογική υπηρεσία ως διατηρητέων μνημείων, αναγνωρίζοντας την ιστορική και πολιτισμική τους αξία. Η κήρυξη αυτή είναι όμως χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο προστασίας επειδή δε συνοδεύτηκε με καταγραφή τους, βλέπε Δεληγιαννάκης (2003).

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Απριλίου 2011

Ο αγροτουρισμός είναι μία από τις εναλλακτικές μορφές τουρισμού, οι οποίες επιδιώκουν την αποφυγή αρνητικών και τη δημιουργία θετικών κοινωνικών, πολιτιστικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Η ελληνική πρακτική και η σχετική με το θέμα βιβλιογραφία, συνοψίζουν μια  εννοιολογική οριοθέτηση του όρου «αγροτουρισμός» ως εξής :

Είναι εκείνη η τουριστική δραστηριότητα που αναπτύσσεται σε χώρο μη αστικό από τους απασχολούμενους κύρια στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα και ειδικότερα σε οικογενειακής ή συνεταιριστικής μορφής μικρές τουριστικές μονάδες παροχής αγαθών και υπηρεσιών, με σκοπό την ενίσχυση του αγροτικού εισοδήματος και της τοπικής οικονομίας, τόσο από την εκμετάλλευση των τουριστικών καταλυμάτων (ενοικιαζόμενα δωμάτια, πανσιόν, ξενώνες, camping), όσο και από την τροφοδοσία των τουριστικών μονάδων με προϊόντα τοπικής παραγωγής γεωργικών συνεταιρισμών.

Μορφές Αγροτουρισμού

Οι κυρίαρχες μορφές αγροτουρισμού σε διεθνές επίπεδο είναι οι διακοπές σε αγροκτήματα και οι διακοπές σε αγροτικά καταλύματα (αγροικίες) που βρίσκονται μέσα στον αγροτικό οικισμό.

Η Ελλάδα με τη μεγάλη οικιστική της διασπορά, με την πολυνησιακή της συγκρότηση, με την αποκεντρωμένη μνημειακής της τοπογραφία, με το εναλλασσόμενο τοπίο, με τις μορφολογικές της αντιθέσεις και με τις διαφοροποιημένες κλιματολογικές της συνθήκες, συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για ανάπτυξη μιας πλατιάς κλίμακας μορφών αγροτουρισμού.

Οι μορφές αυτές μπορούν να καταταχθούν σε δυο κατηγορίες :

ο αμιγής αγροτουρισμός, όπου οι φιλοξενούμενοι πέρα από τον κύριο προορισμό τους (διακοπές – ανάπαυση), ασχολούνται είτε με αγροτικές εργασίες κατά κανόνα στο αγρόκτημα (περιποίηση ζώων, άρμεγμα, τυροκομία, θερισμός, τρυγητός, λιομάζεμα, οπωροκηπευτική, μελισσοκομία, κτλ.), είτε και πολλές φορές παράλληλα, με ψυχαγωγικές δραστηριότητες, από αυτές που τους προσφέρει το περιβάλλον της αγροτικής περιοχής (κολύμπι, ψάρεμα, πεζοπορία, ορειβασία, κυνήγι, ιππασία, κτλ.).

ο σύνθετος αγροτουρισμός, όπου οι τουρίστες, πέρα από τις παραπάνω δραστηριότητες, που μπορούν να αναπτύξουν μάλλον περιθωριακά, ικανοποιούν κύρια, κάποιες προσωπικές ανάγκες τους, που εξειδικεύουν τον αγροτουρισμό της περιοχής, όπως για παράδειγμα τουρισμός υγείας, αθλητισμού, φυσιολατρίας, θρησκείας, πολιτισμού.

Κύριες μορφές αμιγή αγροτουρισμού στην Ελλάδα

  • σε χωριά ιδιαίτερου φυσικού κάλους (ορεινά και μη) που προσελκύουν τους επισκέπτες, αξιοποιώντας την ομορφιά της τοποθεσίας τους.
  • σε νησιωτικές ή παραλιακές περιοχές οι οποίες αξιοποιούν κυρίως τους θερινούς μήνες τον ήλιο και τη θάλασσα.
  • σε παραδοσιακούς οικισμούς οι οποίοι έχουν να αναδείξουν μια ξεχωριστή αρχιτεκτονική που προσελκύει τον κάτοικο των τσιμεντένιων αστικών κέντρων.
  • κοντά σε προστατευόμενες περιοχές, όπως εθνικούς δρυμούς και υδροβιότοπους οι οποίες εκτός από φυσικό κάλλος, αναλαμβάνουν να εμπλουτίσουν τις γνώσεις των επισκεπτών σε θέματα οικολογίας.
  • σε καταλύματα συνεταιριστικής μορφής, όπου τα μέλη των συνεταιρισμών, κυρίως γυναίκες προσφέρουν προϊόντα δικής τους ή τοπικής παραγωγής και αυθεντική φιλοξενία.

Κύριες μορφές σύνθετου αγροτουρισμού στην Ελλάδα

  • σε περιοχές με ιαματικές πηγές, γνωστές ως λουτροπόλεις, όπου σε ειδικά υδροθεραπευτήρια οι τουρίστες υπόκεινται σε κάποιες θεραπευτικές αγωγές, σε ένα συνδυασμό αποτοξίνωσης και σωματικής χαλάρωσης.
  • σε ορεινά χωριά στην περιοχή των οποίων λειτουργεί οργανωμένο χιονοδρομικό κέντρο, που αποτελεί το στοιχείο έλξης των τουριστών.
  • σε αγροτικές περιοχές με αθλητικές εγκαταστάσεις, όπου προσφέρονται όλες οι δυνατότητες για ανάπαυση και άθληση.
  • σε κατασκηνωτικούς χώρους (camping), που βρίσκονται στον περίγυρο αγροτικών οικισμών με τους οποίους συνδέονται οικονομικά κοινωνικά και πολιτισμικά.
  • για παιδιά μικρής ηλικίας, που πραγματοποιείται σε παιδικές κατασκηνώσεις με αθλητικές εγκαταστάσεις, πλήρη φιλοξενία και προσφορά μορφωτικού, ψυχαγωγικού προγράμματος.
  • σε κέντρα διερχομένων τουριστών που βρίσκονται σε ειδικούς κόμβους και δέχονται περαστικούς για να τους προσφέρουν φιλοξενία
  • σε αγροτικές περιοχές όπου υπάρχουν πολιτιστικά ενδιαφέροντα.  Οι διακοπές στις περιοχές αυτές συνδέονται με πνευματικές ενασχολήσεις.

Όλες οι παραπάνω μορφές αγροτουρισμού στην Ελλάδα εντοπίζονται σε αγροτικές περιοχές, οι τύποι των καταλυμάτων είναι κυρίως δωμάτια εντός της οικίας της αγροτικής οικογένειας ή καταλύματα που αποτελούν προέκταση της κατοικίας, είτε τέλος ανεξάρτητα της οικίας δωμάτια, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η ανεξαρτησία της ιδιωτικής ζωής των κατοίκων και των επισκεπτών.

Στόχοι Αγροτουρισμού

 Ο αγροτουρισμός στοχεύει σε δύο παράλληλους στόχους:

  • Να δώσει τη δυνατότητα στον τουρίστα να περάσει ήρεμες διακοπές μέσα στη  φύση, έξω από το πλαίσιο του ανεπτυγμένου τουρισμού, μέσα σε ένα φιλόξενο κλίμα που δημιουργεί η ίδια η φύση και οι άνθρωποί της
  • να ενισχύσει τον επαγγελματία του αγροτικού εισοδήματος με την εκμετάλλευση καταλυμάτων και την τροφοδοσία των επισκεπτών, των καταλυμάτων, με προϊόντα της ντόπιας αγροτικής παραγωγής και της τοπικής λαϊκής τέχνης.

Κάτω από αυτήν την οπτική γωνία ο αγροτουρισμός αποτελεί μια πραγματικά σημαντική μορφή τουριστικής ανάπτυξης που στοχεύει:

  • στο συνδυασμό συνεργασίας των τριών τομέων της παραγωγής μιας χώρας (πρωτογενούς, δευτερογενούς και τριτογενούς)
  • στην περιφερειακή ανάπτυξη, αφού η ύπαρξη του αποτελεί σημαντικό λόγο δημιουργίας αναπτυξιακών έργων υποδομής και ανωδομής
  • στην ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών και οικολογικών επιβαρύνσεων
  • στην άνοδο του οικονομικού επιπέδου των περιοχών αυτών και στη συμπλήρωση του εισοδήματος των κατοίκων καθώς και στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας του αγροτικού πληθυσμού
  • στη διασφάλιση και στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης, έχοντας συγχρόνως θετική επίδραση στη συγκράτηση των πληθυσμών στον τόπο κατοικίας. Παράλληλα με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας επιβιώνουν συχνά επαγγέλματα που τείνουν να εκλείψουν και τέτοια στη χώρα μας θεωρούνται αυτά που σχετίζονται με χειρονακτικές τέχνες, όπως η ξυλογλυπτική, η αργυροχρυσοχοΐα, η κεραμική, η υφαντική
  • στη βελτίωση και διάθεση των τοπικών και γεωργικών προϊόντων καθώς και στη γνωριμία τους με το κοινό
  • στη διατήρηση, την προβολή και την αξιοποίηση της αρχιτεκτονικής και πολιτιστικής μας κληρονομιάς
  • Γνωριμία με τη φύση και ψυχολογική ικανοποίηση και ανάταση του τουρίστα από την επαφή του με αυτή
  • στην ενεργοποίηση του τοπικού πληθυσμού με την ανάπτυξη νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε περιοχές που μέχρι σήμερα παρέμεναν αναξιοποίητες, ενώ στη πραγματικότητα διαθέτουν δυναμική ανάπτυξης.
Μαρία Ανδρεάδου στις 24 Απριλίου 2011

ποιός με φώναξε;

εγώ σε φώναξα

που είσαι;

είμαι στο μαξιλάρι δίπλα
και
σου μιλάω στ’ αυτί

ποιος είσαι;

μια φωνή..

τότε μη μου μιλάς στ΄αυτί
και
πήδα στο χέρι μου για
να μπορώ να σ΄αγγίξω

Ξάπλωσε ήσυχος
και
ζεστός στη φούχτα της.

 

Arizon V Flight

[ συλ. ασάλευτος ].. καρτέρι


Μαρία Ανδρεάδου στις 23 Απριλίου 2011

“Η ΔολοΦονία του ΙούΔα”

 

Κι όταν ναυάγησαν οι αφετηρίες

τα θύματα ξεβράστηκαν απ’

τo στόμα μου

κι οι προσευχές μου λησμόνησαν –

ν’ αναστηθούν, θέλω να πω

λησμόνησαν

Γύρισαν πλευρό στον

τάφο τους κι

αιώνια η μνήμη τους

Όμως εγώ

γιατί να

τις θυμάμαι

ενώ εκείνες αδιαφορούν -;-

Λοιπόν, γυρίζω κι εγώ –

πλάτη και φεύγω

 

Εεε! Μην ξεχνάς

εσύ που με

διαβάζεις μην ξεχνάς

να με κοιτάς στο

πρόσωπο όταν διαβάζεις με -!-..

..Όχι παπαγαλία και

τα συναφή τα

επακόλουθα και άλλα,

κράτησε για τους δείπνους σου με

τα πολλά τα λόγια

για την πίστη την επιστήθια

Εγώ Ιούδας φεύγω

Πάντα αέρα λαχταρούσα και

βροχή να

δέρνει αιωρούμενο το κορμί μου

Κι εγώ

δεν ήπια αναισθητικό και

με κρασί, μόλις που

άγγιξε τα χείλη μου τα

διψασμένα για

Το Φιλί.. που

όταν άγγιξαν τα

χείλη του απείρου

κτίστηκεν όλη η ομορφιά -!-

και

την παράδοση

την κράτησα δυο τώρα

χίλια χρόνια κι

ένδεκα στάχτες –

καμένων εποχών

Την κράτησα μέσα στις

τσέπες μου,

εκεί βαθιά που

που μου ΄σπρωξαν τα

τριάκοντα τα κέρματα με

το σταυρό

Κι όλα τα φύλαξα

Ακόμη και το σάλιο τους

στο πρόσωπο επάνω –

Ξεράθηκε απ’ τους αγέρηδες

και

πιο αλαφρύς..

 

Ανάλαφρος παλινδρομίζομαι

μέσα στης μάνας μου την

κοιλιά

Και νανουρίζομαι

Και ξέχασα να κλάψω

 

Όμως η Πέτρα δεν το ξέχασε

κι έκλαψε πολύ -!-

Κι ήταν που πέθανε η πίστη

Κι ανάποδα στήθηκεν η σειρά

Και αλλοιωθήκαν τα λόγια κι

η μορφή

και είπαν

στο χτύπημα

Χτύπο μη δώσεις κι

άλλονε δέξου..

 

Εγώ τα

είδα όλα από ψηλά –

χτύπο μεγάλο έδωσε

άλλον δεν πήρε

Χτύπο που βόγκηξεν η γης

καθώς, απ’ το σταυρό

επήδηξε

και

βρόντηξε τα κάτω

 

Και…νάνι νάνι η μάνα μου –

Δε νοιάζει τ’ όνομά της –

Να ΄ρθει βροχή να

Ξεπλυθώ -!-..

Πώς βάστηξα θεέ μου

Τον παλμό σου -;-

Πώς το σκοινί μου άντεξε –

Άκτιστο τ’ Άπειρο

τ’ Απείρου-;-

Στις τσέπες μου μέσα

ψίχουλα γίνηκε

για τα περαστικά πουλιά –

στις τσέπες που κρεμάσανε

απ’ τα τριάκοντα και

Τρία κάπου χρόνια…

Και τρύπησεν το ρούχο μου

Και είμαι βρώση

Και μόνος είμαι..

 

Κάπου δειλά

Χαράζει ο άκτιστος

Τέλος δεν έχει να

σημάνει… Μόνο αρχή -!-

Ξανά αρχή…ξανά…

…Και…

Νάνι…Όνειρο -!-

 

Κι ας γνώριζαν όλοι

τι πράττουν ..

Είναι που

το κράτος πάντα

δολοφονεί -!-..

Κι ο

όχλος να ουρλιάζει:

“Κρέμασον!

Κρέμασον Αυτόν!”

 

Το ποίημα ανήκει στην Ευαγγελία Πατεράκη

( Προμηθεύς Πυρφόρος )

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 23 Απριλίου 2011

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ / συνεύντεξη της ,στην Ήρα Κουτούδη στη Lifo

Ένα πρόσωπο μάλλον αφανές που έχει γράψει λίγους, αλλά εξαιρετικούς στίχους, και έχει μεταφράσει αριστοτεχνικά Ντύλαν Τόμας, Πλαθ και Μπέκετ (το «Γαλατόδασος» του πρώτου μοιάζει να γράφτηκε ελληνικά), η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ μίλησε στην Ήρα Κουτούδη για τη μοναχική άσκηση που είναι το να γράφεις και να ζεις! Η έλλειψη στόμφου που χαρακτηρίζει τα λόγια της είναι μία από τις πολλές αρετές της ποίησής της.

 

Το ποτήρι το πλησίασε στην ανθεκτική της μύτη, αναζητώντας το άρωμα του κρασιού, και της ξέφυγε μια υπερβολική αντιδραση ευχαρίστησης, έκφραση εκτιμησης, αναγνώρισης της φιλοξενίας.

Είναι η πρώτη μας συνάντηση, θα ακολουθήσουν κι άλλες, με το πρόσχημα της μικρής συνέντευξης. Η Κατερίνα Ρουκ ξέρει περισσότερα απ’ όσα σ’ αφήνει να καταλάβεις. Ειναι το ίδιον των σοφών ανθρώπων: να μη σου κάνουν καμία επίδειξη γνώσεων, απλά σου λένε τα απολύτως αναγκαία.

«Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί αυτή η χάρη»

Το διαμέρισμά της, γεμάτο βιβλία, πίνακες που έπρεπε να ξεσκονίζονται, και παλιά φωτιστικά που έπρεπε να μπαίνουν στην πρίζα. Κάθεται στο γραφείο της, ακριβώς μπροστά της μια φωτογραφια του Ρόντνεϊ Ρουκ -του άντρα της- εκτελεί χρέη φυλακτού, αλλά και έμπνευσης υποπτεύομαι!

Μοναδικά προσηλωμένη στην τελειότητα των λέξεων, θέτει τα εξαίσια ελληνικά της στην υπηρεσία του Μπέκετ, της Σίλβια Πλαθ και όσων άλλων μετέφρασε αριστουργηματικά κατά καιρούς…

Στα 17 της θα γράψει το ποίημα για το οποίο ο Νίκος Καζαντζάκης -που είναι νονός της- θα στείλει ένα γράμμα στον Γουδέλη, τον διευθυντή της «Καινούργιας Εποχής», γράφοντάς του: «Παρακαλώ, δημοσιεύστε αυτό το ποίημα, το έχει γράψει μία κοπέλα που δεν έχει βγάλει ακόμα το γυμνάσιο. Είναι το ωραιότερο ποίημα που διάβασα ποτέ!».

Ήταν μια σπουδαία σύσταση για την καριέρα που ακολούθησε… Ναι, άνοιξαν οι πόρτες να δημοσιεύω, να βγάζω βιβλία… δεν είχα κανένα πρόβλημα. Μεγάλη είσοδος.

Λες κάπου «ό,τι μου λείπει με προστατεύει από εκείνο που θα χάσω». Η Τζένη Χόλτζερ -εικαστικός- έγραψε με νέον: «Protect me from what I want». Καλά! Είναι καταπληκτική σύμπτωση! Όταν βρίσκω τέτοιες συμπτώσεις συγχρόνων μου και μη, αισθάνομαι μία αγαλλίαση, γιατί είναι σαν να πίνουμε όλοι νερό από την ίδια πηγή.

Η Χόλτζερ έχει πει επίσης: «Everything that’s interesting is new». Το νέο εσύ πώς το καταλαβαίνεις στην ποίηση; Άμα διαβάσεις έναν μεγάλο ποιητή, είτε παλιό είτε νεότερο -κι όταν αυτός φθάνει στα ύψη-, λες, «μα… αυτό! Αυτό πώς το πρόβλεψε, πως το κατάλαβε, πώς… Ένας μεγάλος ποιητής εκφράζει συγχρόνως -κι αυτή νομίζω είναι η δουλειά του ποιητή- το παλιό και το καινούργιο. Έτσι βγαίνει το κλασικό. Γιατί τι είναι το κλασικό; Η ζυγαριά και των δύο.

