Διαβάσαμε
«Στις ακρογιαλιές του Ομήρου υπήρχε μια μακαριότητα, ένα μεγαλείο, που έφτασαν ως τις ημέρες μας άθιχτα. Η πατούσα μας, που ανασκαλεύει την ίδιαν άμμο, το νιώθει. Περπατάμε χιλιάδες χρόνια, ο άνεμος ολοένα λυγίζει τις καλαμιές κι ολοένα εμείς υψώνουμε το πρόσωπο. Καταπού; Ως πότε; Ποιοί κυβερνάνε;»
«Το να μάθεις να σκέφτεσαι, να είσαι ακριβής, να ζυγίζεις τις λέξεις σου, να ακούς τον άλλον, σημαίνει να είσαι ικανός να διαλέγεσαι και είναι το μόνο μέσο για να αναχαιτισθεί η τρομακτική βία που αυξάνεται γύρω μας. Ο λόγος είναι ένα φρούριο κατά της κτηνωδίας. Οταν δεν ξέρουμε, όταν δεν μπορούμε να εκφραστούμε, όταν ο λόγος δεν είναι επαρκής, όταν δεν είναι αρκετά επεξεργασμένος επειδή η σκέψη είναι ασαφής και μπερδεμένη, δεν απομένουν παρά οι γροθιές, τα χτυπήματα, η άξεστη, βλακώδης, τυφλή βία…».
για τον καθένα που σωπαίνει .Για την Ελλάδα που σωπαίνει ..
εδώ η συγκλονιστική απαγγελία της Μαριέτας Ριάλδη Σώπα μη μιλάς – Αζίζ Νεσίν
Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή
κόψ’ τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή ειναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα,γέλαγα,έπαιζα μου λέγανε:
“σώπα”.
Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε :”εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!”
Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
“κοίτα μην πείς τίποτα, σσσσ….σώπα!”
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα εικοσί μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
“Τι σε νοιάζει εσένα;”, μου λέγανε,
“θα βρείς το μπελά σου, σώπα”.
Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
“Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις ,σώπα”
Παντρεύτηκα , έκανα παιδιά ,
η γυναίκά μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε “Σώπα”.
Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
“Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα”
Μπορεί να μην είχαμε με δ’αύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γειτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.
Σώπα ο ενας,σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα η κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του “Σώπα”.
και μαζευτηκαμε πολλοι
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή!
Πετύχαμε πολλά,φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Ευκολα , μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το “Σώπα”.
Μάθε το στη γυναίκα σου,στο παιδί σου,στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν’την να σωπάσει.
Κόψ’την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απο το βραχνά να μιλάς ,
χωρίς να μιλάς να λές “έχετε δίκιο,είμαι σαν κι εσάς”
Αχ! Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς.
και δεν θα μιλάς ,
θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .
Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ’την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμησεις Κόψε τη γλώσσά σου.
Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα’ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψιθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λεει:
ΜΙΛΑ!….
Δεν ανησύχησεν ο Νέρων όταν άκουσε
του Δελφικού Μαντείου τον χρησμό.
«Τα εβδομήντα τρία χρόνια να φοβάται».
Είχε καιρόν ακόμη να χαρεί.
Τριάντα χρονώ είναι. Πολύ αρκετή
είν’ η διορία που ο θεός τον δίδει
για να φροντίσει για τους μέλλοντας κινδύνους.
Τώρα στη Ρώμη θα επιστρέψει κουρασμένος λίγο,
αλλά εξαίσια κουρασμένος από το ταξείδι αυτό,
που ήταν όλο μέρες απολαύσεως-
στα θέατρα, στους κήπους, στα γυμνάσια…
Των πόλεων της Αχαϊας εσπέρες…
Α των γυμνών σωμάτων η ηδονή προ πάντων…
Αυτά ο Νέρων. Και στην Ισπανία ο Γάλβας
κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί,
ο γέροντας ο εβδομήντα τριώ χρονώ.
Η ψυχαναλυτική Ανθρωπολογία μας δίδαξε, ότι το σύστημα των κοινωνικών θεσμών, αυτό δηλαδή που διακρίνει τον άνθρωπο από την εικόνα που είχαμε γι αυτόν τον 19ο αιώνα και που τον θεωρούσαμε απλό προϊόν της φύσεως η υποκείμενο σχέσεων, ιστορικών, νομοτελειακών, που έδωσαν τα αποτελέσματα τους όπου εφαρμόστηκαν, αυτό που μάθαμε, είναι ότι τελικά, το σύστημα των θεσμών και η κρατική υπόσταση, δεν έχει να κάνει υποχρεωτικά με τις αρνητικές εκδοχές. Έχει να κάνει, με το τι πολλές φορές ζητάνε από μέσα τους οι κοινωνίες, μέσα από την πραγματικότητα τους η τις φαντασιώσεις τους, χωρίς να αποκλείονται τα άλλα πράγματα.
Κατά τη γνώμη μου, όπως αρρωσταίνει ένας άνθρωπος έτσι αρρωσταίνει και ένας λαός, μια κοινωνία.
