
Διαβάσαμε
Πυθαγόρας ο πρώτος Διδάσκαλος της Αυτογνωσίας (580-500 π.Χ.)Ο μύστης αυτός επέβαλε πρακτικά στους μαθητές του την άσκηση της αυτογνωσίας.
Κατά τον Ιάμβλιχο (του Γ’ μ.Χ. αιώνα), οι μαθητές του ήσαν:
Οι ακουστικοί (άκουγαν μόνο, δεν ρωτούσαν τίποτε, δεν έλεγαν τίποτε).
Οι μαθηματικοί (η φιλοσόφηση γινόταν με αριθμούς, ως σύμβολα ερμηνευόμενα).
Οι φυσικοί (ανώτερου βαθμού, εισάγονταν σε πληρέστερη γνώση της φύσης και των όντων) και
Η τέταρτη τάξη: αυτοί που κατείχαν την ανώτατη μύηση και γνώση.
Ασκούντο σε μυστηριακές αρετές, πρώτα της σιγής (να σιωπούν) και της εχεμύθειας (να κρατούν απόλυτα μυστικά απ’ τους άλλους ό,τι άκουγαν ή διδάσκονταν και μάθαιναν). Μ’ αυτά κατόρθωναν τη θεληματική χρήση του Νου, ηρεμία, αταραξία, αυτόβουλη κατεύθυνση της σκέψης, όπου η ηθική και η λογική απαιτούν και όχι όπου το συναίσθημα (η συγκίνηση) και η τυχαία παρόρμηση απ’ τους ερεθισμούς. Επιδίωκαν και την καταστολή των ορμών, των επιθυμιών, των ορέξεων και γενικά των παθών και όλων όσων αποτελούν εμπόδιο στην αυτογνωσία.
Επέβαλλε έπειτα ο Πυθαγόρας στους μαθητές του να εφαρμόζουν στη ζωή τους τις αρετές:
α) της ευσέβειας. “Θεόν τίμα, πρώτα και σέβου”.
β) της ευορκίας. “Σέβου όρκον” που θα πει συνέπεια και ακριβή τήρηση του όρκου που δόθηκε, αλλά και κάθε υπόσχεσης.
γ) τιμή προς τους γονείς. “Τους γονείς τίμα”.
δ) της εγκράτειας. “Ειθίζεο, γαστρός μεν πρώτιστα και ύπνου, λαγνείας, θυμού…”, δηλ. να συνηθίζεις να κυριαρχείς στις επιθυμίες πρώτα, πρώτα του φαγητού και του ποτού, του ύπνου, των αφροδισίων, της οργής (θυμού). Απόφευγε τις αισχρές πράξεις και με άλλους και μόνος.
ε) της δικαιοσύνης. “Δικαιοσύνην ασκείν έργω τε λόγω τε”.
στ) να γνωρίζουν ότι πεπρωμένο είναι όλοι ανεξαιρέτως να πεθαίνουν. `Αρα να είναι πάντα έτοιμοι, αγνοί και ενάρετοι. “Γνώθι θανέειν, πέπρωται άπασι”.
ζ) της λιτότητας. “Υγείας της περί το σώμα χρη έχειν· αλλά μέτρον (το κανονικό ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο) ποτού, σίτου, γυμνασίων”. `Αριστη συμβουλή και προτροπή.
η) η ελευθερία, μεγάλο αγαθό· αρετή η διαφύλαξή της. “Μηδέ ανελεύθερον ίσθι· επί πάσι μέτρον άριστον”.
θ) δια της προσευχής κατάκτησε μεγάλες δυνάμεις. Αλλά αναλάμβανε με θάρρος το έργο αφού προσευχηθείς στο Θεό να σε βοηθήσει να τελειώσεις. “Αλλ’ έρχου επ’ έργον θεοίσιν επευξάμενος τελέσαι”.
ι) Δια της καθάρσεως του σώματος και της ψυχής σώζεται το Εγώ.
ια) συνεχής επιδίωξη της φρόνησης. “Ηνίοχον γνώμιν στήσας καθύπερθεν αρίστην” δηλ. πάνω απ’ όλα ας έχεις άριστο κυβερνήτη το νου.
Το κορύφωμα όμως της πρακτικής εφαρμογής της αυτογνωσίας απ’ τους Πυθαγόρειους κατορθωνόταν με τον αυτοέλεγχο κάθε βράδυ πριν τον ύπνο με τα πολυθρύλητα τρία ερωτήματα: Οι περίφημοι αυτοί στίχοι των “χρυσών επών” (στίχ. 40-45) έχουν ως εξής:
“Μηδ’ ύπνον μαλακοίσιν επ’ όμμασι προσδέξασθαι. Πριν των ημερινών έργων λογίσασθαι έκαστον·΄Πη παρέβην; Τι δ’ έρεξα; Τι μοι δέον ούκ ετελέσθη; Αρξάμενος δ’ από πρώτου επέξιθι και μετέπειτα. Δεινά μεν εκπρήξας επιπλήσσεο· χρηστά δε τέρπου. Ταύτα πόνει· ταύτ’ εκμελέτα· τούτων χρη εράν σε”.
Δηλ. κατά πιστή και κατά λέξη μετάφρασή μας: μη δεχθείς ποτέ στα μάτια σου τον ύπνο πριν εξετάσεις προσεκτικά ένα ένα τα έργα της ημέρας εκείνης ρωτώντας τον εαυτό σου: σε ποια έσφαλα; Τι καλό έκανα; Τι έπρεπε να κάνω και το παρέλειψα;
Αφού αρχίσεις από το πρώτο έργο της ημέρας προχώρα μέχρι το τελευταίο. Έπειτα από τον έλεγχο να επιπλήττεις (καταδικάζεις) τον εαυτό σου για τις κακές πράξεις για δε τις καλές να ευχαριστιέσαι ολόψυχα. Μ’ αυτά ασχολήσου, αυτά μελέτα με προσοχή, αυτά είναι ανάγκη να αγαπήσεις με ζήλο.
AΠΟ yahoo.gr
Τα ρουγκατσάρια
Η Ελλάδα είναι πλούσια σε έθιμα των Φώτων. Ρουγκατασάρια, αράπηδες, καμήλες, μπαμπόγεροι, μωμόγεροι, φωταράδες είναι κάποια από τα έθιμα που έχουν τις ρίζες τους στην αρχαιότητα και τις διονυσιακές γιορτές αλλά και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και αναβιώνουν κάθε χρόνο τις ημέρες των Θεοφανίων. Στη Θεσσαλία ανήμερα των Θεοφανίων αναβιώνουν τα ρουγκάτσια (ρουγκατσάρια). Αυτά αποτελούνταν από ομάδες (10 – 15 μεταμφιεσμένων ατόμων) οι οποίες περιφέρονταν από σπίτι σε σπίτι παίρνοντας την ανάλογη αμοιβή. Μερικά από τα απαραίτητα μέλη του κάθε ομίλου ήταν ο γαμπρός, η νύφη (νέος μεταμφιεσμένος), ο παπάς, ο παππούς, ο γιατρός και οι “αρκουδιάρηδες”. Εντυπωσιακός είναι ο αριθμός των τραγουδιών με τα οποία οι ρουγκατσάρηδες συνόδευαν το πέρασμά τους. Στην Καστοριά αναβιώνουν τα «Ραγκουτσάρια». Οι κάτοικοι μεταμφιέζονται και φορούν απαραιτήτως μάσκες που έχουν συμβολικό χαρακτήρα, αφού η όψη τους είναι τρομακτική και αποσκοπούν στο να ξορκίσουν το κακό από την πόλη. Οι μασκαράδες έχουν τη συνήθεια να ζητιανεύουν από τον κόσμο την ανταμοιβή τους, επειδή διώχνουν τα κακά πνεύματα. Το ίδιο έθιμο αναβιώνει και σε χωριά της Δράμας με το όνομα ροκατζάρια. Οι κάτοικοι φορούν τρομακτικές μάσκες και κάνοντας εκκωφαντικούς θορύβους με τα κουδούνια που φέρουν περιφέρονται στους δρόμους.
Τα μπαμπούγερα
Tα μπαμπούγερα είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες εθιμικές παραδόσεις στην Καλή Βρύση της Δράμας. Το εθιμικό πλαισίωμα της θρησκευτικής γιορτής αρχίζει το πρωί της παραμονής. Οι γυναίκες παίρνουν στάχτη και τη σκορπίζουν με το δεξί χέρι γύρω από το σπίτι προφέροντας ξορκιστικές λέξεις για να φύγουν τα καλακάντζουρα και να μην έχει φίδια το καλοκαίρι. Μετά το τέλος της τελετής του αγιασμού των υδάτων τα μπαμπούγερα συγκεντρώνονται έξω από την εκκλησία. Η αμφίεσή τους είναι ζωόμορφη και παλιότερα κρατούσαν στα χέρια ένα μικρό σακούλι με στάχτη με το οποίο, μέχρι πριν από λίγα χρόνια, χτυπούσαν όσους συναντούσαν για να φοβερίζουν τα καλακάντζουρα. Σήμερα, για αποφυγή τυχόν παρεξηγήσεων από τους αμύητους στο τοπικό έθιμο επισκέπτες, επειδή η στάχτη λέρωνε τα ρούχα, το σακίδιο είναι κενό. Ομάδες-ομάδες τα μπαμπούγερα ή χωριστά γυρίζουν τους δρόμους του χωριού κυνηγώντας όσους συναντούν και ζητώντας συμβολικά κάποιο φιλοδώρημα.
Οι Μωμόγεροι
Οι Μωμόγεροι είναι ένα Ποντιακό έθιμο που γινόταν στον Πόντο τα αρχαία χρόνια μέχρι και τις ημέρες μας. Το έθιμο είναι σατιρικό και συνηθίζετε κατά τη διάρκεια της περιόδου των Χριστουγέννων (15 Δεκεμβρίου) μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου, άλλα μερικές φορές μέχρι τον μήνα του Φεβρουαρίου. Λόγω της γεωγραφικής απομόνωσης των Ποντίων, το έθιμο ήταν μια μορφή αναγνώρισης της Ελληνικής προέλευσής τους, και επίσης ένας τρόπος να ξεχαστεί από την Τουρκική δουλεία, και τις βίαιες εξισλαμίσεις. Το έθιμο Μωμόγεροι είναι ζωντανό ακόμα και σήμερα ιδιαίτερα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας όπου οι πολύ Πόντιοι κατοικούν. Στην εβδομάδα πριν από το νέο έτος, τα άτομα θα ντυθούν με διάφορα κοστούμια, όπου κάθε κοστούμι συμβολίζει ένα μέρος του πολιτισμού και της λαογραφίας των Ποντίων. Η αρκούδα συμβολίζει τη δύναμη, η ηλικιωμένη γυναίκα ένα σύμβολο του παρελθόντος, η νύφη για το μέλλον, το άλογο για την ανάπτυξη, ο γιατρός για την υγεία, ο στρατιώτης για την υπεράσπιση, την αίγα (κατσίκα) για τα τρόφιμα και ο Άγιος Βασίλης συμβολίζει το νέο έτος που θα φτάσει σε μερικές μέρες. Σήμερα το έθιμο είναι περισσότερο ψυχαγωγικό, ενώ στο παρελθόν ήταν μαγικό.
Oι φωταράδες
Στο Παλαιόκαστρο της Χαλκιδικής τηρείται το έθιμο των φωταράδων. Ο «βασιλιάς» φορώντας το ταλαγάνι και φορτωμένος με κουδούνια ανοίγει το χορό ενώ ακολουθούν οι φωταράδες κρατώντας ξύλινα σπαθιά για να ξυλοφορτώσουν εκείνους που θα επιδιώξουν να πάρουν το λουκάνικο που στήνεται στη μέση του χωριού.