Η δουλειά σου έχει «διαβαστεί » σωστά; Α, δεν ξέρω, εγώ δεν είμαι αυταρχική… Όποιος θέλει καταλαβαίνει αυτό που θέλει… (Εγώ, βέβαια, εννοώ άλλο, αν το έργο της έχει εκτιμηθεί όσο του αξίζει, αλλά την αφήνω την ερώτηση γιατί η απάντηση βγαίνει από μόνη της: στην κορυφαία αυτή ποιήτρια έχει δοθεί μόνο ένα δεύτερο Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το 1984, για τους «Μνηστήρες»).

Μίλησέ μου για ποιητές που σου αρέσουν. Ο θεός μου ο μεγάλος ήταν, είναι και θα είναι ο Καβάφης. Ηταν σαν να μου υπαγόρευε τη φιλοσοφία της ζωής μου. «Κι αν πτωχική τη βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε . Ετσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες Ιθάκες τι σημαίνουν». Ναι, αυτό είναι το ευαγγέλιό μου! Από τους νεότερους, ο Καρούζος, τι ποιητής… Συνδυάζει το σουρεαλιστικό, το μεταφυσικό και βέβαια το καθημερινό! Μια άλλη απίθανη ποιήτρια είναι η Μαρία Σερβάκη. Ο Καρούζος τη λάτρευε! Τι μου θυμίζεις… τον Σαχτούρη… την παλιά παρέα στο Μπραζίλιαν, στου Λουμίδη…

Τη θέλεις πίσω τη νεότητά σου; Α, θα τα έδινα όλα… τη φήμη, το μπλα μπλα, αν μπορούσα να πάρω τη νεότητά μου πίσω. Δεν θα την έκανα τίποτε καλύτερο και τίποτα χειρότερο απο εκείνο που την έκανα, αλλά η αίσθηση της νεότητας… όχι μόνο σωματικά ή εμφανισιακα, αλλά σαν εσωτερική κατάσταση. Τι ωραίο πράγμα…

Για το μέλλον του πλανήτη; Για την προστασία του; Καλύτερα ζωντανοί παρά πλούσιοι… Τι έχεις να πεις; Εγώ δεν είμαι καταναλώτρια, δεν μ’ ενδιαφέρει το χρήμα, αλλά και το νερό το σκέπτομαι πώς το χρησιμοποιώ.

Αν έγραφες όμως κάτι… Η ποίηση δεν γράφεται με οδηγίες.

Ωραία, κατά τα άλλα τι υπερασπίζεσαι; Υπερασπίζομαι το δικαίωμα να ζεις ελεύθερα, όχι κάτω από κοινωνικές επιταγές, κάτω από τη δικτατορία των δυνατών, των ισχυρών, των πλουσίων. Υπερασπίζομαι το δικαίωμα να ζεις με τους όρους που εσυ επέλεξες, που δεν έχουν απαραίτητα σχέση με χρήμα και ισχύ.

Οι ποιητές είναι προνομιούχοι; Όταν όλα σ’εγκαταλείπουν, τότε παίρνεις το μολύβι και το χαρτί και γράφεις και αισθάνεσαι κάτι ελαφρύτερο μέσα σου – απ’ αυτή την αποψη είναι προνόμιο! Αλλά από την άποψη του πώς σε βλέπουν, αν σε ευνοούν, αν δεν σ’ ευνοούν, αυτά δεν τα ξέρω…

«Πιάνεις τότε την πέννα

και νομίζεις πως γίνεσαι ένα

με την ωραιότητα και την αθανασία.

Όμως η ποίηση ποια σου ζητάει θυσία;

Τι θέλει για αντάλαγμα;

Μονάχα ένα πράγμα.

Απ’ τη Γη που κατοικείς

τίποτα μην απαιτείς».

(Στροφή από το ποίημα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ «Τι δίνει η ποίηση και τι παίρνει».)

Από την τελευταία σου ποιητική συλλογή «Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα» έχει περάσει καιρός (με την ευκαιρία να σου πω πως ένας φίλος μου ίδρωσε για να τη βρει, μήπως αυτό σημαίνει πως χρειάζονται κι άλλες εκδόσεις;). Τι ετοιμάζεις τώρα; Ξαναλέω το περίφημο, του νονού μου Νίκου Καζαντζάκη: Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι ελεύθερη.

Αλλά όνειρα; Όνειρα τώρα… Όχι, σ’ αυτήν τη φάση δεν κάνω σπουδαία όνειρα.

Δεν σκέφτεσαι να γράψεις κάτι ακόμα; Θα γράψω ένα δύο βιβλία το πολύ ακόμα, γιατί, ξέρεις, έχω έμμονες ιδέες να μην πέσω στο λάκκο που έχουν πέσει πολλοί συνάδελφοί μου, γνωστοί ποιητές, που εξακολουθούν να γράφουν, να δημοσιεύουν, ενώ έχει στερέψει το ντεπόζιτο· δεν έχει άλλο. Τελειώνει κάποτε το νερό. Για να γράψεις κάτι πρέπει να είσαι μέσα στη ζωή, να συζείς με το μέλλον, όχι να συζείς με το παρελθόν.

Η σοφία όμως δεν είναι μεγαλύτερη τότε; Η ποίηση είναι σαν την κυρία με το σκυλάκι. Το σκυλάκι είναι η ποίηση. Η κυρία η νιότη. Τις πιο πολλές φορές εξακολουθούμε και γράφουμε γιατί δεν μπορούμε να φανταστούμε τη ζωή μας χωρίς αυτό το μπαστούνι.

Η ποίηση γεννιέται από την απουσία; Πολλές φορές έχω πει κάτι ανάλογο μ’ αυτό που λες, ότι δηλαδή η ρίζα ενός ποιήματος είναι μια πληγή, και το ποίημα η ουλή. Αν έχεις την ευλογία να μπορείς να γράφεις ποίηση, αυτό είναι το φάρμακο για την πληγή.

Υπάρχει ένας στόχος; Εκεί θέλω να φτάσω… Μήπως εκεί βρίσκεται η γέννηση του ποιήματος; Όχι, στόχος στην ποίηση δεν υπάρχει. Υπάρχει ερέθισμα, υπάρχει αυτό που λέγεται έμπνευση.

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 23 Απριλίου 2011

Κόκκινα παπούτσια του πόθου

ένα άρθρο των πρωταγωνιστών- της Ρέας Βιτάλη

Με το που βγαίναμε από το μαγαζί της τραβούσα το χέρι για να σκύψει να τη φιλήσω. «Ευχαριστώ μαμά» της έλεγα. «Να κρατήσω εγώ τη σακούλα;», «Όχι μη σου πέσει».   Από κείνο το σημείο άρχιζε η διαδικασία του Όχι. Και πήγαινε σε μάκρος…Μιλάμε για πολύ μάκρος. Ατελείωτες οι μέρες…Ή έτσι μου φαίνονταν; Όλα «ατελείωτα» έμοιαζαν τότε. Θαρρείς αλλιώς μετριόταν ο χρόνος…Ατελείωτος.

Όταν φτάναμε στο σπίτι ξανάνοιγα το κουτί. Το έπαιρνα στο δωμάτιό μου., το έβαζα στο κομοδίνο. Τα έβγαζα από το χαρτί. Τα καινούργια μου πασχαλινά παπούτσια! Κόκκινα!! Από του Μούγερ. Μια χρονιά ήταν και χρυσά. Χρυσές μπαλαρίνες. Τα φορούσα κρυφά. Με παρέσερνε η χαρά. Ξετρύπωνα δειλά δειλά από το δωμάτιο. Έτρεχα μέχρι το σαλόνι. Πάταγα απαγορευμένη ζώνη. Χτύπαγα τα τακουνάκια στο παρκέ «Μαμά η Ρέα φόρεσε τα καινούργια της παπούτσια»….Κατέφθανε. «Δε σου είπα να μη τα φορέσεις; Είναι για την Ανάσταση. Θα τα ανοίξεις!»…Πώς τα αντιμετωπίζαμε τα παπούτσια; Ούτε αβγά νάτανε…Θα τα ανοίξεις! Θα τα γρατσουνίσεις! Θα τα φθείρεις! Και όλα αυτά τα –ΟΧΙ- τα μετέτρεπαν σαν αντικείμενα απόλυτου πόθου. Η Μεγάλη βδομάδα δεν ήταν των Παθών του Χριστού ήταν των παθών των δικών μας μέχρι να βάλουμε τα παπούτσια…Τα καινούργια μας παπούτσια και τα ρούχα.

Μεγάλη Δευτέρα «Να τα βάλω για την εκκλησία;», «Θα σου πω εγώ πότε», Μεγάλη Τρίτη «Να τα βάλω;» «Σου είπα όχι!», Μεγάλη Τετάρτη «Να τα φορέσω;» «Είναι για την Ανάσταση είπαμε!», Μεγάλη Πέμπτη « Μα γιατί βρε μαμά; Θέλω σου λέω θέλω. Θα κλάψω!» «Να κλάψεις και να πλαντάξεις. Είναι για την Ανάσταση», Μεγάλη Παρασκευή «Αν δε βάλω τα καινούργια παπούτσια δε πάω πουθενά», «Παιδί μου βρέχει! Κάθε Μεγάλη Παρασκευή βρέχει. Που θα πας με το λουστρινένιο στη βροχή», «Εγώ δε πάω!», «Προχώρα και μη βγάζεις κιχ! Είδες κανένα άλλο παιδάκι με …Προχώρα σου λέω!», Μεγάλο Σάββατο «Να τα βάλω;», «Βάλτα να ησυχάσεις! Μου έσπασες να νεύρα μια εβδομάδα»…Τα φορούσα! Από το πρωί!!
Τα έκανα πρόβα. Καθρεφτιζόμουν. Τα έστριβα δεξιά αριστερά. Κρέμαγα και το κεφάλι προς τα πίσω και κοίταζα το τακούνι. Καθόμουν και έβαζα το πόδι «αναπαντάλον»…Τι έκφραση Θεέ μου…Έφερνε προς το γαλλικό! Κούναγα το πόδι που ήταν από πάνω. Τα καινούργια πασχαλινά παπούτσια! Και όταν το βράδυ πηγαίναμε προς την εκκλησία… Τι να σου λένε όλες οι χαρές του κόσμου!!! Περπατούσα και κοίταζα τα παπούτσια. Κάθε βήμα παρακολουθούσα τα πόδια μου λες και ήταν ξένα. Τα καινούργια μου πασχαλινά παπούτσια!

Πόσες χαρές μας έκλεψε η ευμάρεια; Κοιτάζω την ντουλάπα μου. Μετρώ και ντρέπομαι. Τσαντίζομαι. Δίπλα ακριβώς μια σακούλα. Καινούργιο ζευγάρι. Πάσχα είναι. Σε όλους κάτι πήρα και φέτος. Δικαιούμαι και γω λοιπόν…Δικαιούμαι. Δεν λέω ψέματα…Μόνο μια ερώτηση εδώ και καιρό σουβλίζει το μυαλό. Μήπως όλα αυτά τα –δικαιούμαι- μας λοξοδρόμησαν τόσο που χάσαμε τον προορισμό. Αυτά τα αυθάδη, ανυποψίαστα, ετοιμοπόλεμα, παμφάγα  –δικαιούμαι- θαρρείς κατάπιαν αμάσητα ερωτήσεις…Μάλλον τις έφτυσαν ως άνοστες. Γιατί δικαιούμαι; Στα πόσα
–δικαιούμαι- χορταίνει το μάτι του ανθρώπου;

O Πικάσο έλεγε –μου πήρε μια ζωή για να ζωγραφίσω σαν παιδί-…Τούτο το Πάσχα δίνω μια υπόσχεση. Λίγο πριν την Ανάσταση…Θα κοιτάξω τα πόδια μου ενώ περπατώ. Σαν νάναι πόδια άλλου. Σαν νάναι ξένα…Όπως κάποτε…Η θύμηση θα με πάει σε ποιο ενδιαφέροντα μονοπάτια. Κι αν έχει μονοπάτια η ζωή! Αρκεί να μη νομίσεις αφελώς ότι θα σε οδηγήσουν εκεί τα παπούτσια.

Υ.Γ Καλή ως άσκηση αρκεί βέβαια να μη μπουρδουκλωθείς…


Μαρία Ανδρεάδου στις 22 Απριλίου 2011

Θρηνώντας για την πίστη μου
Γροικώντας τη φωνή μου
Τετράπλευρα τα καρφιά
Θε νά΄ναι [. . . ]
Σας ικετεύω
Στην
Ψυχή μου –
Μικρό υπόλοιπο ζωής
Του νου και της καρδιάς
Σάρκας λυγμούς σμιλεύω –

Του γολγοθά
Της γης το σκαλοπάτι
Ανθρώπων νά΄ναι
Επιθυμιά –
Μικρό υπόλοιπο ζωής
Του νου και της καρδιάς
Άπλωσε το χέρι σου
Μύρο να με ποτίσεις –

Πάθος ζωής . . το δίκιο
Νά’ ναι σου το λέω -!-
Γιατί
Έτσι μας θέλει
Η φρόνηση
Με νεύρο του Αργαλέος,
Κι Αρήιους
Πολεμήια έργα –

βλέπεις – ; –

Είναι γυναίκα η φρόνηση
Και μόνο πολεμιστή
Μπορεί να αγαπήσει –

© A. V. F

( Arizon V  Flight )

Μικρό υπόλοιπο ζωής

Art by ,
jenny liz ”Life’s Little Balance”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Απριλίου 2011

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ     :  Victoria Hislop – To Nisi

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Απριλίου 2011

Οι Μπότηδες

μποτηδες κανατια πασχα κερκυραΜε το σήμα της πρώτης Ανάστασης στις 12μμ, οι κάτοικοι της Κέρκυρας πετούν τεράστια κανάτια γεμάτα νερό – τους μπότηδες – από τα μπαλκόνια τους. Οι μπότηδες ςίναι τα πήλινα κανάτια με στενό στόμιο και δυο χερούλια στο πλάι για τη μεταφορά τους. Τα μπαλκόνια είναι στολισμένα και οι κάτοικοι δένουν στους μπότηδες κόκκινες κορδέλες – το κόκκινο είναι το χρώμα της Κέρκυρας.

Το έθιμο με το σπάσιμο των κανατιών το Πάσχα στην Κέρκυρα έχει μακρά ιστορία που χάνεται πάλι στην εποχή της Ενετοκρατίας, ωστόσο υπάρχουν διαφορετικές θεωρίες για το πώς ξεκίνησε. Και επειδή βρισκόμαστε στην Ελλάδα όπου ο χριστιανισμός και το Δωδεκάθεο αλληλομπλέκονται, οι θεωρίες έχουν τις αναφορές τους στις δυο αυτές θρησκείες.

corfu-easter-pot-smashΚάποιοι λένε ότι το έθιμο είναι των Καθολικών της Ενετοκρατίας, όπου στην αρχή του χρόνου οι κάτοικοι πετούσαν τα παλιά τους πράγματα για να μπορέσει ο νέος χρόνος να τους φέρει καινούρια και καλύτερα. Οι κάτοικοι της Κέρκυρας οικειοποιηθήκαν το έθιμο, αντικαθιστώντας όμως τα παλιά πράγματα με τα κανάτια για να προκαλέσουν μεγαλύτερη φασαρία.

Η δεύτερη θεωρία αναφέρεται στην περίοδο των αρχαίων Ελλήνων, οι οποίοι τον Απρίλιο γιόρταζαν την αρχή της γεωργικής και βλαστικής περιόδου, πετώντας τα παλιά τους κανάτια για να γεμίσουν τα νέα με τους νέους καρπούς. Κάποιοι θα σας πουν σίγουρα στην Κέρκυρα ότι όποια και να είναι η αλήθεια, οι Κερκυραίοι αρέσκονται να ξορκίζουν το κακό με τα κανάτια τους, σημαίνοντας και τη λήξη του χειμερινού λήθαργου και την αναγέννηση της Φύσης.

Αν βρεθείτε στην Κέρκυρα κατά το σπάσιμο των Μπότηδων, μην παραλείψετε να πάρετε μαζί σας και ένα κομματάκι και να το κρατήσετε μαζί σας όλο το χρόνο – οι ντόπιοι θα σας πουν ότι θα σας φέρει καλή τύχη.
Κι εκεί που η φασαρία των μπότηδων τελειώνει, οι Φιλαρμονικές ξεχύνονται στους δρόμους παίζοντας χαρμόσυνη μουσική αυτή τη φορά – το εμβατήριο “Μη φοβάστε Γραικοί” κυριαρχεί στον αέρα.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 17 Απριλίου 2011

Η διαδικασία της συνέντευξης με τον Νίκο Παπάζογλου, ξεκίνησε στις 29 Νοεμβρίου του 2005 στην Πλάκα, στην παρουσίαση του δίσκου “Μά’ισσα Σελήνη”. Η γνωριμία μου μαζί του, μετράει κάποια χρόνια. Οι συναντήσεις μας όμως μέχρι τώρα, ήταν σύντομες και γινόντουσαν στα “καμαρίνια” των χώρων των συναυλιών του, ή στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, όταν τύχαινε να είμαστε και οι δύο μας διαγωνιζόμενοι με μουσική επένδυση σε ταινίες του Φεστιβάλ.

Τώρα ήταν η πρώτη φορά που θα καθόμασταν να συζητήσουμε και αυτή η συνάντηση, μόνο συνέντευξη δεν μπορεί να θεωρηθεί. Είναι περισσότερο συζήτηση δύο ανθρώπων που παρά λίγο να ………συνεργαστούν!!! (Του έχω δώσει αρκετά τραγούδια). Ίσως αυτό, “σώζει” την κατάσταση από τη δική μου πλευρά, γιατί παρ’ όλο που θέτω τις ερωτήσεις, δεν είμαι δημοσιογράφος, ούτε έχω τη στόφα του δημοσιογράφου, για να πιάνω τις ατάκες και να υποβάλλω “δύσκολες” ερωτήσεις. Μιλήσαμε και για άλλα πράγματα εκτός από μουσική. Μιλήσαμε για καΐκια,
για αεροπλάνα, για άλογα, για μηχανές……και όλα αυτά, με το γέλιο αραδιασμένο πάνω στο γραφείο του. Έτσι απλά, όμορφα και καλοσυνάτα, όπως είναι και ο Νίκος.

Πήγα να δω έναν φίλο που με καλοδέχτηκε με χαμόγελο, μου διέθεσε τον χρόνο του και………… “Καφέ τέτοια ώρα; Ρακές θα πιούμε”…


Ηχητικό Απόσπασμα
Πατήστε το play! 