Όπως ένα άτομο διχάζεται μέσα του, όπως το εγώ του και η εικόνα του διασπώνται έτσι και μια κοινωνία μπορεί να μην αναγνωρίζεται στην εικόνα της, ας πούμε στους μισητούς θεσμούς, δίκαια η άδικα δεν ενδιαφέρει, και να κάνει ότι μπορεί για να καταστρέψει αυτή την εικόνα, αυτοκαταστρεφόμενη χωρίς να το ξέρει. Γιατί εάν βρίσκεις τον κακό σου εαυτό σε θεσμούς και θες να τον καταστρέφεις, τότε ξεχνάς, ότι ο θεσμός είναι η πολιτική εγγύηση της κοινωνικής συνοχής. Όταν καταστρέφεις αυτόν ως τέτοιον, τότε αντί να κάνεις καλό, αυτοκαταστρέφεσαι. Κοιτάζεται λοιπόν στον καθρέφτη των θεσμών ο άνθρωπος η η ομάδα και αντικρίζει τον χειρότερό του εαυτό, αν δεν καταλαβαίνει τι πράγμα είναι οι θεσμοί, και τότε αντιδρά ανομικά, για να απαλλαγεί από τον αποτυχημένο συλλογικό εαυτό, αντί να ενεργήσει υπεύθυνα και να τον θεραπεύσει. Γιατί άλλο πράγμα να διαμορφώσεις συνθήκες απόλυτης ρήξης και κρίσεως και άλλο συνθήκες συναινέσεως και συνεργασίας. Ξέρουμε πολύ καλά ότι η ανομία είναι κατά βάθος πάντα μια αδυναμία επαφής, μια άρνηση για επαφή με την πραγματικότητα που δεν είναι πολύ μακριά από αυτό που λέμε σχιζοειδής αντίδραση, η οποία αντί να αποκαθιστά τα πράγματα απομακρύνεται καταστροφικά από την ίδια την πραγματικότητα. Βρισκόμαστε λοιπόν σε μια επιδιωκόμενη ανισορροπία που μας πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο, επειδή ακριβώς μας πνίγει η κακή μας εικόνα. Και μας πνίγει η κακή μας εικόνα, επειδή δεν δεχόμαστε να κοιταχτούμε οι ίδιοι και πρέπει να τα φορτώσουμε όλα σ αυτό που βλέπουμε, η σ αυτό το οποίο νομίζουμε. ….ο αγωγός που μετατρέπει την παράνοια σε σχιζοφρένεια είναι η νηπιότης. Είναι ο παιδισμός ενός λαού όπως ενός ανθρώπου. Στο μέτρο που αυτά ευσταθούν είμαστε πολύ κοντά στην απάντηση του Ελληνικού γρίφου. Μπορούμε να πούμε ότι είμαστε κοντά στην κατανόηση του Ελληνικού προβλήματος, ως προβλήματος παθολογίας και όχι ως προβλήματος κακών ανθρώπων η μπερμπάντηδων, η δεν ξέρω τι, που βεβαίως με τον τρόπο τους είναι μέρος του προβλήματος.
Από τον Ν.ΜΑΝΤΕΛΑ
Ο βαθύτερος φόβος μας δεν είναι ότι είμαστε ανεπαρκείς. Ο βαθύτερος φόβος μας είναι, ότι είμαστε δυνατοί πέρα από κάθε μέτρο. Είναι το φως μας, όχι το σκοτάδι μας που μας φοβίζει περισσότερο. Αναρωτιόμαστε, Ποιος είμαι εγώ για να είμαι ακτινοβόλος, υπέροχος, ταλαντούχος, μυθικός; Στην πραγματικότητα, ποιος είσαι εσύ για να μην είσαι; Είσαι παιδί του Θεού. Το να θεωρείς τον εαυτό σου μικρό δεν εξυπηρετεί τον κόσμο. Δεν υπάρχει τίποτα φωτισμένο στο να συρρικνώνεσαι τόσο ώστε οι άλλοι άνθρωποι να μην νιώθουν ανασφαλείς γύρω σου. Όλοι μας θα έπρεπε να λάμπουμε, όπως τα παιδιά. Γεννηθήκαμε για να εκδηλώσουμε την ομορφιά που υπάρχει μέσα μας. Δεν υπάρχει μόνο σε μερικούς από εμάς. Υπάρχει στον καθένα μας. Και καθώς αφήνουμε το δικό μας φως να λάμπει, υποσυνείδητα δίνουμε στους άλλους ανθρώπους την άδεια να κάνουν το ίδιο. Καθώς απελευθερωνόμαστε από το δικό μας φόβο, η παρουσία μας απελευθερώνει αυτόματα τους άλλους..
|
…………
Αλλά το Κοράκι στεκόταν μοναχό σε αυτό το γαλήνιο μπούστο, λέγοντας μονάχα
|
|
|
εκείνες τις λέξεις, λες και η ψυχή του ξεχείλιζε με εκείνες τις λέξεις.
|
|
|
Τίποτε παραπέρα κατόπιν δεν εκστόμισε, και ούτε ένα πούπουλό του κατόπιν δεν πετάρισε—
|
|
|
Ώσπου, μόλις ψιθυρίζοντας, μουρμούρισα: «Κι άλλοι φίλοι μου, από πριν, πάνε, πετάξανε και φύγανε—
|
|
|
Σαν θα έρθει το πρωί και τούτο θα με αφήσει, όπως πέταξαν και πάνε οι Ελπίδες μου οι παλιές».
|
|
| 60 |
Μετά το πουλί είπε, «Ποτέ πια».
|
|
Ξαφνιασμένος με την ακινησία που μόνο η τόσο επιδέξια δοσμένη απάντηση την διέκοπτε,
|
|
|
είπα: «Δίχως αμφιβολία, αυτό που εκφέρει είναι το μόνο του εφόδιο και υλικό
|
|
|
που γράπωσε από κάποιον δυστυχισμένο αφέντη που η ανηλεής του Kαταστροφή
|
|
|
τον ζύγωνε όλο και πιο κοντά, μέχρι που τα τραγούδια του μία μοναδική επωδό να φέρουν,
|
|
| 65 |
μέχρι που οι θρήνοι της Ελπίδας του να φέρνουνε το μελαγχολικό φορτίο
|
|
του Ποτέ — Ποτέ πια».
|
|
Αλλά το Κοράκι ακόμη ξεστράτιζε την καταλυπημένη μου ψυχή στο γέλιο,
|
|
|
Ευθύς, τσούλησα ένα κάθισμα με μαξιλάρια μπροστά από το πουλί και το μπούστο και την πόρτα.
|
|
|
Κατόπιν, βουλιάζοντας πάνω στο βελούδο, επιδόθηκα σε συνδυασμούς της μιας φαντασίωσης με την άλλη,
|
|
| 70 |
Σκεπτόμενος τι είναι εκείνο το οποίο εννοεί το δυσοίωνο — του παλαιού καιρού— πουλί, 70
|
|
Τι είναι εκείνο το οποίο εννοούσε το ζοφερό, άχαρο, ειδεχθές, πένθιμο και δυσοίωνο —του παλαιού καιρού— πουλί
|
|
|
Τι εννοούσε κρώζοντας «Ποτέ πια».
