Διαβάσαμε
Γιορτή Παραμυθιών.. με θαλασσινή αύρα στην Κέα!
Για 9η συνεχή χρονιά, η Γιορτή Παραμυθιών στην Κέα, περιμένει πότε το χάδι της καλοκαιρινής αύρας θα μπερδευτεί γλυκά με το χάδι του παραμυθένιου λόγου που μαγεύει και μεταμορφώνει…
Φέτος το θέμα της Γιορτής είναι η «Θάλασσα». Το θαλασσινό στοιχείο, τόσο καίριο για τη ζωή του Έλληνα, πιάνει απ’ το χέρι τα παραμύθια και ταξιδεύει πέρα από σύνορα. Κι οι ιστορίες, σαν κύματα φεύγουν κι έρχονται «αφρισμένη απόκριση στ’ αυτιά των κοχυλιών»… Για δέκα μέρες θα μας ταξιδεύουν ιστορίες για γοργόνες και ναυτικούς, για στοιχειά της θάλασσας, ψάρια και δελφίνια, για ψαράδες και θαλασσινούς θεούς, ναυάγια και θησαυρούς του βυθού, για κουρσάρους και θαλασσινές σπηλιές, για νησιά ξεχασμένα και φάρους στην άκρη του κόσμου…
Η Γιορτή θα διαρκέσει από τις 2 έως τις 10 Ιουλίου, ωστόσο η επίσημη έναρξή της θα γίνει μια βδομάδα νωρίτερα, το Κυριακή 26 Ιουνίου, με αφηγήσεις, ομιλίες και άλλα δρώμενα ενώ και το Σάββατο 25 Ιουνίου, γύρω από τις αναμμένες φωτιές του Κλήδονα θα ακουστούν ευτράπελες ιστορίες. Τη Γιορτή θα πλαισιώνουν ομιλίες, σεμινάρια, εκθέσεις ζωγραφικής, εργαστήρια, βίντεο, μουσικές, χορός… Μα πάνω απ’ όλα οι θαλασσινές ιστορίες θα μας οδηγήσουν στα μυστικά μονοπάτια τους για να γίνουν οι ίδιες «μια θάλασσα ετοιμόγεννη με χίλια δυο καράβια, με κύματα που χίλιες δυο φορές κινάν και πάνε σ’ αμύριστες ακρογιαλιές…»
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα πρεζάκι στη φυλακή.
Μπήκε εκεί επειδή ήταν ένα βήμα όπως υποστηρίχθηκε πριν το γκρεμό. Έπειτα από 7 χρόνια κράτησης το πρεζάκι βγήκε από τη φυλακή. Η έξοδος του ήταν πανηγυρική και συνοδευόταν από χαρές και πανηγύρια. Οι δικηγόροι που τον έβγαλαν ήταν και εκείνοι χαρούμενοι. Το γέλιο μερικών όμως έκρυβε μια χαρά διαφορετική από εκείνη του μόλις αποφυλακισμένου.
Τα πρώτα χρόνια μετά την αποφυλάκιση ήταν χρόνια ένταξης στο νέο περιβάλλον. Άρχισε να γνωρίζει πράγματα καινούρια, ξένα προς αυτόν. Άρχισε να αγαπά πράγματα που μέχρι χθες δεν ήξερε, πράγματα ξένα προς αυτόν. Άρχισε να υιοθετεί πράγματα που αγνοούσε, πράγματα ξένα. Τετράγωνα κουτιά που έδειχναν εικόνες, ρούχα φαντεζί από άλλες Πολιτείες, ξεχωριστοί τρόποι διασκέδασης. Ένας εκ βαθέων διαφορετικός τρόπος ζωής. Ένα modus vivendi συνεχώς μεταβαλλόμενο. Έβλεπε γύρω του τον κόσμο να αλλάζει εμφάνιση και συμπεριφορές. Αλλιώς είχε συνηθίσει εκείνος πριν μπει στη φυλακή. Ο ελεύθερος πια άνθρωπος υιοθετούσε κάθε συμπεριφορά-διαβατήριο για αυτόν τον νέο κόσμο. Έτρεχε να φτάσει τις αλλαγές σαν τον γραφικό εκείνο κύριο με τη βαλίτσα που κυνηγά ένα τρένο που συνεχώς τρέχει. Δεν τον ενδιέφερε τι έχανε και τι του έπαιρναν στην πορεία, ήθελε απλά να φτάσει το τρένο. Φευ.
Τα χρόνια περνούσαν και οι δικηγόροι του ελεύθερου ετοίμαζαν το σχέδιο για μια νέα φυλακή. Μια φυλακή οξύμωρη. Μια φυλακή στην οποία ο ελεύθερος θα ήθελε να πάει ή τουλάχιστον δε θα εξέφραζε αντίρρηση. Το πρεζάκι δε θα καταλάβαινε τίποτα. Θα οδηγούνταν σιγά-σιγά εκεί. Θα τον έστελναν εκεί οι δόσεις. Δόσεις “χαράς” που θα χορηγούνταν από τους δικηγόρους του αλλά και από άλλους έμπορους, ξένους σ’ αυτόν. Κι αυτοί ξένοι είχαν μια χαρά περίεργη, διαφορετική από εκείνη των δικηγόρων.
Κάθε λίγο οι ξένοι έμποροι έδιναν τις δόσεις στους δικηγόρους κι εκείνοι στο πρεζάκι και ήταν όλοι χαρούμενοι. Το πρεζάκι χαμογελούσε γιατί με αυτές τις δόσεις “ευεξίας” περνούσε όμορφα, είχε πολλά να δώσει. Κι έδινε περισσότερα. Έτσι έμαθε από τη μέρα που βγήκε από τη φυλακή. Να δίνει περισσότερα από όσα έχει και να παίρνει περισσότερα από όσα χρειάζεται. Ζούσε λοιπόν το δικό του παραμύθι. Ένα παραμύθι που όμως είχε συγγραφέα ξένο.
Οι δικηγόροι ήταν επίσης χαρούμενοι. Από τις δόσεις που έστελναν οι ξένοι συνεργάτες τους για το πρεζάκι, “κάτι” περίσσευε και για αυτούς. Ήταν επίσης χαρούμενοι γιατί το πρεζάκι τους αγαπούσε και τους στήριζε. Και την αγάπη αυτήν την εκδήλωνε κάθε τόσο. Οι δικηγόροι έτρωγαν, έπιναν, γελούσαν…βασιλικότεροι του βασιλέως. Και γιατί να μην χαμογελούσαν; Το πρεζάκι ήταν απορροφημένο στα νέα του ενδιαφέροντα. Σημασία δεν έδινε στο τι μαγείρευαν αυτοί. Τι κι αν άλλαζαν κατά καιρούς οι δικηγόροι, η τακτική πάντα ίδια.
Ήρθαν όμως οι καιροί που οι δόσεις φανέρωσαν τις παρενέργειες τους. Ασθένειες χτύπησαν το πρεζάκι. Ασθένειες περίεργες που ξεκίνησαν από την άλλη άκρη του ατλαντικού για να έρθουν να κορυφωθούν στο πρεζάκι σαν ολόκληρός ο πλανήτης να έπαιζε εναντίον του ένα παιχνίδι με καθορισμένη πορεία και τέλος. Το πρεζάκι άρχισε να λησμονεί τις δόσεις ευεξίας που έπαιρνε. Πολύ αργά. Η κατάσταση έδειχνε μη αναστρέψιμη. Οι δικηγόροι τότε αποφάσισαν να ζητήσουν από τους ξένους, έμπορους των δόσεων, να τους σώσουν. Το πρεζάκι περίμενε, υπόμενε και ανεχόταν. Η ασθένεια του όμως βαρεία.
Είχε ξαναπέσει στο βούρκο των ουσιών. Ήθελε απεγνωσμένα τη δόση του. Ο οργανισμός του θα κατέρρεε. Δεν είχε λεφτά να την εξασφαλίσει. Πούλησε την όποια κληρονομιά εξασφάλισε από τους παππούδες του, την περιουσία του ακόμα και τη γη του. Θα πέθαινε αν δεν έπαιρνε άλλη μία δόση. Οι ξένοι έμποροι ως σωτήρες θα του την έδιναν. Πράγματι θα ανακούφιζε το πρεζάκι όμως γνώριζαν πως θα ήταν και το Κύκνειο Άσμα του. Μετά δε θα υπήρχε γυρισμός. Η δόση θα έθετε την ταφόπλακα στο πρεζάκι. Θα τον ανακούφιζε πριν τον αποτελειώσει. Θα τον εξόντωνε ολοκληρώνοντας ένα σχέδιο ολοκληρωτικής καταστροφής που τόσο έντεχνα είχε στηθεί. Αυτό ήθελαν όλοι εξ’ αρχής. Ένα πρεζάκι λιγότερο. Έτσι του έδωσαν την τελευταία του δόση, την υπ’ αριθμόν 5 δόση.
Και ζήσανε ΑΥΤΟΙ καλά – και εμείς θα επιβιώσουμε.
του Πέτρου Τερζή
Η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος σας καλωσορίζει στην ψηφιακή συλλογή e-φημερίς. Το e-φημερίς αποτελεί ένα μεγαλόπνοο project ψηφιοποίησης των συλλογών των εφημερίδων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος.
Αυτή την στιγμή διαθέτουμε στο Internet μια τεράστια συλλογή αποτελούμενη από 220.006 σελίδες εφημερίδων όπου όλες είναι αναζητήσιμες με βάση τον τίτλο της εφημερίδας και την ημερομηνία έκδοσης. Και οι 220.006 σελίδες είναι αναζητήσιμες και με βάση το περιεχόμενο, ύστερα από διαδικασίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων που εφαρμόστηκαν (OCR). Επίσης στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ δίνεται η δυνατότητα αναζήτησης σε άρθρα από ένα σύνολο 944.361 άρθρων της συγκεκριμένης εφημερίδας ενώ στην εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ έχουν αποδελτιοποιηθεί 33.851 άρθρα τα οποία μπορούν να αναζητηθούν είτε με τον τίτλο του άρθου είτε με τον συγγραφέα.