-Για βάλε το κασετοφωνάκι να γράφει.

-Να κάνω μία αναδρομή; 
-Βέβαια.

-Δεν ξέρω αν σε ενδιαφέρει να μάθεις ότι η ηχητική μου γνωριμία μαζί σου, έγινε από ένα καυγά. 
-Αντε…….

 


-Ναι. Είμαι σε ένα μπαράκι και κάποια στιγμή, μιλάω για τον Dylan. Οπότε πετάγεται ένας τύπος (που δεν τον ξέρω) από μία άλλη παρέα και μου λέει “Μα ποιος Dylan; Τι μας λες τώρα; Ο Παπάζογλου είναι” και εγώ αντέδρασα. 
-Και πού ήξερε αυτός ότι εγώ τραγουδούσα Dylan? Εγώ τραγουδούσα Dylan στο πάρκο και με μάζευε η ασφάλεια.

-Όχι….όχι!! Εννοούσε να πάψω να ακούω Dylan και να ακούω εσένα. Εσύ είχες ήδη βγει με το “Χαράτσι”. Διαφωνήσαμε πολύ έντονα εκείνο το βράδυ. Αργότερα μία φίλη μου, βρήκε έναν άλλο τρόπο να μου καλμάρει την αντίδραση και έτσι πήγα και αγόρασα το “Χαράτσι” και εκεί βρήκα αυτό από το οποίο θέλω να ξεκινήσουμε την κουβέντα μας. 
-Ωραία…….

-Μέσα στο “Χαράτσι” και στο “Μέσω Νεφών” που έκανες μετά, βρήκα ένα λυγμό που μπέρδεψες εσύ με το ροκ και αυτό εμένα με πήρε μαζί του. Πώς το έκανες αυτό; Έχεις κλάψει πολύ στη ζωή σου; Έχεις γελάσει πολύ στη ζωή σου; Πώς βγήκε;
-Κοίταξε….. και οι δικές μου οι καταβολές, είναι από συγκροτήματα γυμνασιακά. Για πάρα πολλά χρόνια, κρατούσα ηλεκτρικές μπάντες, έπαιζα σε νεανικά κλαμπ εδώ πέρα, της Κρήνης και της Αρετσούς και της Θεσσαλονίκης γενικά, λάτρευα τον Dylan -μια και τον αναφέραμε- και πρέπει να είχα φέρει τα πρώτα του τραγούδια εδώ, από μια δυσάρεστη συγκυρία. Πέθανε ο πρώτος μου ξάδελφος και η αδελφή του η οποία ζούσε στην Αμερική, αναγκάστηκε να έρθει άρον-άρον και να φέρει κα την οικοσκευή της μέσα στην οποία υπήρχαν δίσκοι. Στο σπίτι τους όμως δεν ακούγανε μουσική και της λέω: “Δεν μου τους δίνει εμένα να τους ακούω;” Μιλάμε τώρα για το 1963. Ε μέσα εκεί λοιπόν υπήρχαν οι δύο πρώτοι δίσκοι του Dylan, μαζί με κάτι άλλες ηχογραφήσεις που ήτανε από πανεπιστήμια. Ε τρελάθηκα. Άρχισα να τα μαθαίνω και ξεκινήσαμε με ένα φίλο μου τον Γιάννη τον Καντζό εδώ (δείχνει φωτογραφία) να παίζουμε μαζί. Και πού τα παίζαμε αυτά; Στο πάρκο. Και ερχότανε κόσμος να ακούσει και ερχότανε η ασφάλεια, γιατί δεν ξέρανε τι είναι αυτά που παίζουμε, τα χρόνια ήτανε ζόρικα και μας μαζεύανε. Τρέχαμε να γλιτώσουμε. Τραγουδούσαμε. Δεν ρίχναμε χειροβομβίδες. Αλλά ξέρεις πως ήτανε εκείνα τα χρόνια τότε. Τέλος πάντων. Τώρα ο λυγμός και το τραγουδιστικό μου ιδίωμα, προέρχεται μόνον από το στενό μου οικογενειακό κύκλο, γιατί δεν είχα πρότυπα τραγουδίσματος, παρά τη μάνα μου, τον πατέρα μου, το νονό μου και στις οικογενειακές συνάξεις, ονομαστικές γιορτές κλπ. τους άκουγα να τραγουδούν, έβλεπα τι μαγικό συνέβαινε σε όσους τους άκουγαν και νομίζω πως υποσυνείδητα βάλθηκα να το διαιωνίσω κι’ εγώ αυτό και άρχισα να τραγουδάω με ότι φωνή διέθετα και με ότι εφόδια πήρα από αυτόν τον πολύ στενό οικογενειακό κύκλο.


…Για πάρα πολλά χρόνια, κρατούσα ηλεκτρικές μπάντες, έπαιζα σε νεανικά κλαμπ εδώ πέρα, της Κρήνης και της Αρετσούς και της Θεσσαλονίκης γενικά, λάτρευα τον Dylan…

-Εάν πάμε ακόμα πιο πίσω –εσύ θα μου πεις αν είναι πιο πίσω- πού σε βρίσκουμε; Στους “Ολύμπιανς” ή στους “Μακεδονομάχους”;
-Όχι, έχω κάνει άλλα συγκροτήματα νωρίτερα, έχουμε συμμετάσχει σε διαγωνισμούς, ξέρεις τώρα…. Τότε τα συγκροτήματα αλλάζανε κάθε βδομάδα. Αλλά είχαμε συμμετάσχει σε διαγωνισμούς και σε πρωινά που γινόντουσαν τότε. Και όταν ήρθε η ώρα να πάει ο Πασχάλης φαντάρος, ε γνωριζόμασταν όλοι μεταξύ μας και οι “Ολύμπιανς” είχανε τότε σταθερή δουλειά στη “Χαβάη” την οποία θέλανε να την διατηρήσουν. Χρειαζόντουσαν τραγουδιστή στη θέση του Πασχάλη. Και επειδή εγώ είχα διακριθεί σ’ αυτό τον κύκλο των συγκροτημάτων, μου πρότειναν εμένα να πάω. Και έτσι δούλεψα για ένα – ενάμιση χρόνο μαζί τους, παλεύοντας να τελειώσω και το λύκειο συγχρόνως.

-Τι ρεπερτόριο είχες τότε μαζί τους; 
-Το ρεπερτόριο ήτανε πολυποίκιλο. Εγώ δεν τραγουδούσα τα τραγούδια των “Ολύμπιανς” τα “Πόσο μ’ αρέσει ο τρόπος” κλπ. Σ’ αυτά τα κατάφερνε πολύ καλύτερα ο μπασίστας μας ο Βασίλης Παπαβασιλείου. Αυτός είχε αναλάβει αυτό το ρεπερτόριο και εγώ είχα αναλάβει το ρεπερτόριο το γενικό, το οποίο ήτανε Αγγλόφωνο, Ιταλόφωνο, Γαλλόφωνο, ότι θέλεις. Βέβαια εγώ όλες αυτές τις γλώσσες εγώ τις μιλούσα τότε όπως οι καμπαρετζούδες, αλλά έφτανε το τραγούδισμα.

-Υπάρχει τίποτα ηχογραφημένο από τότε; 
-Υπάρχει ναι. Υπάρχει.

-Πώς ήτανε η φωνή σου τότε; Τον έβγαζες αυτό το λυγμό που λέμε; 
-Ναι…ναι. Υπήρχαν αυτά τα στοιχεία. Και μερικά τραγούδια από τον χώρο των κλαμπ, τα χαρακτήρισα για πάντα. Γι’ αυτό άμα θυμάσαι, όταν ερχόταν η ώρα να πω το “Black is Black” στο πρόγραμμα με τον Σαββόπουλο, ο οποίος φώναζε “άντεεεε Ολύμπιανς” και τέτοια, θυμόντουσαν όλοι τον τρόπο που το τραγουδούσα και τότε.

-Το “Black is Black” το έβγαζες με το λυγμό που έκανε κι’ αυτός ε; 
-Ναι…ναι..

-Και μετά έχουμε τον “Ζηλωτή”; Μετά απ’ αυτά; 
-Μετά έχουμε ένα συγκρότημα εκπληκτικό. Τους “Blow Up”, στους οποίους για πρώτη φορά -μια και είχαμε στη σύνθεσή μας τον Σαράντη Κασσάρα, ο οποίος ήτανε πολύ προχωρημένος μουσικός για τα χρόνια εκείνα και συνεχίζει βέβαια να είναι εκπληκτικών δυνατοτήτων μουσικός, μεσουρανούσε η Soul- βάλαμε και ένα κουαρτέτο πνευστών εκ των ενόντων. Ξέρεις τα πνευστά τότε, προέρχονταν όλα από των χώρο των………

-Φιλαρμονικών; 
-Όχι. Των ορφανοτροφείων. Δηλαδή σε ένα ορφανοτροφείο οι επιλογές των παιδιών, ήτανε να γίνουν ξυλουργοί, μουσικοί, να μάθουν κάποια τέχνη για να βγουν μετά στην κοινωνία. Οι περισσότεροι μουσικοί που έπαιζαν πνευστά τότε, βγήκαν από το “Μελητέα” εδώ και επάνδρωσαν τις αστυνομικές και τις στρατιωτικές μπάντες και όλα αυτά. Βρήκαμε λοιπόν πνευστά και ήμασταν 9 άτομα μπάντα, αλλά ενώ κάναμε όλο το φθινόπωρο και το χειμώνα πρόβες και φτάσαμε σε ένα σημείο εκπληκτικό, πιάνουμε και την πρώτη μας δουλειά στην “Ιφιγένεια”, σε ένα ολοκαίνουργιο κέντρο με ωραίο ήχο και με απ΄ όλα, μας πιάνει η 13η Δεκεμβρίου του 67 και διαλυόμαστε. Για όσους δεν ξέρουν, τότε έγινε το δήθεν αντιπραξικόπημα του βασιλέως.……

-Του βασιλέως……
-Ναι ναι, του βασιλέως…… (γελάει) κλείσανε τα μαγαζιά, βγήκανε πάλι τα τανκς στους δρόμους και ήρθε πια η ώρα να πάω κι’ εγώ στο στρατό, τα άφησα λοιπόν όλα κι’ εγώ πίσω…. ο “Ζηλωτής” έγινε μετά. Μετά το στρατό.


…Γι’ αυτό άμα θυμάσαι, όταν ερχόταν η ώρα να πω το “Black is Black” στο πρόγραμμα με τον Σαββόπουλο, ο οποίος φώναζε “άντεεεε Ολύμπιανς” και τέτοια, θυμόντουσαν όλοι τον τρόπο που το τραγουδούσα και τότε…

-Και πώς πήρες την απόφαση να πας στο Άαχεν; 
-Ο ντράμερ μας ο Ρούλης Πυρίλλης έμενε στο Άαχεν και πούλαγε φο μπιζού στα πασάζ. Ενώ ήταν εκπληκτικός ντράμερ, δεν μπορούσε να δουλέψει σαν ντράμερ στη Γερμανία. Δεν ήταν εύκολο. Δεν είχε παρέα. Οπότε, έριξε την ιδέα, να κάνουμε ένα συγκρότημα και να μεταφερθούμε εκεί. Είχε κάποιους φίλους εύπορους που μας παραχωρούσαν και ένα χώρο να κάνουμε πρόβες και μεταφερθήκαμε όλοι εκεί. Εκείνο τον καιρό ξέρεις, είχε κάνει πάρα πολύ μεγάλη επιτυχία το συγκρότημα “Aphrodite’s Child”. Οπότε υποτίθεται ότι η πρόσβαση στις δισκογραφικές θα ήταν ευκολότερη αν είχαμε τη βάση μας κάπου στην Ευρώπη και μέσα σε όλο αυτό το κλίμα, μεταφερθήκαμε εκεί και μας άρεσε έτσι κι’ αλλιώς όλη η ιδέα.

-Και πώς βρεθήκατε στο Μιλάνο; 
-Στο Μιλάνο ήταν ο αδελφός του Vangelis ο Νίκος Παπαθανασίου, ο οποίος ήτανε παραγωγός της RCA Italiana τότε. Κάναμε μία επαφή με την Phillips στο Παρίσι που δεν ευόδωσε και μετά βρήκαμε τον Νίκο Παπαθανασίου, ο οποίος ήρθε άκουσε τα κομμάτια και επέλεξε δύο για να κάνουμε ένα single. Είχε στούντιο διαθέσιμο και μεταφερθήκαμε λοιπόν στο Μιλάνο και τα γράψαμε αυτά.

-Μόνο δύο έκανες εκεί; 
-Συνολικά κάναμε έξη τραγούδια, αλλά στην πρώτη ηχογράφηση που θα έβγαινε στην αγορά, θα κάναμε ένα σινγκλάκι για να μας γνωρίσει ο κόσμος.

-Τα οποία όμως εμείς δεν τα ξέρουμε. 
-Όχι, όχι.

-Ή ξέρουμε ένα που είναι στο “Χαράτσι” ίσως; 
-Στο “Χαράτσι” υπάρχει το……. Έχεις δίκιο. Το……..“Χθες βράδυ”……… όχι το “Χθες βράδυ”… (σκέφτεται)

-“Πέρασα έτσι δίχως λόγο”;
-Όχι, όχι. Εκεί που κάνω τον αμανέ.

-Το “Χθες βράδυ” είναι αυτό. 
-Το “Χθες βράδυ”. Το “Χθες βράδυ” είναι μουσική αυτούσια από ένα από τα τραγούδια που είχαμε φτιάξει τότε και του έβαλα Ελληνικούς στίχους. Ενώ στα αυθεντικά που είχαμε φτιάξει στο Άαχεν, είχαμε Αγγλικούς στίχους, γιατί στοχεύαμε στη διεθνή αγορά.

-Και τα έχεις αυτά στα συρτάρια σου δηλαδή; 
-Στα συρτάρια είναι.

-Γιατί; 
-Ε πού να τα πάω;

-Τώρα δεν βγαίνουνε; 
-Α όχι. Δεν έχουν ενδιαφέρον νομίζω. Αν και μουσικό ενδιαφέρον έχουν πολύ, γιατί όλα τα παιδιά που απάρτιζαν αυτή την ορχήστρα, ήτανε δεξιοτέχνες απίστευτοι. Απίστευτοι…….και για τότε και για τώρα. Έπαιζε ο Σαράντης Κασσάρας στα πλήκτρα, ο Μπάμπης Λασκαράκης στις κιθάρες, ο Πυρίλλης στα ντραμς…..

-Τον Πυρίλλη τον είχες νομίζω πολλά χρόνια κοντά σου ε; 
-Ναι, ναι…δουλεύαμε και στους “Ολύμπιανς” μαζί και αργότερα…..

-Από τα παιδιά που είχες μαζί σου τότε με “Μακεδονομάχους” και με “Ζηλωτή”, έχεις στη “Λοξή -Φάλαγγα” κάποιον; 
-Όχι. Δεν είναι κανείς.

-Έχεις επαφές μαζί τους όμως; Είσαστε φίλοι; Βρισκόσαστε; Τα λέτε; 
-Από τους “Μακεδονομάχους”, ο φίλος μου ο Γιάννης Καντζός ο οποίος μας άφησε…. Τους άλλους δεν τους βλέπω καθόλου.

-Είναι εδώ στην πόλη; 
-Δεν ξέρω καν αν είναι εδώ. Δεν ξέρω που βρίσκονται. Χρόνια τους έχω χαμένους. Οι “Μακεδονομάχοι” ήτανε πολύ ζόρικο συγκρότημα.


…Το “Χθες βράδυ” είναι μουσική αυτούσια από ένα από τα τραγούδια που είχαμε φτιάξει τότε και του έβαλα Ελληνικούς στίχους. Ενώ στα αυθεντικά που είχαμε φτιάξει στο Άαχεν, είχαμε Αγγλικούς στίχους…

-Ναι. Και κάνατε και φοβερά live με αυτούς. 
-Ναι αλλά….. ήτανε μέσα στη δικτατορία. Κάθε βράδυ εκεί που παίζαμε….. -ε παίξαμε για ένα μήνα, δεν άντεξε περισσότερο- μας περίμεναν οι βασανιστές της ντόπιας ασφάλειας στην πόρτα (γελάει).

-Κατάλαβα. 
-Γιατί κάναμε πολύ ζόρικες εμφανίσεις. Ήτανε καταπληκτικές.

-Μετά από τον “Ζηλωτή” και το Μιλάνο πού ερχόμαστε; Στην Ελλάδα και στον Αριστοφάνη; 
-Ερχόμαστε στην Ελλάδα, όπου για δύο χρόνια εγώ, βάλθηκα να φτιάξω ένα στούντιο. Νοίκιασα σπίτι μονάχος μου, γιατί ήμουνα κοτζάμ μαντράχαλος. Δεν ήθελα να μένω πια με τους γονείς μου και βάλθηκα εκεί να κατασκευάζω ένα στούντιο. Διάβασμα, κολλητήρι……

-Διάβαζες για να μάθεις τα τεχνικά; 
-Ηλεκτρονικά ναι…

-Λοιπόν; 
-Είχα βέβαια μία έφεση από μικρότερος με ερασιτεχνικούς σταθμούς κλπ. Αλλά τα μαγνητόφωνα και οι ακουστικές συχνότητες, είχαν άλλη μελέτη. Οπότε πλακώθηκα στη μελέτη και στη δουλειά και έκανα το πρώτο στουντιάκι στη Χαριλάου απέναντι από τη Ρώσικη εκκλησία. Εκεί κάναμε τις πρώτες μας ηχογραφήσεις δειλά-δειλά…….. κομμάτια που έφτιαχνα εκείνο τον καιρό, μερικά από τα οποία είπε ο Πασχάλης.

-Πού; 
-Δεν θυμάμαι τον τίτλο του δίσκου.

-Στην προσωπική του καριέρα; 
-Στην προσωπική του καριέρα ναι. Έχει 3 ή 4 δικά μου κομμάτια.

-Θα το ψάξω αυτό, γιατί έχεις διαφορετικό στυλ από την τραγουδοποιία του Πασχάλη. 
-Ναι, ναι…….. πολύ διαφορετική. Βέβαια και εκεί φαίνεται αυτό το πράγμα που λένε. Υπάρχει ένα τραγούδι που το λέει εξαιρετικά ο Πασχάλης που είναι 5/4 και 9/8 μπέρδεμα ρυθμών, αλλά πολύ αρμονικά μπλεγμένα και…..

(Χτυπάει η πόρτα του γραφείου. Ο Νίκος είναι εξαιρετικά απλός και αγαπητός. Μπαίνει κάποιος και του δίνει ένα πακέτο. Χαίρεται σαν μικρό παιδί.)