Οι φούταροι
Στον Άγιο Πρόδρομο της Χαλκιδικής πρωταγωνιστές των Θεοφανίων είναι οι φούταροι. Την παραμονή των Φώτων νεαροί άντρες λένε τα κάλαντα μαζεύοντας κρέας, λουκάνικα και χρήματα και την ημέρα του Αϊ Γιαννιού χορεύουν στην πλατεία του χωριού. Όταν κάνουν διάλειμμα τρέχουν να πάρουν από ένα ρόπαλο και όταν ξαναμπαίνουν στο χορό πετούν τα ρόπαλα ψηλά σφυρίζοντας με όλη τους τη δύναμη για να σηματοδοτήσουν το τέλος του Δωδεκαημέρου.
Οι αράπηδες
Σε χωριά της Καβάλας και της Δράμας, όπως η Νικήσιανη, το Μοναστηράκι, ο Ξηροπόταμος, η Πετρούσα και ο Βώλακας αναβιώνει το έθιμο των αράπηδων. Άντρες ντύνονται με προβιές και ζώνονται κουδούνια. Λέγεται ότι οι αράπηδες ήταν πολεμιστές που μετείχαν στην εκστρατεία του Μεγαλέξανδρου και έδιωξαν με τους αλαλαγμούς τους ελέφαντες των Ινδών.
Η καμήλα
Η καμήλα που στολίζεται μετά τον αγιασμό των υδάτων είναι ένα έθιμο της Γαλάτιστας Χαλκιδικής. Συνήθως έξι άντρες μπαίνουν κάτω από το ομοίωμα μιας καμήλας βαδίζοντας ρυθμικά ή χορεύοντας, κουνώντας κουδούνια και τραγουδώντας. Πρόκειται για την αναπαράσταση ενός πραγματικού γεγονότος, την απαγωγής μιας όμορφης κοπέλας από το γιο του Τούρκου επιτρόπου που συνέβη στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο αγαπημένος της για να την ξαναπάρει πίσω έστησε γλέντι και για να μπει στο τούρκικο σπίτι έφτιαξε ένα ομοίωμα καμήλας κάτω από το οποίο κρύφτηκαν οι φίλοι του. Αφού έκρυψαν την κοπέλα κάτω από την καμήλα την έβγαλαν έξω και την επομένη τη στεφάνωσαν με τον αγαπημένο της πριν προλάβουν να την ξαναπάρουν οι Τούρκοι.
Για τους περισσότερους γονείς έρχεται η στιγμή να αντιμετωπίσουν το αίτημα του παιδιού για την υιοθεσία ενός κατοικίδιου ζώου και συχνότερα ενός σκύλου. Όταν οι γονείς αξιολογήσουν αυτό το αίτημα θα αναγνωρίσουν τα κίνητρα του παιδιού π.χ. παιχνίδι, παρέα κ.τ.λ., όμως ενδέχεται να μην αναλογιστούν τα πολλαπλά οφέλη που η συμβίωση με το σκύλο έχει για το παιδί, σε ψυχοκοινωνικό επίπεδο. Η ευκαιρία για μάθηση, η ανάπτυξη της συναισθηματικής νοημοσύνης, η ανάληψη ευθύνης, η δυνατότητα του παιδιού να αυτενεργεί και να εξελίσσει με φυσικό τρόπο την προσωπικότητά του, αποτελούν τα πιο σημαντικά οφέλη της ζωής του με το σκύλο.
Ο A. Adler, θεμελιωτής μιας απο τις σημαντικότερες σχολές σκέψης της ψυχολογίας, (Αντλεριανή Ψυχολογία) διατύπωσε την άποψη πως κάθε παιδί υποφέρει απο σύνδρομο κατωτερότητας ακριβώς επειδή είναι το μικρότερο σε ένα κόσμο ενηλίκων ή μεγαλύτερων παιδιών, συνεπώς και το τελευταίο στην ιεραρχία της οικογένειας. Υποστήριξε πως προκειμένου να αναπτυχθεί η προσωπικότητα επιτυχώς, αυτό το σύνδρομο χρειάζεται να εξασθενήσει στα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού. Η παρουσία του σκύλου στην οικογένεια, ακριβώς επειδή είναι ο τελευταίος στην ιεραρχία της, ενισχύει κι επιταχύνει την επίλυση του συνδρόμου κατωτερότητας και βοηθά το παιδί να εξελίξει ομαλά την προσωπικότητά του.
Σύμφωνα με την παιδοψυχολογία τα παιδιά διδάσκονται τα συναισθήματα των άλλων και τα δικά τους μέσα απο την αλληλεπίδραση. Στην αλληλεπίδραση με το σκύλο, το παιδί μαθαίνει με ευχάριστο κι ενδιαφέροντα σε εκείνο τρόπο, τις αντιδράσεις που αντιστοιχούν στα συναισθήματα και τη λειτουργία τους. Επιπλέον, η θεωρία του Goleman για τη Συναισθηματική Νοημοσύνη των παιδιών περιέχει σαν βασικό χαρακτηριστικό της την ʽενσυναίσθησηʼ. Με τον όρο ενσυναίσθηση ο Goleman αναφέρεται στη ικανότητα του ατόμου να αντιλαμβάνεται και να κατανοεί τα συναισθήματα και τις ανάγκες των άλλων μέσα από τη δική τους εμπειρία και όχι μέσα από δικές του υποθέσεις. Συνεπώς, για να έχει αυξημένη συναισθηματική νοημοσύνη ένα παιδί, χρειάζεται να έχει ενσυναίσθηση. Ο σκύλος, είναι απο τη φύση του επικοινωνιακός και ως κατοικίδιο προσφέρει μια εξαιρετική ευκαιρία για την ανάπτυξη ενσυναίσθησης. Η απουσία λεκτικής επικοινωνίας εκπαιδεύει το παιδί στο να αναγνωρίσει και να προβλέπει τις διαφορετικές ανάγκες του σκύλου και να αρχίσει να αντιλαμβάνεται την επιρροή που έχει η δική του συμπεριφορά στα συναισθήματα του ζώου. Σε αυτή τη διαδικασία μάθησης είναι ιδιαιτέρως βοηθητική η συμβολή των γονέων και του εκπαιδευτή του κατοικίδιου όταν εξηγούν και δίνουν έμφαση στα συναισθήματα και τις ανάγκες του σκύλου σε σχέση με το παιδί.
Σχετική με την ενσυναίσθηση είναι και η οριοθέτηση του εαυτού. Η κατανόηση των συναισθημάτων και των αναγκών των άλλων αποτελεί την υγιή βάση οποιασδήποτε μορφής οριοθέτησης. Αυτή η γνώση αποτελεί το βασικό κίνητρο του παιδιού για να οριοθετήσει τη συμπεριφορά του ακριβώς επειδή μπορεί να αναγνωρίσει τις φυσικές συνέπειες (σύμφωνα με τον Ρ. Ντράικωρς) που αυτή θα έχει σε άλλα πρόσωπα. Στην περίπτωση του σκύλου το παιδί μαθαίνει εμπειρικά να οριοθετεί την κινητικότητά του όταν το σκυλί δείχνει να πονά, να μην ενοχλεί το ζώο όταν τρώει ή κοιμάται κτλ. Η οριοθέτηση δεν χρειάζεται να επιβληθεί ως τιμωρία απο τους γονείς αλλά μετατρέπεται σε μια ιδιαιτέρως σημαντική ικανότητα αυτορρύθμισης.

Επιπλέον, η συμβίωση με το σκύλο αποτελεί μια ευκαιρία για το παιδί να διδαχθεί και να εξοικειωθεί με τα φυσιολογικά φαινόμενα του κύκλου της ζωής όπως η αναπαραγωγή, η γέννηση, τα γηρατειά, ο θάνατος και η απώλεια, με εμπειρικό και ουσιαστικό τρόπο. Μέσω της παρατήρησης, θα κατανοήσει βιωματικά τις αναλογίες της ανθρώπινης ζωής και της ζωής των ζώων αποκτώντας μια καλύτερη επαφή με τη δική του φύση και τις υπαρξιακές της διαστάσεις. Αρκεί να αναλογιστούμε το περιβάλλον στο οποίο ζούν σήμερα τα περισσότερα παιδιά και την απόσταση που αυτό έχει απο τον τρόπο και το περιβάλλον ζωής για τα οποία η φύση μας προόρισε, για να αντιληφθούμε τη σημασία αυτής της εξοικείωσης. Οι περισσότερες ψυχολογικές θεωρίες υποστηρίζουν πως η βιωματική μέθοδος γνώσης, η εμπειρία, ενισχύει ουσιαστικά το άτομο, σε σχέση με την απόκτηση θεωρητικής γνώσης η οποία απλά το ενημερώνει αλλά δεν το προετοιμάζει να ζήσει ικανοποιητικά.
Μια επιπλέον ευκαιρία που παρουσιάζεται στο μικρό παιδί που ζεί με το σκύλο είναι αυτή της ανάληψης ευθύνης για κάποια άλλη οντότητα. Τα παιδιά απο τη φύση τους χαρακτηρίζονται από εγωκεντρισμό. Αυτή η πνευματική ʽατέλειαʼ, πολύ σοφά υφίσταται σε αυτή την ηλικία, διότι αποτελεί το φυσικό κίνητρο και ικανότητα για μάθηση. Το παιδί συγκρίνει και συσχετίζει τα αντικείμενα και τα άτομα με τον εαυτό του, το μόνο σημείο αναφοράς που κατέχει, ώστε να τα κατανοήσει και αργότερα να τα διαφοροποιήσει. Ο εγωκεντρισμός υποβοηθά τη μάθηση, όμως προοδευτικά πρέπει να αντικαθίσταται με γνώση, ώστε να καταφέρει το παιδί να αναπτύξει την προσωπικότητα και την κοινωνικότητά του. Συνεπώς, το ενδιαφέρον και η φροντίδα του σκύλου ενισχύουν το πέρασμα απο τον εγωκεντρισμό στην κοινωνικότητα. Επιπλέον, στη σύγχρονη ζωή τα παιδιά συνήθως δεν καλούνται να καλύψουν άμεσα ανάγκες άλλων με αποτέλεσμα να νοιώθουν άβουλα και ανίσχυρα. Η ικανότητα για φροντίδα ενδυναμώνει το παιδί και τονώνει την αυτοπεποίθησή του, δίνοντας του παράλληλα με την ευθύνη και ένα ρόλο ο οποίος προσεγγίζει αυτόν που θα κληθεί να παίξει στην ενήλικη ζωή του.
Το παιχνίδι αποτελεί την καλύτερη μορφή μάθησης για τα παιδιά καθώς και μια απο τις πιο βασικές τους ανάγκες. Τα οφέλη του είναι γνωστά όμως αξίζει να σταθούμε στα οφέλη που παρουσιάζει το παιχνίδι με το σκύλο συγκεκριμένα. Η διαθεσιμότητα του σκύλου αποτελεί μια βασική ευκολία. Αυτός, συχνότερα από οποιονδήποτε άνθρωπο, ενήλικο ή παιδί, είναι έτοιμος να ξεκινήσει το παιχνίδι. Μαζί με τα παιδιά έχει τη μεγαλύτερη ανάγκη για κίνηση και το πιο ζωντανό και πηγαίο κέφι και χαρά, μέσα στην οικογένεια, με αποτέλεσμα το παιδί να βρίσκει άμεσα ανταπόκριση. Πέρα από τη διαθεσιμότητα, το παιχνίδι με το σκύλο είναι αυθόρμητο και το παιδί το οργανώνει σύμφωνα με τις ανάγκες του. Αυτό είναι σημαντικό διότι τα παιδιά σήμερα ʽδιασκεδάζουνʼ στα πλαίσια δομών κατασκευασμένων απο τους ενήλικες πχ. τέννις, παιδότοποι, παιδικά πάρτυ, σχολείο, κινηματογράφος κ.α. δίχως να τους δίνεται η δυνατότητα να αυτενεργούν και να αποφασίζουν μόνα τους συνεπώς και να διδάσκονται κάτι εμπειρικά. Επιπλέον, το παιχνίδι με το σκύλο ενέχει έντονη και συχνή σωματική επαφή, η οποία σύμφωνα με πολλές θεωρίες ενισχύει την ψυχοσωματική ανάπτυξη. Η σωματική επαφή, το χάδι, η αγκαλιά και το αίσθημα που αυτά προκαλούν, πυροδοτεί, σύμφωνα με τους νευροψυχολόγους, την έκκριση ενδορφινών στον εγκέφαλο οι οποίες ενισχύουν την ανάπτυξη και την ανοσοποιητική λειτουργία.