|
|
Έτσι ήμουν καθισμένος, κλεισμένος σε εικασίες, χωρίς να εκφράσω ούτε συλλαβή
|
|
|
στο πουλί, του οποίου τα φλογισμένα μάτια τώρα βάζανε φωτιά στα ενδόμυχα της καρδιάς μου·
|
|
| 75 |
Για ετούτα και για άλλα, καθόμουν κι έκανα εικασίες με το κεφάλι μου αναπαυτικά πλαγιασμένο, 75
|
|
στην βελούδινη επένδυση του μαξιλαριού, όπου έπεφτε χαιρέκακα το φως της λάμπας.
|
|
|
Αλλά όμως εκείνης ακριβώς της βελούδινης μενεξεδένιας επένδυσης όπου χαιρέκακα έπεφτε το φως της λάμπας,
|
|
|
και που Εκείνη δεν θα πιέσει, αχ, ποτέ πια.
|
Ετυμολογία
Ο όρος φασισμός προέρχεται από την ιταλική λέξη Fascismo που ετυμολογείται από την λατινική «fasces» (φάσκες, ενικός: fascis, ιταλικά fascio :φάσιο) που ονομάζονταν συγκεκριμένο αρχαίο ρωμαϊκό έμβλημα εξουσίας, που απεικόνιζε «ράβδους δεμένες γύρω από έναν πέλεκυ».
Η λέξη παραπέμπει στους «littores» (λιτόρες) που ήταν ένα είδος ομάδων σωματοφυλάκων των γερουσιαστών της αρχαίας Ρώμης οι οποίοι διακρίνονταν από μια ράβδο που κρατούσαν και η οποία ήταν το σύμβολο της εξουσίας τους. Οι fasces ήταν στην αρχαία Ρώμη σύμβολο της εξουσίας των δικαστών και συμβόλιζαν την «ισχύ δια της ενώσεως»: μια μόνο ράβδος σπάζει εύκολα, ενώ μια δέσμη πολύ δύσκολα. Οι ράβδοι δεμένες γύρω από έναν διπλό πέλεκυ που έγινε το σύμβολο του φασισμού. Η αντιστοιχία με τους φασιστές της δεκαετίας του ’20 βρίσκεται στο ότι οι πρώτες ομάδες φασιστών που σχηματίστηκαν στην Ιταλία ονομάστηκαν «fascio di combattimento», δηλαδή ομάδες-δέσμες μάχης.
Γέννηση του φασισμού
Ο φασισμός γεννήθηκε μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στην Ιταλία από τον Μπενίτο Μουσολίνι το 1919 χωρίς ακόμα ν΄ αποτελεί δόγμα ή να προσδιορίζει κάποιο συγκεκριμένο πρόγραμμα.
Μελέτη του φασισμού
Το κίνημα του φασισμού μελετήθηκε από πολλούς ξένους ερευνητές μεταξύ των οποίων οι πιο γνωστοί είναι ο Ρόμπερτ Πάξτον (Robert Paxton) και ο Εμίλιο Τζεντίλε. Από τους πιο έγκυρους Έλληνες μελετητές του φαινομένου θεωρείται ακόμη ο Νίκος Πουλαντζάς.
Ταυτισμένος με τη νεωτερικότητα του μεσοπολέμου (βλ. Ε.Τζεντίλε “φασισμός και νεωτερικότητα”), από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ο φασισμός είναι στιγματισμένος και πολύ λίγες πολιτικές ομάδες τα τελευταία 60 χρόνια τόλμησαν να ταυτιστούν ανοιχτά μαζί του.
Σε αντίθεση με άλλες ιδεολογίες, ο φασισμός δεν ανέπτυξε ποτέ πλήρες δόγμα ή πολιτική θεωρία και, κυρίως, δεν γράφτηκαν οποιαδήποτε σημαντικά πολιτικά κείμενα από φασιστική σκοπιά μετά το 1945. Έτσι, σχεδόν όλα τα κείμενα πάνω στο θέμα της φασιστικής ιδεολογίας έχουν γραφτεί από μη φασίστες και αντιφασίστες συγγραφείς, και έτσι είναι συχνά δύσκολο να καθορίσει κανείς τη θέση του φασισμού πάνω σε διάφορα σημαντικά θέματα. Η λέξη “φασίστας” χρησιμοποιείται συνήθως με αρνητική σημασία, συχνά ως μια ετικέτα για επίκριση μιας αντίθετης άποψης, υποδηλώνοντας απολυταρχισμό και αντιδημοκρατική αντίληψη.
Η 10η Οκτωβρίου έχει καθιερωθεί ως η Παγκόσμια Ημέρα κατά της Θανατικής Ποινής. Mε αφορμή την ημέρα αυτή, για μια ακόμη φορά έρχεται στο προσκήνιο η εσχάτη των ποινών, ενώ πολλά ερωτήματα τίθενται σχετικά με την επιβολή της αλλά και την ταύτιση της με το πνεύμα δικαίου που θα πρέπει να διακρίνει κάθε ευνομούμενη πολιτεία. Η μέρα αυτή αποτελεί μια πρωτοβουλία του «Παγκόσμιου Συνασπισμού για την κατάργηση της Θανατικής ποινής» και συγκεντρώνει παγκοσμίως 38 μη κυβερνητικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένης και της Διεθνούς Αμνηστίας.
H θανατική ποινή σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί φαινόμενο των καιρών μας. Ήδη, από τον 18ο αιώνα π.Χ στην Βαβυλώνα του βασιλιά Χαμουραμπί επικρατούσε ο θάνατος ως τιμωρία για 25 μορφές εγκληματικών πράξεων. Ο νόμος της Χιττίτης υπήρξε τον 14ο αιώνα ενώ τον 7ο αιώνα στην αρχαία Αθήνα την εμφάνιση του έκανε ο Δρακόντειος νόμος, σύμφωνα με τον οποίο η θανατική ποινή επιβαλλόταν σε όλα τα εγκλήματα.
Στην Αμερική, η θανατική ποινή ήρθε μαζί με τους Βρετανούς εξερευνητές της Νέας Γης και η πρώτη καταγεγραμμένη εκτέλεση έγινε το 1608 στην Βιρτζίνια ακολουθώντας το ευρωπαϊκό παράδειγμα.