Οι εφημερίδες παρέχονται σε pdf format και για την ανάγνωση των σελίδων θα πρέπει να έχετε εγκατεστημένο στον υπολογιστή σας το Acrobat Reader της Adobe.
|
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
…πρέπει να αρχίσει
ο «αγανακτισμένος» ρωμιός
Αναλογισθείτε ποιά ήταν τα θέματα, που απασχολούσαν τη θεοκρατούμενη Ρωμιοσύνη τις τελευταίες δεκαετίες: Να ξαναλειτουργήσει η θεολογική σχολή τής Χάλκης, να αναγνωριστεί η οικουμενικότητα τού πατριαρχείου, να μην ονομαστούν οι σκοπιανοί μακεδόνες, να αναγράφεται το θρήσκευμα στις ταυτότητες κι άλλα τέτοια φαιδρά. Παράλληλα με τούς ανόητους αυτούς «εθνικούς» του στόχους, ο ρωμιός δεν παρέλειπε να διασπαθίζει συνεχώς το δημόσιο χρήμα με οικονομικές καταχρήσεις, μίζες, ιερά σκάνδαλα με σάπια κοτόπουλα, βατοπέδια κ.λπ. κ.λπ., αλλά και να κατασπαταλάει τα ευρωπαϊκά πακέτα στήριξης σε εξοχικά σπίτια, ακριβά αυτοκίνητα, πισίνες, ταξίδια στο εξωτερικό κ.ά..
Δεν καταχράστηκαν χρήματα μόνο οι μεγάλοι τής άρχουσας τάξης (πολιτικάντηδες, ιεράρχες, μεγαλοεκδότες, δημοσιογράφοι κ.ά.). Πνιγμένοι στη διαφθορά, ο ένας ρωμιός έκλεβε τον άλλον. Έκλεβε στο ζύγι, στο συνεργείο, στο ταξίμετρο, στα τρόφιμα κ.λπ. κ.λπ. Παράλληλα, κούναγε πλαστικές σημαιούλες κάτω από τα μπαλκόνια των πολιτικάντηδων και συνωστιζόταν στα γραφεία τους, για να πετύχει κάποια ευνοϊκή μετάθεση τού κανακάρη του στο στρατό ή να διορίσει τα παιδιά του ή τα ανήψια του, χωρίς να έχουν τα απαραίτητα προσόντα, σε καμμιά ήσυχη θεσούλα στο δημόσιο.
Περήφανος για τη δήθεν αρχαιοελληνική καταγωγή του, ο βαθύτατα εθνικιστής και άφρων ρωμιός, δάκρυσε από χαρά, όταν ανέλαβε τούς Ολυμπιακούς Αγώνες με κόστος όμως, πολλαπλάσιο από τούς προηγούμενους των χαζοαμερικάνων.
Έτσι, ύστερα από τριάντα χρόνια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αντί η Ελλάδα να είναι αυτή τη στιγμή πρότυπο ανάπτυξης στα Βαλκάνια, «κατάφερε» -για μια ακόμα φορά- να χρεωκοπήσει. Ο ρωμιός όμως, αντί να κάνει την αυτοκριτική του, να διδαχθεί από τα λάθη του και να μην τα επαναλάβει στο μέλλον, έχει αγανακτήσει. Σημειωτέον, ότι η αγανάκτηση αυτή προέκυψε, μόλις ήρθε η ώρα «να γίνει ταμείο». Όσο δεν γινόταν ταμείο, παρέμενε βολεμένος κατασπαταλώντας τούς πόρους και δεν αγανακτούσε. Επί πλέον, δεν αγανάκτησε με τον εαυτό του, τον κύριο υπεύθυνο για το σημερινά του χάλια, αλλά με κάποιους άλλους.
Ίδιον τού βλακός είναι η έλλειψη αυτογνωσίας, να μεταθέτει δηλαδή τις ευθύνες για τα παθήματά του στούς άλλους. Τού ρωμιού μέχρι τώρα, τη μια τού έφταιγαν οι αμερικάνοι, την άλλη οι εβραίοι, οι τούρκοι, οι σκοπιανοί, οι ρώσοι, ο Κίσσινγκερ, η CIA, η ΚGB, ο Σόρος κ.λπ. κ.λπ.. Ποτέ του δεν έφταιξε ο ίδιος. Η αυτοκριτική βλέπετε, είναι δύσκολη υπόθεση, προϋποθέτει εξ άλλου παιδεία. Ποιό είναι το εύκολο λοιπόν; Να βγαίνει στην πλατεία και να φωνάζει αγανακτισμένος μεταθέτοντας και πάλι τις ευθύνες για την κατάντια του, αυτή τη φορά στη Μέρκελ, στο ΔΝΤ και στούς εγχώριους πολιτικάντηδες, τούς οποίους όμως, ο ίδιος ψήφισε (κάθε λαός εξ άλλου, έχει τούς πολιτικούς, που τού αξίζουν).
Ας πάρουμε όμως, τα πράγματα από την αρχή.
Όλα ξεκίνησαν πολύ πρόσφατα από τον αραβικό κόσμο. Ιράν (εκεί ουσιαστικά ξεκίνησε), Τυνησία, Αίγυπτο, Συρία κ.ά.. Μαζικές διαδηλώσεις, που εξελίχθηκαν γρήγορα σε βία, αιματοχυσίες, καταστολή, σφαγές, ανατροπές κυβερνήσεων. Οι διοργανωτές άγνωστοι. Κάποιοι είπαν ο λαός με μέσα το Facebook και το Twitter. Οι δυτικοί σταυροφόροι εξουσιαστές οσμίστηκαν πετρέλαιο και άλλα κέρδη, επωφελήθηκαν από την οργή των «αγανακτισμένων» αράβων και βρήκαν την ευκαιρία να πατήσουν την μπότα τους σε ξένα εδάφη για άλλη μία φορά, σε μία καινούργια ευρωπαϊκή σταυροφορία ενάντια στην Λιβύη τού κακού μουσουλμάνου Καντάφι. Ίσως λοιπόν να μην είναι τόσο εύκολο να βρούμε τούς διοργανωτές αυτής τής εξέγερσης, που άρχισε στον αραβικό κόσμο. Από την αρχή των γεγονότων στο Ιράν, το καθεστώς είχε δηλώσει, ότι πίσω από την επανάσταση, που γινόταν εκεί, βρισκόταν η Δύση!
Οι παπαγάλοι δημοσιογράφοι πάντως, έσπευσαν να διασπείρουν φόβους, ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να καεί από το κύμα αυτό των διαδηλώσεων. Όπως αναμενόταν, η φωτιά άναψε στην Ισπανία των πέντε εκατομμυρίων ανέργων (περίπου οι μισοί είναι νέοι). Μαζικές διαδηλώσεις ξεκίνησαν από την κεντρική πλατεία Puerta del Sol τής Μαδρίτης την 15η Μαΐου και σαν πυρκαγιά απλώθηκαν σε άλλες 150 ισπανικές πόλεις με αφορμή τις τοπικές και περιφερειακές εκλογές τής Κυριακής 22ας Μαΐου, πάλι μέσω Facebook και Twitter.
Η σπίθα μεταπήδησε γρήγορα και στη χώρα μας, όπου κάποια πανώ στην πλατεία τής Μαδρίτης, προέτρεπαν τούς ισπανούς διαδηλωτές να διαδηλώνουν σιγά, «για να μην ξυπνήσουν τούς έλληνες, που κοιμούνταν». Τα Facebook και Twitter ήταν πάλι παρόντα, όπου κυρίως το πρώτο προέτρεπε και οργάνωνε τις συγκεντρώσεις. Σύνταγμα, Λευκός Πύργος, Πάτρα και πολλές ακόμα πόλεις. Το κίνημα των «αγανακτισμένων» τής Μ-15 (15ης Μαίου) είχε και νονό, αφού ταυτίστηκε με το περιεχόμενο τού βιβλίου τού γάλλου συγγραφέα Stephane Hessel, που έφερε τον τίτλο «Αγανακτήστε!». Πρώην αντιστασιακός, διπλωμάτης και ποιητής, ο Stephane Hessel έγραψε το 2010, σε ηλικία 93 χρόνων, ένα μανιφέστο, που πουλήθηκε σε 1,5 εκατομμύριο αντίτυπα μόνο στη Γαλλία, στο οποίο καλούσε τούς Γάλλους σε μία ειρηνική επανάσταση.
Η πιο αγνή σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις είναι η νεολαία, ίσως η μόνη, που δικαιούται να μιλάει, για το χάλι, που κληρονομεί και στο οποίο θα αναγκαστεί να ζήσει. Ακόμα και τα νέα παιδιά όμως, έχουν ήδη υποστεί την πλύση εγκεφάλου με εθνικισμούς, θεοκρατίες κ.λπ. από το εκπαιδευτικό σύστημα τής Ρωμιοσύνης,κι είναι έτσι πολύ ευάλωτα σε κάθε είδους δημαγωγίες και χειραγωγήσεις.
ια να αντιληφθούμε πώς σκέφτονται τα σημερινά «αγανακτισμένα» παιδιά, μιλήσαμε με μερικά από αυτά, μια παρέα, που βρήκαμε να παίζουν επιτραπέζιο παιχνίδι στο γρασίδι τής πλατείας Συντάγματος, τα οποία, όπως μάς είπαν, πήγαιναν -εν μέσω εξεταστικής περιόδου- καθημερινά εκεί. Αδυνατούν να κατανοήσουν, ότι η βελτίωση τής κοινωνίας δεν έρχεται με μαζώξεις των απαίδευτων μελών της. Μια κοινωνία βελτιώνεται, όταν βελτιωθεί κάθε ένα μέλος της ξεχωριστά κι αυτό επιτυγχάνεται με παιδεία και αυτογνωσία.
Παραθέτουμε τις δηλώσεις τους χωρίς σχόλια:
Κωνσταντίνος, μαθητής Λυκείου: «Εμείς ήρθαμε εδώ να διαδηλώσουμε. Έχουμε έρθει κι αρκετές άλλες μέρες. Είμαστε εδώ από τις δώδεκα το πρωί. Διαδηλώνουμε για την οικονομία· τα νέα οικονομικά μέτρα, αλλά σα μαθητές διαδηλώνουμε και για την παιδεία, γιατί και η παιδεία περνάει μια κρίση. Πιστεύουμε, ότι η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει όλους τούς τομείς και την παιδεία. Όχι βέβαια, ότι κι από πριν ήταν κάτι το τρομερό, συγκροτημένο κι οργανωμένο, αλλά τώρα ξέφυγε τελείως. Δεν υπάρχουν λεφτά, για να δώσουν στην παιδεία, ώστε να μπορέσει να εξελιχθεί κι αυτό έχει ως πρόβλημα να μάς περιορίζει τις επιλογές, που μπορεί να έχουμε στο μέλλον, καθώς και το πώς θα αναπτυχθεί όχι μόνο η δική μας ζωή, αλλά και η ζωή τής οικογένειάς μας, διότι πολλές φορές μιά οικογένεια μπορεί να εξαρτάται από το μέλλον ενός παιδιού.»
