Διαβάσαμε
Έτσι ζούμε, χρόνο με το χρόνο, χωρίς να πραγματοποιούμε πλήρως και τελειωτικά, χωρίς να ολοκληρώνουμε αυτό που θα μπορούσαμε να κάνουμε, διότι «έχουμε καιρό μπροστά μας», αργότερα θα πετύχουμε κάτι, αργότερα θα γίνει ότι μπορεί να γίνει, κάποια μέρα αργότερα θα αρχίσουμε να «καθαρογράφουμε». Τα χρόνια περνούν και ποτέ δεν το κάνουμε. Δεν τα κάνουμε όχι μόνο επειδή έρχεται ο θάνατος και μας αφανίζει, αλλά και επειδή σε κάθε περίοδο του βίου μας δεν έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε αυτό που η προγενέστερη περίοδος θα μας είχε επιτρέψει: δεν μπορούμε στα χρόνια της ωριμότητάς μας να πετύχουμε μια όμορφη και νοηματοδοτημένη νεότητα, δεν μπορούμε στα γεράματά μας να αποκαλύψουμε στο Θεό και στον κόσμο αυτό που θα μπορούσαμε να ήμασταν στα χρόνια της ωριμότητάς μας. υπάρχει ένας καιρός για όλα τα πράγματα, άπαξ και παρέλθει, αυτά δεν μπορούν πλέον να πραγματοποιηθούν.
Από το imverias.blogspot.gr
Μ. Γκανάς, Προσωπικό
Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.
Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει.
Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.
Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.
Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ‘μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε
απ’ το άλφα.
Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.
Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς
και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ‘ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δε μπορώ
να γίνω κάτι απ’ όλα αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.
Έτσι που σε φαντάστηκα
και διαπέρασες τον κόσμο μου
κομήτης
χαραγμένος με ερωτόλογα.
Έτσι που σε άγγιξα
κι άνθισες
στο χάσιμο ενός χαδιού
από κυκλάμινα.
Έτσι θα σ’ αγαπώ
βιολί ξεστρατισμένο από ορχήστρα συμφωνική
όνειρο κοιμισμένου βιβλικού θεού
άμαξα που χρέωσε τα άλογα
με ελευθερία.
Ανέστης Μελιδώνης, Κυματισμοί
Κάποιος είπε στο σύμπαν:
«Σύμπαν, υπάρχω!»
«Όμως», απάντησε το σύμπαν,
«Αυτό δεν μου δημιουργεί
Κανένα αίσθημα υποχρέωσης».
S t e p h e n C r a n e
Θα’ρθεί καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι Μαρία
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη
– μη βλέπεις εμένα – μην κλαις. Εσύ είσ’ η ελπίδα
άκου θά’ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
Δε θα υπάρχουν πόρτες κλειστές
με γερμένους απέξω
Και τη δουλειά
θα τη διαλέγουμε
δε θά `μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι – σκέψου! – θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι καταπίεση μοναξιά τιμή κέρδος εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία – δε θέλω να λέω ψέματα –
δύσκολοι καιροί.
Και θάρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω – μην περιμένεις κι από μένα πολλά –
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:
«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή!
Παρ’ όλα αυτά Μαρία.
Κατερίνα Γώγου
Να ‘ναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φιδωτό που σβεί στα χάη,
και σένα του καπέλου σου πλατειά και φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά να χαιρετάει.
Και ναν’ σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι’ άστρα, τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αυτός ο άνεμος τρελά-τρελά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.
Κι όλο να λες, να λες, στα βάθη της νυκτός
για ένα – με γυάλινα πανιά – πλοίο που πάει,
όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο που πέφτει εκτός
έξω απ’ τον κύκλο των νερών – στα χάη.
Κι όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο άνεμος μαζί
περ’ από τόπους και καιρούς, έως ότου – φως μου –
(καθώς τρελά θα χαιρετάει κείν’ η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ’ την τρικυμία αυτού του κόσμου.
Γιάννης Σκαρίμπας. ”Φαντασία”. 1936/

Το εργοστάσιο φωταερίου της Αθήνας ιδρύθηκε το 1857, μόλις τρία χρόνια μετά το μεταξουργείο Δουρούτη, για να καλύψει την ανάγκη της πόλης για δημόσιο φωτισμό. Οι δύο αυτές πρώτες βιομηχανίες της Αθήνας θα σημαδέψουν την πολεοδομική και οικονομική ανάπτυξη της πόλης.