-Μεζεδάκια; 
-Κότσια. Θα τα κάνουμε πατσά.

(Χτυπάει το τηλέφωνο)

-Συγνώμη………

(Το σηκώνει και μιλάει. Εκείνη τη στιγμή η Kit_Kat μου ζητάει να κλείσουμε τις περσίδες του παραθύρου, γιατί το φως που μπαίνει, πιθανόν να επηρεάσει τις φωτογραφίες. Ο Νίκος που στο μεταξύ έχει τελειώσει το τηλεφώνημα………)

-Θέλετε να το κλείσουμε; Ναι, ναι… φαντάζομαι…. Με κάνει σαν …..ζίμπρα ε; (γελάμε)


 

-Πού είχαμε μείνει Νίκο; Με τη διακοπή δεν θυμάμαι. 
-Στα τραγούδια που είπε ο Πασχάλης.

-Α ναι, ναι, ναι…..
-Όπου διαφαίνεται εκεί η κατεύθυνση, αφ’ ενός με αυτό το τραγούδι, αφ’ ετέρου με ένα άλλο που είναι κάτι σαν στεριανός μπάλλος που λέμε εμείς.

-Ποιοι είσαστε εσείς δηλαδή; Εννοείς οι Θεσσαλονικείς; 
-Ε ναι. Οι Βορειοελλαδίτες. Οι ………..Βούλγαροι!!! (γελάμε)

-Είσαι ΠΑΟΚ Νίκο; 
-ΠΑΟΚ βέβαια.

-Εγώ ξέρεις τι είμαι Νίκο; (γελάμε) Να σου πω τι είμαι εγώ; Γάβρος!! 
-Ωραίοοοοοοοοοο………… (γελάμε). Ξέρεις ότι έχω την εκπληκτικότερη αποδοχή στον Πειραιά.

-Ναι το πιστεύω. Ποιον Πειραιά; Σ’ όλη την Ελλάδα γιατί δεν λες; 
-Θέλω να πω…….ακόμα και έτσι…..μου έρχονται και ντυμένοι…….λόγω του φουλαριού ίσως…..

-Το ξέρεις βέβαια ότι ο κόσμος σε αγαπάει. Δεν χρειάζεται να σου το πω εγώ. Βγάζεις προς τα έξω την εικόνα του “αντιστάρ”….. (δυσανασχετεί). Κάνω λάθος λέξη; 
-Τέλος πάντων……

-Ξέρω σε ενοχλούν αυτά……
-Δηλαδή σταρ ποιος είναι; Αυτός που τον έχει το “Espresso” κάθε μέρα στις φωτογραφίες και γράφει με ποια εμφανίστηκε και με ποια εξαφανίστηκε;

-Δεν θέλω να πω ονόματα. 
-Δεν έχω καμιά σχέση εγώ με αυτό το πράγμα.

-Ναι το ξέρω ότι δεν έχεις καμιά σχέση, γι’ αυτό και σε αγαπάμε έτσι όπως είσαι, γιατί σε νοιώθουμε κοντά μας. Έφερες με τα τραγούδια σου κάτι καινούργιο. Αυτή η τριανδρία Ρασούλης-Ξυδάκης-Παπάζογλου, έφερε κάτι καινούργιο. Ταράξατε τα μέχρι τότε λιμνάζοντα ύδατα της Ελληνικής δισκογραφίας. Ο Ρασούλης είναι σπουδαίος στιχουργός έτσι; 
-Ναι βέβαια.

-Και τα δικά σου τα αριστουργήματα στο “Χαράτσι” και στο “Μέσω Νεφών” που λέω για το λυγμό και τη ροκιά, και νομίζω πώς είναι τα “Σύνεργα” ο πρώτος δίσκος που φαίνεται να αφήνεις αυτό το μονοπάτι; 
-Ξέρεις τι…. Δεν μπορούσα πια να ακούω ηλεκτρικές κιθάρες να μιμούνται γραμμές σαξοφώνου.


 

-Αυτό θέλω να μου το εξηγήσεις. 
-Η ηλεκτρική κιθάρα για μένα, έχει τη φόρτιση διαμαρτυρίας των χρόνων που σακατεύονταν τα παιδιά στους βάλτους του Βιετνάμ, ή σφάζονταν στη Λωρίδα της Γάζας και όλοι που μεγαλώναμε τότε, καταπιεζόμασταν. Ο ένας έκανε βόμβα 15 μεγατόνων, ο άλλος 150, ψυχρός πόλεμος, κυνηγητό, χαφιεδισμός, δηλαδή η αντίδραση σε όλο αυτό το πράγμα γέννησε το ροκ σαν ανατρεπτική διάθεση που εξακολουθούμε και έχουμε. Όσοι το έζησαν εκείνο, το έχουν μια ζωή. Λοιπόν δεν μπορούσα να ακούω να έχουν απομονώσει το ρυθμό και τα ηχοχρώματα αυτού όλου του κινήματος και να βάζουν μέσα σαχλά στιχάκια, να το ελαφραίνουν, να το ελαφραίνουν, να το ελαφραίνουν , μέχρι εδώ που έφτασε σήμερα όπου δεν παίζει καν άνθρωπος.

-Παίζουν τα μηχανάκια. 
-Παίζουν τα μηχανάκια. Και ένα ρεφρέν το οποίο επαναλαμβάνεται 42 φορές.

-Το κάνουνε copy. 
-Ναι κι’ αυτό το πράμα υποτίθεται ότι είναι η σύγχρονη σκηνή ροκ. Άλλο πράμα είναι αυτό.

(Χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνει και μιλάει).

-Άσεμνες προτάσεις (εννοεί το τηλεφώνημα).

-Σου κάνανε τώρα; 
-Ναι….ναι…..ναι. Για εκδρομή. Περνάμε ωραία εδώ.

-Ε ναι….. κάνεις τα ταξιδάκια σου εσύ. 
-Τα κάνω δεν λες τίποτα. Αν τα κάνω λέει………. Τι έγιναν τα τσιγάρα μου;

-Πάρε από δω. Πάρε……..
-(ψάχνει) Α να ’τα…..

-Δηλαδή η στροφή που εγώ εννοούσα είναι από τη μεριά σου συνειδητή; Αφήσαμε τη ροκιά με το λυγμό και πήραμε άλλο μονοπάτι; 
-Να σου πω………να σου πω……. Εγώ στις συναναστροφές μου, έχω πάρει ένα μπουζούκι, παίζουμε με τα φιλαράκια μου και ανακαλύπτω μια ομορφιά στην παραδοσιακή μουσική που μου ήταν άγνωστη. Ήταν σαν να είχα ανοίξει το σεντούκι της γιαγιάς και έβγαζες από μέσα πράγματα κι’ έβγαζες κι’ έβγαζες και τελειωμό δεν είχανε. Και βάλθηκα να το σπουδάσω αυτό το πράμα με μια ήδη δοσμένη γλώσσα, γιατί μου ήταν δοσμένη αυτή η γλώσσα. Ήτανε κτήμα μου. Ήτανε η μητρική μου γλώσσα. Προσπάθησα να εκφραστώ με την δοσμένη αυτή γλώσσα.

-Ναι αλλά το έχεις κάνει και με το “Χθες βράδυ” αυτό. 
-Ναι το έχω κάνει. Στο “Χαράτσι” μάλιστα πρότεινα αυτά τα είδη, να τα βάλω να συνυπάρξουν σε ένα “μικτό και νόμιμο μουσικό είδος”, όπως έλεγε και ο Σολωμός για τη λογοτεχνία.

(Χτυπάει το τηλέφωνο. Από αυτά που λέει καταλαβαίνω ότι σε λίγο θα έρθει κάποιος φίλος του).

-Θέλω να μιλήσουμε για το “μικτό και νόμιμο μουσικό είδος”, αλλά μου πήρες το ……….
-Το αναπτηράκι;

-Το σφηνάκι μου. 
-Α το πήρα για να το γεμίσω.

-Και τι το ‘κανες; 
-Εδώ είναι. (γελάει)

-Και το δικό σου πού είναι; 
-Το δικό μου πού είναι; Τι το ‘κανα; (ψάχνει) ………Α να ’το!!

-Λοιπόν αυτό το “μικτό και νόμιμο μουσικό είδος” το έχεις ξαναπεί. 
-Υπάρχει σημείωμα πίσω από το “Χαράτσι”.

-Για πες μου γι’ αυτό. Τι εννοείς μ’ αυτό; Τι είναι το “μικτό και νόμιμο μουσικό είδος”;
-Είναι ρήση του Σολωμού αυτή. Ο Σολωμός ξέρεις ήταν Ιταλοτραφής. Η κουλτούρα του όλη ήταν Ιταλική. Στην Ελλάδα δεν είχε πατήσει το πόδι του ποτέ. Καθόταν στη Ζάκυνθο και έπινε και έκλαιγε καθώς άκουγε τις κανονιές στο Μεσολόγγι. Για την ανανέωση της Ελληνικής λογοτεχνίας, μια και ο ίδιος ήξερε ότι φέρνει στοιχεία από άλλες κουλτούρες, γράφοντας ένα γράμμα στο φίλο του τον Τζώρτζη, είπε ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι δεν είναι βλαβερό για την Ελληνική λογοτεχνία να εισάγουμε φόρμες και πράματα από άλλες κουλτούρες. Ίσα-ίσα που θα την βοηθήσουμε.

(Χτυπάει το τηλέφωνο).

-Την πλουτίζουμε την κουλτούρα μας ε; 
-Την μπολιάζουμε με στοιχεία. Υπάρχει μία εκπληκτική επιστολή του Σολωμού. Δεν την έχω πρόχειρη.

-Δεν πειράζει. Αν θυμάσαι κάτι σημαντικό που θέλεις να πεις…….
-Περίπου αυτά είναι. Δηλαδή ο άνθρωπος λέει -ούτε λίγο ούτε πολύ- ότι εγώ θέλω να ασχοληθώ με την Ελληνική λογοτεχνία, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα απαρνηθώ και όλο τον πλούτο που κουβαλάω από εκεί που έρχομαι. Θα αφήσω αυτά τα πράματα να συντακούν μέσα μου και θα βγάλω ένα κράμα το οποίο θα είναι δυνατότερο από τα στοιχεία που το απαρτίζουν. Έτσι;


…Στο “Χαράτσι” μάλιστα πρότεινα αυτά τα είδη, να τα βάλω να συνυπάρξουν σε ένα “μικτό και νόμιμο μουσικό είδος”, όπως έλεγε και ο Σολωμός για τη λογοτεχνία…

-Ναι. 
-Αυτό είναι και σε μένα το ζητούμενο. Εγώ στο τραγούδισμά μου, έχω χίλια δυο πράματα. Δεν είμαι ούτε δημοτικός τραγουδιστής, ούτε λαϊκός, ούτε ροκ. Τίποτα δεν είμαι. Αλλά έχω λίγο απ’ όλα, τα οποία τα έχω χωνέψει σαν εκφραστικά εργαλεία και αυτό αποτελεί το δικό μου τραγουδιστικό ιδίωμα.

-Εγώ σε θεωρώ ροκ. Τουλάχιστον σαν διάθεση. Είσαι; 
-Σαν διάθεση σίγουρα.

-Αυτό λοιπόν όλο είναι το μικτό έτσι; Αυτό το πάντρεμα που κάνουμε……….
-Ναι αλλά δεν είναι “πάντρεμα”. Αυτή τη λέξη δεν τη λέω καθόλου. Δεν πρόκειται για συνοικέσιο. Για σύντηξη πρόκειται. Στη χημεία υπάρχει ένα φαινόμενο που λέγεται “συνέργεια”. Ανακατεύεις διάφορα μέταλλα και όταν αυτά ανακατευτούν στις σωστές αναλογίες…….. ας πούμε ότι έχουμε 3 μέταλλα. Η σκληρότητα του ενός είναι 2, του άλλου είναι 3 και του άλλου 5, αυτό που παράγεται όταν αυτά ανακατευτούν, δεν έχει σκληρότητα 10, αλλά 100. Και σταυροκοπιέσαι και λες πως διάολο έγινε αυτό; Αυτό το φαινόμενο στη χημεία λέγεται “συνέργεια”. Αυτό το πράμα, όταν συμβαίνει μέσα στην κουλτούρα, είναι καταπληκτικό. Αλλά θέλει αυτά τα πράματα να συντακούν. Να λιώσουν μαζί. Να γίνουν ένα. Γι’ αυτό δεν μου αρέσει η λέξη “πάντρεμα” που θυμίζει και προξενήτρα.

-Διαβάζω το δελτίο τύπου που μας έδωσες στην Πλάκα και λες: “Η ηχογράφηση των τραγουδιών αυτής της συλλογής έγινε στο στούντιο «Αγροτικόν» της Τούμπας μέσα σε μία ατμόσφαιρα που είχα να τη ζήσω απ’ τον καιρό που ηχογραφούσαμε την “Εκδίκηση της γυφτιάς”. Ούτε γκρίνια, ούτε μιζέρια, ούτε εντάσεις, ούτε στάλα γρουσουζιά. Μέσα σ’ αυτό το καταπληκτικό “τι μπορώ να προσφέρω” σαν διάθεση, που κάνει όλα τα πράγματα ν’ αξίζουν τον κόπο…” και θέλω να σε ρωτήσω: Τι θα πει “Μέσα σ’ αυτό το καταπληκτικό τι μπορώ να προσφέρω”; Όλα αυτά τα χρόνια δεν είχες να προσφέρεις; 
-Όχι, όχι….. από την πλευρά των μουσικών. Των συνεργατών μου αυτό. Δηλαδή το κλίμα των συνεργατών μου, είχε αυτό το “έλα ρε….. τι μπορώ να κάνω περισσότερο;” “Τι άλλο μπορώ να κάνω καλύτερο;” Δεν υπήρχε αυτό το “ξέρεις ………δύο η ώρα πρέπει να φύγω” δεν υπήρχε η τσιγκουνιά του χρόνου και της διάθεσης, “Πόσα θα πάρω;” “Πόσο ακόμα θα κρατήσει;”

(Χτυπάει το τηλέφωνο. Μιλάει για μια εμφάνισή του και για κάποιο δελτίο τύπου).

-Ακούς τι έγινε;

-Τι έγινε; Είπες κάτι για δελτίο τύπου………
-Ναι…… θα γινότανε μία εκδήλωση στον Νάκα, στο θεατράκι που παίρνει 200 άτομα και με πλησιάζουν από το “Δίφωνο”, γιατί αυτοί βοηθάνε την διοργάνωση και μου λένε ότι όλοι θα συμμετάσχουν εκεί, με ένα όργανο. Ένα όργανο μουσικό, κυρίως για το τραγούδισμα. Και πες ότι τραγούδια θες να πεις που δεν τα λες ούτε στις συναυλίες σου, ούτε πουθενά, εκτός ρεπερτορίου δικού σου. Κράτα μια ωρίτσα εκεί πέρα μέσα. Ε και μου φάνηκε πολύ καλή ιδέα. Και αυτοί στέλνουν ένα δελτίο τύπου και στου Νάκα και στην ιστοσελίδα και στο Δίφωνο και παντού, ότι θα παρουσιάσω τα τραγούδια του καινούργιου δίσκου, μαζί με παλιά αγαπημένα κλπ.
Και να πάω εγώ τώρα εκεί πέρα και να κάνω τι; Δηλαδή με συγχωρείς……..

-Τι θα κάνεις τώρα; 
-Τίποτα. Το ματαιώνω.

-Τα τραγούδια του καινούργιου δίσκου όμως πότε θα παρουσιαστούν; 
-Αυτό είναι άλλο πράμα.

-Είναι θέμα συμφωνίας; 
-Όχι. Τα τραγούδια του καινούργιου δίσκου, αλλά και τα παλιά, θέλουν ορχήστρα. Με ένα όργανο δεν παίζονται.

-Μου δίνεις την αφορμή τώρα να σε ρωτήσω κάτι. Επειδή για τα Ελληνικά πράγματα είσαι μια μορφή, πολύ σπουδαία και πολύ σημαντική, ο κόσμος σε αγαπάει, αγοράζει τους δίσκους σου, σε παρακολουθεί, έχεις φτιάξει σχολή, έκανες τώρα μια επιλογή. Είπες “Το ματαιώνω”. Είσαι εντάξει με τον Νίκο Παπάζογλου εσύ; 
-Αυτό είναι rock ‘n’ roll.

-Εγώ χαίρομαι γι’ αυτό. 
-Αυτό είναι. Δηλαδή γιατί να ανεχτώ το καπέλο; Δηλαδή να ανέβω να τραγουδήσω με όρους που μου έχουν θέσει οι άλλοι;

-Τα συναντάς αυτά ε; 
-Ε τα συναντάω βέβαια. Πιο πολύ τα “όχι” με καθόρισαν εμένα παρά τα “ναι”.

-Θυμάμαι κάτι από την κουβέντα που κάναμε στο Μέγαρο της Πλακεντίας, τώρα σου μιλάω για αρκετά χρόνια πίσω……..
-Ναι, ναι, ναι…..

-Μου είχες πει τότε, ότι έχεις μία δυσκολία στο να διαλέγεις τραγούδια, ή δεν έχεις σωρεία “εισερχομένων” στίχων. Αυτό έχει να κάνει με την δεκάχρονη απουσία σου; Ή ήταν άλλοι λόγοι που απείχες δισκογραφικά; 
-Έχει να κάνει. Ήμουν έτοιμος αρκετά νωρίτερα, επάνω στα 4, 4 ½ χρόνια μετά την “Πουρούδα”, να κάνω μια έκδοση, αλλά μπήκε μια τρικλοποδιά εκεί και πήγαν όλα πίσω. Χρειάστηκα κάνα χρόνο να συνέλθω, χρειάστηκα κάνα-δυο χρόνια να συλλέξω καινούργια στιχάκια που να με ζεστάνουνε και να πω “τι ωραία να τα ‘χα φτιάξει εγώ”, γιατί έτσι καταπιάνομαι εγώ να κάνω τραγούδια. Και έτσι φτάσαμε στη δεκαετία. Δεν πειράζει. Τι είναι η δεκαετία μπροστά στην αιωνιότητα; (γελάει) Εν τω μεταξύ όμως εγώ το καθήκον μου το έκανα. Αλώνιζα όλη την Ελλάδα από χωρίου εις χωρίον και τραγουδούσα.