Άγγελος, μαθητής Λυκείου: «Εγώ ήρθα εδώ να διαδηλώσω, γιατί πολύ απλά δεν θέλω να αναγκαστώ να φύγω από την Ελλάδα. Θα ήθελα αν ήταν να φύγω, να ήταν δική μου επιλογή. Αφού οι μεγαλύτεροι από εμάς δεν μπορούν να τα διορθώσουν, ήρθαμε εδώ να τα διορθώσουμε εμείς.
»Θέλω να δείξω, ότι δεν είμαι άβουλο πλάσμα και καταλαβαίνω όλα όσα μού γίνονται. Και στο κάτω – κάτω όλες οι επαναστάσεις ξεκίνησαν από ένα απλό, το οποίο φαινόταν σα να μην είχε μέλλον, στην τελική όμως, πάντα κερδίζανε. Αυτό είναι μια αρχή ίσως.»
Αγγελική, φοιτήτρια: «Είμαι εδώ από την πρώτη μέρα, κάθε μέρα. Μού αρέσει πάρα πολύ εδώ, γιατί είναι κάτι διαφορετικό, που δεν το είχαμε ξαναζήσει, ειδικά εμείς οι νεότεροι. Ακόμα κι αν δεν βγάλει τίποτε, που πιστεύω, ότι κάτι θα βγάλει, θα μάς έχει μείνει η εμπειρία.
»Ακόμα και το ότι βγήκαμε, τα παιδιά τα γνωρίσαμε σήμερα, και καθόμαστε και παίζουμε, ακόμα και να σταματήσει αύριο αυτό, θα έχουμε βγεί από τα σπίτια μας πέντε μέρες, έξη μέρες, όσες είναι, και θα έχουμε γνωρίζει τόσους ανθρώπους.
»Μάς είχαν κλεισμένους στα σπίτια μας με τόσο φόβο και βγήκαμε και είδαμε, ότι είμαστε τόσες μέρες εδώ και δεν έχει ανοίξει μιά μύτη. Ούτε και χθες, που ήταν εδώ τόσα άτομα.»
Βαγγέλης, μαθητής Λυκείου: «Το βασικό πρόβλημα, δημιουργήθηκε όλο αυτό τον καιρό μετά από την Τράπεζα, που κάηκε κι ο κόσμος φοβόταν πολύ να βγει έξω για πολλούς και διάφορους λόγους, ότι θα τούς σκότωναν π.χ. ή ότι οι αστυνομικοί θα τούς έστελναν στο νοσοκομείο. Το ότι μαζεύτηκε τόσος κόσμος χθες, που ήταν πανευρωπαϊκή, ήταν κάτι πάρα πολύ σπουδαίο. Ήταν το πρώτο βήμα μετά το γεγονός. Ίσως λοιπόν στο μέλλον, ο κόσμος να ξαναβγεί έξω και να διεκδικήσει τα δικαιώματά του.»
Αυτά για την ιστορία. Εδώ όμως, στην χώρα μας, στην τριτοκοσμική Ρωμιοσύνη τι γίνεται; Είναι μέχρι στιγμής θετικό, ότι οι «αγανακτισμένοι» συμπολίτες μας δεν υπόκεινται κάτω από κανένα κόμμα εξουσίας και καμμία αρχή. Αν και σύντομα έχω την εντύπωση, ότι θα καπελωθούν από τους εξουσιαστές, αν δεν έχει γίνει ήδη…
Ποιοί είναι όμως όλοι αυτοί οι «αγανακτισμένοι»; Σε ποιες τάξεις ανήκουν; Τι απαιτούν; Γιατί διαδηλώνουν; Τι σκοπό έχουν; Είδα και άκουσα από κοντά αγανακτισμένους νεολαίους, αναρχικούς, δεξιούς, πασόκους, αριστερούς, εθνικιστές, δημόσιους υπάλληλους, άνεργους, επιχειρηματίες, γέρους, παιδιά, μωρά, ακόμα και παπάδες! Πραγματικά πρωτόγνωρο πλήθος, «ό,τι νά ΄ναι», που λένε κι οι πιτσιρικάδες. Κάποιοι εκπρόσωποί τους μίλησαν για ανατροπή τού πολιτικού συστήματος, ανατροπή των διαδοχικών μνημονίων και πως δεν επιθυμούν να πληρώσουν. Κάποιοι άλλοι αόριστα φώναζαν για δημοκρατία (λες και ήξεραν περί τίνος πολιτεύματος πρόκειται) και μερικά ακόμη γενικόλογα. Πιστεύουν κάποιοι δηλαδή, ότι άμα αλλάξει το πολιτικό μας σύστημα, όλα θα διορθωθούν σ΄ αυτή τη χώρα.
Τα συνθήματα εκεί κάτω στην διαδήλωση είναι διάφορα, καθημερινά και ποικίλα. Επιθετικά κατά των πολιτικών, κατά τού συστήματος, κατά των τροϊκανών, κατά τής Μέρκελ, εθνικιστικά, αριστερίστικα, αναρχικά και όλα μαζί. Για τούς διαδηλωτές, η οκονομική φτώχεια, που μαστίζει τη χώρα μας, οφείλεται επίσης στούς βουλευτές, στούς πολιτικούς, στο ΠΑΣΟΚ, στη Δεξιά, στούς πλούσιους, στις τράπεζες, στούς σιωνιστές και πάει λέγοντας…
Μήπως όμως, θα πρέπει όλοι αυτοί οι αγανακτισμένοι κάποια στιγμή στη ζωή τους, να κάνουν τη στοιχειώδη αυτοκριτική τους;
– Πόσοι απ΄ αυτούς διορίστηκαν με κομματικά αλισβερίσια στο δημόσιο ή σε τράπεζες, αφού είχαν «μπάρμπα στην Κορώνη»;
– Πόσοι από αυτούς ψήφιζαν κυρίως όλα αυτά τα χρόνια τα δύο κόμματα εξουσίας, που καταλήστευσαν τον τόπο, κουνώντας σε κομματικές διαδηλώσεις τα πράσινα και μπλέ σημαιάκια; (Όχι πως τα άλλα μικρά κόμματα, που ψήφιζαν οι υπόλοιποι ήταν καλύτερα από τα δύο).
– Πόσοι από αυτούς προσκύναγαν και ακόμα προσκυνάνε τούς παπάδες εξουσιαστές τους;
– Πόσοι είναι μέλη συνδικαλιστικών κομματο-οργανώσεων, που το μόνο που τούς ενδιαφέρει είναι να απεργούν, για να εκβιάζουν την κοινωνία και το κράτος για αυξήσεις μισθών;
– Πόσοι αγανακτισμένοι είναι μέλη των χούλιγκανς των γηπέδων, που έχουν επιδοθεί πολλές φορές σε βανδαλισμούς δέρνοντας και καταστρέφοντας ό,τι βρουν στο πέρασμά τους;
– Ρωτήστε τούς «αγανακτισμένους», πόσοι από αυτούς πιστεύουν φανατικά στο δυνάστη θεό τους και πόσοι θέλουν να χωρίσουν το κράτος από την Εκκλησία; Άλλωστε, είδαμε και παπάδες «αγανακτισμένους» στο Σύνταγμα!
– Πόσοι φοιτητές σπούδασαν με κομματικά κριτήρια;
– Πόσοι διαδήλωναν και αφισσοκολλούσαν μέσα στα πανεπιστήμια υπέρ τού ενός ή τού άλλου κόμματος;
– Πόσοι αγανακτισμένοι έκλεβαν ή ακόμα κλέβουν σε κάθε ευκαιρία τους το δημόσιο;
Πόσοι κλέβουν ή έκλεψαν άμμεσα ή έμμεσα τουρίστες, που ήρθαν να επισκεφτούν τη χώρα μας;
– Πόσοι αγανακτισμένοι και μη επωφελήθηκαν και έκλεψαν λεφτά από τα ευρωπαϊκά προγράμματα επιδότησης σπαταλώντας τα στα καφενεία και στα στοιχήματα;
– Πόσοι ήταν στο ταμείο ανεργίας και δούλευαν παράλληλα μαύρη εργασία χωρίς ένσημα;
– Πόσοι χρησιμοποίησαν αλλοδαπούς στα μαγαζιά τους ή στα σπίτια τους με χαμηλά μεροκάματα, χωρίς ΙΚΑ και άθλιες συνθήκες εργασίας;
– Πόσοι απ΄ αυτούς επιδεικνύονται με γκλαμουριά και αλαζονεία στούς υπόλοιπους;
– Πόσοι δεν σέβονται και ρυπαίνουν τη φύση γύρω μας;
– Πόσοι από αυτούς εποφθαλμιούν τα Σκόπια, την Τουρκία, να πάρουμε την Πόλη;
– Πόσοι διαθέτουν την απαραίτητη παιδεία, για να χαρακτηρίζονται πολιτισμένοι άνθρωποι; Ξέρετε πολλούς σ΄ αυτή την τριτοκοσμική χώρα των τελευταίων και των ουραγών; Ξέρετε πολλούς απ΄ αυτή τη διαδήλωση των «αγανακτισμένων»; Πόσοι, πόσοι, πόσοι ακόμα; Από την παιδεία λοιπόν πρέπει να ξεκινήσει ο ρωμιός κι όχι από την πλατεία.
Στο φινάλε αυτής τής κριτικής, θα ήθελα να τονίσω, ότι οι πολιτικοί, οι βουλευτές, οι πλούσιοι, οι τραπεζίτες, οι παπάδες κι όλοι οι εξουσιαστές μας, είναι κομμάτι τού λαού μας. Είναι οι δικοί μας άνθρωποι, τ΄ αδέλφια μας, εμείς οι ίδιοι… Το «μαζί τα φάγαμε» τού τριτοκοσμικού και υπερτροφικού Πάγκαλου έχει ένα μεγάλο βάθος αλήθειας, γι΄ αυτό και πόνεσε πολλούς αυτή η φράση.