Από τις δύο μονάδες πήραν το όνομά τους δύο από τις πιο πυκνοκατοικημένες συνοικίες της πρωτεύουσας, το Μεταξουργείο και το Γκαζοχώρι. Το εργοστάσιο φωταερίου υπήρξε η πρώτη μονάδα παραγωγής ενέργειας στην Ελλάδα και στην Αθήνα. Η κομβική του θέση στην αρχή της οδού Πειραιώς οδήγησε στην περαιτέρω ανάπτυξη και εξέλιξη της οδού στη μεγαλύτερη για αρκετές δεκαετίες βιομηχανική ζώνη της πόλης.
Την εποχή που ιδρύθηκε το εργοστάσιο φωταερίου, τα επιτεύγματα της βιομηχανικής επανάστασης είχαν μόλις αρχίσει να διαφαίνονται στο νεοσύστατο τότε ελληνικό κράτος. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η χρήση του φωταερίου επεκτάθηκε, καθώς η νέα για την εποχή μορφή ενέργειας χρησιμοποιήθηκε, εκτός από το φωτισμό της πόλης, για πρώτη φορά στα νοικοκυριά και στις βιομηχανίες για την εξυπηρέτηση των ενεργειακών τους αναγκών.
Από το 1938 η διοίκηση του εργοστασίου περιέρχεται στον Δήμο Αθηναίων και το 1952 συστήνεται επίσημα η Δημοτική Επιχείρηση Φωταερίου Αθηνών (Δ.Ε.Φ.Α.), η οποία αναλαμβάνει την παραγωγή και διανομή του φωταερίου στο δίκτυο της πρωτεύουσας.
Το εργοστάσιο φωταερίου της Αθήνας παρείχε φωτισμό και ενέργεια στην πόλη για σχεδόν 130 χρόνια, μέχρι το 1984 οπότε έκλεισε οριστικά.
Η σημασία του εργοστασίου φωταερίου υπήρξε καθοριστική στην ανάπτυξη της Αθήνας. Συνέβαλε σημαντικά στον εκσυγχρονισμό της πρωτεύουσας, άλλαξε τον χαρακτήρα της οικιακής ζωής των κατοίκων της και προσέδωσε ένα γενικότερο χαρακτηριστικό στο ύφος της, αυτό μιας πόλης σύγχρονης, οικονομικά ανεξάρτητης, με βιομηχανική δραστηριότητα, κατά τα πρότυπα των μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων της εποχής.
Λίγα χρόνια μετά το κλείσιμο του εργοστασίου ξεκίνησαν οι πρώτες μελέτες για την αξιοποίηση και επανάχρηση των παλαιών εγκαταστάσεων. Ο χώρος κηρύχθηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο από το υπουργείο Πολιτισμού με την προοπτική να γίνει μουσείο και χώρος πολλαπλών εκδηλώσεων.
Επιπλέον, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα τεχνολογίας και βιομηχανικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα, καθώς σώζεται το μεγαλύτερο μέρος των κτιριακών εγκαταστάσεων και σχεδόν ακέραιο ένα μεγάλο μέρος του μηχανολογικού του εξοπλισμού. Αυτό, σε συνδυασμό με τη συγκέντρωση αντικειμένων από το εργοστάσιο καθώς και συσκευών φωταερίου αποτελούν την πλούσια συλλογή του Βιομηχανικού Μουσείου.
Η επισκευή και αποκατάσταση των παλαιών κτιρίων, καθώς και η οργάνωση του ελευθέρου χώρου του συγκροτήματος, ολοκληρώθηκε το 2004. Ήδη από το 1999, ο χώρος λειτουργεί με την επωνυμία «Τεχνόπολις» Δήμου Αθηναίων και φιλοξενεί πολιτιστικές και άλλες εκδηλώσεις.
Το 2011 η νέα διοίκηση της Τεχνόπολης ανέλαβε το φιλόδοξο έργο της δημιουργίας Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου, αναθέτοντας σε μια ομάδα σημαντικών επιστημόνων (μουσειολόγους, ιστορικούς, μηχανολόγους μηχανικούς αρχιτέκτονες, πολιτικούς μηχανικούς, συντηρητές) την υλοποίηση του μουσείου. Έναν χρόνο μετά, το παλαιό εργοστάσιο φωταερίου ανοίγει τους χώρους του στο κοινό και παρουσιάζει την ιστορία του για πρώτη φορά.