…Ήμουν έτοιμος αρκετά νωρίτερα, επάνω στα 4, 4 ½ χρόνια μετά την “Πουρούδα”, να κάνω μια έκδοση, αλλά μπήκε μια τρικλοποδιά εκεί και πήγαν όλα πίσω. Χρειάστηκα κάνα χρόνο να συνέλθω, χρειάστηκα κάνα-δυο χρόνια να συλλέξω καινούργια στιχάκια…

-Με το καΐκι στα νησιά; 
-Στα νησιά, στα βουνά, παντού. Κάνω 30 συναυλίες κατά μέσο όρο το καλοκαίρι.

-Το κάνεις κάθε καλοκαίρι; 
-Ε βέβαια. Μόνο πέρυσι δεν το έκανα και αρμένισα. Βλέπεις εδώ; (μου δείχνει φωτογραφία).

-Το σκάφος είναι αυτό; 
-Ναι αυτό είναι. Το βλέπεις εδώ; Είναι μέσα στη θάλασσα στη Ρεγκάττα από Αστυπάλαια για Τήλο. 8 μποφόρ γεμάτα.

-Αφού το φοβάσαι το κύμα. 
-Ε…. (γελάει) το φοβάμαι….

-Αφού έχεις πει…..
-Και τις γυναίκες φοβάσαι….. (γελάμε)

-Αφού έχεις πει………
-Μα θέλει σεβασμό. Αλίμονο.

-Όπως και η γυναίκα. 
-Ακριβώς. Αλλιώς είσαι ένας αμπλαούμπλας. (γελάμε)

-Νίκο έχεις και αεροπλάνο; 
-Ναι.

-Τι αεροπλάνο είναι αυτό; 
-Ένα τετραθέσιο που το πήραμε τρεις φίλοι από την αερολέσχη.

-Είσαι πιλότος δηλαδή; 
-Ναι, ναι……..

-Και πετάς για χόμπυ; Τι κάνεις μ’ αυτό; 
-Ναι για χόμπυ.

-Πετάς πάνω από τη Μακεδονία; 
-Σ’ όλη τη Μεσόγειο.

-Φτάνεις και μακριά δηλαδή; 
-Ναι, ναι… είναι καλό αεροπλανάκι αυτό. Είναι το δεύτερο που πήραμε. Το πρώτο το έσπασε ένας από τους τρεις.

-Έπεσε; 
-Επάνω στην απογείωση το έσπασε. Ναι…..ευτυχώς δεν έπαθαν τίποτα και με τα λεφτά της ασφάλειας, πήραμε ένα άλλο πολύ καλό.

-Έχεις και άλογα; 
-Όχι. Τώρα πια όχι.

-Είχες!! 
-Είχα……είχα….

-Σ’ άρεσε αυτό ε; 
-Ε βέβαια.

-Έκανες ιππασία στο κτήμα; 
-Ποιο κτήμα; Ανέβαινα μέχρι τον Χορτιάτη. Τότε δεν είχε ούτε φράχτες, ούτε τίποτα. Έπινα γάλα με τους τσοπαναραίους πρωί-πρωί και ξανακατέβαινα.

-Τα έδωσες; Τι τα έκανες; 
-Το τελευταίο που κράτησα, το κράτησα για την κόρη μου. Η οποία όμως όταν μεγάλωσε και άρχισε να έχει υποχρεώσεις στο σχολείο, δεν είχε το χρόνο να ασχολείται. Τα άλογα θέλουν φοβερή ρουτίνα.

-Φροντίδα; 
-Φροντίδα και ρουτίνα. Στην ώρα τους πρέπει να ταϊστούνε, στην ώρα τους να βγούνε για γυμναστική, στην ώρα τους όλα. Αλλιώς σου κρατάνε γινάτι.

-Μπα; 
-Α βέβαια!!!

-Τι σου κάνουν δηλαδή; 
-Ε εκεί που το περπατάς, σου κάνει μια έτσι και σου πατάει το ποδάρι και χοροπηδάς.

-Α ναι; 
-Ναι. Ή σου κάνει μια έτσι με το κεφάλι και γράφεις κάτω 600.

-Είχες πολλά; 
-Στο κτήμα που έμενα, ενός φίλου που με φιλοξενούσε, σε κάποια στιγμή, επειδή είχε εγκαταστάσεις, αρχίσαμε από ένα άλογο και φτάσαμε να έχουμε 30. Με ανθρώπους που βοηθούσαν βέβαια. Γιατί όποιος είχε ένα άλογο και μάθαινε ότι υπήρχε εκεί πέρα στάβλος, το έφερνε για εσταβλισμό. Εγώ είχα ένα. Η Κάρμεν ήταν από τον στάβλο του Σάχη της Περσίας, ο οποίος όταν ανέβηκε το ζήτημα με τον Χομεϊνί και κατάλαβε ότι θα πάρει δρόμο, πούλησε και τον στάβλο του από καθαρά Βερβερίνικα άλογα και ένα απ’ αυτά, βρέθηκε στα χέρια μου, σαν μωρό.

-Καλό ήτανε; 
-Καλό ήτανε. Και το δώσανε μόνο και μόνο επειδή είχε τη ράχη λίγο κυρτή και αυτό θεωρείται ελάττωμα. Όλο τον στάβλο τον αγόρασε μία Αμερικανίδα και τα πήγαινε στην Αμερική. Και περνώντας από εδώ, το άφησε. Έτσι έπεσε στα χέρια μου. Φοβερή παρέα.


…Στο κτήμα που έμενα, ενός φίλου που με φιλοξενούσε, σε κάποια στιγμή, επειδή είχε εγκαταστάσεις, αρχίσαμε από ένα άλογο και φτάσαμε να έχουμε 30…

-Και γιατί το λέμε ά-λογο; Δεν έχει λογική δηλαδή; 
-Όχι. Αυτό είναι η έπαρση του ανθρώπου.

-Είναι ανθρωποκεντρικό. 
-Είναι ανθρωποκεντρικό. Είναι επειδή μέσα από εκπαίδευση, μπορείς αυτό το ζώο, να το κάνεις να ξεχάσει τη δύναμή του. Διότι η δύναμή του, είναι τρομακτική μπροστά στου ανθρώπου. Βλέπεις ότι ο άνθρωπος το κάνει κουμάντο, μέσα από τη διαδικασία της εκπαίδευσης. Διότι αν σηκωθεί στα δυο του πόδια και σου δώσει μια, θα σε γνωρίσουνε απ’ τα δόντια, στη νεκροψία.

-Και αυτό που λένε ότι τα άλογα δεν χτυπάνε τον άνθρωπο; 
-Είναι αποτέλεσμα εκπαίδευσης αυτό. Όλη δε η εκπαίδευση στο άλογο, έγκειται στο να το κάνεις να ξεχάσει τη δύναμή του. Να υποταχθεί. Και δεν φτάνει που το κατάφερε αυτό ο άνθρωπος, το έβγαλε και ά-λογο.

-Για πάμε τώρα σε κάτι άλλο που κάνεις και που είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον. Χρηματοδοτείς δύο δίσκους κάθε χρόνο; Έτσι είναι; 
-Εεεε…… όταν περισσεύουν………και όταν βρεθεί στο δρόμο μου ένα παιδί που παιδεύεται, που όμως αξίζει τον κόπο.

-Κατά τη δική σου γνώμη αξίζει τον κόπο. Όπως ήταν ο Σωκράτης, ο Ορφέας……….
-Έτσι…….έτσι………και που όταν βοηθηθεί, θα πάρει το δρόμο του και θα κάνει πράματα.

-Νοιώθεις δικαιωμένος μετά από την κάθε επιλογή, παραγωγή και βοήθεια που προσφέρεις; 
-Μα βέβαια. Άλλωστε αυτό το οφείλω γιατί κι’ εγώ βοηθήθηκα.

-Έχεις μετανιώσει ποτέ για κάποια τέτοια επιλογή; 
-Όχι, όχι……Καλλιτεχνικά όχι. Έπεσα μέσα διάνα.

-Είναι η διαίσθησή σου, το κριτήριό σου, η πείρα σου……
-Όλα αυτά συντείνουν και καταλαβαίνω πότε ένας άνθρωπος με το που θα βοηθηθεί να ξεφορτωθεί τα πρώτα του, θα αναλάβει να προχωρήσει και θα κάνει άξια λόγου πράματα.

-Θέλω να σε ρωτήσω κάτι άλλο τώρα. Κατ’ αρχήν είσαι ο καλύτερα αμειβόμενος συναυλιακός καλλιτέχνης, επειδή τις κλείνεις μόνος σου. 
-Α κοίταξε…. Αυτό το πράγμα δεν σημαίνει ότι είμαι ο καλύτερα αμειβόμενος.

-Δεν εννοώ ότι παίρνεις τα πιο πολλά λεφτά. Εννοώ ότι σου μένουν περισσότερα επειδή δεν μεσολαβεί κάποιος άλλος που μπορεί να παίρνει ένα ποσοστό. 
-Ναι, αλλά κάνω και πάρα πολλές συναυλίες ψυχικό. Πάμε και παίζουμε σε ένα νησάκι των 80 κατοίκων με ένα κόστος που είναι το ίδιο με το να παίζαμε στο Λυκαβηττό. Καταλαβαίνεις; Κάνω το κουμάντο μου εγώ και κάνω 10 συναυλίες ψυχικό, 10 συναυλίες ίσα βάρκα-ίσα νερά και 10 οι οποίες αφήνουν κέρδος. Να καλυφθούνε τα έξοδα και να περισσέψει κι’ όλας. Αν είχα έναν ατζέντη και του έλεγα πάμε να στήσουμε μία συναυλία στο Αγαθονήσι, ακόμα θα γελούσε αυτός. Δεν θα το κάναμε ποτέ.

-Εσύ όμως θα πας. 
-Εγώ όμως πήγα!!

-Όταν τα χρήματα συμβεί να είναι λιγότερα από τα προσδοκώμενα, εσύ πληρώνεις από την τσέπη σου τους μουσικούς που έχεις κοντά σου; 
-Βεβαίως. Κάθε Κυριακή, εξοφλούνται οι πάντες.

-Όταν τα χρήματα………

(Χτυπάει η πόρτα και μπαίνει ένας φίλος του.)

-Έλα Μεγακλάκο (λέει ο Νίκος).
-Γεια σας.
-Ωωωωωωω…… (επιφώνημα του Νίκου καθώς παίρνει από τα χέρια του Μεγακλή ένα μπουκάλι ρακί).

-Γεια σου Μεγακλή…..
-Τι μου έλεγες; Όταν τα χρήματα……

-Όταν τα χρήματα περισσεύουν, τότε τα διαθέτεις για βιβλία σε διάφορες βιβλιοθήκες στα χωριά, στα νησιά……..
-Επειδή νοικιάζουμε τους χώρους στους οποίους κάνουμε συναυλίες και σε πολλά μέρη δεν είναι συνηθισμένοι να εισπράττουν, βρίσκονται μπροστά σε ένα πρόβλημα. Δηλαδή μου λένε: “Πώς θα εισπράξουμε αυτά τα χρήματα; Εμείς έχουμε μάθει να πληρώνουμε για να γίνονται συναυλίες. Τι θα τα κάνουμε τώρα αυτά;” Ε τους λέω: “Πάρτε βιβλία. Τι, τι θα τα κάνουμε; Πάρτε κάποιον να φτιάξει τα μερεμέτια στο θεατράκι σας.” Εκεί πάει αυτό. Εγώ δίνω 15% από τις εισπράξεις, στον χώρο που μας φιλοξενεί, για την καθαριότητά του, για τον ηλεκτρολόγο, για το ένα και το άλλο και να μείνει κάτι και στον τόπο.

-Θέλεις να το αναφέρω αυτό ή όχι; 
-Να το αναφέρεις. Για τι να μην το αναφέρεις; Δεν υπάρχει λόγος. Αλίμονο…..

-Πες μου για το “Μα’ισσα Σελήνη”. Προγραμματίζεις κάτι; 
-Δεν έχω κάνει κανένα πρόγραμμα ακόμα. Ακόμα είμαι ανάσκελα για να συνέλθω από την προσπάθεια. Στην Αθήνα ας πούμε, όταν κάνει κάποιος ένα δίσκο, υπάρχουν 20 άτομα που βοηθάνε. Εγώ εδώ τα κάνω όλα μονάχος μου με ελάχιστη βοήθεια από πολύ κοντινά πρόσωπα και ακόμα δεν έχω συνέλθει από την προσπάθεια. Είμαι στα όρια της υπερκόπωσης. Να περάσει κάνας μήνας και βλέπουμε. Κάνουμε σχέδια.

-Έχεις γράψει πολλά τραγούδια που τα έχουμε αγαπήσει. Εσύ ποιο αγαπάς πιο πολύ; 
– Ε για κάθε τραγούδι έρχεται η ώρα του που σ’ αγγίζει πιο πολύ. Είναι σαν να έχεις δέκα παιδιά. Ε κάποια στιγμή θα έρθει ένα στην αγκαλιά σου και θα χαϊδεύεται.

-Ο “Αύγουστος” είναι βιωματικό τραγούδι; 
-Ναι είναι βιωματικό.

-Τι θα συμβούλευες τους νέους καλλιτέχνες στον χώρο; 
-Θα τους συμβούλευα να πάρουν απόφαση από τώρα, ότι η καριέρα δεν έχει λαχεία. Έχει πάρα πολύ σκληρή δουλειά, επιμονή και υπομονή.

-Υπάρχει κάτι που φοβάσαι; 
-Ε βέβαια δεν υπάρχει; (γελάει) Τα πάντα.


…η τηλεόραση ως θέατρο σκιών που είναι, έχει ανάγκη από καραγκιόζηδες και βρήκε έναν τρόπο να τους αναπαράγει…

-Τα πάντα; 
-Ε βέβαια. Υπάρχει ένα σημείο φόβου στα πάντα.

-Fame Story? 
-Fame Story τι;

-Η γνώμη σου; 
-Υπάρχει ακόμα αυτό;

-Δεν το παρακολουθώ. 
-Σάμπως εγώ το παρακολουθώ; (γελάμε)

-Ξέρω ότι δεν το παρακολουθείς. Η γνώμη σου όμως; 
-Ε η γνώμη μου……η τηλεόραση ως θέατρο σκιών που είναι, έχει ανάγκη από καραγκιόζηδες και βρήκε έναν τρόπο να τους αναπαράγει. (γελάμε όλοι)

-Ο Νίκος Παπάζογλου τι μουσική ακούει; 
-Ραδιόφωνο ακούω.

-Ότι παίζει; 
-Ότι παίζει……..ε με μερικά εκνευρίζομαι…..με μερικά εκνευρίζομαι λόγω περιεχομένου, με άλλα εκνευρίζομαι για άλλο λόγο. Ακούω δηλαδή ένα ωραίο τραγούδι και περιμένω να πουν ποιος ήτανε και ποιος το έγραψε και κανένας δεν λέει τίποτα. Δεν είναι φοβερό αυτό; Να ακούς ένα ωραίο τραγούδι και να μην ξέρεις ποιος ήτανε ρε παιδί μου. Δηλαδή ποιος είναι ο ρόλος του παραγωγού του ραδιοφώνου;

-Σε ποιους σταθμούς; 
-Στους κρατικούς.

-Είσαι και μηχανόβιος ε; (Μέσα στο γραφείο του, υπάρχει μία μηχανή BMV R26 του 1954)
-Αυτή είναι η πρώτη μου μηχανή και τώρα ανακαινίστηκε. Έτσι όπως έγινε τώρα, θα ζήσει άλλα 100 χρόνια.

-Έχεις κι’ άλλη; 
-Έχω μία ολόιδια. Όπως οι Πόντιοι έχουνε δίπλα τους ένα ποτήρι γεμάτο και ένα άδειο, γιατί μπορεί να διψάσουν ή μπορεί να μη διψάσουν. (γελάμε)

-Θέλω να σε ρωτήσω πολλά πράγματα, αλλά δεν θέλω να σου πάρω το χρόνο σου. Ξέρω ότι είσαι πολυάσχολος και ότι τα κάνεις όλα μόνος σου. Κάτι ακόμα για να κλείσουμε. Θέλω να μου πεις τι εύχεσαι στους ανθρώπους για το 2006. 
-Τι να εύχομαι……Υγεία και Ειρήνη γιατί άρχισε να βρωμοκοπάει μπαρούτι παντού.

-Αυτό σημαίνει ότι λείπει κάτι από τον κόσμο δηλαδή; Τι μας λείπει; Η Αγάπη; 
-Τι μας λείπει εμάς; Εμάς δεν μας λείπει τίποτα. Σ’ αυτούς λείπει το πετρέλαιο και οι παράδες και έχουν αιματοκυλίσει όλη την ανθρωπότητα.

Του πήγα δώρο ένα από τα βινύλλιά μου. Έτσι ξεκίνησε και η κουβέντα μας. Είδε το βινύλλιο και ρώτησε με λαχτάρα: “Τι είναι αυτό;”

-Θα τον ακούσεις το δίσκο; 
-Ε βέβαια θα τον ακούσω.

-Έχεις πικ-άπ; 
-Ε βέβαια έχω.

-Έχεις δύο όπως οι Πόντιοι τα ποτήρια; 
-Ναι, ναι…….δύο έχω. (γελάμε). Να δοκιμάσουμε και μια ρακί που μας έφερε ο Μεγακλής…

(Γεμίζει τα σφηνάκια. Πίνουμε και……….)

-Αμαααααααααν……..

-Αυτό είναι άλλο πράγμα. 
-Άλλο είναι. Ο Μεγακλής δεν κάνει λάθος.

(Σηκωνόμαστε. Είμαστε πίσω από το γραφείο του όρθιοι για τις τελευταίες φωτογραφίες. Έχουν έρθει κι’ άλλοι φίλοι του στο μεταξύ).

-Δεν με ειδοποίησες ότι θα έχουμε φωτογραφίες και κοπελιές για να ξυριστώ.

-Τώρα θα σου απαντήσω. Μισό λεπτό να πιω……..
-Ε μα……….

-Και στην παρουσίαση του δίσκου σου, ήρθες αξύριστος Νίκο και ήθελα να σου το πω. 
-Αξύριστος ήμουνα; Σοβαρά;

-Ναι. 
-Ξέρεις γιατί;

-Γιατί; 
-Ήμουνα με τρεις ώρες ύπνο. Την προηγούμενη βραδιά, είχαμε εδώ πέρα, την απονομή του βραβείου.