Πρότασή μας, για να αλλάξει η μοίρα αυτού τού τόπου, είναι να αλλάξουν οι «αγανακτισμένοι» και να γίνουν πολιτισμένοι, να αποκτήσουν επιτέλους παιδεία, πραγματική κουλτούρα, ηθική, ειλικρίνεια. Η ταμπέλα Ελλάς δεν φτάνει για τούς συμπολίτες μας, αντιθέτως φορτώνει πολλές υποχρεώσεις στην καμπούρα τού Καραγκιόζη. Έτσι, ο απολίτιστος ρωμιός καλείται ν΄ αφήσει πίσω το ρωμαίικο δέρμα του, τα ψέμματα, τη λαμογιά, τη γκλαμουριά, τα βολέματα και τα αλισβερίσια όλων των ειδών, τούς ψευτοεθνικισμούς και τις φανφάρες, τις κλεψιές και τις απατεωνιές και να αναλάβει επιτέλους τις ευθύνες του σε μία χώρα σάπια, η οποία συνεχώς βουλιάζει στο τέλμα, τέλμα που οι άνθρωποί της σκάβουν καθημερινά.
Κοιταχτείτε στον καθρέπτη «αγανακτισμένοι» μου συμπολίτες και θα δείτε, ότι και εσείς την βουλιάξατε αυτή τη χώρα. Γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο το κίνημα αυτό πολύ λίγα έχει να δώσει σ΄ αυτό τον τόπο και στις νέες γενιές που έρχονται. Επειδή, όπως έλεγε ο Κοραής, ο δημιουργός τής νεωτέρας Ελλάδας (χώρας που δεν άξιζε επ΄ ουδενεί να αποκτήσει αυτό το όνομα), χωρίς την καλλιέργεια τής παιδείας απλά θα αλλάξουμε τάφο, από τον τουρκικό στον χριστιανικό, όπως έγινε δηλαδή και το 1821. Τώρα ο τάφος είναι πολιτικός, δηλαδή από τον κοινοβουλευτικό τάφο θα πάμε στον δημοκρατικό!
Γιατί η Ρωμιοσύνη, στην οποία όλοι γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε και διαβιούμε, δεν είναι τίποτε άλλο από ένας βρώμικος τάφος, ένας τάφος βόρβορος και σε πλήρη σήψη…
Ένα άρθρο του Κωνσταντίνου Παραβάτη στο διαδικτυακό περιοδικό : Ελεύθερη Έρευνα
ΝΤΟΥέΝΤΕ : νέο διαδικτυακό περιοδικό
www.duendemagazine.gr
Θάλασσα. Γνώριμα μονοπάτια. Πέρασε ο καιρός. Επιστρέφεις. Επιτέλους. Πάντα θα επιστρέφεις. Σε γνώριμα νερά, δικά σου νερά. Έξι μήνες ένιωθες σαν το ψάρι του γλυκού νερού. Μεταναστευτικό ρεύμα σε έστειλε σε άλλες ευρωπαϊκές γειτονιές. Τώρα γίνεσαι πάλι του αλμυρού. Αυτή η αίσθηση που σε γυροφέρνει, τσιγκλάει την όσφρησή σου. Νοτίζει το καπό του αυτοκινήτου. Παίζει με τα μαλλιά σου. Τα κάνει δαχτυλίδια. Υγρασία. Γνώριμη. Επέστρεψες. Φτου, και απ’ την αρχή!
Καιρός για αρχές. Μεγάλες αρχές και μεγάλα τέλη. Ζωές πολλές, παρκαρισμένες στην οδό του Βατερλό. Ζωές, όμως, που αλλάζουν. Σελίδες που γυρνάνε. Συλλογή από χαρτάκια παρατήρησης. Παρατήρηση σε κάθε πάροδο, σε κάθε δρόμο, σε κάθε μονοδρομημένο αδιέξοδο. Δικό σου ή αλλουνού. Γράφοντας, ξέχασες να ζήσεις. Έτσι σου είχαν πει. Γράφοντας, άγγιζες το ταβάνι τα βράδια που το κοιτούσες ξαπλωμένη στη βυσσινιά σου αιώρα πλατσουρίζοντας σε στιχάκια, εμμονές και ιστορίες. Γράφοντας, φωτογράφιζες τη μοναξιά προφίλ και έπειτα τη βάφτιζες μοναχικότητα ανφάς.Χάνεσαι, γιατί ρεμβάζεις. Τις μέρες του τίποτα. Τις μέρες του όλα. Ταβάνι. Εκεί που το τίποτα συναντά το όλα και επιστρέφει ένα από τα δύο, ως αποτέλεσμα χρήσης σε έναν ιδιότυπο ισολογισμό καθημερινότητας. Μέρες ενεργητικές. Μέρες παθητικές. Ίσως πάλι να μην επιστρέφει τίποτα από τα δύο. Έκσταση να καθρεφτίζονται τα άκρα σε γωνία εναλλάξ.
Τσιγάρο. Πράσινο σακουλάκι, κόκκινα χαρτάκια, φίλτρα λεπτά. Γύρω στις 7 το βράδυ. Μάρτης. Μέρες ισημερίας. Νύχτα–μέρα στο περίπου μιας ισοπαλίας. Το 24ωρο εξακολουθεί να κόβει τους ίδιους κύκλους. Αλλάζουν οι αποχρώσεις του. Γίνονται πιο γλυκές. Γλείφουν την άκρη της αμμουδιάς, σαν την ιδέα που παίζει κρυφτό με τον καπνό σου. ΝΤΟΥέΝΤΕ την βαφτίζεις.
Από το αμάξι ακούγονται σε επανάληψη στίχοι ζωής: “me llaman calle”. Δρόμος. Όλα είναι δρόμος. Μπόχουμ, Ξάνθη, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Σέρρες, Μόσχα. Άνθρωποι, γραφές, εικόνες. Ανάσες. Κοφτές. Όλοι ζητούν ανάσες. Συγγενικές σχεδόν οι ανάγκες. Μοιάζουν οι ήχοι της απόδρασής τους. Θα φταίει η συγκυρία. Μπορεί. Αυτό το καλοκαίρι πλησιάζει καυτό. Δεν θυμάμαι άλλο παρόμοιο. Φλέγονται. Οι άνθρωποι, τα όνειρα. Γεννιούνται αδιέξοδα. Αναπαράγονται τα αδιέξοδα. Φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια.
Όλα είναι δρόμος. Όλα είναι έκσταση. Η έκσταση που γεννά ο δρόμος, οι γραφές, οι μουσικές, οι άνθρωποι, οι συγκυρίες, τα αδιέξοδα.
Μέρα θερινού ηλιοστασίου.
Ξημέρωσε…
21 Ιουνίου….
Ο Χρήστος, ο Alkox, ο Πέτρος, ο Σπύρος, η Στέργια, ο Κώστας, ο Νίκος, ο Αντώνης, η Βίκυ, η Ευαγγελία, ο Ιορδάνης, ο Δημήτρης, η Έλλη…
Οι άνθρωποι.
Το ΝΤΟΥέΝΤΕ.
Είναι στα χέρια σας…
Πέθανε η Δομνίτσα Λανίτου Καβουνίδου σε ηλικία 97 ετών, η η πρώτη Ελληνίδα αθλήτρια που πήρε μέρος σε Ολυμπιακούς Αγώνες (1936, Βερολίνο).
Έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών, σε ηλικία 97 ετών, η πρώτη Ελληνίδα αθλήτρια που πήρε μέρος σε Ολυμπιακούς Αγώνες (1936, Βερολίνο). Η Δομνίτσα Λανίτου Καβουνίδου, γυναίκα θρύλος για τον ελληνικό κλασικό αθλητισμό που γεννήθηκε το 1914 στη Λεμεσό και υπήρξε μία από τις κορυφαίες μορφές του ελληνικού αθλητισμού.
Ανακοίνωση για το θάνατο της Δομνίτσας Λανίτου Καβουνίδου εξέδωσε ο ΣΕΓΑΣ, στην οποία εκφράζει τη θλίψη των ανθρώπων της ομοσπονδίας και του κλασικού αθλητισμού και απευθύνει τα θερμά του συλλυπητήρια στους οικείους της.
Η νεκρώσιμη ακολουθία θα τελεστεί την Τετάρτη (22/6) το μεσημέρι (14:00) από το Α΄ Νεκροταφείο Αθήνας.
Η Δόμνα Λανίτου – Καβουνίδου γεννήθηκε στη Λεμεσό της Κύπρου. Ο πατέρας της ήταν σπουδαίος δικηγόρος, ένθερμος αγωνιστής και πρωτεργάτης του κινήματος της ΕΝΩΣΗΣ της Κύπρου με τη μητέρα Ελλάδα. Συνιδρυτής του Γυμναστικού Συλλόγου Λεμεσού «Ολύμπια» και από τα ιδρυτικά μέλη του ΣΕΓΑΣ.
Μετά από εισήγηση του πατέρα της το 1928 οι παγκύπριοι αγώνες περιέλαβαν για πρώτη φορά γυναικεία αγωνίσματα. Έτσι η μικρή Δόμνα παίρνει εκείνη τη χρονιά για πρώτη φορά μέρος στα αγωνίσματα του μήκους και του άλματος σε ύψος και πρωτεύει και στα δύο.
Το 1931 η Δόμνα μαζί με την αδελφή της Ισμήνη έρχονται στην Αθήνα για σπουδές. Αντιμετωπίζει την καχυποψία της ελληνικής κοινωνίας που ήθελε τις γυναίκες μακριά από τα στάδια. Με λιγοστές ακόμα κοπέλες που μετρούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού παίρνουν μέρος σε αθλητικούς αγώνες. Κατά τη διάρκεια της προπόνησης στο Παναθηναϊκό Στάδιο αρκετοί νεαροί μαζεύονται, ενοχλούν και κάνουν άσχημα σχόλια. Παρ’ όλα αυτά, κάθε επίσημη εμφάνιση της Δομνίτσας στον στίβο φέρνει και ένα καινούριο ρεκόρ. Στο ενεργητικό της και τέσσερα βαλκανικά ρεκόρ, που πέρασαν αρκετές δεκαετίες έως ότου ξεπεραστούν.