Όλα τα παραπάνω αποτελούν μόνο κάποια από τα οφέλη της συμβίωσης με το σκύλο στην ψυχική, πνευματική και κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού. Οι γονείς, προκειμένου να ενισχύσουν τη λειτουργία αυτών των διαδικασιών χρειάζεται να θέσουν τις ψυχολογικές προϋποθέσεις για την υιοθεσία του κατοικίδιου, πέρα από τις πρακτικές. Η πιο βασική προϋπόθεση είναι η δική τους αποδοχή για την άφιξη του νέου μέλους της οικογένειας. Οι προσδοκίες τους και ο βαθμός στον οποίο αυτές είναι ρεαλιστικές θα παίξουν σημαντικό ρόλο. Η ευθύνη που θα αναλάβουν σε σχέση με το σκύλο καθώς και μια δυναμική προσέγγιση απέναντι στη σχέση του παιδιού με το ζώο θα ενισχύσουν θετικά την εμπειρία του.
Κλείνοντας, οφείλω να τονίσω πως η παρουσία του σκύλου στο σπίτι είναι μια εμπειρία κυρίως ευχάριστη και θετική. Ο ερχομός του αλλάζει τη διάθεση της οικογένειας, τη συσφίγγει και την ανανεώνει, όταν πλεον οι πρακτικές δυσκολίες έχουν αντιμετωπιστεί. Άλλωστε ο μικρός μας φίλος είναι το νέο ʽπαιδίʼ ολόκληρης της οικογένειας χωρίς διακρίσεις ανάμεσα σε ενήλικες και παιδιά, μας ευαισθητοποιεί, μας βοηθά να μαθαίνουμε τον εαυτό μας και μας κάνει καθημερινά να χαμογελάμε…
«Ζήσε», κραυγάζει. «Οι νόμοι θα πεθάνουν, οι ηγεσίες θα χαθούν, τα έθνη θα παρακμάσουν, τα σύνορα θα παραβιαστούν αλλά η ζωή…αυτήν δεν μπορεί να σου την πάρει κανείς, ούτε ακόμα κι ο χρόνος, ο τελικός, ο πιο σκληρός αντίπαλος. Η ζωή σου, όλα αυτά που έζησες, οι μικρές αδιάφορες στιγμές ηδονής κι απόλαυσης θα διαποτίσουν τον χρόνο και την ιστορία, θα την υπερβούν, θα παραμείνουν αμετακίνητες κι αδιάβλητες στο πέρασμα των αιώνων και θα ορίσουν υπαρξιακά το μέλλον όταν όλοι οι κανόνες θα έχουν καταρρεύσει κι όλες οι θυσίες θα έχουν ξεχαστεί…».
Ίσμήνη/Γιάννης Ρίτσος
Πατήσαμε χωρίς έλεος στα μεγαλύτερα “γιατί όχι’ και τα στραγγαλίσαμε. Ακλόνητοι στυλοβάτες ενός πλασαρισμένου ονείρου έτσι για να καυχιόμαστε και μεις πως μαθητεύσαμε στα δύσκολα. Για να’ χουμε και μεις μερίδιο στις επευφημίες, τα καλογυαλισμένα σαλόνια και στις δωδεκάποντες ανασφάλειες.
Για ποιες ευρώπες, οξφόρδες και αμέρικες με ζαλίζεις. Εγώ με την αλητεία φλέρταρα σαν έκλεινα τα μάτια. Μ’ αυτήν έχω χρωστούμενα είκοσι πέντε παρά κάτι χρόνια συνεπείας. Η ζωή είναι εκεί έξω αγόρι μου. Όχι μέσα σε βάσεις δεδομένων, ανεξάντλητες ευρυζωνικές και συναισθηματικές επιδειξιομανίες τύπου “ζωή ντεκαφεϊνέ’. Ίσως έτσι τη γλιτώσεις από τον ψυχίατρο με τα οχτώ χιλιάδες και τρία citations που με το γαμημένο εκκρεμές θα σε γυρίζει είκοσι χρόνια πριν, την ώρα που πίνατε σπιτική λεμονάδα στο μπαλκόνι χαϊδεύοντας της τα μάγουλα και που όλος ο κόσμος χωρούσε σε απόσταση ενός βλέμματος.
(Οἱ ποιητές µᾶς διασώζουν τὴν ἀλήθεια τοῦ προσώπου µας. Στὴν ἐποχὴ τῆς εἰκονικῆς πραγµατικότητάς µας καθαρίζουν τὴν ὅραση ἀπὸ τὶς τρέχουσες ἐπιχωµατώσεις καὶ µᾶς κάνουν αἰσθητὸ τὸ αἴτηµα γιὰ πραγµατικότητα βίου ἑορταστικὴ καὶ πένθιµη συνάµα.)
«Ἐὰν τὸ Πάσχα εἶναι ἡ λαµπροτάτη τοῦ Χριστιανισµοῦ ἑορτή, τὰ Χριστούγεννα βεβαίως εἶναι ἡ συγκινητικωτάτη» γράφει στὴν Ἐφηµερίδα τῆς 25ης Δεκεµβρίου τοῦ 1887 ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης. Γιὰ τὸν πεζογράφο Παπαδιαµάντη διόλου τυχαῖα ὁ Μαλακάσης δήλωνε ὅτι εἶναι ὁ καλύτερος ποιητὴς ποὺ γνώρισε. Ἀλλὰ ὁ Παπαδιαµάντης ἔγραφε καὶ ποιήµατα. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἀναφέρεται στὸν ναὸ τῆς Γεννήσεως, τόσο ἀπαράµιλλα εἰκονιζόµενο στὸ διήγηµα «Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο» (1892):
Μὲ χρόνους µὲ καιροὺς καὶ ἥµισυ καιροῦ,
κάποιος ἀµαθής, ἁµαρτωλὸς χυδαῖος,
καµµία γυναίκα τοῦ λαοῦ πτωχὴ
σ᾿ ἐνθυµεῖται κι ἔρχεται νὰ σοῦ φέρ᾿
ὄχι χρυσόν, ἀλλὰ ὀλίγο λιβάνι,
ἕνα κερί, κι ὀλίγο λάδι στὴν µποτίλια
σ᾿ ἐσὲ ποὺ εἶσαι ὅλων ὁ δοτήρ.
Ἂν ὁ Παπαδιαµάντης (ἀλλὰ καὶ ὁ Μωραϊτίδης) πηγάζουν ἀπὸ τὴν ὑµνογραφία τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρευτικῆς ἐµπειρίας καὶ τῆς βαθύρριζης ἀπήχησής της στὸ συλλογικὸ σῶµα, ὅµως καὶ οἱ δυὸ διαπιστώνουν ὅτι ἡ νεοελληνικὴ συνθήκη διαµορφώνεται µέσα στὰ ὅρια τοῦ νεωτερικοῦ κόσµου, ἀποµακρυνόµενη ἀπὸ τὸν πυρήνα τῆς Γιορτῆς, ὡς ἀναφορᾶς νοήµατος. Πάντως στὴν πεζογραφία µας, καὶ µάλιστα στὴ διηγηµατογραφία, οἱ χριστουγεννιάτικες ἱστορίες ἔχουν διαµορφώσει ὁλόκληρο ξεχωριστὸ εἶδος, µὲ ἐξαιρετικὰ ἐπιτεύγµατα. Δειγµατοληπτικὰ ὑπενθυµίζουµε ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνα τῶν δυὸ παραπάνω συγγραφέων τὸ «Θεῖον ὅραµα» τοῦ Ἀνδρέα Καρκαβίτσα (Λόγια τῆς πλώρης, 1899), τὰ «Μεσολογγίτικα Χριστούγεννα» τῆς Πηνελόπης Δέλτα (Παραµύθια καὶ ἄλλα, 1915), «Τὰ Χριστούγεννα τοῦ Ἀµερικάνου» τοῦ Ἀντώνη Τραυλαντώνη (1922), τὸν «Ξένο τῶν Χριστουγέννων» τοῦ Στέφανου Δάφνη (1927).
Ἡ δίψα γιὰ διάρκεια
Στὴν ποιητικὴ ἐπικράτεια οἱ χριστουγεννιάτικες ἀναφορὲς εἶναι ἐξίσου πλούσιες, ἀλλὰ ἴσως καὶ περισσότερο πολυσήµαντες. Στὸν καθρέφτη τοῦ ποιητικοῦ ἀποτελέσµατος, δηλαδὴ στὰ ἑκάστοτε µέσα στὴν ποιητική µας παράδοση µορφικὰ ἐπιτεύγµατα, τὰ πράγµατα δὲν µένουν µόνο στὴν ἀναπόληση ἢ στὴ νοσταλγία τῆς παιδικῆς καθαρότητας κατὰ τὴν πρόσληψη τῆς γιορταστικῆς ἀτµόσφαιρας. Ἀλλά, µέσῳ τῆς µεταµορφωτικῆς διαδικασίας, ποὺ ἐπιτυγχάνεται µὲ τὴν ἀληθινὴ ποίηση, ἀναιρεῖται ἡ χρονικὴ ἀπόσταση, καὶ ὁ χρόνος λειτουργεῖ ὡς ἑνότητα βιώµατος. Ἐπιπλέον χαρτογραφεῖται ἡ δίψα γιὰ διάρκεια, κι ἂς γίνεται τοῦτο πολλὲς φορὲς διὰ τῆς ἀντιστροφῆς: µὲ ἄλλα λόγια, µέσα ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀ-λογίας τοῦ ἱστορικοῦ χρόνου καὶ τῶν – συχνὰ – αἱµατηρῶν ἢ ἀπάνθρωπων δεδοµένων.
Ὁ Κωστὴς Παλαµᾶς στὸ αὐτοβιογραφικὸ «Τὰ χρόνια µου καὶ τὰ χαρτιά µου» ἐντάσσει δυὸ κείµενα µὲ ἀντίστοιχα χριστουγεννιάτικα περιστατικά. Εἶναι ὁ περίφηµος «Ταβᾶς» (1924) καὶ τὸ «Ὁ Λαµαρτίνος» (1922). Ὡστόσο στὴν ποίησή του ἀλλοῦ λάµπει τὸ νόηµα τῆς γιορτῆς:
Μέσα µου λάµπουν ξάστεροι οὐρανοί,
καὶ τὸ κορµί µου, φάτνη ταπεινή,
βλέπω κι ἀλλάζει, γίνεται ναός.
Ὤ! µέσα µου γεννιέται ἕνας Θεός.
Καὶ ἀλλοῦ τὸ νόηµα ἀναδεικνύεται διὰ τῶν ὑλικῶν τῆς ἀπόλυτης ἀπελπισίας ἢ τῶν ἀνθρώπινων ἀντιφάσεων:
Εἴδωλα, δαίµονες, ξωθιές, φαντάσµατα, στοιχειά,
τῆς νύχτας µέσα µου ὁ λαὸς κυλιέται καὶ κουνιέται,
καὶ µέσα στὴ χιλιόδιπλη καρδιά µου µιὰ σπηλιά,
κι ἕνας Χριστὸς γεννιέται.
(«Χριστούγεννα», 1928)
Στὰ ἑορταστικὰ σχολικὰ ἀναγνώσµατα – καὶ ἐκ τούτου διόλου περιφρονητέα – παραπέµπουν οἱ στίχοι τοῦ ἐπιπόλαια ὑποτιµηµένου Γεωργίου Δροσίνη («Νύχτα χριστουγεννιάτικη», 1935):
Τὴν ἅγια νύχτα τὴ χριστουγεννιάτικη, / ποιὸς δὲν τὸ ξέρει;
Τῶν µάγων κάθε χρόνο τὰ µεσάνυχτα / λάµπει τ᾿ ἀστέρι.
Κι ὅποιος τὸ βρεῖ µέσ᾿ στ᾿ ἄλλα ἀστέρια ἀνάµεσα / καὶ δὲν τὸ χάσει
σὲ µία ἄλλη Βηθλεὲµ ἀκολουθώντας το / µπορεῖ νὰ φτάσει.