Από τους δημοφιλέστερους τρόπους επιβολής της θανατικής ποινής υπήρξε η κρεμάλα και κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους η πυρά, «μέθοδος εξαγνισμού» των μαγισσών και σύμβολο σκοταδισμού. Η ανυπαρξία ενός οργανωμένου συστήματος απόδοσης δικαιοσύνης αλλά και η αυθαιρεσία, σε μεγάλο βαθμό, των αρχών οδήγησε στην άκριτη εκτέλεση ενός τεράστιου αριθμού ανθρώπων.
Με το πέρασμα των χρόνων συντελέστηκαν πολλές αλλαγές στην επιβολή της θανατικής ποινής η οποία εν τέλει απαγορεύτηκε στην περίπτωση μικρών εγκλημάτων. Ταυτόχρονα όμως άλλαζε και η στάση της κοινής γνώμης απέναντι στο φαινόμενο αυτό, που μέχρι στιγμής μόνον αρνητική δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, αφού όχι μόνον πρόσφερε ικανοποίηση αλλά θεωρούνταν και απολύτως δίκαιη.
Η αλλαγή ήρθε από μεγάλους διανοητές με τη δημιουργία του «Abolitionist Movement», το οποίο όχι μόνο κατόρθωσε να καταργήσει την θανατική ποινή στην Αυστρία και την Τοσκάνη αλλά κυρίως άλλαξε τον τρόπο σκέψης πίσω από την επιβολή. Οι αρχές πλέον δεν εκτελούσαν άκριτα, αλλά μέσα από διαδικασίες εξέτασης της εκάστοτε υπόθεσης κατέληγαν στο αν θα πρέπει να θανατωθεί ο κατηγορούμενος. Το εν λόγω κίνημα είχε αποτελέσματα και στην Αμερική, όπου ο Thomas Jefferson πρότεινε την δημιουργία ενός νόμου που θα όριζε την θανατική ποινή ως τιμωρία μόνον για εγκλήματα που αφορούσαν δολοφονίες ή εσχάτη προδοσία.
Και άλλες πολιτείες δεν άργησαν να υιοθετήσουν αυτόν τον τρόπο σκέψης, ωστόσο ένα μεγάλο πισωγύρισμα έγινε την περίοδο 1920 με 1950, με τους δύο Παγκοσμίους πολέμους και τον Ψυχρό πόλεμο να διαμορφώνουν ανεξέλεγκτες συνθήκες.
Η εμφάνιση πολλών ανθρωπιστικών οργανώσεων και η υπογραφή συνθηκών για την κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δημιούργησαν ένα ευνοϊκότερο κλίμα από την δεκαετία του 50′ και ύστερα. Τη δεδομένη χρονική στιγμή η θανατική ποινή έχει περιοριστεί στην εφαρμογή της σε περιπτώσεις που σχετίζονται με τον φόνο και εν γένει πράξεις αφαίρεσης της ανθρώπινης ζωής ενώ σε πολλές χώρες έχει καταργηθεί.
Στην χώρα μας, η τελευταία εκτέλεση πραγματοποιήθηκε στις 25 Αυγούστου του 1972, ενώ δια νόμου απαγορεύτηκε το 1993, με μοναδική εξαίρεση τα στρατιωτικά εγκλήματα σε περίοδο πολέμου.
Η θανατική ποινή έχει καταργηθεί ολοκληρωτικά σε 88 χώρες του κόσμου, σε 11 μερικώς, σε 24 στην πράξη, ενώ σε 75 χώρες διατηρείται ακόμη. Στις ΗΠΑ, οι 38 από τις 50 συνολικά πολιτείες υποστηρίζουν την θανατική ποινή ενώ ο αριθμός των μελλοθάνατων ξεπερνά τους 3.000. Τα τελευταία δύο χρόνια περισσότεροι από 6.000 άνθρωποι έχουν εκτελεσθεί σε 49 χώρες του κόσμου, που αγνοώντας το ψήφισμα της 18 Δεκέμβρη του 2007 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ για αναστολή των εκτελέσεων παγκοσμίως, συνέχισαν την επιβολή της ποινής κανονικά.
Πρώτες σε εκτελέσεις έρχονται οι ΗΠΑ, η Κίνα και το Ιράν όπου έχει γίνει και το 94% των εκτελέσεων. Μάλιστα, στις ΗΠΑ έχουν εκτελεστεί 19 ανήλικοι μεταξύ 1900 – 2003, περισσότεροι από οποιαδήποτε άλλη χώρα του κόσμου, κάτι το οποίο απαγορεύεται από διεθνείς συνθήκες.
Οι απόψεις σχετικά με την ύπαρξη της θανατικής ποινής ως μέσο «σωφρονισμού» διίστανται, την στιγμή που ίσως δεν θα έπρεπε. Πώς μπορεί να θεωρηθεί μια τέτοιου είδους ολοκληρωτική ποινή σωφρονισμός; Και κατά πόσο συνάδει με την εξελιγμένη κοινωνία στην οποία ανήκουμε, όπως θέλουμε να πιστεύουμε;
H θανατική ποινή στην πραγματικότητα αποτελεί ένα πολύ ισχυρό φόβητρο για όσους δεν πρόκειται να εγκληματήσουν, αφού για τους ίδιους τους εγκληματίες ισχύει μια βασική αρχή: πως δεν πρόκειται να συλληφθούν. Η αφαίρεση λοιπόν της ανθρώπινης ζωής, κάτι που απαγορεύει η Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, θα πρέπει να ισχύει τόσο μεμονωμένα για τους πολίτες ενός κράτους όσο και για το ίδιο το κράτος.
Στο πέρασμα των χρόνων, πολλοί ηγέτες δικτατορικών, κυρίως, καθεστώτων έχουν κατηγορηθεί για δολοφονίες πολιτών όταν αυτή την στιγμή πραγματοποιούνται εκτελέσεις με το «κάλυμμα» μιας δημοκρατίας για την προστασία του «κοινού καλού». Μ’αυτές τις πρακτικές όμως δεν διαφέρουμε και ιδιαίτερα από τον κάθε δολοφόνο ή δικτάτορα.