Οκτώβριος του 1931. Στους Πανελλήνιους Αγώνες Γυναικών η δεκαεπτάχρονη αθλήτρια παίρνει μέρος σε επτά αγωνίσματα και θριαμβεύει, σπάζοντας έξι πανελλήνια ρεκόρ. Την ίδια μέρα των αγώνων, ο πατέρας της, βουλευτής τότε Πάφου – Λεμεσού, συλλαμβάνεται από τους Αγγλους, φυλακίζεται και στη συνέχεια εξορίζεται. Στα τέλη του 1935, η Ελληνική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων επιλέγει τους αθλητές για την Ολυμπιάδα του Βερολίνου. Μετά από απαίτηση του Τύπου και μετά τα νέα βαλκανικά ρεκόρ της αθλήτριας στα 100 μέτρα και στα 80 μέτρα μετ’ εμποδίων, η Δόμνα Λανίτου, γίνεται η πρώτη Ελληνίδα αθλήτρια που θα συμμετάσχει σε Ολυμπιακούς Αγώνες. Προπονείται για πρώτη φορά στο Παναθηναϊκό Στάδιο υπό τις οδηγίες του αείμνηστου Otto Simtsek.
Στους Ολυμπιακούς του Βερολίνου, την 1η Αυγούστου, για πρώτη φορά η Δόμνα αγωνίζεται με τις καλύτερες αθλήτριες του κόσμου. Την επομένη σημειώνεται το ιστορικό γεγονός των Ολυμπιακών Αγώνων του Βερολίνου με τη συναρπαστική νίκη του Τζέσε Όουεν και τη συμβολική ήττα του ναζισμού.
Επιστρέφοντας η Δόμνα παίρνει μέρος στο αγώνισμα σκυταλοδρομίας στον Βόλο, ως… τέταρτος άνδρας της ομάδας. Σπουδάζει Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο πανεπιστήμιο και στη Νομική Σχολή. Ο πόλεμος τη βρίσκει να προσφέρει τις υπηρεσίες της, ως εθελόντρια νοσοκόμα. Οι Ολυμπιακοί του 1940 και 1948 δεν πραγματοποιούνται λόγω του πολέμου. Οι πρώτοι μεταπολεμικοί Ολυμπιακοί διεξάγονται το 1948 στο Λονδίνο, όπου συμμετέχει ως η μόνη γυναίκα ανάμεσα σε δεκατρείς άνδρες. Παρελαύνει επικεφαλής της ελληνικής αποστολής. Σε ηλικία 34 ετών νιώθει την ηθική ικανοποίηση της συμμετοχής και της μεγάλης προσπάθειας παρά τις τεράστιες δυσκολίες.
Το 1958 είναι υποψήφια στην Α’ Περιφέρεια Αθηνών στο Κόμμα των Φιλελευθέρων του Γεωργίου Παπανδρέου και το 1963 είναι στην τιμητική συνοδεία γύρω από το φέρετρο του Γρηγόρη Λαμπράκη. Παραμένει πάντα μια γνήσια Ελληνίδα που τιμά την Ελλάδα, αλλά και την ιδιαίτερή της πατρίδα με πίστη και σθένος, παντού και πάντοτε.
Πηγή: Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
| ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ | |
|
Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε στην Ασέα Αρκαδίας το 1911. Τέλειωσε το Γυμνάσιο στην Τρίπολη και φοίτησε για δύο έτη στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Στην Αθήνα, όπου εγκαταστάθηκε, ήρθε σε επαφή με τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής. Το 1931 έκανε την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία με τη δημοσίευση του ποιήματος «Της μοναξιάς» στο περιοδικό Νέα Εστία. Τον επόμενο χρόνο (1932) δημοσίευσε στο ίδιο περιοδικό άλλα τέσσερα ποιήματα και το 1933 άλλο ένα με τον τίτλο «Το χιόνι» στο πειραϊκό περιοδικό Ρυθμός. Την περίοδο 1935 – 1936 ταξίδεψε στη Νότια Γαλλία και στο Παρίσι για να επισκεφθεί και να γνωρίσει τα κινηματογραφικά στούντιο. Επιστρέφοντας μπήκε στον κύκλο του περιοδικού Νέα Γράμματα, στο οποίο δημοσίευσε κριτικά σημειώματα, όπως έκανε και με άλλα λογοτεχνικά περιοδικά (Μακεδονικές Ημέρες, Ρυθμός). Την επόμενη δεκαετία συνεργάστηκε με την Αγγλοελληνική Επιθεώρηση ως μεταφραστής, ενώ το 1951 άρχισε να συνεργάζεται και με το ΕΙΡ ως μεταφραστής, διασκευαστής θεατρικών έργων και ραδιοσκηνοθέτης, Το χειμώνα του 1941-42 έγραψε την ποιητική σύνθεση «Αμοργός», η οποία εκδόθηκε το 1943. Κατά την πρώτη κυκλοφορία του το έργο προκάλεσε δυσμενείς κριτικές και αντιδράσεις, αλλά πολύ σύντομα το κλίμα αντιστράφηκε και η «Αμοργός», αποσπώντας ευμενείς ελληνικές και ξένες κριτικές, αναδείχθηκε σε κορυφαίο ποιητικό έργο, θεωρήθηκε ως ορόσημο στην ιστορία της ελληνικής υπερρεαλιστικής ποίησης και επηρέασε σύγχρονους και μεταγενέστερούς ποιητές. Από τότε ο Ν. Γκάτσος δημοσίευσε τρία ακόμη ποιήματα: το «Ελεγείο» (1946, Φιλολογικά Χρονικά), το «Ο Ιππότης και ο Θάνατος» ( 1947, Μικρό Τετράδιο), τα οποία από το 1969 εκδίδονται στο ίδιο βιβλίο με την «Αμοργό», και το «Τραγούδι του παλιού καιρού» (1963, Ο Ταχυδρόμος), αφιερωμένο στο Γ. Σεφέρη. Η δημιουργικότητά του διοχετεύτηκε εξ ολοκλήρου στη στιχουργία και, γράφοντας τους στίχους του πότε πριν και πότε πάνω στη μελωδία, διαμόρφωσε τον κανόνα του ποιητικού τραγουδιού. Βασικός του συνεργάτης υπήρξε ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος αποπειράθηκε να μελοποιήσει και την «Αμοργό», χωρίς ωστόσο να ολοκληρώσει τη σύνθεση. Ασχολήθηκε επίσης με τη θεατρική μετάφραση. Μετέφρασε επίσης θεατρικά έργα των Lope de Vega, Strindberg, O’ Neill, Tennessee Williams και άλλων δραματουργών. Κυρίως, όμως, μετέφρασε με αριστοτεχνικό τρόπο έργα του Ισπανού ποιητή Federico Garcia Lorca, με πρώτο τον «Ματωμένο γάμο», που έγινε αφορμή να γραφούν σύγχρονα ελληνικά θεατρικά έργα. Ο κριτικός Δημοσθένης Κούρτοβικ σημειώνει: «Η βαθύτερη σχέση του Γκάτσου με τον Lorca είναι φανερή στην Αμοργό. Όπως και ο Ισπανός ποιητής, κατόρθωσε σ’ αυτό το έργο να συνδυάσει τον Υπερρεαλισμό με παραδοσιακές μορφές του νεοελληνικού λόγου και να του δώσει έτσι, πρώτος αυτός, ελληνική ιδιοπροσωπία». Τιμήθηκε με το Βραβείο του Δήμου Αθηναίων για το σύνολο του έργου του (1987) και εκλέχτηκε αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας της Βαρκελώνης για τη συμβολή του (μέσω των μεταφράσεών του) στην προώθηση της ισπανικής λογοτεχνίας (1991). ΕΞΩΦΥΛΑ ΔΙΣΚΩΝ
ΑΓΑΠΗ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ Ένα δειλινό, μες στ’ ακροθαλάσσι, Αγάπη μέσα στην καρδιά Πάψε να ζητάς όλη την αλήθεια, Αγάπη μέσα στην καρδιά ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ Αγάπη μου κορίτσι μου Πήγα να γίνω άρχοντας Κορίτσι μου γυναίκα μου Και συ θα γίνεις άστρο μου |
ΙΘΑΚΗ
| Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις. Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι, τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις, αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει. Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις, αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος. Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους· να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά, και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις, σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους, και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής, όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά· σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας, να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη. Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου. Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου. Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει· και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί, πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο, μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι. Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο. Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε. Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν. |
ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ
— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.
—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.
— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
__
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική
ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.
Η ΠΟΛΙΣ
Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.
Ταξιδεύει η φλόγα της ελπίδας
10 Ιούνιος 2011
Στην Κύπρο σήμερα η φλόγα της ελπίδας, η φλόγα των Special Olympics, που άναψε χθες στον ιερό βράχο της Πνύκας, παρουσία Υψηλών προσκεκλημένων από όλο τον κόσμο. Μέχρι τις 25 Ιουνίου, ημέρα έναρξης των παγκόσμιων αγώνων, που διεξάγονται εφέτος στην Αθήνα, η φλόγα θα ταξιδέψει, μέσα από τρεις διαδρομές, σε Ελλάδα, Κύπρο και Κωνσταντινούπολη. Οι «φρουροί της φλόγας» είναι φυσικά οι αθλητές των Special Olympics, καθώς και αξιωματικοί της αστυνομίας από όλο τον κόσμο.
Η πρώτη διαδρομή, που ξεκίνησε από την Αθήνα, θα διασχίσει την Ανατολική και Ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά των Σποράδων, θα φτάσει στο συνοριακό σταθμό των Καστανιών την 20η Ιουνίου, για να κατευθυνθεί προς την Κωνσταντινούπολη.
Η δεύτερη διαδρομή διασχίζει όλη τη Δυτική Ελλάδα μέχρι τα δυτικά σύνορα της χώρας, τα Ιόνια Νησιά και την Πελοπόννησο, όπου περνάει από την Αρχαία Ολυμπία, την κοιτίδα των Ολυμπιακών Αγώνων.