Παρόµοια καὶ ὁ Μιλτιάδης Μαλακάσης µὲ τὰ ποιήµατα «Χριστός»(1894) καὶ «Χριστουγεννιάτικος» (1934) µιλάει γιὰ τὴν παραµυθητικὴ σηµασία τῶν Χριστουγέννων:
Κι ὅσο κι ἂν µατώνεις, ὦ ψυχή, στὸ γύρισµα ἅγιων ἡµερῶν
µόνο αὐτὸ σοῦ µένει
στὶς θύελλες µέσα τῆς ζωῆς καὶ στὰ παιχνίδια τῶν καιρῶν
σκληρὰ παραδοµένη.
Ἡ βαθύτερη φλέβα
Ξανακερδίζουµε στὶς µέρες µας τὸν λόγο αὐτῶν τῶν ποιητῶν καὶ νοοῦµε τὶς φωνές τους σὰν κλαδιὰ ἑνὸς πλούσιου δέντρου – τοῦ σώµατος τῆς ἔµµετρης ποιητικῆς µας ἰδιοπροσωπίας. Διαβάζοντας καὶ µελετώντας τὶς κατακτήσεις τους, βρίσκουµε ρυθµοὺς ποὺ µποροῦν νὰ συγκραθοῦν µὲ τοὺς ἤχους τοῦ παρόντος γιὰ τὴ δηµιουργία νέων διόδων, στὸν ἀγώνα γιὰ µίαν ἔκφραση σύγχρονη ἀλλὰ µὲ βάθος.
Ὑπάρχει καὶ µία ἄλλη, θαλερή, φλέβα στὴν ποίησή µας ὅσον ἀφορᾶ τὶς µεγάλες ἐκκλησιαστικὲς ἑορτές. Πρόκειται γιὰ τοὺς ποιητὲς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἄσχετα ἀπὸ τὸ ἂν ἀνήκουν στὸ ρεῦµα τοῦ µοντερνισµοῦ ἢ στὴν «παραδοσιακή» τεχνοτροπία – ἐκφράζουν µία µυστικὴ βιωµατικὴ σχέση µὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, γενόµενοι ἀντηχεῖα µιᾶς ὁλόκληρης συλλογικῆς ἰδιοσυγκρασίας, καθὼς διατυπώνουν ἕνα πλατὺ (καὶ παραθεωρηµένο στὴ σύγχρονη µαζικὴ πραγµατικότητα) ἀνθρωπολογικὸ αἴτηµα. Ἐξέχουσα θέση µεταξύ τους κατέχει ὁ Ἄγγελος Σικελιανὸς µὲ τὸ ποίηµα «Ἡ Γέννηση» (1919;) ἀπὸ τὸ Πάσχα τῶν Ἑλλήνων. Μέσα σε µία καυτὴ σὰν χιόνι λυρικὴ αὔρα οἱ στίχοι του περιγράφουν τὴν πορεία τῆς Θεοτόκου πρὸς τὸ Σπήλαιο:
Ἀπ᾿ ὅλα Ἐκείνη λόγιαζε τὰ πλάσµατα πὼς σ᾿ Ἕνα
ποτάµια οἱ πόνοι ἐτρέχανε κι ἀστέρευτοι κρουνοί,
κι ἂν ἤτανε τὰ σπλάγχνα της ν᾿ ἀνοίξουν µατωµένα
πὼς µατωµένοι θ᾿ ἄνοιγαν µαζί τους κι οἱ οὐρανοί.
Νεωτερικὲς ἐκφράσεις
Ὁ ἑλληνικὸς µοντερνισµὸς καὶ οἱ ὑψηλὲς – ἀξεπέραστες ὡς σήµερα, ἐν πολλοῖς – κατακτήσεις του συχνὰ διαβάζονται µονότροπα ἢ παραναγιγνώσκονται. Ἔτσι, οἱ κατευθύνσεις του ταυτίζονται ἄστοχα µὲ τὸ χαµηλόφωνο καὶ τὴν ἀποτύπωση τῆς κενότητας τοῦ µοντέρνου καθηµερινοῦ βίου. Βεβαίως «οἱ κρίκοι στὴν ἁλυσίδα τοῦ ἱεροῦ» φαίνονται στὴ νεωτερικότητα νὰ ἔχουν σπάσει. Ὡστόσο εἶναι µέσα σὲ αὐτὲς τὶς συνθῆκες ὅπου ἡ ἔκφραση τῆς δίψας γιὰ ἁγνότητα καὶ γιὰ πλήρωµα νοήµατος, ρητὴ ἢ διατυπούµενη ὡς αἴτηµα, ἀποτελεῖ µία κορυφαία µοντερνιστικὴ ἀναζήτηση. Στὰ καθ᾿ ἡµᾶς, στεκόµαστε στὸν T. K. Παπατσώνη, πρωτοπόρο νεωτερικό, καὶ θρησκευτικό, ποιητή, ποὺ µὲ τὰ τρία του ποιήµατα γιὰ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ («Χριστουγεννιάτικη ἀγρυπνία», 1914, «Κατὰ τὴν Γέννησιν τοῦ Κυρίου», 1915, «Τὰ Χριστούγεννα τῶν δακρύων», 1962) µᾶς ἔδωσε βαθιὰ κατανυκτικοὺς στίχους:
Δὲν περιµένω τὴν ὀσµὴ καµιᾶς σπανίας βοτάνης,
ἀλλὰ τὸ Ὑπερουράνιο, ποὺ Θεέ µου, θὰ µὲ ῥάνεις,
καὶ θὰ φανῶ Ποιµενικὸν θαῦµα, θὰ φανῶ φάσµα,
ποὺ φέρνει τὸ Ἀρχαγγελικὸ τῆς νύχτας τούτης ἄσµα.
Συγκεκριµένη πνευµατικὴ στάση καὶ ὀπτικὴ συγκεφαλαιωτικὴ τῆς ἐκκλησιαστικότητας στὴν ὑπαρκτικὴ περιπέτεια τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου καταθέτει ἡ οὐσιώδης Ζωὴ Καρέλλη µὲ τὸ ποίηµα «Παραµονὴ τῆς Γέννησης» (Πορεία, 1940):
Ἐκεῖνος ποὺ δὲν γεννᾶ, δὲν γεννᾶται,
δὲν ἀναγεννᾶται ποτέ, Κύριε,
τῆς Γέννησης, «σκήνωσον ἐν ἐµοί»,
ἐνῶ ἐφιαλτικὸς σκηνοποιὸς ὁ Μίλτος Σαχτούρης στοὺς ὄχι λίγους «χριστουγεννιάτικους» στίχους του («Χριστούγεννα», 1948, «Ὁ νεκρὸς στὶς γιορτές», 1986, «Τὰ λυπηµένα Χριστούγεννα», 1990), ἐνστικτώδης καὶ διὰ τῆς ὁµοιοπαθητικῆς µεθόδου, µεταµορφωτὴς ἑνὸς µηδενιστικοῦ παρόντος, συνδέει ἀγχωτικὰ τὴ Γέννηση µὲ τὰ γεγονότα τοῦ Ἐµφυλίου:
Σηµαία / ἀκόµη / τὰ δόκανα στηµένα στοὺς δρόµους /
τὰ µαγικὰ σύρµατα / τὰ σταυρωτὰ / καὶ τὰ σπίρτα καµένα /
καὶ πέφτει ἡ ὀβίδα στὴ φάτνη / τοῦ µικροῦ Χριστοῦ /
τὸ αἷµα τὸ αἷµα τὸ αἷµα.
(«Χριστούγεννα 1948»)
Ὡστόσο τὸ πλέον «χριστολογικό» ποίηµα γιὰ τὰ Χριστούγεννά µας τὸ ἔχει, κατὰ τὴ γνώµη µου, χαρίσει ὁ Τάσος Λειβαδίτης στὴν ἑνότητα ποιηµάτων του «Ὁ ἀδελφὸς Ἰησοῦς». Ἔχει τίτλο «Ἡ Γέννηση» (1983):
Ἕνα ἄλλο βράδυ τὸν ἄκουσα νὰ κλαίει δίπλα. Χτύπησα τὴν πόρτα καὶ µπῆκα. Μοῦ ῾δειξε πάνω στὸ κοµοδίνο ἕνα µικρὸ ξύλινο σταυρό. «Εἶδες – µοῦ λέει – γεννήθηκε ἡ εὐσπλαγχνία». Ἔσκυψα τότε τὸ κεφάλι κι ἔκλαψα κι ἐγώ.
Γιατί θὰ περνοῦσαν αἰῶνες καὶ αἰῶνες καὶ δὲ θά ῾χαµε νὰ ποῦµε τίποτα ὡραιότερο ἀπ᾿ αὐτό.
Οἱ ποιητές µας διασώζουν τὴν ἀλήθεια τοῦ προσώπου µας. Στὴν ἐποχὴ τῆς εἰκονικῆς πραγµατικότητάς µᾶς καθαρίζουν τὴν ὅραση ἀπὸ τὶς τρέχουσες ἐπιχωµατώσεις καὶ µᾶς κάνουν αἰσθητὸ τὸ αἴτηµα γιὰ πραγµατικότητα βίου ἑορταστικὴ καὶ πένθιµη συνάµα. Ἀφοῦ, κατὰ τὸ λόγιον ἐκεῖνο, «βίος ἀνεόρταστος, µακρὰ ὁδὸς ἀπανδόκευτος». Ἢ γιὰ νὰ θυµηθοῦµε τὸν Ἐλύτη:
Πολλὰ δὲ θέλει ὁ ἄνθρωπος /
νά ῾ν᾿ ἤµερος νά ῾ναι ἄκακος /
λίγο φαΐ, λίγο κρασί /
Χριστούγεννα κι Ἀνάσταση.
ΤΟ ΒΗΜΑ, 24/12/2005
καὶ προσκυνοῦν γονατιστὰ στὴ φάτνη τους τ’ ἄδολα βόδια.
Κι ὁ ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα σταυροκοπιέται
καὶ λέει μὲ πίστη ἀπ’ τῆς ψυχῆς τ’ ἀπόβαθα, Χριστὸς γεννιέται!
Τὴν ἅγια νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη κάποιοι ποιμένες
ξυπνοῦν ἀπὸ φωνὲς ὕμνων μεσούρανες στὴ γῆ σταλμένες.
Κι ἀκούοντας τὰ Ὡσαννὰ ἀπ’ ἀγγέλων στόματα στὸ σκόρπιο ἀέρα,
τὰ διαλαλοῦν σὲ χειμαδιὰ λιοφώτιστα μὲ τὴ φλογέρα.
Τὴν ἅγια νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη – ποιὸς δὲν τὸ ξέρει; –
τῶν Μάγων κάθε χρόνο τὰ μεσάνυχτα λάμπει τ’ ἀστέρι.
Κι ὅποιος τὸ βρεῖ μὲσ’ στ’ ἄλλα ἀστέρια ἀνάμεσα καὶ δὲν τὸ χάσει
σὲ μιὰ ἄλλη Βηθλεὲμ ἀκολουθώντας το μπορεῖ νὰ φτάσει.
Κάθεται μόνος
καὶ καθαρίζει τ’ ὅπλο του δίπλα στὸ τζάκι.
Κανεὶς δὲ θὰ ’ρθει καὶ τὸ ξέρει,
κλείσαν οἱ δρόμοι ἀπὸ τὸ χιόνι, σὰν πέρυσι,
σὰν πρόπερσι, Χριστούγεννα καὶ πάλι
καὶ τὰ ποτὰ κρυώνουν στὸ ντουλάπι.
Τὸ τσίπουρο στυφό, τὸ οὖζο γάλα
καὶ τὸ κρασὶ ραγίζει τὰ μπουκάλια.
Ἐκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.
Κάθεται μόνος του δίπλα στὸ τζάκι,
δὲν πίνει, δὲν καπνίζει, δὲ μιλάει.
Στὴν τηλεόραση χιονίζει,
τὸ στρώνει ἀργὰ στὸ πάτωμα καὶ στὸ τραπέζι
καὶ στὶς παλιὲς φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια τῶν νεκρῶν,
ποὺ τὸν κοιτάζουν ἀπ’ τὸ μέλλον.
Ἐκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
καὶ μόνο τὸ δικό της βλέμμα
ἔρχεται ἀπὸ τὰ περασμένα.
Κοντεύουνε μεσάνυχτα
καὶ καθαρίζει τ’ ὅπλο του ἀπ’ τὸ πρωί.
Πῶς νὰ τοῦ πῶ «Καλὰ Χριστούγεννα»,
εὐχὲς δὲ φθάνουν ὡς ἐδῶ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
ἡ σκέψη ἁρπάζεται ἀπ’ τὸ κλαδὶ τῆς μνήμης,
μὰ νὰ τρυπώσει δὲν μπορεῖ στὴ μοναξιά του.
Μία μοναξιὰ ποὺ χτίστηκε σιγὰ σιγὰ
μ’ ὅλα τὰ ὑλικὰ καὶ δίχως λόγια.
Κοντεύουνε ξημερώματα κι ἀκόμη
γυαλίζει τ’ ὅπλο του δίπλα στὸ τζάκι
μὲ ἀργὲς κινήσεις σὰ νὰ τὸ χαϊδεύει.
Μένει στὰ δάχτυλα τὸ λάδι
ἀλλὰ τὸ χάδι χάνεται.
Θυμᾶται κυνηγετικὲς σκηνὲς
μὲ ἀγριογούρουνα καὶ χιόνια ματωμένα,
πρὶν γίνει θήραμα κι ὁ ἴδιος
στὴν μποῦκα ἑνὸς κρυμμένου κυνηγοῦ,
ποὺ τὸν παραμονεύει ἀθέατος
ἀφήνοντας νὰ τὸν προδίδουν κάθε τόσο
πότε μιὰ λάμψη κάνης,
πότε μιὰ κίνηση στὶς κουμαριὲς
κι ἡ μυρωδιὰ ἀπ’ τὸ βαρὺ καπνό του.
Ξέρει καλὰ ὅτι κρατάει
μακρύκανο παλιὸ μπροστογεμὲς
γεμάτο σκάγια καὶ μπαροῦτι μαῦρο.
Ὅταν ἀποφασίσει νὰ τοῦ ρίξει
δὲ θὰ προλάβει πάλι νὰ τὸν δεῖ
πίσω ἀπ’ τὸ σύννεφο τῆς ντουφεκιᾶς του.
Ἂν σκέφτεται στ’ ἀλήθεια κάτι τέτοια,
καὶ δὲν τὸν τιμωρῶ ἐγὼ μ’ αὐτὲς τὶς σκέψεις,
πῶς νὰ πλαγιάσει καὶ νὰ κοιμηθεῖ.
Λέω νὰ γίνω πατέρας τοῦ πατέρα μου,
ἕνας πατέρας ποὺ τοῦ ἔτυχε
σιωπηλὸ καὶ δύστροπο παιδί,
καὶ νὰ τοῦ πῶ μιὰ ἱστορία
γιὰ νὰ τὸν πάρει ὁ ὕπνος.
Ὕπνε ποὺ παίρνεις τὰ παιδιὰ πάρε καὶ τὸν πατέρα…
Ὕπνε ποὺ παίρνεις τὰ παιδιὰ
πάρε καὶ τὸν πατέρα• ἀπ’ τὶς μασχάλες πιάσ’ τονε
σὰ νὰ ’ταν λαβωμένος. Ὅπου πηγαίνεις τὰ παιδιὰ
ἐκεῖ περπάτησέ τον, μὲ τὸ βαρὺ ἀμπέχωνο στὶς πλάτες του ν’ ἀχνίζει.
Δῶσ’ του κι ἕνα καλὸ σκυλὶ
καὶ τοὺς παλιούς του φίλους, καὶ ρῖξε χιόνι ὕστερα
ἄσπρο σὰν κάθε χρόνο. Νὰ βγαίνει ἡ μάνα νὰ κοιτᾶ
ἀπὸ τὸ παραθύρι, τὴν ἔγνοια της νὰ βλέπουμε
στὰ γαλανά της μάτια, κι ὅλοι νὰ τῆς τὸ κρύβουμε πὼς εἶναι πεθαμένη.
Ὕπνε ποὺ παίρνεις τὰ παιδιὰ
πάρε κι ἐμᾶς μαζί σου, μὲ τοὺς ἀνήλικους γονεῖς,
παιδάκια τῶν παιδιῶν μας. Σὲ στρωματσάδα ρῖξε μας
μιὰ νύχτα τοῦ χειμῶνα, πίσω ἀπ’ τὰ ματοτσίνορα
ν’ ἀκοῦμε τοὺς μεγάλους, νὰ βήχουν, νὰ σωπαίνουνε,
νὰ βλαστημοῦν τὸ χιόνι. Κι ἐμεῖς νὰ τοὺς λυπόμαστε
ποὺ γίνανε μεγάλοι καὶ νὰ βιαζόμαστε πολὺ
νὰ μοιάσουμε σ’ ἐκείνους, νὰ δοῦν πὼς μεγαλώσαμε νὰ παρηγορηθοῦνε.
Τα κάλαντα ψάλλονται κυρίως από παιδιά μέχρι ορισμένου ορίου ηλικίας (14-15 ετών) αλλά και από ώριμους άνδρες, είτε μεμονωμένα είτε κατά ομάδες που περιέρχονται οικίες, καταστήματα, δημόσιους χώρους κλπ με τη συνοδεία του πατροπαράδοτου σιδερένιου τριγώνου αλλά ενίοτε και άλλων μουσικών οργάνων (φυσαρμόνικας, ακορντεόν, τύμπανου κλπ).
Κύριος σκοπός των τραγουδιών αυτών είναι μετά τις αποδιδόμενες ευχές τα “Χρόνια Πολλά” το φιλοδώρημα είτε σε χρήματα (σήμερα) είτε σε προϊόντα (παλαιότερα). Σχετική με αυτό είναι και η παρασκευή “κουλούρας” ονομαζόμενη “κολλίκι” (Βέροια) ή “κουλιαντίνα” (Σιάτιστα) και εξ αυτών οι φέροντες αυτά ονομάζονται “Κουλουράδες” ή “Φωτάδες”.
Τα κάλαντα ξεκινούν κυρίως με χαιρετισμό στη συνέχεια αναγγέλλουν τη μεγάλη χριστιανική εορτή που φθάνει και καταλήγουν σε ευχές. Χαρακτηριστικό σημείο είναι η γλώσσα στην οποία αυτά ψάλλονται, στη καθαρεύουσα, καταδηλούντα την άμεση καταγωγή τους από τους Βυζαντινούς χρόνους τις Καλένδες του Ιανουαρίου που γιορτάζονταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα.
Ο μεγάλος αριθμός των διαφόρων παραλλαγών εξανάγκασε να διακρίνονται αυτά σε εθνικά ή αστικά και στα τοπικά ή παραδοσιακά (κατά περιοχή). Στα χριστουγεννιάτικα κάλαντα έχουν καταμετρηθεί περισσότερες από τριάντα παραλλαγές μόνο στον Ελλαδικό χώρο. Σήμερα εκτός των παραπάνω έχουν εισαχθεί και διάφορα αγγλοσαξωνικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια, μερικά των οποίων έχουν και μεταγλωττιστεί στην ελληνική που δυστυχώς τείνουν να υπερκαλύψουν τα παραδοσιακά.
Επίσης και η ημέρα που ψάλλονται τα κάλαντα σε ορισμένες περιοχές ονομάζονται “Κάλαντα” (Κόλιντα, Κόλεντας, Κόλιαντας) με εξαίρεση τη νήσο Μήλο που ψέλνονταν μόνο τη παραμονή της Πρωτοχρονιάς, συντασσόμενα κάθε φορά νέα κάλαντα, με τα οποία όμως ζητούσαν οικονομική συνδρομή για κάποιο κοινωνικό σκοπό (πχ ανέγερση ή επιδιόρθωση ναού) δίδοντας και συμβουλές προς τους άρχοντες η παρατηρήσεις με σκωπτικό χαρακτήρα. Τέτοιες είναι και οι σχετικές “μαντινάδες” της Κρήτης ή “κοτσάκια” της Νάξου με σκωπτικό επίσης χαρακτήρα που ψάλλονται ως “κάλαντα”.
Πολλές φορές όταν δεν υπήρχε φιλοδώρημα ή ήταν ευτελές τότε τα παιδιά συνέχιζαν με πολύ δυνατή φωνή έξω από την οικία δίστιχα σκωπτικά, επαναλαμβανόμενα:
«Αφέντη μου στη κάπα σου χίλιες χιλιάδες ψείρες,
άλλες γεννούν, άλλες κλωσούν κι άλλες αυγά μαζώνουν!»
ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
Hundreds Participate In Good Riddance Day In Times Square

ΕΙΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΝΕΟΝ ΕΤΟΣ
Εις αυτό το νέον έτος, εις την πρώτη του μηνός
ήρθα να σας χαιρετήσω, δούλος σας ο ταπεινός.
Ο Βασίλειος ο Μέγας είναι πάντα θαυμαστός
και στην οικογένειά σας, να ’ναι πάντα βοηθός.
Τα παιδιά σας στο σχολείο να τα στέλνετε συχνά
να μαθαίνουν ιστορίες, της Ελλάδος τα καλά.
Έχω κι άλλα να σας πω, μα δεν έχω πια καιρό,
σας αφήνω καληνύχτα κι αύριο με το καλό.
Και του χρόνου.
ΑΡΧΙΝ,ΑΡΧΙΝ ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ
Άρχιν, άρχιν τα κάλαντα κι άρχιν καλά χρόνια
τα πουλιά λαλούν και χερολόνια πάλι κράζνε.
Άγιον Βασίλειον καλόν ζευγάρι λάμνει
καλόν εν’ αφέντη, καλόν κι ευλο(γ)ημένον.
Έχει και τα βόδια του, παραδείσου πουλίτσι
έχει και το τσίφτσι του πανώριον παλικάρι.
Έχει και τ’ αλέτιρι τ’ σ’ άγχου βουτημένο
έχει και το γύνι του σ’ ασήμι κονωμένο
έχει και το βέρκενι τ’ κιπριγιού καλέμι
έχει και τα ζεύγολα τ’ κουκιά μαργαριτάρια
έχει και τα ζεύγολα τ’ ξανά κλωστιά μετάξια
καλόν εν’ αφέντη, καλόν κι ευλο(γ)ημένον.
Σον ξερόν τον πέτρα έσπειρα πολύ φακουδίτσι
δώκεν ο Θεός κι εγένεν, εγένεν παρουρίτσι
ήρθεν ‘να πουλίτισι το ‘κα τσακωσα το κ(ου)ίτσι τ’
ήρθεν μαυρομάνα, κλαίγ’ και καμουρίτσει
ήρθεν μαυροκάκα, κλαίγ’ και καμουρίτσει.
Άκου τα μανίτσα μ’ αν κείσαι κι αν κοιμάσαι
άρι το καλέρι σου και σέβα στο κελάρι
σέβα στο κελάρι σ’ και φώτ΄σε το φενέρι σ’
φώτ’σε το φενέρ μας κι όλην τη γενιά μας,
φώτ’σε το φενέρ μας κι ας ‘σε φωτισταίος.
Και του χρόνου.
ΑΡΧΙΜΗΝΙΑ ΚΙ ΑΡΧΙΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΠΑΙΝΕΜΑΤΑ
Παινέματα για τον αφέντη
Μα σένα πρέπει αφέντη μου καρέκλα καρυδένια
για ν’ ακουμπάς τη μέση σου τη μαργαριταρένια.
Και πάλι ξαναπρέπει σου τρικούβερτο καράβι
να ’ναι η πλώρη μάλαμα κι η πρύμνη του λουβάρι
και τα πανιά και τα σκοινιά να ’ναι μαργαριτάρι.
Παινέματα για την κυρά
Επό ’παμε τ’αφέντη σας να πούμε τσι κερά σας
κερά ψηλή, κερά λιγνή και καστανομαλλούσα
π’ όταν σε γέννα η μάνα σου όλα τα δέντρ’ ανθούσαν
κι όταν σε κοιλοπόνησε ήταν ημέρα σχόλη
και δώκανέ σου την ευχή οι δώδεκ’ αποστόλοι.