Σ’ αυτό το σημείο εγείρεται ένα από τα πιο ισχυρά επιχειρήματα όσων τάσσονται υπέρ της θανατικής ποινής. Ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει ένα έγκλημα που δίκαια επιφέρει αυτού του είδους την ποινή, κατά κάποιο τρόπο δηλαδή του αξίζει αυτό που θα πάθει. Το «οφθαλμός αντί οφθαλμού» όμως, υπήρξε μέτρο πολύ προγενέστερων κοινωνιών και στους δικούς μας καιρούς αποτελεί περισσότερο τροχοπέδη. Δεν γίνεται να προχωρήσει μια κοινωνία όταν η ίδια διδάσκει την δολοφονία, όταν η ίδια αυτοδικεί αντί για τους συγγενείς του θύματος.
Επιπλέον, σε ένα σύστημα δικαιοσύνης που σε αρκετές των περιπτώσεων χωλαίνει πρέπει να υπάρχει μεγάλος βαθμός σιγουριάς από την πλευρά των αρχών για την ποινή που πρόκειται να επιβληθεί, και, ας μην γελιόμαστε, η διαφορετική και άνιση μεταχείριση περιπτώσεων που είναι ίδιες δεν λείπουν από τις κοινωνίες μας. Ακόμη, δεν είναι λίγες οι φορές που μελλοθάνατοι λόγω «λάθος» εκτιμήσεων, γλίτωσαν μερικές ώρες πριν εκτελεστούν ως κατηγορούμενοι για πολύ σοβαρά εγκλήματα.
H θανατική ποινή είναι ακραία, όπως και η δολοφονία ή οποιοδήποτε άλλο σοβαρό αδίκημα κατά της ανθρώπινης ζωής. Ο μόνος λόγος για τον οποίο το ζήτημα αυτό είναι διαπραγματεύσιμο είναι πως εκτελείται από το ίδιο το κράτος. Αυτός όμως είναι και ο λόγος για τον οποίο θα πρέπει να απαγορευθεί τελικά: δεν μπορεί ένα κράτος να παραβαίνει έναν από τους βασικότερους νόμους, και να δίνει αφύσικο τέλος σε έναν άνθρωπο.
Αξιοσημείωτα είναι τα λόγια του Cesare Beccaria, ενός μεγάλου διανοητή που πολέμησε ο ίδιος ενάντια στην εσχάτη των ποινών, σχετικά με την αποτελεσματικότητα της: «Ο θάνατος ενός εγκληματία είναι ένα τρομερό, αλλά προσωρινό θέμα, συνεπώς είναι μια λιγότερο αποτελεσματική μέθοδος αποτροπής (άλλων ανθρώπων από εγκληματικές πράξεις) απ’ ότι το συνεχές παράδειγμα ενός ανθρώπου αποστερημένου από την ελευθερία του, καταδικασμένου να διορθώσει μέσα από τη δουλεία του, το κακό που έκανε στην κοινωνία. Αν κάνω ένα τέτοιο έγκλημα, λέει ο θεατής στον εαυτό του, θα υποβιβαστώ σε αυτή τη μίζερη κατάσταση σε ολόκληρη τη ζωή μου. (Είναι) μια πολύ πιο ισχυρή αποτροπή από το φόβο του θανάτου τον οποίο οι άνθρωποι κρατούν πάντα σε μια απόμακρη αφάνεια. Οι βίαιες εντυπώσεις μας εκπλήσσουν, αλλά η επίδρασή τους είναι στιγμιαία. Μια ποινή, για να είμαστε δίκαιοι, πρέπει να έχει τόσο βαθμό αυστηρότητας ώστε να αποτρέπει επαρκώς τους άλλους
H στέρηση, η φτώχεια, το φάσμα της πείνας δύσκολα συμβιβάζονται με τη νηφαλιότητα, την ορθοβουλία, τις ψύχραιμες αξιολογήσεις. Oταν δεν υπάρχει πια μισθός ή ο μισθός εξαντλείται σε ελάχιστες μέρες και οι υπόλοιπες του μήνα ξημερώνουν σαν απειλή, δεν υπάρχει μυαλό για διαφορετικά ενδιαφέροντα, για ποιοτικές ενασχολήσεις. Tο μαρτύριο του άνεργου, του χαμηλόμισθου, του βάναυσα τσακισμένου συνταξιούχου είναι η τέλεια ανημπόρια του να ασχοληθεί με ό, τι ομορφαίνει τη ζωή – να διαβάσει, να ακούσει μουσική, να χαρεί τον περίπατο, να κουβεντιάσει ξέγνοιαστος για ό, τι αγαπάει. Aνημπόρια ψυχική, λογικά μη ελεγχόμενη, παραλυτική.
H στέρηση, η φτώχεια, το φάσμα της πείνας είναι κάτεργο. Aπό τα βαθιά χαράματα που θα σε ξυπνήσει ο πανικός, το μυαλό δεν έχει άλλη έγνοια παρά μόνο τον πνιγμό των χειροπιαστών απειλών: Tους απλήρωτους λογαριασμούς, τα άδεια ερμάρια, το άδειο ψυγείο, την παγωνιά στο σπίτι με το καταργημένο καλοριφέρ. Aν κάποιοι από τους πολιτικούς υπαίτιους και αυτουργούς του εξωφρενικού υπερδανεισμού της χώρας έφταναν στο εδώλιο του κακουργοδικείου, οι αναίτια καθηλωμένοι στο κάτεργο θα ένιωθαν ανασασμό. Oχι γιατί θα έπαιρναν εκδίκηση, αλλά για το κουράγιο και την ελπίδα που θα τους χάριζε η αίσθηση ότι ανήκουν σε κοινωνία, μοιράζονται τη συμφορά με συνανθρώπους, μπορούν να εμπιστεύονται θεσμούς απονομής δικαιοσύνης.