Ο επισκέπτης ακολουθώντας ένα μουσειολογικό περίπατο με συγκεκριμένες στάσεις έχει τη δυνατότητα να περιηγηθεί στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου, να παρακολουθήσει τη γραμμή παραγωγής του φωταερίου και να ανακαλύψει ένα έως σήμερα ξεχασμένο κομμάτι της ιστορίας της Αθήνας.
Συγχρόνως, θέματα όπως η βιομηχανική κληρονομιά και η βιομηχανική αρχαιολογία, η επιχειρηματικότητα, οι βιομηχανικές συνθήκες εργασίας στο εργοστάσιο, οι παλαιές και νέες μορφές ενέργειας ξεδιπλώνονται στα μάτια του επισκέπτη μέσα από αυθεντικά αντικείμενα, μηχανήματα, πλούσιο φωτογραφικό υλικό, ηχητικά ντοκουμέντα και βιντεοπροβολές. Πρόκειται για θέματα διαχρονικά, αλλά και επίκαιρα που σχετίζονται με την ανάπτυξη της πρωτεύουσας τους δύο τελευταίους αιώνες. Η ίδρυση του Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου έρχεται να εμπλουτίσει το μουσειακό χάρτη της πόλης.
Έτσι η Τεχνόπολη αποκτά διπλή λειτουργία, τόσο ως χώρος πολιτιστικών και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων όσο και ως το πρώτο Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου που αρχίζει να διηγείται την ιστορία του και παρουσιάζει την τεχνολογία μιας άλλης εποχής.
Η διαδρομή στον χρόνο, εικόνες από το παρελθόν μέχρι σήμερα, η παλιά και η νέα λειτουργία του χώρου, καθώς και η συνολική αίσθηση του επισκέπτη από το Μουσείο και την Τεχνόπολις αποτυπώνονται σε χρηστικά και διακοσμητικά αντικείμενα που θα διατίθενται στο πωλητήριο του Μουσείου.
Το Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου ανοίγει για το κοινό στις 27 Ιανουαρίου και θα λειτουργεί καθημερινά από τις 10.00 έως τις 18.00 στην «Τεχνόπολις» του Δήμου Αθηναίων.
AΠΟ ΤΟ ΒΗΜΑ
Το παγκράτιο χωρίζεται σε δύο κύρια μέρη, στο άνω ή ορθοστάδην και στο κάτω ή αλίνδησιν παγκράτιο. Ορισμένοι προσδιορίζουν αυτή την αρχή στη δωδέκατη χιλιετία π.χ. Μέχρι σήμερα οι παλαιότερες παραστάσεις-μαρτυρίες έχουν βρεθεί σε αρχαίο ρητό του 1700π.χ., στην Αγία Τριάδα στην Κρήτη Ως εφευρέτες του Παγκρατίου αναφέρονται ο Ηρακλής και ο Θησέας. ʼθλημα ιδιαίτερα σκληρό, επιβλητικό, θεαματικό κατεξοχήν αμυντικό, με έντονη την κίνηση και την άμιλλα, με χαρακτηριστική ελευθερία στην εφευρετικότητα κινήσεων και τεχνασμάτων.
Ξεκίνησε ως καθαρά πολεμικό αγώνισμα και διατηρήθηκε ως τέτοιο μόνο στη Σπάρτη, γι αυτό και δεν έγινε αμέσως δεκτό στους Ολυμπιακούς αγώνες, διότι το πνεύμα αυτών των αγώνων είναι ειρηνικό και όχι πολεμικό. Μετά από πολύχρονες προσπάθειες και αφού αφαιρέθηκαν τα στοιχεία πού του έδιναν χαρακτήρα άγριας συμπλοκής και συμπεριλήφθηκε στους Ολυμπιακούς αγώνες, από την 33η Ολυμπιάδα το 648π.χ. και έγινε σε λίγο καιρό όπως αναφέρει ο Φιλόστρατος των εν Ολυμπία το κάλλιστον. Πρώτος νικητής ήταν ο Λύγδαμις από τις Συρακούσες.
Σύμφωνα δε με τον Στοβαίο η πόλη που είχε Ολυμπιονίκη στο Παγκράτιο γκρέμιζε μέρος από τα τείχη της για να τον υποδεχθούν.
Σήμερα το παγκράτιο άθλημα ανανεωμένο και με τις επίμονες προσπάθειες της Ελληνικής Ομοσπονδίας Παγκρατίου Αθλήματος (Ε.Ο.Π.Α.) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας (WPAF) έχει αναλάβει την διάδοση του αθλήματος στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο με κύριο στόχο να βρει το Παγκράτιο πάλι την θέση του στους Ολυμπιακούς αγώνες.