Η Τρίτη διαδρομή, που ξεκίνησε σήμερα, φτάνει στην Κύπρο για τη μετάδοση του μηνύματος της ελπίδας σε όλες τις πόλεις του νησιού, με πρώτες τη Λάρνακα και την Πάφο. Αύριο Σάββατο, θα βρεθεί στη Λεμεσό και στη συνέχεια θα φτάσει στο Προεδρικό Μέγαρο και στην Πλατεία Ελευθερίας στη Λευκωσία. Στη συνέχεια, οι λαμπαδηδρόμοι αυτής της διαδρομής θα επιστρέψουν στην Αθήνα, για να συνεχίσουν το ταξίδι τους στα Ελληνικά νησιά.
Την Παρασκευή, 24 Ιουνίου, όλες οι ομάδες της Διεθνούς Λαμπαδηδρομίας θα επανενωθούν στην Αθήνα για να συμμετέχουν στις εορταστικές εκδηλώσεις που θα προαναγγείλουν την έναρξη των αγώνων. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, η Φλόγα των Special Olympics θα φτάσει στην Ακρόπολη, όπου θα διανυκτερεύσει μπροστά στο Ερεχθείο, φρουρούμενη από την Προεδρική Φρουρά.
Την 25η Ιουνίου, την ημέρα της Τελετής Έναρξης, οι Λαμπαδηδρόμοι θα περάσουν από το Δημαρχιακό Μέγαρο, όπου θα γίνουν δεκτοί από το Δήμαρχο Αθηναίων. Έπειτα, αφού περάσουν από τα κεντρικά σημεία της πόλης, θα καταλήξουν στο Καλλιμάρμαρο Παναθηναϊκό Στάδιο, όπου η δάδα θα ανάψει τον βωμό σηματοδοτώντας επίσημα την Έναρξη των Παγκοσμίων Αγώνων.
«Γεννήθηκα μέσα στη φωτιά, πρωτοείδα τον κόσμο μέσα στη θέρμη του ξεσηκωμού. Γεννήθηκα μαζί με μια επανάσταση, είμαι χωρίς αμφιβολία παιδί αυτής της επανάστασης και ενός γέρου θεού που λάτρευαν οι πρόγονοί μου. Γεννήθηκα το 1910. Ήταν καλοκαίρι». Στην πραγματικότητα η Φρίντα Κάλο γεννήθηκε στις 6 Ιουλίου του 1907, τρία χρόνια νωρίτερα από τη χρονιά που η ίδια τοποθετούσε τη γέννησή της. Είχε διαλέξει το 1910 γιατί τότε ξέσπασε η Μεξικανική Επανάσταση η αύρα της οποίας ακολουθεί τη ζωγράφο μέχρι σήμερα.
Στη Φρίντα Κάλο άρεσε να φτιάχνει εικόνες του εαυτού της. Και να τον αναδιπλασιάζει και να τον στολίζει με διάφορους τρόπους. Παιδάκι, όπως γράφει η Ζίλντε Ζάλμπερ στη βιογραφία Φρίντα Κάλο, η ζωή μιας αδάμαστης γυναίκας που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Μελάνι», όταν οι συμμαθητές της την απέφευγαν και τη φώναζαν «Κουτσοφρίντα» -εξαιτίας της αναπηρίας που της είχε αφήσει μια πολυομυελίτιδα- είχε σχηματίσει με το μυαλό της μια δεύτερη μικρή Φρίντα, αέρινη και χαρούμενη, και την είχε κάνει καλύτερή της φίλη. Τη συναντούσε μπαίνοντας σε έναν φανταστικό κόσμο μέσω μιας μικρής πόρτας που σχημάτιζε με το δάκτυλο, στον αχνό της ανάσας της στο τζάμι. Μεγαλώνοντας, τις ατέλειωτες μέρες που ήταν καθηλωμένη στο κρεβάτι, εξαιτίας ενός ατυχήματος, 30 επώδυνων εγχειρήσεων και μερικών αποβολών, τη θέση της πόρτας πήραν τα τελάρα που της πρωτοχάρισε ο φωτογράφος πατέρας της και όπου άρχισε να ζωγραφίζει τον εαυτό της όπως τον αντίκριζε μέσα της, αλλά και στους καθρέφτες που η μητέρα της Φρίντα είχε κρεμάσει πάνω από το ταβάνι της κόρης της. «Ζωγραφίζω τον εαυτό μου γιατί τον περισσότερο καιρό είμαι μόνη και γιατί είναι το πρόσωπο που γνωρίζω καλύτερα από όλα τα άλλα», έλεγε η ίδια.
Στις δεκάδες αυτοπροσωπογραφίες της καθρεφτίστηκαν κατά καιρούς ο ανθρώπινος πόνος, η επανάσταση, η μεξικανικότητα, ο σουρεαλισμός, ο κομμουνισμός, τα βάσανα των γυναικών, η γυναικεία χειραφέτηση, η θυελλώδης σχέση της με τον άντρα της, το ζωγράφο Ντιέγο Ριβέρα, οι απιστίες του, οι άφθονες ερωτικές περιπέτειες που είχε με άντρες και γυναίκες (πιο γνωστή είναι εκείνη με τον Τρότσκι), οι προσπάθειές της να αποκτήσει παιδί, η απελπισία της μετά από κάθε νέα αποβολή, τα ταξίδια της, τα μεθύσια, τα ξεσπάσματα, οι φίλοι της, τα φανταχτερά φορέματα της Τιχουάνα με τα οποία κυκλοφορούσε στη Νέα Υόρκη και το Παρίσι, τα παπαγαλάκια και τα μαϊμουδάκια που τριγύριζαν στο Μπλε Σπίτι της, το κρεβάτι με το θώκο με το οποίο στο τέλος πήγαινε ακόμα και σε εκθέσεις, οι παλιοί θεοί του Μεξικού, ο μοντερνισμός, η ένταση, το πάθος, η ελευθερία. Κάπως έτσι η Φρίντα έγινε σύμβολο, «Αγία της γυναικείας τέχνης», πηγή έμπνευσης για άλλους ζωγράφους, θέμα βιβλίων, θεατρικών έργων, κινηματογραφικών ταινιών, εικόνα που κοσμεί κάθε είδους αντικείμενα. «Η Φρίντα Κάλο», λέει η Ζάλμπερ, «παρουσιάζεται σαν ακρόπρωρο ενός πλοίου με το οποίο κάθε άνθρωπος -μπορεί και πρέπει- να ακολουθήσει τη δική του ρότα, σύμφωνα με την προσωπική του κοσμοθεωρία. Μια πιο λεπτομερής παρατήρηση της ζωής και του έργου της, όμως, μας πάει ακόμα παραπέρα».
«Δεν είμαι άρρωστη. Είμαι σπασμένη. Αλλά ευτυχισμένη όσο μπορώ να ζωγραφίζω», έλεγε η ίδια. Σίγουρα, η αφορμή για τους πίνακες της Φρίντα βρίσκεται στην καθημερινότητά της, όμως θα ήταν απλοϊκό να θεωρήσει κανείς έργα τέχνης απλώς ντοκουμέντα μιας ζωής. Ό,τι και να συνέβαινε ζωγράφιζε. Δεν σπούδασε ποτέ. Παρακολουθούσε τον Ριμπέρα να φτιάχνει τις τεράστιες τοιχογραφίες του και διδασκόταν από αυτόν. Έπαιρνε, όμως, μόνο τα στοιχεία που της χρησίμευαν για τους μικρούς, συνήθως, πίνακες της με τα έντονα χρώματα σε πολύ ιδιαίτερες αντιφάσεις και αντιθέσεις, τις σχεδόν γεωμετρικές γραμμές και τις πολλές μικρές και σχεδιασμένες προσεκτικά λεπτομέρειες.
Χρησιμοποιούσε από όσα μάθαινε μόνο ό,τι τη βοηθούσε για να χαράξει έναν πολύ προσωπικό δρόμο. «Ούτε ο Ντερέν, ούτε εσύ, ούτε εγώ, κανένας δεν μπορεί να φτιάξει ένα κεφάλι όπως το φτιάχνει η Φρίντα», λέει ο Πικάσο σε ένα γράμμα του στον Ριβέρα. «Πικρό και τρυφερό, σκληρό σαν ατσάλι και εύθραυστο και φίνο σαν τα φτερά μιας πεταλούδας, αξιαγάπητο σαν ευχάριστο χαμόγελο και γλυκόπικρο σαν τη ζωή: αυτό είναι το έργο της» έλεγε ο ίδιος ο Ντιέγο.
Ο Μπρετόν το χαρακτήριζε «σαν κορδέλα τυλιγμένη γύρω από μια βόμβα» και οι άλλοι υπερεαλιστές υποστήριζαν πως οι νεανικές της, κυρίως, δημιουργίες ήταν «καθαρός σουρεαλισμός». Η ίδια, όμως, δεν είχε ιδέα για το κίνημα αυτό όταν ζωγράφιζε τους συγκεκριμένους πίνακες και αργότερα είπε πως ποτέ στη ζωή της δεν έφτιαξε κάτι με βάση μια συγκεκριμένη θεωρία. Άλλωστε, ακόμα και στην πρώτη ματιά, οι πίνακές της δεν μοιάζουν με αυτούς Ευρωπαίων ή Βορειοαμερικανών καλλιτεχνών. «Η Φρίντα», παρατηρεί ο Κάρλος Φουέντες, «θυμίζει πως αυτό που οι Γάλλοι υπερεαλιστές συνέλαβαν θεωρητικά και στο οποίο βασίζεται ένα ολόκληρο κίνημα, στη Λατινική Αμερική αποτελεί μέρος της καθημερινότητας. Μύθος και αλήθεια, όνειρο και πραγματικότητα, λογική και φαντασία συνυπάρχουν […]. Η τέχνη της δεν είναι η μέθοδος να ανακαλύψει κανείς τον εαυτό του, να τον κάνει ωραιότερο. Είναι κάτι πολύ περισσότερο. Ένα πλησίασμα στον εαυτό μας. Σε αυτό που μπορεί να γίνει -τίποτα δε θεωρείται οριστικό, όλο κάτι προστίθεται- μια αναζήτηση της φόρμας που, όταν βρεθεί, όλα αλλάζουν τελείως και προκύπτει μια φρικτή ομορφιά».