-Ααααααα ναι!!!! Τι είναι για σένα το βραβείο; 
– Τι είναι; Ξέρω κι’ εγώ; Τι είναι;

-Τι αντιπροσωπεύει για σένα το βραβείο; 
-Είναι μία φιλική καρπαζιά που σου λέει: “Ωραία ρε μάγκα. Σε καλό δρόμο είσαι.” Όταν προέρχεται από ανθρώπους που εκτιμάς. Και στην προκειμένη περίπτωση, οι άνθρωποι που υπερψήφισαν στο να πάρω εγώ το βραβείο, ήτανε άνθρωποι του σινεμά. Δεν ήτανε ούτε δημοσιογράφοι, ούτε παραγωγοί, ούτε τίποτα τέτοιο. Ήτανε σεναριογράφοι, σκηνοθέτες, ενδυματολόγοι, άνθρωποι του σινεμά δηλαδή.

-Για το “Στιγμές” λέμε τώρα; 
-Όλη η μουσική της ταινίας. Είναι απόλυτα λιτή και έχει λειτουργικότητα……..επειδή ας πούμε….το μελέτησα το σινεμά κι’ εγώ. Έχω κάνει αρκετές μουσικές για σινεμά. Και ήταν καλή. Ήταν σχεδόν ότι καλύτερο μπορούσα να κάνω και η επιβράβευσή του δεν είναι και μικρό πράγμα. Ειδικά όταν προέρχεται από ανθρώπους του χώρου.

(Χτυπάει το τηλέφωνο. Μιλάει.)

Αρνείται ευγενικά να παίξει κάτι για το MusicHeaven. Οι φίλοι του τον περιμένουν να πάνε στον “Κοκκοβιό”, σε ένα ουζερί της γειτονιάς.

-Κάποια άλλη στιγμή θα το κάνουμε κι’ αυτό. Τώρα με περιμένουνε να πάμε για φαγητό.

-Εντάξει Νίκο. Σ’ ευχαριστώ για το χρόνο σου και για την πολύ όμορφη συζήτηση. Σ’ ευχαριστώ και για τις ρακές. 
-Κι’ εγώ σ’ ευχαριστώ Γιώργο.

Φωτογραφίες: Kit_Kat
Layout: Jorge

Ευχαριστώ τους: Gate, AlienP, Eua, Rapsodos & Thank που με βοήθησαν με τον τρόπο τους, για να γίνει αυτή η συζήτηση.

“Η πρώτη λέξη” (εκδ. Εξάντας) είναι και πάλι μια αφορμή για τον γνωστό συγγραφέα να στοχαστεί γύρω από τη γλώσσα, τις γλώσσες, τον άνθρωπο και τα μεγάλα ζητήματά του. Μια ανασκαφή στην τέχνη της επικοινωνίας και της ανθρώπινης σκέψης και μια ακόμα επιβεβαίωση για τη δύναμη των λέξεών του που έχοντας αποδράσει από το γαλλικό ή το ελληνικό μολύβι του, ανάλογα ποια από τις δυο γλώσσες επιλέγουν να πρωτομιλήσουν οι ήρωες του σε κάθε βιβλίο του, σπάνε το φράγμα της γλώσσας και εγκαθίστανται σε βιβλιοθήκες αλλόγλωσσων αναγνωστών.

* Έχετε πει ότι ένα καλό βιβλίο πατάει πρέπει να πατάει στην αλήθεια. “Η πρώτη λέξη σε ποια αλήθεια πατάει;
Στην αλήθεια της περιέργειάς μου για τη γλώσσα και στην αλήθεια του θανάτου του αδελφού μου. Το βιβλίο συνδυάζει αυτές τις δύο αλήθειες μια πελώρια περιέργεια και μια πελώρια δυστυχία όπου η περιέργεια εκφράζει τη δυστυχία και η δυστυχία την περιέργεια. Υπάρχει ένας συνεχής διάλογος ανάμεσα στον θάνατο του αδελφού και την αναζήτηση της πρώτης λέξης η οποία δεν αποκλείεται να ήταν το όνομα που δόθηκε σε ένα νεκρό για να μπορούν οι φίλοι του να τον θυμούνται. Δηλαδή για να γίνει ένα μυθιστόρημα χρειάζονται δύο θέματα στην ουσία τα οποία να βοηθούν το ένα το άλλο όπως οι βελόνες το πλέξιμο.
* Αλήθεια γιατί αρχίσατε να ψάχνετε την πρώτη λέξη;
Γιατί έχοντας γράψει πολύ για τις λέξεις τις ελληνικές τις γαλλικές και τις αφρικάνικες ήταν ίσως μοιραίο να αναρωτηθώ όλες αυτές οι λέξεις όλες αυτές οι γλώσσες ποια αφετηρία μπορεί να είχαν. Και σκέφτηκα ότι αφετηρία δεν μπορούσε να είναι παρά μια πρώτη λέξη. Δεν το είχα σκεφτεί νωρίτερα και μου φάνηκε καταπληκτικό. Υπέθεσα ότι δεν μπορεί παρά να υπάρχει αυτή η πρώτη λέξη. Πιστεύω ότι ο ρόλος του μυθιστορήματος είναι να αντιμετωπίζει τα μεγάλα μυστήρια, της ζωής, του θανάτου, του έρωτα. Αν υπήρχε απάντηση, πιστεύω ότι δεν θα μπορούσα να γράψω αυτό το βιβλίο.
* Την πρώτη λέξη δεν τη βρήκατε. Αν έπρεπε να την εφεύρετε ποια θα ήταν;
Εμένα με γοητεύουν διάφορες θεωρίες γύρω από τους λόγους που ανάγκασαν τους ανθρώπους να μιλήσουν, και καθεμιά απ’ αυτές οδηγεί σε μια άλλη πρώτη λέξη. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι υπάρχουν πολλές πρώτες λέξεις, όχι μόνο επειδή αυτές οι θεωρίες είναι πολλές, αλλά και επειδή δεν αποκλείεται διόλου την έναρθρη ομιλία να μην την ανακάλυψε μία μόνο ομάδα ανθρώπων αλλά πολλές ταυτόχρονα. Απ’ αυτή την άποψη η πρώτη λέξη είναι ένα ολόκληρο λεξικό.
* Έχετε μια εμμονή με τη γλώσσα. Όμως έχω την εντύπωση ότι πίσω από τη γλώσσα στην οποία τόσα βιβλία σας έχετε αφιερώσει, κρύβεται η ανάγκη της επικοινωνίας.
Ναι βέβαια, αλλά το κυρίως πρόβλημα είναι η επικοινωνία με τον εαυτό μου. Έχω την εντύπωση ότι για να επικοινωνήσεις με τον εαυτό σου πρέπει να μάθεις μια ξένη γλώσσα. Να πάρεις δηλαδή μια απόσταση από τον εαυτό σου και από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόσουν ως τότε τον κόσμο. Προτιμώ να βλέπω αν θέλεις τη μητρική γλώσσα σαν μια αφετηρία παρά σαν ένα τέρμα. Μ’ ενδιαφέρει πολύ το γεγονός ότι κάθε αντικείμενο έχει άπειρες ονομασίες, όσες είναι και οι γλώσσες που μιλιούνται στον κόσμο, που είναι σήμερα 6.000. Δηλαδή ότι σε κάθε αντικείμενο αντιστοιχούν άπειρες μουσικές.
* Στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη εποχή μας με την κυριαρχία μιας ή μερικών ισχυρών γλωσσών δεν διευκολύνεται η επικοινωνία;
Αυτό διευκολύνει τους εμπόρους, τους βιομηχάνους και τους μαγαζάτορες. Αλλά ο ρόλος της λογοτεχνίας δεν είναι να πουλάει γιαούρτια ή αυτοκίνητα. Αυτή η υποτυπώδης γλώσσα που δημιουργείται για τις ανάγκες του εμπορίου δεν μας διευκολύνει να κατανοήσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Άρα είναι σημαντική και ασήμαντη ταυτόχρονα. Άρα η αγγλική γλώσσα κινδυνεύει από την επιτυχία της, με την έννοια ότι η εμπορευματική της χρήση δεν επιτρέπει σε κάποιον να διαβάσει κανένα λογοτεχνικό κείμενο, τον Σαίξπηρ ή τον Ντίκενς. Οδηγούμεθα σε μια παρωδία γλώσσας η οποία δεν διαφέρει και πολύ από τα ταμ* ταμ της Αφρικής.
* Μέσα από το βιβλίο σας περνά τρόπον τινά η ιστορία της ανθρώπινης σκέψης. Η περίοδος που ζούμε δικαιώνει όλη αυτή την ανθρώπινη περιπέτεια;
Υπάρχει ένα φαινόμενο που δεν τη δικαιώνει, την αντιστρατεύεται. Είναι ότι εκατοντάδες γλώσσες πεθαίνουν κάθε χρόνο μέσα σε μια γενική αδιαφορία. Αυτό είναι μια πελώρια αποτυχία του σύγχρονου πολιτισμού. Είναι μια διπλή τραγωδία όχι μόνο επειδή πεθαίνουν αυτές οι γλώσσες αλλά επειδή ο θάνατός τους δεν συγκινεί κανέναν. Μιλάμε δηλαδή για έναν πολιτισμό ασήμαντο ο οποίος δεν θέλει να καταλάβει τον εαυτό του και ο οποίος δεν θέλει να θυμάται. Ένας από τους λόγους που επινοήσαμε τον έναρθρο λόγο είναι για να μπορούμε να θυμόμαστε. Τώρα κάνουμε τα πάντα για να μπορέσουμε να ξεχάσουμε. Ωστόσο δεν πρέπει να αγνοούμε ότι οι γλώσσες αυτές τουλάχιστον που παραμένουν ζωντανές εμπλουτίζονται διαρκώς, ότι η επιστήμη προχωράει. Αλλά η ελευθερία της σκέψης δεν χρειάζεται πάρα πολλές λέξεις για να λειτουργήσει, όπως αποδεικνύει το γεγονός ότι τα αρχαία ελληνικά δεν είναι ιδιαίτερα πλούσια γλώσσα, έχουν όλες κι όλες 150.000 λέξεις, πολύ λιγότερες δηλαδή από τα σημερινά αγγλικά.
* Λέτε συχνά ότι είμαστε η χώρα που έχει τη μεγάλη τιμή να έχει επινοήσει τη λέξη διάλογος. Υπάρχει ακόμα αυτή η λέξη στο λεξιλόγιο του Έλληνα και γενικά του σύγχρονου ανθρώπου;
Φοβάμαι πως όχι. Φοβάμαι ότι τόσο οι ταξιτζήδες όσο και η κυβέρνηση ξέρουν μόνο να μιλάνε αλλά δυστυχώς λησμονούν να ακούσουν.
* Γι’ αυτό φτάσαμε εδώ που φτάσαμε;
Νομίζω ότι θα ήταν χρήσιμο για τον πρωθυπουργό ο οποίος έχει μεταφέρει τα γραφεία του κόμματός του στην Ιπποκράτους να κάνει μια βόλτα στα Εξάρχεια και να διαβάσει αυτά που λένε οι τοίχοι. Οι τοίχοι δεν ψηφίζουν, βέβαια, στις εκλογές, αλλά λένε μερικές φορές πολύ ενδιαφέροντα πράγματα που φρόνιμο είναι να τα ακούσει. Ονειρεύομαι μια κυβέρνηση που να μην έχει μοναδικό στόχο την επανεκλογή της.
* Στο βιβλίο σας μιλάτε και για τον Καραγκιόζη. “Είναι ένας μετανάστης που ατύχησε στην επιλογή της δεύτερης πατρίδας του” λέτε. Θέλετε να μας θυμίσετε κάτι;
Ο Καραγκιόζης μας ταίριαζε, μας εξέφραζε όσο είμαστε μια χώρα πεινασμένη. Σήμερα θα έπρεπε να τον πάρουν στα χέρια τους οι μετανάστες που είναι σκιές ανθρώπων όπως είναι και οι ήρωες αυτού του θεάτρου.
* Εκτός από το διάλογο ποια λέξη λείπει σήμερα από το λεξιλόγιό μας;
Η λέξη φαντασία. Έχω την εντύπωση ότι κανείς δεν είναι σε θέση να φανταστεί μια κοινωνία διαφορετική απ’ αυτή που υποδεικνύει ο σύγχρονος καπιταλισμός. Θυμάμαι όταν ήμουν στην Αφρική και περπατούσα μ’ έναν υπουργό, στάθηκε κάποια στιγμή και τράβηξε ένα ωραίο κατούρημα στη ρίζα ενός δέντρου την ώρα που γύρω μας κυκλοφορούσαν πλήθη ανθρώπων. Μου φάνηκε καταπληκτικός ο ήχος αυτού του κατουρήματος. Μπορώ να σου πω ότι τον θυμάμαι ακόμη. Αισθάνθηκα εκείνη τη στιγμή πιο ελεύθερος παρά ποτέ.
* Εκτός από τις λέξεις υπάρχει και η σιωπή. Γιατί θαρρείτε σιωπούν οι σημερινοί πολίτες;
Γιατί δεν έμαθαν να σκέφτονται. Γιατί η εκπαίδευση, όχι μόνο η ελληνική αλλά και η ξένη, φρόντισε να τους απαλλάξει από τα μύρια προβλήματα που δημιουργεί η σκέψη. Η λέξη φαντασία δε διδάσκεται σε κανένα σχολείο. Είναι επικίνδυνη για την εξουσία. Κανένας σημερινός πολίτης δεν ξέρει τι ακριβώς συμβαίνει.
* Και οι διανοούμενοι γιατί σιωπούν;
Φοβάμαι ότι έχουν μεγαλώσει και τους απασχολεί η σύνταξή τους. Ότι τους αρέσουν οι τιμές. Και αυτά συντάξεις, τιμές, τα δίνει η εξουσία. Περνάνε την ώρα τους στις αίθουσες αναμονής της εξουσίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

( από “Αυγή” )

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Απριλίου 2011

«Αγαπητέ Σωκράτη, μαθαίνω αρχαία ελληνικά και επειδή χθες
διαβάζαμε μια επιστολή του Επίκουρου προς το φίλο του Μένοικο, μου άρεσε η
προσφώνηση της επιστολής του και προσπάθησα να τη μιμηθώ.

Λοιπόν, όπως μου γράφεις, άκουσες ότι εμείς εδώ στη Φιλανδία βγήκαμε πρώτοι
στον κόσμο στην Παιδεία, ενώ εσείς δεν τα πήγατε και τόσο καλά και θέλεις να
μάθεις το γιατί. Θα προσπαθήσω, όσο γίνεται απλά, να σου περιγράψω το
εκπαιδευτικό μας σύστημα και πως περνάω μια ολόκληρη μέρα.

Το σύστημά μας
Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να σου πω ότι εμείς εδώ στη Φινλανδία, από την 1η
μέχρι και την 9η τάξη πηγαίνουμε στο ίδιο ενιαίο ολοήμερο σχολείο. Αφού
προετοιμαστούμε κατάλληλα στην ηλικία των 6-7 ετών σε μια προκαταρκτική
τάξη, μόλις συμπληρώσουμε τα 7 αρχίζει το σχολείο.
Από την 1η μέχρι την 6η τάξη το σχολείο λέγεται «Alaaste» και από την 7η
μέχρι την 9η τάξη «Yia-ste».
Μετά, όσοι θέλουν μπορούν να πάνε στο «Lyseo» ή στο επαγγελματικό σχολείο.
Όσοι τελειώνουν το Λύκειο μπορούν να συνεχίσουν, με εξετάσεις φυσικά στα 20
πανεπιστήμια που έχουμε, ακολουθώντας ακαδημαϊκές σπουδές.
Αυτοί που θα τελειώσουν το επαγγελματικό σχολείο θα συνεχίσουν στις 29
πολυτεχνικές σχολές μας, οι οποίες είναι περισσότερο προσανατολισμένες στην
αγορά εργασίας. Εκεί μπορούν να γίνουν από φυσικοθεραπευτές, νοσοκόμοι μέχρι
και μηχανικοί.

Επιλέγουμε μαθήματα
Εγώ προετοιμάζομαι του χρόνου να πάω στο Lyseo – Λύκειο.
Εκεί η σχολική περίοδος χωρίζεται σε 5 περιόδους και η κάθε μια διαρκεί 6
εβδομάδες και τελειώνει με μια εβδομάδα εξετάσεων, όπου χορηγούνται και
πιστοποιητικά επιδόσεων.
Σε κάθε περίοδο οι μαθητές έχουν το δικαίωμα, μέσα από τα προσφερόμενα
μαθήματα, να κάνουν τη δική τους επιλογή και να δημιουργήσουν το δικό τους
πρόγραμμα μαθημάτων. Υπάρχουν κάποια μαθήματα που είναι υποχρεωτικά, όμως η
χρονική κατανομή είναι δουλειά του μαθητή.
Για να το καταλάβεις, αυτό που θα πρέπει να σου πω είναι ότι παρότι είσαι
π.χ. στη δεύτερη τάξη, μπορείς, αν θέλεις, να παρακολουθήσεις κάποια
μαθήματα της πρώτης ή και της τρίτης τάξης. Η επιλογή είναι δική σου υπόθεση
και εξαρτάται από τη διάθεση, την όρεξη και τις προθέσεις σου. Αν σε κάποιο
μάθημα δεν περάσεις τις εξετάσεις μπορείς να το επαναλάβεις κάποια στιγμή
της χρονιάς που θα νιώθεις έτοιμος. Για τις γλώσσες και τα μαθηματικά
υπάρχουν τα λεγόμενα «βραχύχρονα» και τα «μακρόχρονα» εντατικά τμήματα.