H ψυχική καταστροφή που συντελείται στην Eλλάδα σήμερα είναι ανήκεστη και μοιάζει να βάζει τέλος στη μακραίωνη ιστορία των Eλληνόφωνων του βαλκανικού νότου. Yπερβολή; Mακάρι. Πάντως πρόκειται για διάλυση και αποσύνθεση κάθε στοιχείου συνεκτικού της ελληνικής συλλογικότητας. H γλώσσα, το άλλοτε καύχημα των Eλλήνων, έχει προ πολλού εξουδετερωθεί στο λίκνο της εκπαιδευτικής παρακαταθήκης, στην επίσημη δημόσια εκφορά της, στη ριζικά αλλοτριωμένη με το μονοτονικό γραφή της. H ιστορική συνείδηση, το ίδιο. H μεταφυσική βιωματική παράδοση, ένσαρκη στο λαϊκό σώμα και μήτρα παραγωγής πολιτισμού, μεταποιημένη σήμερα σε παιδαριώδη ιδεολογήματα «επικρατούσας θρησκείας». Kαι οι ξιπασμένες ελπίδες δύο αιώνων για μεταμόρφωση της «Ψωροκώσταινας» σε «κράτος ευρωπαϊκόν» ή «εκσυγχρονισμένο», εξευτελισμένες πια, με το ελληνικό όνομα περίγελο του πλανήτη…
Στο κάτεργο της φτώχειας, της στέρησης, του φάσματος της πείνας δεν έχουμε σε τίποτα να στηριχθούμε, πουθενά να ελπίσουμε. H κρατική μας οργάνωση, στην κάθε παραμικρή πτυχή της, απροκάλυπτος εμπαιγμός, ξεδιάντροπος. Παραμένουν ακόμα, ακόμα σήμερα, σε θώκους υπουργών, με εξουσίες και χλιδάτες προνομίες, με δημόσια προβολή και αγέρωχη ιταμότητα, οι ένοχοι της κακουργηματικής ανικανότητας ή της θρασύτατης φαυλότητας, αυτοί που μας οδήγησαν, εκατομμύρια ανθρώπους, στο κάτεργο. Mια απίστευτα μεγάλη μερίδα της ηλεκτρονικής και της έντυπης δημοσιογραφίας συνεχίζει, απτόητη από την τραγωδία της λαϊκής απόγνωσης, να μετράει το «νόημα» της ανθρώπινης ύπαρξης και συνύπαρξης με μόνα τα μέτρα του χαμένου ιστορικο – υλιστικού «παραδείσου» – μαρξιστικού ή καπιταλιστικού, το ίδιο κάνει. Oι μεν διαφημίζουν σαν «σωτηρία» την εξαθλιωτική απομόνωση, κατά το πρότυπο άλλοτε της Aλβανίας και της Kούβας, οι δε το ραγιαδισμό της αδιαπραγμάτευτης υποταγής στην αδίστακτη ανθρωποκτόνο τοκογλυφία.
Kάποτε οι Nαπολέοντες και οι Oυέλλινγκτον μετράγανε τη σημασία των λαών με το πόσα κεφάλια διαθέτανε για μακέλεμα. Σήμερα η Moody’ s, η Standard and Poor’ s ή η Fitch τη μετράνε με το πόσα κεφάλια διαθέτουν για «κινεζοποίηση» της παραγωγής, για φτηνή εξαθλιωτική δουλειά στο κάτεργο της απόγνωσης. Kαι όπως τότε υπήρχαν γραφίδες που εξωράιζαν και εξυμνούσαν το μακέλεμα σαν «πατριωτισμό», έτσι και σήμερα υπάρχει δημοσιογραφία που διαφημίζει τους όποιους όρους γενοκτονίας επιβάλλει η Διεθνής των πολιτικά ανεξέλεγκτων τοκογλύφων σαν μεγαλόψυχη προσφορά σωτηρίας.
Aπό το κάτεργο δεν μπορούν να μας λυτρώσουν γενικές συνταγές σωτηρίας, «πρωτοβουλίες» αγαθών προθέσεων παγιδευμένες στο ίδιο γήπεδο όπου παίζουν δεξιοτέχνες οι βασανιστές μας. Mέσα σε μια μόλις χρονιά είδαμε να εκφυλίζονται νομοτελειακά ο ειρηνικός ξεσηκωμός των «αγανακτισμένων», η «Σπίθα» του Θεοδωράκη, ο «Kοινωνικός Σύνδεσμος» και πλήθος ανυστερόβουλες ομαδοποιήσεις έντιμων πολιτών. Aναπότρεπτα θα επανέλθουν, όπου να ’ναι, διεκδικητές της ψήφου μας οι ίδιοι, γνωστοί και μη εξαιρετέοι, υπαίτιοι της σημερινής μας κόλασης, οι κραυγαλέα ανίκανοι και φαύλοι. Mε ιλιγγιώδη αδιαντροπιά, ανακατεύοντας την ίδια αηδιαστική τράπουλα των ψηφοδελτίων τους, διανθισμένη με τάχα καινούργιους αρχηγούς, αυτουργούς των εγκλημάτων που οδήγησαν στο εφιαλτικό αδιέξοδο.
Xρειάζονται πολλές γενιές για να ξαναγεννηθεί Eλληνισμός στην καμένη ελλαδική γη. Nαι, θα ψηφίσουμε για άλλη μια φορά ολότελα απελπισμένοι, για άλλη μια φορά το σιχαμερό μη χείρον. Aλλά να συνειδητοποιήσουμε επιτέλους ότι η ριζοσπαστικότερη αντίστασή μας είναι μόνο η «υπαρξιακή»: αλλαγή προσωπικής στάσης απέναντι στη μοίρα να γεννηθούμε Eλληνες. Mη χάνουμε πολύτιμα της προσωπικής ζωής μας χρόνια δίχως την επίγνωση, ότι η ελληνικότητα είναι προσωπική ανακάλυψη, είναι έρωτας, όχι δεδομένη καταγωγή. Oτι αξίζει να τη ζήσεις, όποιος ηλίθιος ή απατεώνας κι αν σε κυβερνάει, μεθώντας με τη γλώσσα της, αφομοιώνοντας την αρχοντιά της ιστορίας της, έκθαμβος συνεχώς με το αποκαλυπτικό κάλλος της Tέχνης της, ερωτευμένος ακατάπαυστα με τη σοφία που ενηλικίωσε την ανθρώπινη αναζήτηση.
Δεν είναι φυγή η προσωπική ανακάλυψη της ελληνικότητας. Eίναι δρομοδείχτης.
Αναδημοσίευση από την Καθημερινή – Ημερομηνία δημοσίευσης: 04-03-12
Απόψε στ’ όνειρό μου
είδα μια μεγάλη καταιγίδα.