Παινέματα για τον γιό και την κόρη
Έχετε το γιό στα γράμματα και σέρνει το κοντύλι
να του τ’αξιώσει ο Θεός να βάλει πετραχήλι.
Επόπαμε τα και του γιου να πούμε και τση κόρης
έχετε κόρη όμορφη γραμματικός τη θέλει
μα αν είναι και γραμματικός πολλά προυκιά γυρεύει
γυρεύει αμπέλια ατρύγητα αμπέλια τρυγημένα
γυρεύει μύλους δώδεκα και μέσα οι μυλωνάδες
γυρεύγει και τη θάλασσα μ’ όλα τζι τα καράβια
γυρεύγει και τον κυρ Βοριά να τα καλαρμενίζει.
Έθιμα που οι ρίζες τους χάνονται στο χρόνο, αναβιώνουν κάθε χρόνο σε ολόκληρη την Ελλάδα. Άλλοτε με χορούς και τραγούδια, άλλοτε με παραδοσιακές λιχουδιές, άλλοτε με το άναμμα του τζακιού ή το σπάσιμο του ροδιού, άνθρωποι από κάθε γωνιά της χώρας κρατούν ζωντανά τα κομμάτια του πολιτισμού και της ιστορίας μας.
Έθιμα της Κεντρικής Ελλάδας:
Σε κάποιες περιοχές την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, πηγαίνουν στην πιο κοντινή βρύση “για να κλέψουν το άκραντο νερό”. Το λένε άκραντο, δηλαδή αμίλητο, γιατί δε βγάζουν λέξη σ’ όλη τη διαδρομή. Αλείφουν τις βρύσες του χωριού με βούτυρο και μέλι, με την ευχή όπως τρέχει το νερό να τρέχει και η προκοπή στο σπίτι τον καινούργιο χρόνο και όπως γλυκό είναι το μέλι, έτσι γλυκιά να είναι και η ζωή τους. Για να έχουν καλή σοδειά, όταν φτάνουν εκεί, την “ταΐζουν”, με διάφορες λιχουδιές, όπως βούτυρο, ψωμί, τυρί, όσπρια ή κλαδί ελιάς. Έλεγαν μάλιστα πως όποια θα πήγαινε πρώτη στη βρύση, αυτή θα στεκόταν και η πιο τυχερή ολόκληρο το χρόνο. Στη συνέχεια ρίχνουν στη στάμνα ένα βατόφυλλο και τρία χαλίκια, “κλέβουν νερό” και γυρίζουν στα σπίτια τους πάλι αμίλητες μέχρι να πιούνε όλοι από το άκραντο νερό. Με το ίδιο νερό ραντίζουν και τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, ενώ σκορπούν στο σπίτι και τα τρία χαλίκια.
Το Χριστόξυλο έθιμο από την κεντρική Μακεδονία:
Στα χωριά της βόρειας Ελλάδας, από τις παραμονές των εορτών ο νοικοκύρης ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο όμορφο, το πιο γερό, το πιο χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το πάει σπίτι του. Αυτό ονομάζεται Χριστόξυλο και θα καίει για όλο το δωδεκαήμερο των εορτών (από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Φώτα) στο τζάκι του σπιτιού. Πριν ο ιδιοκτήτης φέρει το Χριστόξυλο, κάθε νοικοκυρά φροντίζει να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι, ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζουν ακόμη και την καπνοδόχο, για να μη βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια, όπως λένε στα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα παραμύθια.
Έθιμο από Καστανιές Ανατολικής Θράκης
Τη Βασιλόπιτα την έκαναν φυλλωτή. Έβαζαν γόμο (γέμιση) πλιγούρι και ανάμεσα στα φύλλα τον «παρά», το νόμισμα, και άλλα σημάδια. Η νοικοκυρά με τον παρά τη σταύρωνε τρεις φορές και ύστερα τον έχωνε στο ζυμάρι, θα να βάλει πελεκούδι από την πόρτα ή κλαρί, για το σπίτι, κουκί στάρι για τα χωράφια, σταφίδα για το αμπέλι, κομματάκια τυρί για τα πρόβατα, άχερο για τα γελάδια… Στους λυπημένους που έστελναν πίτα, εκείνοι δεν την έκοβαν με το μαχαίρι αλλά ο καθένας έκοβε με το χέρι ένα κομμάτι. Την παραμονή το βράδυ έβαζαν στο τραπέζι εννιά ειδών φαγητά και πολλών ειδών οπωρικά, στη μέση τη βασιλόπιτα, τρία ψωμιά κι ένα κεράκι αναμμένο στο ένα ψωμί… Αφού έτρωγαν έκοβαν την πίτα. Σ’ όποιον έπεφτε ο παράς, έλεγαν πως εκείνος «βασίλεψε». Τον «βασιλεμένο» παρά τον έριχναν μέσα σε ποτήρι με κρασί, έπιναν από λίγο και εύχονταν : «Και του χρόνου καλύτερα!». Τον παρά τον άφηναν στα εικονίσματα και τον επόμενο χρόνο τον έβαζαν στην άλλη πίτα.
Έθιμο από την Πελοπόννησο
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, η οικογένεια πηγαίνει στην εκκλησία και ο νοικοκύρης κρατάει στην τσέπη του ένα ρόδι, για να το λειτουργήσει. Γυρνώντας σπίτι, πρέπει να χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας -δεν κάνει να ανοίξει ο ίδιος με το κλειδί του-Έθιμα που οι ρίζες τους χάνονται στο χρόνο, αναβιώνουν κάθε χρόνο σε ολόκληρη την Ελλάδα. Άλλοτε με χορούς και τραγούδια, άλλοτε με παραδοσιακές λιχουδιές, άλλοτε με το άναμμα του τζακιού ή το σπάσιμο του ροδιού, άνθρωποι από κάθε γωνιά της χώρας κρατούν ζωντανά τα κομμάτια του πολιτισμού και της ιστορίας μας.
Έθιμα της Κεντρικής Ελλάδας:
Σε κάποιες περιοχές την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, πηγαίνουν στην πιο κοντινή βρύση “για να κλέψουν το άκραντο νερό”. Το λένε άκραντο, δηλαδή αμίλητο, γιατί δε βγάζουν λέξη σ’ όλη τη διαδρομή. Αλείφουν τις βρύσες του χωριού με βούτυρο και μέλι, με την ευχή όπως τρέχει το νερό να τρέχει και η προκοπή στο σπίτι τον καινούργιο χρόνο και όπως γλυκό είναι το μέλι, έτσι γλυκιά να είναι και η ζωή τους. Για να έχουν καλή σοδειά, όταν φτάνουν εκεί, την “ταΐζουν”, με διάφορες λιχουδιές, όπως βούτυρο, ψωμί, τυρί, όσπρια ή κλαδί ελιάς. Έλεγαν μάλιστα πως όποια θα πήγαινε πρώτη στη βρύση, αυτή θα στεκόταν και η πιο τυχερή ολόκληρο το χρόνο. Στη συνέχεια ρίχνουν στη στάμνα ένα βατόφυλλο και τρία χαλίκια, “κλέβουν νερό” και γυρίζουν στα σπίτια τους πάλι αμίλητες μέχρι να πιούνε όλοι από το άκραντο νερό. Με το ίδιο νερό ραντίζουν και τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, ενώ σκορπούν στο σπίτι και τα τρία χαλίκια.
Το Χριστόξυλο έθιμο από την κεντρική Μακεδονία:
Στα χωριά της βόρειας Ελλάδας, από τις παραμονές των εορτών ο νοικοκύρης ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο όμορφο, το πιο γερό, το πιο χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το πάει σπίτι του. Αυτό ονομάζεται Χριστόξυλο και θα καίει για όλο το δωδεκαήμερο των εορτών (από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Φώτα) στο τζάκι του σπιτιού. Πριν ο ιδιοκτήτης φέρει το Χριστόξυλο, κάθε νοικοκυρά φροντίζει να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι, ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζουν ακόμη και την καπνοδόχο, για να μη βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια, όπως λένε στα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα παραμύθια.
Έθιμο από Καστανιές Ανατολικής Θράκης
Τη Βασιλόπιτα την έκαναν φυλλωτή. Έβαζαν γόμο (γέμιση) πλιγούρι και ανάμεσα στα φύλλα τον «παρά», το νόμισμα, και άλλα σημάδια. Η νοικοκυρά με τον παρά τη σταύρωνε τρεις φορές και ύστερα τον έχωνε στο ζυμάρι, θα να βάλει πελεκούδι από την πόρτα ή κλαρί, για το σπίτι, κουκί στάρι για τα χωράφια, σταφίδα για το αμπέλι, κομματάκια τυρί για τα πρόβατα, άχερο για τα γελάδια… Στους λυπημένους που έστελναν πίτα, εκείνοι δεν την έκοβαν με το μαχαίρι αλλά ο καθένας έκοβε με το χέρι ένα κομμάτι. Την παραμονή το βράδυ έβαζαν στο τραπέζι εννιά ειδών φαγητά και πολλών ειδών οπωρικά, στη μέση τη βασιλόπιτα, τρία ψωμιά κι ένα κεράκι αναμμένο στο ένα ψωμί… Αφού έτρωγαν έκοβαν την πίτα. Σ’ όποιον έπεφτε ο παράς, έλεγαν πως εκείνος «βασίλεψε». Τον «βασιλεμένο» παρά τον έριχναν μέσα σε ποτήρι με κρασί, έπιναν από λίγο και εύχονταν : «Και του χρόνου καλύτερα!». Τον παρά τον άφηναν στα εικονίσματα και τον επόμενο χρόνο τον έβαζαν στην άλλη πίτα.
Έθιμο από την Πελοπόννησο
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, η οικογένεια πηγαίνει στην εκκλησία και ο νοικοκύρης κρατάει στην τσέπη του ένα ρόδι, για να το λειτουργήσει. Γυρνώντας σπίτι, πρέπει να χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας -δεν κάνει να ανοίξει ο ίδιος με το κλειδί του- και έτσι να είναι ο πρώτος που θα μπει στο σπίτι για να κάνει το καλό ποδαρικό, με το ρόδι στο χέρι. Μπαίνοντας μέσα, με το δεξί, σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα, το ρίχνει δηλαδή κάτω με δύναμη για να σπάσει και να πεταχτούν οι ρώγες του παντού και ταυτόχρονα λέει: “με υγεία, ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι, τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά”. Τα παιδιά μαζεμένα γύρω-γύρω κοιτάζουν οι ρώγες αν είναι τραγανές και κατακόκκινες. Όσο γερές κι όμορφες είναι οι ρώγες, τόσο χαρούμενες κι ευλογημένες θα είναι οι μέρες που φέρνει μαζί του ο νέος χρόνος.
Οι «κολόνιες» έθιμο από τα νησιά του Ιονίου:
Στην Κεφαλονιά, αλλά και στα άλλα νησιά των Επτανήσων, το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, οι κάτοικοι γεμάτοι ενθουσιασμό για τον ερχομό του νέου χρόνου, κατεβαίνουν στους δρόμους κρατώντας μπουκάλια με κολόνιες και ραίνουν ο ένας τον άλλον τραγουδώντας: “Ήρθαμε με ρόδα και με ανθούς να σας ειπούμε χρόνους πολλούς”. Η τελευταία ευχή του χρόνου που ανταλλάσσουν είναι: “Καλή Αποκοπή”, δηλαδή με το καλό να αποχωριστούμε τον παλιό χρόνο. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς η μπάντα του δήμου περνάει από όλα τα σπίτια και τραγουδάει καντάδες και κάλαντα.