Είμαστε όλοι ίσοι
Δεν έχουμε καθόλου ιδιωτικά σχολεία, ούτε ειδικά ή ελίτ σχολεία υπεροχής.
Στο ίδιο σχολείο μ’ εμένα πηγαίνει και η κόρη του πρωθυπουργού μας, του
προέδρου της ΝΟΚΙΑ, του θυρωρού μας, και πολλά άλλα παιδιά με αναπηρίες,
καθώς και τα παιδιά μεταναστών.
Εμείς, όπως λέει και ο πρωθυπουργός μας, «είμαστε μια μικρή χώρα και δεν
έχουμε την πολυτέλεια να χάσουμε ούτε ένα παιδί, διότι κοινωνικοί
αποκλεισμοί, διακρίσεις και γκετοποιήσεις δεν έχουν θέση στη μάθηση.
Θεωρούμε ότι ενσωμάτωση, κοινωνικοποίηση και μάθηση πάνε μαζί».
Σε όλα τα σχολεία μας τα πρότυπα είναι οι καλύτεροι, αλλά όπως είναι
δομημένο το σύστημά μας, μη νομίσεις ότι όσοι δεν είναι πρώτοι υποφέρουν και
νιώθουν μειονεκτικά. Το αντίθετο μάλιστα, οι καλύτεροι παρακινούν τους
υπόλοιπους προς τα πάνω και ο καθένας, με τη βοήθεια φυσικά των δασκάλων
μας, προσπαθεί να ξεπεράσει τον εαυτό του, αντί να απογοητευτεί και να πέσει
στην αδράνεια.
Μετά το βασικό μάθημα, οι πιο αδύναμοι έχουν ενισχυτική διδασκαλία και
ψυχολογική στήριξη, γι’ αυτό και οι πρώτοι μαθητές κάθε τόσο εναλλάσσονται.
Με αυτόν τον τρόπο δίνουμε ίσες ευκαιρίες σε όλους και παράλληλα διατηρούμε
την κοινωνική συνοχή μας, σαν μαθητές αλλά και σαν κοινωνία, νομίζω.
Η παιδεία είναι εντελώς δωρεάν μέχρι και την αποφοίτηση από το Πανεπιστήμιο
ή το Πολυτεχνείο. Πρόσφατα ήρθαν στο σχολείο μας δάσκαλοι από άλλες χώρες
για να μελετήσουν το σύστημά μας και μας είπαν πως έμειναν έκπληκτοι, γιατί
δεν είδαν κανένα γκράφιτι στο σχολείο μας.
Λένε μάλιστα πως στα σχολεία μας στη Φινλανδία η σχολική βία είναι
ανύπαρκτη, σε βαθμό… ανησυχητικό.
Δεν γνωρίζω αν αυτό είναι τόσο κακό, ίσως όμως αυτό να εξηγεί γιατί είμαστε
σε διακοπές στη Ρόδο, «ξεσαλώνουμε» λίγο, όπως είδα το καλοκαίρι, και «τα
τσούζουμε» ακόμη περισσότερο.
Το ότι είμαστε στο ίδιο σχολείο παιδιά από τόσο διαφορετικά κοινωνικά
στρώματα, νομίζω πως μας βοηθάει στο να μαθαίνουμε να σεβόμαστε και να
εκτιμάμε ο ένας τον άλλον ανεξάρτητα από το πόσα λεφτά έχει ο μπαμπάς,
ανεξάρτητα από τις πνευματικές και σωματικές αναπηρίες ή από το τι χρώμα
έχει η επιδερμίδα μας.

Αγαπάμε ό,τι κάνουμε
Αυτό μας βοηθάει πολύ και στην επιλογή του επαγγέλματος. Σύμφωνα με μια
έρευνα που δημοσιεύτηκε πρόσφατα, «οι περισσότεροι δεκάχρονοι συμμαθητές μου
πιστεύουν ότι το καλύτερο επάγγελμα, είναι αυτό που τους αρέσει, που το
κάνουν με το κέφι και όρεξη, όπου μπορούν να γνωρίσουν ενδιαφέροντες
ανθρώπους και να έχουν τη δυνατότητα να πάνε διακοπές όπου τους αρέσει. Το
πόσα λεφτά θα βγάζουν είναι σημαντικό αλλά όχι το σημαντικότερο κίνητρο».
Αυτό μπορεί να εξηγεί και το ότι, αν ακούσεις, η Φινλανδία είναι η χώρα με
το χαμηλότερο δείκτη διαφθοράς στον κόσμο. Οι δάσκαλοί μας παίρνουν πολύ
λιγότερα λεφτά από τους Γερμανούς και τους Γάλλους, δεν έχουν το καλύτερο
αυτοκίνητο, αλλά όμως αυτό δεν τους εμποδίζει να αγαπούν αυτό που κάνουν.
Νομίζω πως η κακή παιδεία και διαφθορά πάνε χέρι- χέρι.
Εδώ θα πρέπει να σου πω ότι το αγαπημένο σύνθημα του διευθυντή μας Βαατάινεν
είναι: «Προτιμάω έναν ευτυχισμένο οδοκαθαριστή από έναν νευρωτικό
ακαδημαϊκό»
Τον αγαπάμε πολύ γιατί δεν κάνει καμία διάκριση και είναι προστατευτικός και
φιλικός σε όλους.
Συνεχώς μας μιλάει για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη σας που έλεγαν πως: «η
μάθηση καλλιεργείται καλύτερα εκεί όπου βρίσκει σταθερό συναισθηματικό
έδαφος, διότι δεν είναι κάτι, που εισάγεται στον ανθρώπινο νου μόνο με την
εξωτερική διαδικασία της διδασκαλίας (επανάληψη και μίμηση). Αλλά είναι μία
εσωτερική διεργασία ίδιας και εμπειρικής ανακάλυψης, που χωρίς την αμοιβαία
βούληση δε μεταδίδεται».

Μια ημέρα μου
Τώρα θα σου περιγράψω πως περνάω την ημέρα μου. Στις 8 αρχίζει το σχολείο
μέσα στην τάξη και χωρίς συγκεντρώσεις στο προαύλιο, όπου μέσω ηχείων ακούμε
μια εισαγωγική ομιλία αν πρόκειται για κάποια επέτειο, αλλά συνήθως ακούμε
μόνο λίγη μουσική για περισυλλογή και ψυχολογική προετοιμασία για το μάθημα.
Κάθε μαθητής κάθεται σε ένα θρανίο – τραπεζάκι, που δεν είναι πάντα το ίδιο,
επειδή σε εμάς δεν αλλάζουν αίθουσα οι δάσκαλοι αλλά οι μαθητές.

Κάθε δάσκαλος έχει τη δική του αίθουσα και νομίζω πως είναι σωστό, διότι
εκεί μέσα έχει τα προσωπικά του αντικείμενα, βιβλία και ό,τι άλλο χρειάζεται
για το μάθημά του. Κάθε τάξη έχει επιδιασκόπιο, ραδιόφωνο, τηλεόραση, βίντεο
και έναν Η/Υ συνδεδεμένο με το Διαδίκτυο.

Ο δάσκαλος υποδέχεται τα παιδιά στην τάξη του σαν οικοδεσπότης. Όποιος θέλει
μπορεί να ζητήσει ακουστικά και μάλιστα ο καθηγητής μου των λατινικών έχει
στην τάξη του και έναν οικιακό κινηματογράφο.
Για τις γλώσσες έχουμε ένα εργαστήριο γλωσσών, για τη βιολογία ένα ειδικό
εργαστήριο κ.λπ.
Στον δάσκαλο μιλάμε πάντοτε στον ενικό και αν έχουμε κάποιο πρόβλημα
φωνάζουμε «hei ope» που σημαίνει «ε δάσκαλε» και έρχεται ο δάσκαλος να μας
βοηθήσει.
Αν κάποιος δεν ξέρει κάτι ή δεν έχει λύσει κάποιο πρόβλημα, δε σημαίνει
απολύτως τίποτα. Η φιλοσοφία μας είναι πως κάθε μαθητής είναι υπεύθυνος για
τη μάθηση του. Ο δάσκαλος είναι υποχρεωμένος να του κάνει ενισχυτικά
μαθήματα τις απογευματινές ώρες. Αν κάποιος μαθητής ήταν άρρωστος ή πήγε
μερικές ημέρες με τους γονείς του διακοπές, ο δάσκαλος υποχρεούται να του
αναπληρώσει τις ώρες με ενισχυτική διδασκαλία.
Παρότι θεωρούμε ότι ο μαθητής μαθαίνει μόνο γιατί το επιθυμεί ο ίδιος,
υπάρχουν κάπου – κάπου μικρά τεστ αλλά περισσότερο για κίνητρο υποκίνησης.
Κάθε μάθημα κρατάει 45 λεπτά και ακολουθεί ένα διάλειμμα ενός τετάρτου.
Στις 11.45 και για μισή ώρα υπάρχει φαγητό, στο εστιατόριο φυσικά και όχι
μέσα στις τάξεις. Δευτέρα και Παρασκευή το σχολείο τελειώνει στις 14.00,
εκτός κι αν κάποιος θέλει να κάνει κάτι δημιουργικό μέσα στο σχολείο, όπως
π.χ. σπορ ή κάτι άλλο. Τις άλλες ημέρες το σχολείο τελειώνει στις 16.00.

Στο Λύκειο, όπως σου έγραψα, μετά από 5 εβδομάδες σχολείο, υπάρχει μια
εβδομάδα εξετάσεων σε έξι μαθήματα. Αν κάποιος δεν επέλεξε κάποιο μάθημα,
την ημέρα εκείνη είναι ελεύθερος. Για τα τεστ δεν υπάρχει συγκεκριμένος
χρόνος. Όποιος τελειώσει πάει στο σπίτι του. Οι καθηγητές, συνήθως δεν
επιτηρούν καθόλου αλλά κανείς μας δεν διανοείται να μιλήσει ή να αντιγράψει
γιατί θεωρείται μεγάλη ντροπή. Αν κάποιος δεν είναι ευχαριστημένος με τη
βαθμολογία μπορεί να ζητήσει να μη ληφθεί υπόψη και να την επαναλάβει μετά
από μερικές εβδομάδες. Μετά την εβδομάδα των τεστ παίρνουμε τα πιστοποιητικά
επιδόσεων.
Το τι κάναμε σε όλη τη διάρκεια των 5 εβδομάδων δεν είναι και τόσο
σημαντικό. Μετά το σχολείο πηγαίνω στο σπίτι, συνήθως χωρίς την τσάντα μου,
αφού εκεί θα κάνω εντελώς διαφορετικά πράγματα από αυτά που έκανα στο
σχολείο. Θα ασχοληθώ με άλλα πράγματα που μου αρέσουν επίσης, χωρίς αυτό να
σημαίνει ότι δεν θα διαβάσω κάτι άλλο. Διαβάζουμε πάρα πολύ εξωσχολικά
βιβλία, γι’ αυτό και στην ανάγνωση βγήκαμε πρώτοι με απόσταση από το
δεύτερο, ενώ εσείς όπως άκουσα πιάσατε «πάτο».

Υστερόγραφο
Όπως θα κατάλαβες, η επιτυχία μας είναι ένας συνδυασμός πολλών παραγόντων.
Όπως μας λέει και ο δάσκαλος μας, ο Καουρισμάκι, «η εκπαίδευση δε γίνεται
ποτέ μέσα σε ένα πολιτικό και- πολιτισμικό κενό. Είναι συστατικό κομμάτι του
συνόλου της κοινωνίας, όπου δάσκαλοι, γονείς, μαθητές και πολιτεία συμβάλουν
κατά τον ίδιο βαθμό». Η δασκάλα μας μάλιστα, η Κεκόνεν, μας λέει ότι
«συμμετοχή στην παιδεία μας έχουν η οικογένεια και η γειτονιά, το κοινωνικό
περιβάλλον, δηλαδή η κοινωνία με τις αξίες και τα πρότυπα της, ο δεδομένος
χώρος και χρόνος, οι ανθρώπινες σχέσεις, οι νόμοι και τα ΜΜΕ με τις απόψεις
και εικόνες που μεταδίδουν».
Γι’ αυτό πιστεύω ότι είναι κάτι που δεν αντιγράφεται από κάποιους ειδικούς.
Μάλλον θα πρέπει να ανοίξετε έναν πανεθνικό διάλογο, όπου θα συμμετέχουν
όλοι και φυσικά κι εσείς τα παιδιά και όχι μόνο κάποιοι «ειδικοί». Το
σημειώνω, γιατί άκουσα ότι θα έρθουν στο σχολείο μας κάποιοι «ειδικοί» από
την Ελλάδα για να μελετήσουν το σύστημα μας. Φοβάμαι ότι θα δουν ό,τι τους
βολεύει.
Χωρίς την κινητοποίηση και τη βούληση ολόκληρης της κοινωνίας σας, δεν
νομίζω πως θα πετύχετε κάτι. Νομίζω πως το σύστημα μας είναι πολύ απλό, τόσο
απλό, που μόνο άνθρωποι δημιουργικοί ή παιδιά μπορούν ποτέ να το φανταστούν
και να το εφαρμόσουν και όχι γραφειοκράτες που θα στείλετε να το μελετήσουν.

Πρόσφατα, μαζί με τους γονείς μου παρακολουθήσαμε μια μαγνητοφωνημένη Ομιλία
στη βιβλιοθήκη του σχολείου μας από ένα καθηγητή από το ΜΙΤ της
Μασαχουσέτης, τον Symour Papert, ο οποίος μας είπε:
«Όλα τα συστήματα είναι κουτά. Εμείς νομίζουμε ότι τα συστήματα είναι
έξυπνα. Πολύ σπάνια όμως τα συστήματα μπορούν να δουν αυτό που συμβαίνει
κάτω από τη μύτη τους. Ένα σύστημα, από τη στιγμή που μπαίνει στη λογική της
συντήρησης, από τη στιγμή που εναντιώνεται στο άνοιγμα του μυαλού και στην
ιδέα της αλλαγής, αρέσκεται να πιστεύει στην ίδια του την προπαγάνδα, στις
ιστορίες που ουσιαστικά μόνο του δημιουργεί… Μια κραταιά γραφειοκρατία
μπορεί να έχει όλες τις πληροφορίες αλλά λόγω έλλειψης ευελιξίας και καθαρής
σκέψης να μην μπορεί να αντιδράσει και να καθορίσει τα γεγονότα».
Νομίζω πως θα συμφωνήσεις, γι’ αυτό και στο σχολείο μας οι γονείς μας
συμμετέχουν ενεργά στην αξιολόγηση πρόσληψης του διευθυντή αλλά και των
καθηγητών. Αν δε συμμετέχουν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι για να συναποφασίσουν
για το ποιοι θα αναλάβουν το έργο εκπαίδευσης των παιδιών τους, ποιος θα το
κάνει καλύτερα και χωρίς σκοπιμότητες;

Είμαι πολύ περίεργος να μάθω πως είναι το δικό σας σύστημα και πως περνάτε
την ημέρα σας.

Με ρώτησες πόσο έχει σ’ εμάς το τελευταίο μοντέλο της NOKIA, και το Touareg
της VW, ειλικρινά δεν ξέρω γιατί δεν έχω κινητό και ο μπαμπάς μου έχει ένα
παλιό τζιπ, διότι εμείς στη Φινλανδία έχουμε χιλιάδες χιλιόμετρα
χωματόδρομων. Πάντως, το καλοκαίρι που ήμουν στη Ρόδο, είδα πολλά πανάκριβα
τζιπ και σκέφτηκα πως μάλλον θα τα χρειάζονται για να πηγαίνουν για σαφάρι
στη Σαχάρα, διότι το νησί δεν έχει και τόσους πολλούς δρόμους.

Λοιπόν φίλε μου, «Kiitos» (ευχαριστώ) για το σήμα του «Ολυμπιακού» που μου
έστειλες, της αγαπημένης σου ομάδας όπως μου λες, δυστυχώς δεν την γνωρίζω.
Ελπίζω με αυτό να μη σε στενοχώρησα, αλλά οφείλω να σου πω, πως με το
ποδόσφαιρο δεν τα πάω και τόσο καλά.
Στον ελεύθερο χρόνο μου προτιμάω να πάω στη βιβλιοθήκη της γειτονιάς μου, να
σερφάρω λίγο στο Ιντερνέτ, να πάω για σκι ή πατινάζ στον πάγο με τους φίλους
μου και τις λίγες ώρες την εβδομάδα που βλέπω τηλεόραση, προτιμάω να δω
κανένα ντοκιμαντέρ για την ιστορία σας και άλλες μακρινές χώρες, που δεν έχω
πάει. Όπως άκουσα, σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο, είμαστε η χώρα με τη
χαμηλότερη τηλεθέαση στην Ευρώπη. Ξέχασα, δε, να σου πω ότι εκτός της
σχολικής, σε κάθε γειτονιά μας υπάρχει μια δημόσια βιβλιοθήκη και δεν
υπάρχει μαθητής που να μην έχει μια δανειστική ταυτότητα βιβλίων ή σύνδεση
με το ιντερνέτ.
Φίλε μου, σου εύχομαι καλή επιτυχία και κουράγιο. Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν
υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να μπορούσε να επιλέξει το τόπο γέννησης
του.
Φιλικά, Markus Bootsarb

Με εκτίμηση
Δημητράς Π. Τσαμπίκος

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Απριλίου 2011

Θράκη

Στις Μέτρες της Θράκης, τα παιδιά φτιάχνουν το ομοίωμα του Ιούδα και το περιφέρουν στα σπίτια, ζητώντας κλαδιά για να τον κάψουν την επομένη στον Επιτάφιο. Τη Μεγάλη Παρασκευή η πομπή του Επιταφίου σταματά έξω από ένα παρεκκλήσι, εκεί όπου βρίσκεται έτοιμη η φωτιά για να καεί ο Ιούδας. Τη στιγμή που ο ιερέας διαβάζει το Ευαγγέλιο ανάβουν τη φωτιά και καίνε το ομοίωμα. Αργότερα θα πάρουν μια χούφτα από εκείνη τη στάχτη και θα τη ρίξουν στα μνήματα.

Μακεδονία

Στη Θάσο στην Κοινότητα Λιμεναρίων διατηρείται το πανάρχαιο έθιμο «Για βρέξ Απρίλη μ», που γιορτάζεται την Τρίτη του Πάσχα. Συγκροτήματα απ όλη την Ελλάδα χορεύουν δημοτικούς χορούς.

Στην Ιερισσό της Χαλκιδικής έχουν το έθιμο «Του μαύρου νιου τ αλώνι», που γιορτάζεται την Τρίτη του Πάσχα. Μετά την επιμνημόσυνη δέηση και την εκφώνηση του πανηγυρικού, οι γεροντότεροι αρχίζουν τον χορό. Σιγά-σιγά πιάνονται όλοι οι κάτοικοι και συχνά ο χορός έχει μήκος τετρακόσια μέτρα. Τραγουδούν και χορεύουν όλα τα Πασχαλινά τραγούδια και τελειώνουν με τον «Καγκέλευτο» χορό, που είναι η αναπαράσταση της σφαγής 400 Ιερισσιωτών από τους Τούρκους, κατά την επανάσταση του 1821. Ο χορός περνά κάτω από δάφνινη αψίδα όπου υπάρχουν δύο παλικάρια με υψωμένα σπαθιά και στη μέση του τραγουδιού διπλώνεται στα δύο με τους χορευτές να περνούν ο ένας απέναντι από τον άλλο για τον τελευταίο χαιρετισμό. Κατά την διάρκεια της γιορτής μοιράζεται, καφές που βράζει σε μεγάλο καζάνι «ζωγραφίτικος», τσουρέκια και αυγά.

Στο Λιτόχωρο Πιερίας την Μ.Πέμπτη το βράδυ στολίζονται οι επιτάφιοι που φτιάχνονται από ανύπαντρες κοπέλες, οι οποίες όλη την Σαρακοστή φτιάχνουν λουλούδια από ύφασμα. Την Μ. Παρασκευή το βράδυ γίνεται στο παζάρι η συνάντηση των Επιταφίων που συνοδεύονται από χορωδίες Λιτοχωριτών.