Τράνταξε την οικοδομή
και ξήλωσε
τη σκαλωσιά
τη σιδερένια.
Μα ό,τι ήταν από ξύλο
λύγισε και άντεξε.
Μπ. Μπρεχτ, «Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι»…
«”Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι”, ρώτησε τον κύριο Κ., η κόρη της σπιτονοικοκυράς του, “θα φερόντουσαν τότε καλύτερα στα μικρά ψαράκια;”.
“Βέβαια”, απάντησε αυτός, “αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκτιζαν στη θάλασσα γερά κουτιά για τα μικρά ψαράκια. Εκεί μέσα θα έβαζαν όλων των ειδών τις τροφές, φυτά και μικρά ζωάκια. Θα πρόσεχαν ώστε τα κουτιά να έχουν πάντα φρέσκο νερό, και θα έπαιρναν κάθε απαραίτητο μέτρο υγιεινής. Όταν, για παράδειγμα, κανένα ψαράκι θα πληγωνόταν στα πτερύγιά του, θα του τα έδεναν αμέσως, ώστε να μην πεθάνει μέσα στους καρχαρίες προτού να έρθει η ώρα του. Για να μην είναι τα ψαράκια ποτέ λυπημένα θα γίνονταν μεγάλα πάρτυ στο νερό. Γιατί τα ευτυχισμένα ψαράκια είναι πιο νόστιμα από τα λυπημένα. Και, φυσικά, θα υπήρχαν και σχολεία στα μεγάλα κουτιά. Εκεί τα μικρά ψαράκια θα μάθαιναν πώς να μπαίνουν κολυμπώντας στο στόμα των καρχαριών. Θα χρειάζονταν, για παράδειγμα, γεωγραφία για για να μπορούν να βρουν τους καρχαρίες που θα τεμπέλιαζαν κάπου εκεί. Το κύριο μάθημα θα ήταν, φυσικά, η ηθική μόρφωση των μικρών ψαριών. Θα διδάσκονταν πως το σπουδαιότερο και το ωραιότερο πράγμα για ένα μικρό ψαράκι είναι να προσφέρει τον εαυτό του χαρούμενα, και πως όλα πρέπει να πιστεύουν στους καρχαρίες, και πάνω απ’ όλα όταν λένε πως θα φτιάξουν ένα ωραίο μέλλον. Θα τα μάθαιναν ότι το μέλλον τους είναι σίγουρο μόνο εφόσον μάθουν να υπακούουν. Και πως όλα πρέπει να αποφεύγουν όλες τις ταπεινές, υλιστικές και μαρξιστικές τάσεις και να πληροφορούν αμέσως τους καρχαρίες, αν κάποιο απ’ αυτά θα είχε τέτοιες τάσεις….
Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα υπήρχε, βέβαια, και τέχνη. Θα υπήρχαν ωραίες εικόνες με δόντια καρχαριών, σε υπέροχα χρώματα, με τα στόματά τους και τους λαιμούς τους σα γνήσια γήπεδα όπου κανείς μπορεί να κυλιστεί και να παίξει. Τα θέατρα στο βυθό της θάλασσας θα έδειχναν έργα με ηρωικά μικρά ψαράκια να κολυμπούν ενθουσιασμένα μέσα στο λαιμό των καρχαριών, και η μουσική θα ήταν τόσο όμορφη που θα οδηγούσε τα ψαράκια σαν σε όνειρο, και αυτά κάνοντας τις πιο όμορφες σκέψεις θα κυλούσαν μέσα στο λαιμό των καρχαριών. Και θα υπήρχε, βέβαια, και θρησκεία…που θα δίδασκε ότι η αληθινή ζωή αρχίζει ουσιαστικά μέσα στα στομάχια των καρχαριών. Και αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, τότε τα μικρά ψάρια θα έπαυαν να είναι ίσα μεταξύ τους, όπως τώρα. Μερικά θα είχαν θέσεις και θα ήταν πιο πάνω από τα άλλα. Και τα μεγαλύτερα ψάρια θα είχαν δικαίωμα να τρώνε τα μικρότερα. Και αυτό θα ήταν υπέροχο για τους καρχαρίες, γιατί τότε θα μπορούσαν να καταβροχθίζουν ακόμα μεγαλύτερες μπουκιές. Και τα πιο σπουδαία από τα μικρά ψάρια, αυτά που θα είχαν θέσεις, θα διάταζαν τα άλλα. Και θα γινόντουσαν δάσκαλοι, αξιωματικοί και μηχανικοί που φτιάχνουν κουτιά. Με λίγα λόγια, θα μπορούσε να υπάρξει πολιτισμός στη θάλασσα μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι”.
(«Μπέρτολτ Μπρεχτ, Kalendergescichten”, παρμένο από το «Έβερετ Ρέιμερ, Το σχολείο είναι νεκρό, εκδ. Νεφέλη)
“Αυτό είναι το δύσκολο μ’ αυτή την εποχή. Ιδανικά, όνειρα, ωραίες προσδοκίες, όλα αυτά δεν μπορούν να κρατήσουν. Χτυπιούνται και καταρρίπτονται από την τρομερή πραγματικότητα και καταστρέφονται τελείως. Είναι θαύμα ότι δεν έχω χάσει τελείως τις ελπίδες μου, παρόλο που φαίνονται παράδοξες και ανεκπλήρωτες. Αλλά εγώ συγκρατούμαι, τις κρατώ με δύναμη, γιατί θέλω να πιστέψω παντού και πάντα στο καλό του ανθρώπου!
Βλέπω ότι ο κόσμος σιγά-σιγά καταρρέει όσο πάει και περισσότερο και γίνεται μια έρημος, κι όλο δυνατότερα πλησιάζει η βροντή που θα σκοτώσει κι εμάς. Νιώθω τον πόνο των χιλιάδων, και όμως άμα κοιτάξω προς τον ουρανό σκέφτομαι ότι όλα αυτά κάποτε θα γυρίσουν στο καλό, δε γίνεται”!