Έθιμα από την Κρήτη και το πρωτοχρονιάτικο «ποδαρικό»:
Το ποδαρικό είναι ένα από τα παλαιότερα έθιμα και στην Κρήτη. Ο πρώτος άνθρωπος που θα πατήσει με το πόδι του στο σπίτι μετά την είσοδο του νέου χρόνου, πρέπει να είναι τυχερός. Για να φέρει γούρι στο σπίτι, πρέπει να πατήσει πρώτα με το δεξί του πόδι για να πάνε όλα δεξιά, δηλαδή καλά. Επίσης την ημέρα της Πρωτοχρονιάς μεταφέρουν νερό από τη βρύση στο σπίτι και ο νοικοκύρης λέει : «Όπως τρέχει τούτο το νερό έτσι να τρέχουν και τα καλά στο σπίτι μου». Ακόμη ο ιδιοκτήτης μεταφέρει μια πέτρα στην κατοικία του λέγοντας: «Όπως είναι γερή τούτη η πέτρα έτσι να είναι γερό και το σπίτι μου». Σε ορισμένα μέρη του Ηρακλείου, την πρωτοχρονιά συνηθίζεται η οικογένεια να πηγαίνει στην εκκλησία. Μαζί τους παίρνουν μια εικόνα του σπιτιού, η οποία αφού λειτουργηθεί θα κάνει το ποδαρικό στο σπίτι. Την πρωτοχρονιά οι παππούδες και οι στενοί συγγενείς της οικογένειας δίνουν στα παιδιά την «καλή χέρα», δηλαδή κάποιο χρήματα. Έθιμο που διατηρείται μέχρι και σήμερα. Χαρακτηριστικά είναι ακόμη και τα παραδοσιακά κάλαντα της Κρήτης… και έτσι να είναι ο πρώτος που θα μπει στο σπίτι για να κάνει το καλό ποδαρικό, με το ρόδι στο χέρι. Μπαίνοντας μέσα, με το δεξί, σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα, το ρίχνει δηλαδή κάτω με δύναμη για να σπάσει και να πεταχτούν οι ρώγες του παντού και ταυτόχρονα λέει: “με υγεία, ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι, τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά”. Τα παιδιά μαζεμένα γύρω-γύρω κοιτάζουν οι ρώγες αν είναι τραγανές και κατακόκκινες. Όσο γερές κι όμορφες είναι οι ρώγες, τόσο χαρούμενες κι ευλογημένες θα είναι οι μέρες που φέρνει μαζί του ο νέος χρόνος. Οι «κολόνιες» έθιμο από τα νησιά του Ιονίου: Στην Κεφαλονιά, αλλά και στα άλλα νησιά των Επτανήσων, το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, οι κάτοικοι γεμάτοι ενθουσιασμό για τον ερχομό του νέου χρόνου, κατεβαίνουν στους δρόμους κρατώντας μπουκάλια με κολόνιες και ραίνουν ο ένας τον άλλον τραγουδώντας: “Ήρθαμε με ρόδα και με ανθούς να σας ειπούμε χρόνους πολλούς”. Η τελευταία ευχή του χρόνου που ανταλλάσσουν είναι: “Καλή Αποκοπή”, δηλαδή με το καλό να αποχωριστούμε τον παλιό χρόνο. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς η μπάντα του δήμου περνάει από όλα τα σπίτια και τραγουδάει καντάδες και κάλαντα.
Ισπανία
Οι Ισπανοί με την άφιξη του καινούργιου χρόνου τα μεσάνυχτα, έχουν ως έθιμο να τρώνε δώδεκα σταφύλια. Μέσω αυτής της πράξης πιστεύουν ότι θα έχουν καλοτυχία για τους δώδεκα μήνες. Τα σταφύλια την Πρωτοχρονιά στην Ισπανία πωλούνται όπως βλέπετε στη φωτογραφία.Σε συσκευασία των 12.Ένα για κάθε μήνα τύχης!
Ηνωμένες Πολιτίες
-Ν.Υόρκη Το πιο διάσημο έθιμο στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι η κάθοδος μιας μεγάλης κρυστάλλινης μπάλας στο Times Square της Νέας Υόρκης. Χιλιάδες άτομα μαζεύονται για να δουν την κάθοδο της μπάλας που διαρκεί όσο και το τελευταίο λεπτό του χρόνου.
Σκωτία
Στη Σκωτία, μετά την έλευση του καινούργιου χρόνου οι γείτονες επισκέπτονται ο ένας τον άλλο και ανταλλάζουν ευχές. Ο κάθε γείτονας παίρνει μαζί του ως δώρο ένα ξύλο για τη φωτιά ή ένα ψωμί. Στο Εδιμβούργο ο εορτασμός Hogmanay είναι ο μεγαλύτερος σε ολόκληρη τη χώρα και αποτελείται από ένα ολονύχτιο πάρτι στους δρόμους.
Γαλλία
Την παραμονή της πρωτοχρονιάς τα παιδιά αφήνουν τα παπούτσια τους δίπλα από το τζάκι για να τους τα γεμίσει με γλυκά και ξηρούς καρπούς ο πατέρας των Χριστουγέννων (Pere Noel), ο οποίος θα κατέβει από την καμινάδα καθώς κοιμούνται. Ο Pere Noel συνοδεύεται από έναν άλλο παππούλη, τον Pere Fouettard, ο οποίος δέρνει ελαφρά τα παιδιά που ήταν άτακτα κατά τη διάρκεια του χρόνου.
Ιταλία
Στις 6 Ιανουαρίου τα παιδιά περιμένουν με αγωνία τη γριά La Befana, η οποία ψάχνει τον μικρό Ιησού και στην πορεία της αναζήτησής της αφήνει δώρα στα φρόνιμα παιδιά. Σύμφωνα με την Ιταλική παράδοση, η La Befana σκούπιζε το σπίτι της όταν δέχτηκε την επίσκεψη των τριών μάγων, οι οποίοι πήγαιναν να συναντήσουν το νεογέννητο Ιησού. Οι τρεις μάγοι, της ζήτησαν να τους ακολουθήσει αλλά η La Befana αρνήθηκε, διότι δεν είχε τελειώσει με το σκούπισμα του σπιτιού. Αργότερα όμως, το μετάνιωσε και μάζεψε όσα δώρα μπορούσε και προσπάθησε να ακολουθήσει τους τρεις μάγους. Δυστυχώς όμως δεν τους βρήκε ποτέ αλλά συνεχίζει ακόμα την αναζήτησή της για τον Χριστό, γι’ αυτό κάθε χρόνο αφήνει δώρα στα παιδιά.
Oλλανδία
Στην Ολλανδία στοιβάζουν πολλά χριστουγεννιάτικα δέντρα στους δρόμους τον πόλεων και τα καίνε κάτω από το φως των πυροτεχνημάτων. Οι φωτιές σύμφωνα με τους Ολλανδούς εξαγνίζουν τον παλιό χρόνο και καλωσορίζουν τον καινούργιο. Kαλή μας χρονιά!
1. Ποιος ο ρόλος των παραμυθιών στον ψυχισμό των παιδιών;
Τα παραμύθια παίζουν σημαντικό ρόλο στον ψυχισμό των παιδιών και στη καλλιέργειά του γιατί εμπεριέχουν στοιχεία και χαρακτήρες με τα οποία το παιδί ταυτίζεται και μέσα από τα οποία εκφράζει και διαχειρίζεται ασυνείδητα κομμάτια του ψυχισμού του. Το παραμύθι, επειδή είναι ένας κόσμος φανταστικός, δημιουργεί το περιθώριο στα παιδιά να αφεθούν σε κομμάτια του ψυχισμού τους που έξω από το παραμύθι μπορεί να φαντάζουν απειλητικά ή απίθανα. Για παράδειγμα, το ‘τέρας’ του εκάστοτε παραμυθιού μπορεί να είναι ένας χαρακτήρας με τον οποίο ένα θυμωμένο παιδί να ταυτιστεί για να εκτονώσει το θυμό του. Εξίσου, μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτό το χαρακτήρα για να προβάλλει επάνω του τα στοιχεία κάποιου προσώπου απ’την πραγματική του ζωή, προσώπου που εμφανίζεται στο παιδί ως απειλητικό.
Μέσα από το παραμύθι και τη φαντασία λοιπόν, δίνεται η δυνατότητα στο παιδί να παλέψει με το ‘τέρας’ και να το νικήσει, κάτι που δεν θα μπορούσε ίσως να κάνει στην καθημερινότητά του. Δεν είναι δε τυχαίο που στη φαντασία καταφεύγουν εντονότερα παιδιά με δυσκολία να βάλουν τα συναισθήματά τους ξεκάθαρα σε λέξεις, είτε γιατί έχουν λεκτικές δυσκολίες, είτε γιατί θα τους ήταν συναισθηματικά δύσκολο να μιλήσουν με ειλικρίνεια για το πώς αισθάνονται. Τα παραμύθια λειτουργούν βάσει των προβολικών μηχανισμών του ανθρώπινου ψυχισμού, των διαδικασιών δηλαδή μέσα από τις οποίες κανείς προβάλλει σε μια ιστορία στοιχεία από τη δική του ζωή και τον εσωτερικό του κόσμο. Μέσω αυτής της διαδικασίας προκύπτουν και ταυτίσεις με τους ήρωες των παραμυθιών ή με τα γεγονότα όπως εκδραματίζονται σε αυτά. Το παιδί ενδέχεται να ταυτιστεί και με το τέλος μιας ιστορίας ή να θελήσει να την αλλάξει.
Συνήθως, οι αλλαγές σε ένα παραμύθι που θέλει να κάνει το παιδί, η έντονη συμπάθειά του και προσκόλληση σε μια ιστορία ή αντίστοιχα η απέχθειά του γι’αυτή μαρτυρούν στοιχεία από τον ψυχισμό του παιδιού αλλά και τη ζωή του. Αν το παιδί, για παράδειγμα, στις ιστορίες με τα τρία γουρουνάκια σχολιάζει στη μαμά τους ότι αυτά δεν καταφέρνουν να προστατευτούν από τον κακό λύκο, ή μαλώνουν συνέχεια μεταξύ τους, ή ότι ο κακός λύκος είναι ισχυρότερος των καλύτερών τους προσπαθειών, τότε αυτό το παιδί μάλλον εκφράζει εσωτερικές ανασφάλειες είτε όσον αφορά τη συνεργασία του και συνύπαρξή του με άλλα παιδάκια ή τα αδέλφια του, είτε την ευνουχιστική και απειλητική παρουσία ενός ατόμου στην οικογένεια ή στο σχολείο, είτε βέβαια έναν ιδιαίτερα εύθραστο ψυχισμό με εντονότατες ανασφάλειες επιβίωσης, που, για παράδειγμα, θα μπορούσε να έχει ένα άρρωστο ή με άλλους τρόπους ευάλωτο παιδί.
2. Ο κόσμος των παραμυθιών είναι ένα ταξίδι φαντασίας για τα παιδιά; Ποια στοιχεία του παραμυθιού αναπτύσσουν τη παιδική φαντασία;
Όλα τα στοιχεία του παραμυθού είναι ικανά να αναπτύξουν την παιδική φαντασία. Δεν θα έλεγα ότι υπάρχουν κάποια δυνατότερα από κάποια άλλα. Και η πλοκή, και οι χαρακτήρες αλλά και η έκβαση ενός παραμυθιού προσφέρουν όλα υλικό πλούσιο για το συναισθηματικό κόσμο του παιδιού. Βεβαίως, ο τρόπος που αφηγείται ένα παραμύθι κανείς είναι και αυτός πολύ σημαντικός στο πώς το παιδί θα χρησιμοποιήσει το παραμύθι αυτό για να χτίσει τον ψυχισμό του και να εμπλουτίσει τον εσωτερικό του κόσμο. Το παιδί δύναται να παρασυρθεί έντονα από τον τόνο και το ύφος της αφήγησης αλλά και από το πόσο ουσιαστικά συμμετέχει ο αφηγητής του, που είναι συνήθως ο γονιός.