Άρθρο : Lifo / 22.5.11
Του Σταθη Kαλυβα*
Que se vayan todos, que no quede ni uno solo: Να φύγουν όλοι, να μη μείνει ούτε ένας! Το σύνθημα αναφερόταν στους πολιτικούς και δόνησε την Αργεντινή στις 20 Δεκεμβρίου 2001, οδηγώντας σε παραίτηση τον πρόεδρο Fernando De la Rua, ο οποίος αναγκάστηκε να διαφύγει από το πολιορκημένο προεδρικό μέγαρο με ελικόπτερο.
Ισως το μέλλον μας να είναι το παρελθόν της Αργεντινής. Αλλωστε, ο συνδυασμός της διάχυτης αριστερίστικης κουλτούρας του πεζοδρομίου και της ανεπαρκούς ή άστοχης αστυνόμευσης τροφοδότησε θλιβερά επαναλαμβανόμενες ταραχές σε περιόδους ευημερίας. Φαίνεται μάλλον δύσκολο, επομένως, να τις αποφύγουμε σε εποχές βαθιάς οικονομικής ύφεσης. Τι θα συνέβαινε, όμως, την επομένη μιας υποθετικής κοινωνικής έκρηξης; Και τι θα είχε να μας πει το παράδειγμα της Αργεντινής;
Οπως είναι γνωστό, η Αργεντινή βρέθηκε στη δίνη μιας μεγάλης οικονομικής κρίσης, που στη βάση της είχε ένα υπέρογκο χρέος, έχοντας προσδέσει το νόμισμά της στο δολάριο. Η κρίση αυτή οδήγησε στην κατάρρευση του τραπεζικού της συστήματος και το πάγωμα των καταθέσεων, πράγμα που έπληξε κυρίως την μεσαία τάξη η οποία είδε να χάνονται οι οικονομίες μιας ολόκληρης ζωής. Οι διαδηλώσεις που ξέσπασαν ήταν μαζικές, είχαν σύμβολο την κατσαρόλα και οδήγησαν την κυβέρνηση στην ανακήρυξη καθεστώτος έκτακτης ανάγκης. Το αποτέλεσμα υπήρξε ακριβώς το αντίθετο από το επιδιωκόμενο. Οι ταραχές κατέληξαν σε μαζικές λεηλασίες με δεκάδες νεκρούς και τραυματίες, εξαναγκάζοντας τον De la Rua σε παραίτηση. Ακολούθησε μια παρατεταμένη πολιτική κρίση που κατέληξε στην απόφαση αποσύνδεσης του πέσο από το δολάριο, τον Ιανουάριο του 2002. Η υποτίμηση προκάλεσε το κουρέλιασμα των αποταμιεύσεων και έβαλε την χώρα σε μια μεγάλη οικονομική ύφεση. Σιγά σιγά, όμως, η υποτίμηση αυτή (και όχι η στάση πληρωμών) συνέβαλε στην οικονομική σταθεροποίηση, ενώ η χώρα εκμεταλλεύθηκε τον μεγάλο εξαγώγιμο φυσικό της πλούτο και τη θετική διεθνή οικονομική συγκυρία. Τα θεμελιώδη προβλήματα της χώρας μπορεί να μην αντιμετωπίστηκαν όσο αποτελεσματικά θα έπρεπε (γι’ αυτό και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στη σημερινή συγκυρία), αλλά η οικονομία κατάφερε να ορθοποδήσει μέσω των εξαγωγών και να περάσει σε φάση μεγέθυνσης.
Η πολιτική κρίση υπήρξε παρατεταμένη και η χώρα άλλαξε τέσσερις προέδρους ώς τις εκλογές του 2003. Το ενδιαφέρον, όμως, είναι πως η ολοκληρωτική απονομιμοποίηση της πολιτικής τάξης δεν είχε τις πολιτικές συνέπειες που θα περίμενε κανείς. Οι δημοσκοπήσεις της εποχής έδειχναν πως το σύνθημα «να φύγουν όλοι» εξέφραζε το 70% του πληθυσμού. Τελικά όμως ο κόσμος αυτός ψήφισε τους ίδιους πολιτικούς στις εκλογές του 2003, αναβαπτίζοντάς τους μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες. Η μεσαία τάξη εγκατέλειψε τους δρόμους με την ίδια ταχύτητα με την οποία είχε βγει σ’ αυτούς, και οι διαδηλώσεις εκφυλίστηκαν.
Θα περίμενε ίσως κανείς πως μια τόσο οξεία πολιτική κρίση σε μια χώρα με το πολιτικό παρελθόν της Αργεντινής θα ευνοούσε στρατιωτικού τύπου λύσεις, αλλά δεν έγινε κάτι τέτοιο. Ούτε και η Αριστερά μπόρεσε να εξαργυρώσει πολιτικά την κρίση παρά το γεγονός πως πρωταγωνίστησε στις ταραχές. Μάλιστα, η προσπάθεια δημιουργίας μιας επαναστατικής δυναμικής στη βάση κατέληξε σε πλήρη αποτυχία. Με άλλα λόγια, το πολιτικό σύστημα κατάφερε να περάσει αλώβητο, αν και τραυματισμένο, μέσα από μια πρωτοφανή κρίση – και αυτό σε μια χώρα με σχετικά περιορισμένη δημοκρατική παράδοση.
Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, πως οι ταραχές δεν είχαν συνέπειες. Οι Ριζοσπάστες, το κόμμα που κυβερνούσε τον Δεκέμβριο του 2001, βρέθηκαν σε μια βαθιά και παρατεταμένη κρίση, ενώ οι Περονιστές επανήλθαν στην εξουσία. Η κρίση συνέβαλε ώς ένα βαθμό και στην ανανέωση του πολιτικού προσωπικού στο εσωτερικό των δύο αυτών μεγάλων κομμάτων. Σύμφωνα επίσης με τη διεισδυτική ανάλυση του Isidoro Cheresky, η κρίση μετέβαλε τη λογική της πολιτικής αντιπροσώπευσης, συμβάλλοντας στην εξασθένηση των παραδοσιακών πολιτικών ταυτοτήτων και στη μετάβαση σε ένα πιο προσωποκεντρικό τύπο πολιτικής ηγεσίας. Πάνω απ’ όλα, εκείνο που ξαφνιάζει είναι η ανθεκτικότητα του πολιτικού συστήματος και της πολιτικής τάξης σε πείσμα της βαθύτατης απονομιμοποίησής τους, καθώς και η απομόνωση και η ήττα των πολιτικών άκρων σε πείσμα της βαθύτατης κρίσης.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τη χώρα μας; Το παράδειγμα της Αργεντινής μας θυμίζει πως ο πολιτικός αντίκτυπος μιας κοινωνικής έκρηξης εξαρτάται κυρίως από τη σύνθεσή της: απαιτεί τη συμμετοχή κοινωνικών στρωμάτων πέρα από τους «συνήθεις υπόπτους». Δίχως τη μαζική συμμετοχή της μεσαίας τάξης, οι ταραχές έχουν περιορισμένες πολιτικές επιπτώσεις. Για να γίνει κάτι τέτοιο, όμως, απαιτείται ένα ισχυρότατο σοκ, όπως ήταν το πάγωμα των τραπεζικών καταθέσεων στην Αργεντινή. Στην ελληνική περίπτωση, κάτι αντίστοιχο θα ήταν μια έντονη κρίση ρευστότητας ή οι άμεσες οικονομικές συνέπειες της εξόδου από το ευρώ. Αλλά και στην ακραία αυτή περίπτωση, η πολιτική αστάθεια δύσκολα θα επηρέαζε τη δημοκρατική νομιμότητα. Οπως και στην Αργεντινή, έτσι και στην Ελλάδα, το πολιτικό σύστημα διαθέτει μεγάλη ανθεκτικότητα.
Από την άλλη, οι μαζικές ταραχές θα επηρέαζαν οπωσδήποτε αρνητικά το μέτωπο των αναγκαίων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και θα έσπρωχναν τη χώρα ακόμα πιο βαθιά στην οικονομική ύφεση χωρίς να την οδηγήσουν απαραίτητα στον δρόμο της εξόδου από την κρίση. Σε σχέση με την Αργεντινή, η στρατηγική της υποτίμησης θα είχε πολύ μεγαλύτερο κόστος για την Ελλάδα, γι’ αυτό και δεν αποτελεί το πιθανότερο σενάριο: το σοκ της εξόδου από τη Ευρωζώνη ξεπερνάει αυτό της αποκοπής του πέσο από το δολάριο. Ούτε, βέβαια, διαθέτουμε τον εξαγώγιμο πλούτο της Αργεντινής.
Η περίπτωση της Αργεντινής υπενθυμίζει, ανάμεσα στα άλλα, την ανθεκτικότητα της πολιτικής τάξης. Ακόμα κι αν ξεσπάσουν μαζικές κοινωνικές εκρήξεις, είναι αμφίβολο αν θα δούμε ριζικές πολιτικές αλλαγές. Το να διατηρείται στην κορυφή η ίδια πολιτική τάξη που την οδήγησε στη χρεοκοπία είναι βέβαια ηθικά δυσάρεστο και πολιτικά προβληματικό. Ομως, οι εναλλακτικές που προκύπτουν από την πλήρη απαξίωσή της είναι ακόμη χειρότερες. Επιπλέον, οι κρίσεις έχουν ένα καλό: μπορούν να ταρακουνήσουν τους πάντες, πολιτικούς και κοινωνίες, αναγκάζοντάς τους να αλλάξουν. Καμιά φορά, το ζόρι μπορεί να αποδειχθεί καλός σύμβουλος.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale.
Άρθρο : Καθημερινή / φώτο : Μαράκι
Όπως κάθε χρόνο από το 1998, έτσι και φέτος τον Ιούλιο, πραγματοποιούνται στα Ανώγεια της Κρήτης τα Υακίνθεια, γιορτές αφιερωμένες στον Άγιο Υάκινθο.
Ο ωραίος Υάκινθος παίζει στο δάσος και ρίχνει το δίσκο του όσο πιο μακριά μπορεί να ξεπεράσει το δάσκαλό του Απόλλωνα.