Αποσπάσματα από το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ

Πίσω από μια ξύλινη πόρτα που μπορούσαν να φτάσουν οι τολμηροί μόνο με σκάλα, οι μοναχοί της Ιεράς Μονής του Όρους Σινά ανακάλυψαν έναν μοναδικό θησαυρό που παρέμεινε κρυμμένος για αιώνες στο μοναστήρι. Χιλιάδες σελίδες από παλίμψηστα κείμενα που τοποθετήθηκαν εκεί τον 18ο αιώνα αψήφησαν πεισματικά τη φθορά του χρόνου μέχρι να δουν και πάλι το φως της ημέρας το 1975. Τα λόγια επάνω στις περγαμηνές που είναι ορατά με το μάτι έχουν γραφτεί μέχρι και 1.200 χρόνια πριν, αλλά αυτό που συναρπάζει είναι όλα όσα κρύβονται από πίσω, οι λέξεις δηλαδή που σβήστηκαν για να δώσουν τη θέση τους σε άλλες.
Προς στιγμήν, σοκάρομαι. Μου έρχεται στο μυαλό εκείνο το διάσημο ψυχολογικό πείραμα του Αλμπερτ Μπαντούρα το 1961: παιδιά (ηλικίας 3-6 ετών) παρακολούθησαν ένα βιντεάκι με ενηλίκους να «κακοποιούν» ποικιλοτρόπως μια φουσκωτή κούκλα (την περιώνυμη «Βobo doll») και εν συνεχεία τούς μιμήθηκαν πιστά· πήραν σφυριά, ψεύτικα πιστόλια και έδωσαν και αυτά στην κούκλα να καταλάβει. Νιώθω αμηχανία και δέος. Αυτά τα υγιέστατα πιτσιρίκια, που κοπανάνε αλύπητα το «μωρό» εδώ μπροστά, μου υπενθυμίζουν αυτό που ως «υγιής» ενήλικος προτιμώ να παραβλέπω. Η βία διαποτίζει τα πάντα. Ακόμη και την – γούτσου γούτσου – παιδική ηλικία.
Ναι, δεν χρειάζεται να πας τη «στήσεις» έξω από το «Χυτήριο» ούτε να τραβήξεις λαθραίο βιντεάκι στα έδρανα της Βουλής. Στην εποχή της οικονομικής και ηθικής κρίσης, η βία εμπλέκει όλο και συχνότερα (είτε ως θύματα είτε ως θύτες) τα παιδιά. Οι ειδικοί, μάλιστα, κρούουν τον κώδωνα ότι ευδοκιμεί όλο και συχνότερα μέσα στα σπίτια. Προ μηνών, οι γιατροί του Νοσοκομείου Παίδων «Η Αγία Σοφία» είδαν έναν καλοβαλμένο πατέρα να συνοδεύει ένα τετράχρονο αγοράκι. Το παιδί έφερε μελανιές σε όλο το σώμα και ζύγιζε μόλις εννέα κιλά. Στις επίμονες ερωτήσεις των γιατρών, ο πατέρας ισχυρίστηκε ότι «τσακώνεται πολύ με το αδελφάκι του». Λίγο προτού πέσει σε κώμα, το παιδί έδωσε τη δική του βερσιόν: «Ο μπαμπάς μου χτυπάει εμένα και τη μαμά μου».
Η βία ευδοκιμεί, ως γνωστόν, και στα προαύλια. Το «bullying» (ο φόβος και ο τρόμος γονέων, εκπαιδευτικών και παιδιοψυχιάτρων) είναι σήμερα σαν τους βόλους ή το «Δεν περνάς κυρα-Μαρία». Στην Ελλάδα (4η σε περιστατικά σχολικού εκφοβισμού ανάμεσα σε 41 χώρες) οι γονείς είναι πλέον ψιλιασμένοι. Ακόμη και σε τάξεις του δημοτικού, παιδιά μπορεί να αναγκαστούν να αλλάξουν τμήμα (ή και σχολείο) επειδή έχουν πέσει επανειλημμένως θύματα συνομήλικών τους «τραμπούκων». Η βία εις βάρος παιδιών και εφήβων εξαπλώνεται, βεβαίως, και online. Η πρόσφατη υπόθεση της 16χρονης Αμάντα Τοντ στις ΗΠΑ (που αυτοκτόνησε έπειτα από τον χρόνιο διασυρμό της στο Διαδίκτυο) ήρθε απλά και μόνο να διανθίσει την επιδημία cyberbullying που πλήττει τον πλανήτη.
Σε μια εποχή που παιδιά της Α΄ Δημοτικού παίζουν τα πληκτρολόγια στα δάχτυλα (σε ιδιωτικά σχολεία του Ντουμπάι τα νήπια μαθαίνουν σήμερα την αλφάβητο με tablets!) και οι έφηβοι δημιουργούν και συντηρούν σχέσεις πρωτίστως μέσα από τα social media (ακριβώς επειδή εκεί μπορούν να συναντηθούν χωρίς το πολύ στενό «μαρκάρισμα» γονέων και κηδεμόνων), η βία ελλοχεύει σε κάθε byte. Κάπως σαν αυτές τις πορνό ιστοσελίδες που πετάγονται απροειδοποίητα εκεί που σερφάρεις μακαρίως, αναζητώντας πληροφορίες για τα αειθαλή φυτά (για την αυριανή σχολική εργασία της κόρης σου). Το παραμικρό post (συχνά μέσα από την ανωνυμία ενός ψευδωνύμου ή ενός avatar) μπορεί να σημάνει το τέλος μιας παιδικής ηλικίας με τούρτα σοκολάτα και ξύλινα κουνιστά αλογάκια.
Δεν χρειάζεται να διαβάσεις το «Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν» της Λάιονελ Σράιβερ ή άλλα συναφή μυθιστορήματα με ανηλίκους-τέρατα. Τα παιδιά σήμερα «ρουφούν» από παντού βία, όπως εμείς ρουφούσαμε κάποτε το ζαχαρούχο γάλα. Το μόνο που μας απομένει είναι να είμαστε εκεί, δίπλα τους, όχι απλώς παρατηρητές των σκληρών παιχνιδιών που καλούνται εξ απαλών ονύχων να παίξουν, αλλά τσαμπουκαλεμένοι vigilantes.
ΤΟ ΒΗΜΑ (Παπαδημητρίου Λένα)