Μην ξεχνάμε ότι παραμύθι για τα παιδιά δεν είναι μόνο το κείμενο, οι λέξεις και οι εικόνες, αλλά και η πράξη της αφήγησης σαν μια συναισθηματικά επενδεδυμένη διαδικασία που αναπτύσσει και συντηρεί το δικό της δυναμικό. Δηλαδή, πέρα από την ιστορία, ο χρόνος που θα αφιερώσει ο γονιός και ο τρόπος με τον οποίο θα εμπλακεί στο παραμύθι ενδέχεται κάποιες φορές να είναι σαφώς σημαντικότερος από την ιστορία και τους χαρακτήρες του παραμυθιού. Πρέπει λοιπόν το παραμύθι να το βλέπουμε σαν μια ζωντανή συμμετοχική διαδικασία με δική της δυναμική και περιθώριο εξέλιξης, πειραματισμού και βέβαια σαν ένα μέσο συναισθηματικής επικοινωνίας μεταξύ του παιδιού και του αφηγητή του παραμυθιού.
3. Καθοδηγεί στην εξελικτική της πορεία την ψυχή των παιδιών η ανάγνωση του παραμυθιού;
Και βέβαια η ανάγνωση του παραμυθιού καθοδηγεί την ψυχική εξέλιξη των παιδιών, όχι όμως τόσο σαν στεγνή ανάγνωση μιας ιστορίας που το παιδί ενδέχεται να κάνει και μόνο του, αλλά κυρίως σαν την δυναμική διαδικασία που προανέφερα. Ειδικά στην περίοδο που η ικανότητα του παιδιού να διαβάσει από μόνο του είναι από ανύπαρκτη έως περιορισμένη, το βασικό ρόλο παίζει η αφήγηση και η σχέση με αυτόν που αφηγείται το παραμύθι – το τελετουργικό του παραμυθιού δηλαδή. Σε μεγαλύτερες όμως ηλικίες, όπου το παιδί μπορεί να διαβάσει μόνο του ιστορίες, συνήθως όμως διηγήματα ή νουβέλες, και βέβαια και οι ιστορίες αυτές καθ’εαυτές παίζουν ρόλο στην ανάπτυξη του ψυχισμού. Εκεί βέβαια το παιδί έχει και μεγαλύτερη επιλογή υλικού για ανάγνωση και οι επιλογές του θα συντελέσουν με διαφορετικό τρόπο στη διαμόρφωση του εσωτερικού του κόσμου. Και πάλι μιλάμε για μια δυναμική διαδικασία μεταξύ ιστορίας και αναγνώστη, για μια εσωτερική συνομιλία που λαμβάνει χώρα σιωπηλά κατά την ώρα της ανάγνωσης αλλά και ύστερα, όταν το παιδί θα φέρει στο νου του το περιεχόμενο της εκάστοτε ιστορίας που το έχει ελκύσει.
4. Ποιοι μεγάλοι ψυχαναλυτές έχουν ασχοληθεί με την επίδραση του παραμυθιού στα παιδιά και ποιες οι θέσεις τους; (διάβαζα κάπου ότι ο Φρόϋντ έχει ασχοληθεί με αυτό. Ισχύει;)
Πιστεύω πως όλοι οι μεγάλοι ψυχαναλυτές θα είχαν να πουν πάνω κάτω αυτά που έχω προαναφέρει για τα παραμύθια. Ότι δηλαδή, αλληλεπιδρούν με τον ψυχισμό των παιδιών για να τον τονώσουν, να τον ερεθίσουν, να προσφέρουν υλικό με το οποίο το παιδί θα σχετιστεί με έναν τρόπο ασφαλή. Με το ‘ασφαλή’, εννοώ ότι το παιδί στο παραμύθι μπορεί να ταυτιστεί με το χειρότερο ήρωα, με τον πιο αδικημένο, με τον ομορφότερο, τον πλουσιότερο ή τον φτωχότερο, και να φανταστεί ό,τι θέλει σε σχέση με αυτήν την ταύτιση, χωρίς να απειλείται από το εξωτερικό περιβάλλον. Όπως θα έλεγε πιθανότατα ο Γουίνικοτ, μέσω του παραμυθιού δημιουργείται ένα μεταβατικό τοπίο που δεν είναι ακριβώς προϊόν μοναχά της φαντασίας του παιδιού αλλά ούτε και αποκλειστικά προϊόν της πραγματικότητας. Είναι ένα τοπίο στο οποίο μπορεί να λάβει χώρα συναισθηματικός πειραματισμός χωρίς την απειλή των κυρώσεων για τα αρνητικά σενάρια, ούτε και της κοροϊδίας για τα ευφάνταστα. Το παιδί μπορεί να είναι και να κάνει ό,τι θέλει μέσα σε ένα παραμύθι, αλλά, το κυριότερο να συνδεθεί και να ‘παίξει’ με τον αφηγητή του.
Ο Γιούνγκ επίσης θα μας έλεγε πως μέσα από τα παραμύθια το παιδί γνωρίζει αναλυτικότερα και πάλι σε ένα περιβάλλον ασφάλειας τα ‘αρχέτυπα’ σχήματα που κουβαλάει εν αγνοία του στην ψυχή του, όπως την κακιά μάγισσα που ισοδυναμεί με την απειλητική μητέρα, τον δράκο, που μπορεί να εκφράζει έναν ευνουχιστικό πατέρα, τον γέρο σοφό, που μπορεί να είναι το πρότυπο ενός καλού παππού, τα τρία γουρουνάκια, που είναι τ’αδέλφια και οι συνάνθρωποί μας. Ο Φρόϋντ μίλησε επί μακρόν για την ανάγκη και χρησιμότητα συμβολοποίησης συναισθημάτων μέσα από ιστορίες, θρησκείες, σχήματα και αντικείμενα. Εξάλλου ο ίδιος ήταν φανατικός συλλέκτης αγαλματιδίων τα οποία συμβόλιζαν γι’αυτόν πράγματα του εσωτερικού του κόσμου. Δεν είναι τυχαίο που όντας γνώστης των αρχαίων τραγωδιών (κατά ένα τρόπο παραμυθιών) άντλησε από αυτές υλικό για να συμβολοποιήσει και να εκφράσει τις σκέψεις του γύρω από τους οικογενειακούς συνδέσμους – ο κλασσικότερος αλλά και πολύ παρεξηγημένος Οιδιπόδειος δεσμός, για παράδειγμα.
Βέβαια, ο Φρόϋντ θα έλεγε πως δεν ήταν η τραγωδία που ξύπνησε σ’ εκείνον αλλά και σε όλους τους ανθρώπους συναισθήματα που δεν προϋπήρχαν, παρά τα ανθρώπινα αυτά συναισθήματα πίεσαν για έκφραση δια μέσου των αιώνων θεμελιωδών υπαρξιακών και ψυχολογικών προβληματικών με τις οποίες έχει καταπιαστεί ο άνθρωπος. Με αυτή την έννοια, τα παραμύθια απεικονίζουν αρχέτυπα χαρακτήρων, συμπεριφορών και καταστάσεων που έχουν απασχολήσει την ανθρώπινη ψυχή από την απαρχή της ύπαρξής της. Γι’αυτό και η επαναλαμβανόμενη επαφή με αυτά ξυπνάει ενδεχομένως ‘κοιμισμένα’ κομμάτια του ψυχισμού και τα καλεί να έρθουν στη επιφάνεια για να πλουτίσουν το παιδί και τον ψυχισμό του αλλά και να συμβάλλουν στην διαχείριση των εσωτερικών και ασυνειδήτων συναισθηματικών συγκρούσεων.
5. Στη σύγχρονη εποχή, όπου τα παιδιά κατακλύζονται από τα ηλεκτρονικά παιγνίδια, κρίνονται αναγκαία για την παιδική ψυχή τα παραμύθια και γιατί; Είναι μια καλή ευκαιρία τα Χριστούγεννα να φέρουμε πιο κοντά τα παιδιά στον κόσμο των παραμυθιών;
Τα ηλεκτρονικά παιγνίδια, λόγω του συνδυασμού ήχου και εικόνας βομβαρδίζουν τις αισθήσεις των παιδιών, μην αφήνοντας πολλά περιθώρια στη φαντασία τους για να επεκταθεί. Είναι κυρίως παιγνίδια εντυπώσεων, που απομονώνουν το παιδί από τον υπόλοιπο κόσμο και τον μεταφέρουν σε κάτι φανταστικό, στο οποίο όμως το παιδί καθοδηγείται μέσω της επίδρασης στις αισθήσεις που λειτουργεί σχεδόν εξαναγκαστικά. Υπάρχει απουσία της τελετουργίας του μοιράσματος που έχει, για παράδειγμα, το διάβασμα ενός παραμυθιού από το γονέα στο παιδί. Έτσι, ο εγκλεισμός στο ηλεκτρονικό παιγνίδι είναι περισσότερο αυτιστικός και δεν προϋποθέτει το μοίρασμα και συνεπώς την ανάπτυξη μιας δυναμικής σχέσης. Στο ηλεκτρονικό παιγνίδι, το παιδί δεν σχετίζεται με άλλους ανθρώπους, παρά με ένα μηχάνημα και βρίσκεται να πολεμάει με αυτό. Ίσως να μην είναι και τόσο τυχαίο ότι το φαινόμενο του εθισμού στα ηλεκτρονικά παιγνίδια έχει πάρει τραγικές διαστάσεις και πολλές οικογένειες ταλαιπωρούνται αφόρητα με παιδιά που έχουν εθιστεί σε παιγνίδα και ως εκ τούτου παραμερίσει τις κοινωνικές τους σχέσεις ή τις άλλες τους ασχολίες, συμπεριλαμβανομένης και της παιδείας τους. Σε αντίθεση με αυτό το φαινόμενο, δεν έχω υπόψη μου περιστατικό παιδιού να εθίζεται στα παραμύθια με τρόπο καταναγκαστικό που να του διαλύει την υπόλοιπη ζωή.
Ειδικά για παιδιά με προδιάθεση στην απομόνωση και με προϋπάρχουσες συναισθηματικές δυσκολίες, τα ηλεκτρονικά παιγνίδια – βίαια και μη – ενδέχεται να λειτουργήσουν ως παγίδα για περαιτέρω απομόνωση στον εαυτό τους. Επίσης, ενώ το στοιχείο της βίας είναι παρόν και στα παραμύθια (για παράδειγμα, ο λύκος που κατασπαράζει την κοκκινοσκουφίτσα και η μητριά που κακοποιεί τη σταχτομπούτα), δεν είναι όμως βομβαρδιστικό στις αισθήσεις και άσκοπα περιγραφικό των πράξεων βίας, όπως παρουσιάζεται η βία στα ηλεκτρονικά παιγνίδια. Δεν είπε κανείς ότι τα παιδιά πρέπει να αποστειρώνονται από θέματα βίας και σεξ, αλλά υπάρχουν κατάλληλοι και σαφώς λιγότερο κατάλληλοι τρόποι για ένα παιδί να έρθει σε επαφή με αυτές τις πτυχές της ζωής. Οπότε, τα παραμύθια και γενικότερα η λογοτεχνία κερδίζουν πόντους έναντι των ηλεκτρονικών παιγνιδιών. Αυτό δεν σημαίνει ότι το παιδί δεν πρέπει και να εκτίθεται στα σύγχρονα μέσα παιγνιδιού και διασκέδασης ή να απέχει εντελώς από αυτά, απλώς ότι θα πρέπει να είναι πολύ ελεγχόμενα λόγω των κινδύνων που ελλοχεύουν σε αυτά.
Όχι μόνο τα Χριστούγεννα, αλλά οποιαδήποτε εποχή είναι καλό να σκεφτόμαστε πώς και με τί τρόπους μπορούμε να πλουτίζουμε τον ψυχισμό των παιδιών και να βοηθάμε στην εξέλιξή του. Βέβαια, δοθείσης της αφορμής ότι υπάρχουν όχι μόνο πολλές Χριστουγεννιάτικες ιστορίες αλλά ίσως και λίγο περισσότερος διαθέσιμος χρόνος από την πλευρά των γονιών για διάβασμα και μοίρασμα με τα παιδιά τους, ας αδράξουν την ευκαιρία να προμηθευτούν μερικά βιβλία με παραμύθια. Επίσης, θα ήταν ωραίο και σε παιδικές συνευρέσεις και πάρτυ να διάβαζε κανείς στα παιδιά ιστορίες σαν μέρος της διασκέδασης και διαπαιδαγώγησή τους.
ΑΠΟ TALKINGCURE