Κι ο Θεός γοητευμένος από την ομορφιά του νεαρού ξεχνάει ολότελα το παιχνίδι. Ζηλεύει ο Ζέφυρος,
κάνει το δίσκο να παρεκκλίνει απ’ την τροχιά του κι ο Υάκινθος πέφτει νεκρός

| 98 μ.Χ.: Ο εικοσάχρονος Υάκινθος δέχεται πρόθυμα να μαρτυρήσει για την κοινή πίστη, για την αγάπη του στο Θεό!… |
![]() |
Την ιστορία του νεομάρτυρα που αγαπώντας “έξω έβαλεν τον φόβον”, θέλησε να γνωστοποιήσει ο τραγουδοποιός από τ’ Ανώγεια Κρήτης, γνωστός σαν Λουδοβίκος των Ανωγείων.
Κι επειδή φέτος συμπληρώνονται 1900 χρόνια από το μαρτύριο του Υάκινθου, ο τραγουδοποιός πρότεινε να τιμηθεί ο ‘Αγιος της Αγάπης’ και μαζί του να υμνηθεί η ποίηση της αγάπης. Ετσι, ο Λουδοβίκος μαζί με ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης προχώρησαν στη σύσταση νομικού προσώπου με την επωνυμία “Σωματείο Φίλων Υακίνθεων Εκδηλώσεων” για τη διαχείριση και εκτέλεση των “ΥακινΘείων”. Υακίνθεια ονομάζονται σι τριήμερες πολιτιστικές εκδηλώσεις που θα γίνονται κάθε χρόνο την πρώτη εβδομάδα του Ιουλίου στο ίδιο τόπο, στους Φούρνους και στα Ανώγεια Κρήτης. Την πρόταση για ανέγερση ναού αποδέχτηκε ο μητροπολίτης Ρεθύμνου Ανθιμος, τοποθετώντας ο ίδιος τον θεμέλιο λίθο του. ο ναΐσκος φέρει το σχήμα του κρητικού “μιτάτου”, είναι κυκλικός, πέτρινος (υψόμετρο 1200μ.), στηριζόμενος στους κανόνες της υστερομινωικής αρχιτεκτονικής, φέρει θόλο μετά τα δύο μέτρα κι άνοιγμα κορυφής με διάμετρο 30 εκ.. Τον σχεδιασμό και την επίβλεψη του όλου πονήματος ανέλαβε ο αρχιτέκτονας Σταύρος Βιδάλης. (ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΣΤΟΤΟΠΟ www.yakinthia.com) |
Chopin – Nocturne 20 in C sharp minor.
or the arrow of carnations the fire shoots off.
I love you as certain dark things are to be loved,
in secret, between the shadow and the soul.
I love you as the plant that never blooms
but carries in itself the light of hidden flowers;
thanks to your love a certain solid fragrance,
risen from the earth, lives darkly in my body.
I love you without knowing how, or when, or from where.
I love you straightforwardly, without complexities or pride;
so I love you because I know no other way
in which there is no I or you
so intimate that your hand upon my chest is my hand
so intimate that when you fall asleep it is my eyes that close.”
Για την Ελλάδα
Όσο πιο μακρυά είμαστε από την πατρίδα μας, τόσο περισσότερο τη σκεφτόμαστε και τόσο περισσότερο, την αγαπάμε. Όταν βρίσκομαι στην Ελλάδα βλέπω τις μικρότητες, τις ίντριγκες, τις ανοησίες, τις ανεπάρκειες των αρχηγών, τη μιζέρια του λαού. Όμως από μακρυά δεν βλέπουμε τόσο ευδιάκριτα την ασκήμια και έχουμε περισσότερη ελευθερία να πλάσουμε μια εικόνα της πατρίδας αντάξια ενός ολοκληρωτικού έρωτα. Να γιατί δουλεύω καλύτερα και αγαπώ καλύτερα την Ελλάδα όταν βρίσκομαι στο εξωτερικό.
Μακρυά της καταφέρνω να συλλάβω καλύτερα την ουσία της και την αποστολή της στον κόσμο, και συνακόλουθα τη δική μου ταπεινή αποστολή. Κάτι ιδιαίτερο συμβαίνει στους Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό. Γίνονται καλύτεροι. Έχουν την περηφάνια της φυλής τους, νιώθουν ότι όντας Έλληνες έχουν την ευθύνη να είναι αντάξιοι των προγόνων τους. H πεποίθησή τους, ότι κατάγονται από τον Πλάτωνα και τον Περικλή, μπορεί ίσως να είναι μια ουτοπία, μια αυθυποβολή χιλιετιών, όμως αυτή η αυθυποβολή, γενόμενη πίστη, ασκεί μια γόνιμη επίδραση στη νεοελληνική ψυχή. Χάρη σ’ αυτή την ουτοπία επέζησαν οι Έλληνες. Μετά από τόσους αιώνες εισβολών, σφαγών, λιμών, θα έπρεπε να έχουν εξαφανιστεί. Όμως η ουτοπία, που έγινε πίστη, δεν τους αφήνει να πεθάνουν. H Ελλαδα επιζεί ακόμα, επιζεί νομίζω μέσα από διαδοχικά θαύματα.
Για την Κρήτη
Δεν βλέπω την Κρήτη σαν ένα πράγμα γραφικό και χαμογελαστό. Αυστηρή είν’ η μορφή της. Σκαμμένη από τον αγώνα και τον πόνο. Αυτό το νησί, μεταξύ Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής, ήταν προορισμένο από τη γεωγραφική του θέση να γίνει η γέφυρα ανάμεσα σ’ αυτές τις τρεις ηπείρους. Να γιατί η Κρήτη υπήρξε η πρώτη γη της Ευρώπης που δέχθηκε το φως του πολιτισμού που ήρθε από την ανατολή. Δυο χιλιάδες χρόνια πριν το ελληνικό θαύμα, ανθούσε στην Κρήτη αυτός ο μυστηριώδης πολιτισμός, ο λεγόμενος αιγαιακός, ακόμα βουβός, γεμάτος από ζωή, μεθυσμένος από χρώματα, με φινέτσα και γούστο που ξαφνιάζουν και προκαλούν τον θαυμασμό. Μάταια αντιστεκόμαστε στο ίχνος του παρελθόντος. Υπάρχει μια έκκριση, νομίζω, μια μαγική έκκριση που ακτινοβολεί από τ’ αρχαία χώματα που πάλεψαν και υπέφεραν πολύ. Σαν κάτι να έμεινε μετά την εξάφανιση των λαών που αγωνίσθηκαν, έκλαψαν κι αγάπησαν σ’ ένα κομμάτι γης. Αυτή η ακτινοβολία των περασμένων καιρών είναι εξαιρετικά έντονη στην Κρήτη. Σας διαπερνά μόλις πατήσετε την Κρητική γη. Ύστερα ένα άλλο συναίσθημα, πιο συγκεκριμένο, σας καταλαμβάνει. Όποιος γνωρίζει την τραγική ιστορία των τελευταίων αιώνων αυτού του νησιού καθηλώνεται όταν αναλογίζεται το λυσσαλέο αγώνα πάνω σ’ αυτή τη γη ανάμεσα στον άνθρωπο που μάχεται για την ελευθερία του και στον καταπιεστή που μαίνεται για να τον συνθλίψει. Οι Κρητικοί αυτοί έχουν τόσο εξοικειωθεί με το θάνατο που δεν τον φοβούνται πια. Υπέφεραν τόσο επί αιώνες, διαπίστωσαν τόσες φορές ότι ο ίδιος ο θάνατος δεν μπορεί να τους καταβάλει, που έφτασαν στη διαπίστωση ότι ο θάνατος είναι απαραίτητος για το θρίαμβο του ιδανικού τους, ότι στην κορυφή της απελπισίας αρχίζει η σωτηρία. Ναι, είναι δύσκολο να τη μασήσεις την αλήθεια. Αλλά οι Κρητικοί, σκληραγωγημένοι από τον αγώνα, λαίμαργοι για ζωή, την καταπίνουν σαν ένα ποτήρι δροσερό νερό. «Πώς σου φάνηκε η ζωή, παππού;» ρώτησα μια μέρα ένα γέρο Κρητικό, εκατοχρονίτη, γεμάτο παλιές πληγές, τυφλό. Ζεσταίνονταν στον ήλιο, κουκουβιστός στο κατώφλι της καλύβας του. Ήταν περήφανος στ’ αυτιά, όπως λέμε στην Κρήτη. Δεν άκουε καλά. Τού επανέλαβα την ερώτηση: «Πώς σου φάνηκε η μεγάλη σου ζωή, τα εκατό σου χρόνια, παππού; Σαν ένα ποτήρι δροσερό νερό», μου απάντησε. «Και διψάς ακόμα παππού;» Σήκωσε απότομα το χέρι. «Καταραμένος αυτός που πια δε διψάει» φώναξε. Αυτοί είναι οι Κρητικοί. Πώς να μη τους κάνω σύμβολο;
Για την αποστολή του συγγραφέα
Ένας πραγματικός μυθιστοριογράφος δεν μπορεί παρά να ζει μέσα στην πραγματικότητα του καιρού του και, ζώντας αυτή την πραγματικότητα, συνειδητοποιεί την ευθύνη του. Προσπαθεί λοιπόν να βοηθά τους ομοίους του, ν’ αντιμετωπίζει και να λύνει, κατά το δυνατόν, τα πιεστικά προβλήματα της εποχής του. Το λογοτεχνικό έργο σήμερα, αν καθρεφτίζει την εποχή μας, είναι αναγκαστικά μια από τις πιο λεπτές και πιο αποτελεσματικές μορφές δράσης. Ή μάλλον μπορεί το ίδιο να γίνει το σπέρμα της δράσης. O μυθιστοριογράφος εφόσον συνειδητοποιεί την αποστολή του, προσπαθεί να σπρώξει την πραγματικότητα να πάρει τη μορφή που κρίνει ως την πιο ταιριαστή στον ανθρωπο. Σε άλλες εποχές, πιο ισορροπημένες, με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, η ομορφιά μπορούσε ν’ αρκέσει για την ικανοποίηση του ιδεώδους του συγγραφέα. Σήμερα ο συγγραφέας, αν είναι πραγματικά ζωντανός είναι ένας άνθρωπος που υποφέρει κι ανησυχεί βλέποντας την πραγματικότητα. Οδηγείται να συνεργασθεί με όλες τις δυνάμεις του φωτός που επιζούν ακόμη για να προχωρήσει λίγο το βαρύ πεπρωμένο του ανθρώπου. O συγγραφέας σήμερα, εφόσον μένει πιστός στην αποστολή του, είναι ένας μαχητής.