Κεντρική Ελλάδα

Στην Αράχωβα, ανήμερα του Πάσχα ξεκινάει η περιφορά της Εικόνας του Αγίου Γεωργίου την οποία συνοδεύουν περί τα 500 άτομα ντυμένα με παραδοσιακές φορεσιές. Την επομένη πραγματοποιείται αγώνας δρόμου των γερόντων (ανηφορικός δρόμος), οι οποίοι ξεκινούν από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και φτάνουν στο λόφο. Ακολουθούν χορευτικά συγκροτήματα και το απόγευμα χορεύουν γυναικείοι χορευτικοί σύλλογοι. Οι εκδηλώσεις συνεχίζονται με κλέφτικα αγωνίσματα, όπως το σήκωμα της πέτρας.

Στη Λιβαδειά, το πιο χαρακτηριστικό έθιμο της πόλης, είναι το γνωστό «Πάσχα της Λιβαδειάς», με τους νέους της πόλης να συμμετέχουν στο έθιμο του «λάκκου». Μετά την Ανάσταση και πριν ξημερώσει οι κάτοικοι ετοιμάζουν την φωτιά. Ένας, κάνοντας το σταυρό του, βάζει φωτιά στο σωρό με τη λαμπάδα της Αναστάσεως. Με ραντίσματα νερού και συχνό χτύπημα με ένα μακρύ ξύλο, η θράκα είναι έτοιμη για να ψηθούν τα αρνιά. Το γλέντι διαρκεί μέχρι το απόγευμα και συμπληρώνεται με τη συμμετοχή παραδοσιακών χορευτικών συγκροτημάτων και την καύση πυροτεχνημάτων.

Στο Αιτωλικό, την Μ.Παρασκευή πολλοί προσκυνητές επισκέπτονται το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπου βρίσκεται ο Επιτάφιος, ιστορικό κειμήλιο του 13ου-14ου αιώνα. Την Κυριακή του Πάσχα κάθε γειτονιά, είναι μία μεγάλη υπαίθρια ψησταριά, όπου ο χορός και το τραγούδι έχουν τον πρώτο λόγο, ενώ προσφέρονται κρασί και παραδοσιακοί μεζέδες δωρεάν.

Στη Ναύπακτο, το βράδυ της Μ.Παρασκευής, πλήθος κόσμου, ντόπιοι και επισκέπτες, ακολουθούν την περιφορά του Επιταφίου, σχηματίζοντας πομπές, οι οποίες διέρχονται από το λιμάνι, όπου είναι αναμμένες δάδες ειδικά τοποθετημένες στις τάπες του Κάστρου, γύρω από το λιμάνι. Στο μέσον της εισόδου του λιμανιού οι δάδες σχηματίζουν μεγάλο σταυρό, που φωταγωγεί ολόκληρο το λιμάνι παρουσιάζοντας μία φαντασμαγορική εικόνα. Το έθιμο συνδυάζει τη θρησκευτική μυσταγωγία με την ηρωική προσπάθεια του μπουρλοτιέρη Ανεμογιάννη να πυρπολήσει τη τουρκική ναυαρχίδα στο χώρο αυτό.

Πελοπόννησος

Στο Λεωνίδιο, το πιο εντυπωσιακό έθιμο της περιοχής είναι, όταν το βράδυ της Ανάστασης γεμίζει ο ουρανός από φωτεινά «αερόστατα», τα οποία ανυψώνονται από τους πιστούς κάθε ενορίας.

Στην Καλαμάτα, αναβιώνει ένα έθιμο, που πηγάζει από τους απελευθερωτικούς αγώνες του 1821, ο διαγωνισμός των «μπουλουκιών». Οι διαγωνιζόμενοι με παραδοσιακές ενδυμασίες και οπλισμένοι με σαΐτες, δηλαδή με χαρτονένιους σωλήνες γεμάτους μπαρούτι, επιδίδονται σε σαϊτοπόλεμο, στο γήπεδο του Μεσσηνιακού με τη συμμετοχή πλήθους κόσμου.

Κυκλάδες

Στην Κύθνο, το πιο επιβλητικό έθιμο του νησιού είναι αυτό της «Κούνιας». Την Κυριακή του Πάσχα, στην πλατεία του νησιού, στήνεται μία κούνια, στην οποία κουνιούνται αγόρια και κορίτσια ντυμένα με παραδοσιακές στολές. Αυτός ή αυτή που θα κουνήσει κάποιον, δεσμεύεται ενώπιον Θεού και ανθρώπων για γάμο. Το βράδυ του Μ.Σαββάτου επικρατεί το έθιμο του «συχώριου», δηλαδή όλοι όσοι έχουν πεθαμένους συγγενείς φέρνουν στην εκκλησία ψητά, κρασί και ψωμί, τα οποία έχει «διαβάσει» ο παπάς και τα προσφέρουν στους επισκέπτες και στους κατοίκους του νησιού.

Η Σύρος βιώνει με ιδιαίτερο τρόπο το Πάσχα. Οι δύο θρησκευτικές της κοινότητες, η Ορθόδοξη και η Καθολική, γιορτάζουν συγχρόνως τις μέρες του Πάσχα. Οι Επιτάφιοι των Καθολικών στην Ανω Σύρο ξεκινούν από τον ναό του Αγίου Γεωργίου. Στην Ερμούπολη ο επιτάφιος των Καθολικών ξεκινάει από τον Ιερό Ναό Ευαγγελιστών, οι επιτάφιοι των Ορθοδόξων, από τις ενορίες Αγίου Νικολάου, της Κοιμήσεως και τη Μητρόπολη της Μεταμορφώσεως. Κατά την περιφορά τους συναντώνται στην κεντρική πλατεία Μιαούλη, όπου γίνεται κατανυκτική δέηση.

Στην Πάρο, η περιφορά του Επιταφίου της Μάρπησσας, παρουσιάζει ενδιαφέρον καθώς κατά την διάρκειά της, γίνονται δεκαπέντε περίπου στάσεις. Σε κάθε στάση φωτίζεται και ένα σημείο του βουνού, όπου τα παιδιά ντυμένα Ρωμαίοι στρατιώτες ή μαθητές του Χριστού, αναπαριστούν σκηνές από την είσοδο στα Ιεροσόλυμα, την προσευχή στο Όρος των Ελαιών, το Μαρτύριο της Σταύρωσης και την Ανάσταση. Τα μεσάνυκτα του Μ. Σαββάτου, το νησί γεμίζει από φώτα και τον θόρυβο των αμέτρητων πυροτεχνημάτων.

Δωδεκάνησα

Στο νησί της Αποκάλυψης, την Πάτμο, επίκεντρο των τελετών και ακολουθιών αποτελεί ο «Νιπτήρας». Στολίζεται με λαμπρές βάγιες και ποικιλία ανοιξιάτικων λουλουδιών. Την Μ.Πέμπτη γίνεται αναπαράσταση του «Μυστικού Δείπνου» του Νιπτήρα σε κεντρική πλατεία της Χώρας. Το Μ. Σάββατο το βράδυ πριν από την Ανάσταση, το Ευαγγέλιο διαβάζεται σε ηρωικό εξάμετρο με κώντιο και την Κυριακή του Πάσχα, στο Μοναστήρι της Πάτμου γίνεται η δεύτερη Ανάσταση κατά την οποία το Αναστάσιμο Ευαγγέλιο διαβάζεται σε επτά γλώσσες και από τον ηγούμενο μοιράζονται κόκκινα αυγά στους πιστούς.

Στη Ρόδο, το Σάββατο του Λαζάρου, τα παιδιά γυρίζουν από πόρτα σε πόρτα και τραγουδούν τον «Λάζαρο», συγκεντρώνοντας χρήματα και αυγά για τους ιερείς. Παλαιότερα, κανένας γεωργός δεν πήγαινε στο χωράφι του να εργαστεί, γιατί όπως πίστευαν, ό,τι έπιαναν θα μαραινόταν. Επιτρεπόταν μόνο η συγκέντρωση ξερών κλαδιών για το άναμμα των φούρνων τη Μεγάλη Εβδομάδα για το ψήσιμο των κουλουριών. Του Λαζάρου, επίσης, σε όλα τα σπίτια οι νοικοκυρές φτιάχνουν στριφτά κουλουράκια, «τα Λαζαράκια», συμβολίζοντας με τον τρόπο αυτό το σώμα του Λαζάρου που ήταν τυλιγμένο στο σάβανο.

Στην Κω, ενώ οι μεγάλοι ασχολούνται με τις πασχαλινές δουλειές και τον εκκλησιασμό, τα παιδιά προετοιμάζονται για την Ανάσταση. Παίρνουν μεγάλα κλειδιά από εκείνα που είχαν οι παλιές κλειδαριές, δένουν με ένα σχοινί το κλειδί με μπαρούτι και βάζουν το καρφί στην τρύπα του κλειδιού, το βράδυ της Ανάστασης το χτυπούν δυνατά στον τοίχο για να εκπυρσοκροτήσει. Αλλοι κόβουν μακριές λωρίδες χαρτιού, βάζουν στην άκρη της κάθε λωρίδας μπαρούτι και ένα φυτίλι, την τυλίγουν τριγωνικά, ώστε να προεξέχει το φυτίλι που το ανάβουν και από την ώρα που ο παπάς λεει το «Χριστός Ανέστη». Το πρωί του Μ. Σαββάτου, η εκκλησία στρώνεται με μικρά μοβ μυρωμένα λουλούδια του βουνού που λέγονται λαμπρές. Οι νοικοκυρές φτιάχνουν τις λαμπρόπιττες και το γεμιστό αρνί.

Στη Χίο, ο ρουκετοπόλεμος είναι ένα παλιό Βρονταδούσικο έθιμο που έχει τις ρίζες του στην τουρκική κατοχή. Αρχικά, οι κάτοικοι των ενοριών του Αγίου Μάρκου και της Παναγίας Ερειθιανής, εκκλησιών που βρίσκονται αντικριστά, έφτιαχναν αυτοσχέδια κανονάκια. Με το πέρασμα του χρόνου όμως αυτά εξελίχθηκαν σε αυτοσχέδιες ρουκέτες, βεγγαλικά, φτιαγμένα από νίτρο, θειάφι και μπαρούτι. Η προετοιμασία των ρουκετών αρχίζει μετά το Πάσχα για να είναι έτοιμες την επόμενη χρονιά. Οι ποσότητες, τα τελευταία χρόνια, φτάνουν στις μερικές χιλιάδες και το θέαμα που δημιουργείται από τις ρουκέτες που εκτοξεύονται στον ουρανό του Βροντάδου το βράδυ της Ανάστασης είναι φαντασμαγορικό. Τα τελευταία χρόνια έχουν ληφθεί μέτρα για την προστασία των παρευρισκομένων, έτσι ώστε να διασωθεί το έθιμο.

Επτάνησα

Στην Κέρκυρα, την Μ.Παρασκευή ξεκινά από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο Παλαιό Φρούριο, ο Επιβλητικός Επιτάφιος. Μέχρι της 9.30 το βράδυ, από κάθε εκκλησία βγαίνει ο Επιτάφιος με την απαραίτητη μπάντα της ενορίας, τις χορωδίες, τους πιστούς. Τελευταίος βγαίνει ο μεγαλοπρεπέστατος επιτάφιος της Μητρόπολης. Στις 9 το πρωί γίνεται η περιφορά του Επιταφίου της Εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα, καθώς το 1574 οι Βενετσιάνοι απαγόρευσαν στους ορθοδόξους την περιφορά του την Μ.Παρασκευή, και από τότε οι Κερκυραίοι πραγματοποιούν την περιφορά μαζί με το Σεπτό Σκήνωμα του Αγίου. Είναι η πιο παλιά και πιο κατανυκτική Λιτανεία που βγαίνει σε ανάμνηση του θαύματος του Αγίου, που έσωσε τον Κερκυραϊκό λαό από την σιτοδεία.

Στις 11 το πρωί του Μ. Σαββάτου ο κόσμος περιμένει την πρώτη Ανάσταση. Όταν τελειώνει η ακολουθία στη Μητρόπολη, χτυπούν οι καμπάνες των εκκλησιών και από τα παράθυρα των σπιτιών πέφτουν κατά χιλιάδες, πήλινα δοχεία (μπότιδες) στους δρόμους, με μεγάλο κρότο. Αυτό το έθιμο έχει τις ρίζες του στο χωρίον του Ευαγγελίου «Συ δε Κύριε Ανάστησόν με ίνα συντρίψω αυτούς ως σκεύη κεραμέως».

Ένα άλλο Κερκυραϊκό Πασχαλινό έθιμο που αναβιώνει είναι το «Μαστέλο» (βαρέλι). Στην «Pinia» και κάτω από την Μεταλλική Κουκουνάρα που κρέμεται ασάλευτη μαζεύονται οι Φακίνοι, οι αχθοφόροι της πόλης, οι Πινιαδώροι, οι οποίοι τοποθετούσαν στη μέση του πεζοδρομίου ένα ξύλινο βαρέλι. Το στόλιζαν με μυρτιές και βέρντε, του έβαζαν νερό και αυτοί σκορπισμένοι στο γύρο χώρο, παρακαλούσαν τους περαστικούς, που αυτή την ώρα ήταν πάρα πολλοί, να ρίξουν νομίσματα για ευχές στο νερό. Όταν πλησίαζε η ώρα της πρώτης Ανάστασης, οι Πηνιαδώροι σκορπισμένοι στην περιοχή της Πιάτσας κυνηγούσαν να βρουν κάποιον να τον ρίξουν στο βαρέλι. Αυτός μουσκίδι έβρεχε τον κόσμο γύρω του, ενώ περνούσαν οι μπάντες μας, παίζοντας το αλέγκρο μαρς «Μη φοβάστε Γραικοί». Στο τέλος έβγαινε ο βρεγμένος με γέλια και χαρές και έπαιρνε τα χρήματα που είχε το βαρέλι.

Το βράδυ του Μ. Σαββάτου γίνεται η Ανάσταση στην Ανω Πλατεία. Όλα τα παράθυρα των γύρω σπιτιών είναι ανοιχτά με κεράκια αναμμένα. Τα παράθυρα των μεγάλων εξαορόφων σπιτιών, μαζί με το καταπληκτικό θέμα των χιλιάδων κεριών και των πιστών που παρακολουθούν την τελετή της Ανάστασης στη μεγαλύτερη πλατεία της Ελλάδας, συνθέτουν μία μεγαλειώδη εικόνα. Η Αναστάσιμος Ακολουθία συνεχίζεται στον Ιερό Ναό της Αγίας Παρασκευής. Την Κυριακή του Πάσχα κάθε εκκλησία, όπως συμβαίνει και με τους Επιταφίους, βγάζει την Ανάσταση με φιλαρμονικές, σχολεία, προσκόπους και χορωδίες.

Στη Ζάκυνθο, η κατανυκτική ατμόσφαιρα και οι ιδιαιτερότητες του «Ζακυνθινού Πάσχα» με τα ιδιόμορφα «αντέτια» (έθιμα) το κάνουν να είναι ξεχωριστό. Το μεσημέρι της Μ.Παρασκευής, πλήθος πιστών συμμετέχει στην περιφορά του Εσταυρωμένου που διασχίζει όλη την πόλη. Στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου των Ξένων, η περιφορά του Επιταφίου, σύμφωνα με παμπάλαιο τοπικό έθιμο, γίνεται τις πρώτες πρωινές ώρες του Μ.Σαββάτου, ενώ με την ανατολή του ηλίου, ο Δεσπότης σηκώνει την Ανάσταση. Με το πρώτο χτύπημα της καμπάνας, ο Δεσπότης αφήνει ελεύθερα άσπρα περιστέρια ενώ από το καμπαναριό πετάνε στο δρόμο πήλινα δοχεία, όπως και όλοι οι κάτοικοι του νησιού από τα παράθυρά τους.

Στη Λευκάδα, το βράδυ της Μ.Παρασκευής γίνεται στον κεντρικό δρόμο της πόλης, με κατάληξη την παραδοσιακή, ενετική, κεντρική πλατεία, η περιφορά των Επιταφίων των ενοριών, συνοδεία Φιλαρμονικής. Το Μ.Σάββατο το πρωί, η Φιλαρμονική παίζει στους δρόμους της πόλης χαρούμενους σκοπούς, ενώ οι νοικοκυρές πετούν και σπάζουν έξω από τα σπίτια τους διάφορα πήλινα αγγεία.

Κρήτη

Πριν την ανάσταση, στις Γκαγκάλες Ηρακλείου, όλα τα παιδιά του χωριού μαζεύουν ξύλα και οτιδήποτε άλλο μπορεί να καεί και τα αφήνουν στο προαύλιο της εκκλησίας. Την παραμονή της Ανάστασης σχηματίζουν ένα βουνό από τα ξύλα και στην κορυφή έχουν ένα σκιάχτρο με ένα παλιό κουστούμι που υποτίθεται ότι είναι ο Ιούδας και την ώρα που ο παπάς λεει το «Χριστός Ανέστη» βάζουν φωτιά και τον καίνε. Η νύχτα γίνεται μέρα από τα πυροτεχνήματα, η καμπάνα του χωριού χτυπά συνεχώς και οι παλιότεροι λένε ότι όταν αυτοί ήταν μικροί δεν άφηναν για τρία μερόνυχτα την καμπάνα.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Απριλίου 2011

Μαρία Ανδρεάδου στις 8 Απριλίου 2011

Ἀπὸ τὰ «Φωτερὰ Σκοτάδια»

Ὦ θαλασσοθεμέλιωτα καὶ ἡλιόσκεπα παλάτια,
Χτισμένα ἀπὸ τὰ σύννεφα τῆς θερινῆς βραδιᾶς,

«Δὲν θέλω τοῦ κισσοῦ τὸ πλάνο ψήλωμα
σὲ ξένα ἀναστυλώματα δεμένο
ἂς εἶμαι ἕνα καλάμι, ἕνα χαμόδεντρο,
μὰ ὅσο ἀνεβαίνω, μόνος ν᾿ ἀνεβαίνω.
Δὲν θέλω τοῦ γιαλοῦ τὸ λαμποφέγγισμα
ποὺ δείχνεται ἄσπρο μὲ τοῦ ἥλιου τὴ χάρη
θέλω νὰ δίνω φῶς ἀπὸ τὴ φλόγα μου
κι ἂς εἶμαι ἕνα ταπεινὸ λυχνάρι»

Γ.Δροσίνης