Ο ιστορικός Φιλόστρατος αναφέρει το παγκράτιο σαν «το πιο άξιο άθλημα των Ολυμπιάδων και τη σπουδαιότερη προετοιμασία των πολεμιστών». Η ονομασία του προέρχεται από το συνδυασμό των αρχαιοελληνικών λέξεων «παν» και «κράτος» και υποδηλώνει «με όλη τη δύναμη». Ο εκπαιδευμένος στο παγκράτιο ήταν πανίσχυρος. Κατά τον Πλούταρχο αυτός που επινόησε την τεχνική του παγκρατίου ήταν ο Θησέας, που με αυτό νίκησε τον Μινώταυρο, τον άγριο ταύρο που φύλαγε το «Λαβύρινθο» στο ανάκτορο της Κνωσσού, στο Ηράκλειο Κρήτης. Ο περιηγητής Παυσανίας αναφέρει ότι ο ημίθεος Ηρακλή επινόησε το παγκράτιο.
Με την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στη Μικρά Ασία, Περσία, Ινδία και Θιβέτ, οι στρατιώτες του δίδαξαν το παγκράτιο άθλημα στους λαούς αυτών των Ασιατικών χωρών. Την πατρότητα του παγκρατίου σε όλα τα αγωνίσματα των μαχητικών τεχνών, την έχουν αναγνωρίσει μορφωμένοι ιστορικοί των τεχνών αυτών, όπως ο Μασουτάτσου Ογιάμα, ο ιδρυτής της τεχνικής του αθλήματος «Κιόκου Σιν Κάι» στο σύγγραμμά του «Ζωτικό Καράτε».
ΑΠΟ Yahoo.gr
Πῆγαν τὰ ποτάμια
παραπονεμένα
κι εἶπαν τῆς θαλάσσης:
Φέρνομε σ᾿ ἐσένα
ὅλα μας τὰ πλούτη,
ὅλη τη χαρά μας,
ὅλη τη ζωή μας,
ὅλα τὰ νερά μας.
Καὶ γιὰ πληρωμή μας
σὺ τί μᾶς χαρίζεις;
Παίρνεις τὰ νερά μας
καὶ μᾶς τ᾿ ἁρμυρίζεις!
Καὶ τοὺς εἶπ᾿ ἐκείνη:
Πῶς μπορῶ ν᾿ ἀλλάξω;
Τὰ γλυκὰ νερά σας
πῶς νὰ τὰ φυλάξω;
Εἶμ᾿ ἀπὸ τὴ φύση
ἁρμυρὴ πλασμένη
Κι ἁρμυρὸ κοντά μου
κάθε τί θὰ γένει.
Τὰ παράπονά σας
πάνε στὰ χαμένα.
Θέτε τὸ καλὸ σάς;
φεύγετ᾿ ἀπὸ μένα.
Τι λοιπόν; Της ζωής μας το σύνορο
θα το δείχνει ένα ορθό κυπαρίσσι;
Κι απ’ ό,τι είδαμε, ακούσαμε, αγγίξαμε
τάφου γη θα μας έχει χωρίσει;
Ό,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε,
τούτο μόνο Ζωή μας το λέμε;
Κι αυτό τρέμουμε μήπως το χάσουμε
και χαμένο στους τάφους το κλαίμε;
Σ’ ό,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε
της ζωής μας ο κόσμος τελειώνει;
Τίποτε άλλο; Στερνό μας απόρριμα
το κορμί που σκορπιέται και λιώνει;
Κάτι ανέγγιχτο, ανάκουστο, αθώρητο
μήπως κάτω απ’ τους τάφους ανθίζει
κι ό,τι μέσα μας κρύβεται αγνώριστο
μήπως πέρ’ απ’ το θάνατο αρχίζει;
Μήπως ό,τι θαρρούμε βασίλεμα
γλυκοχάραμ’ αυγής είναι πέρα
κι αντί να ‘ρθει μια νύχτ’ αξημέρωτη
ξημερώνει μι’ αβράδιαστη μέρα;
Μήπως είν’ η αλήθεια στο θάνατο
κι η ζωή μήπως κρύβει την πλάνη;
¨Ο,τι λέμε πως ζει μήπως πέθανε
κι είν’ αθάνατο ό,τι έχει πεθάνει;
Tην ύπαρξη επτά νέων γαλαξιών ανακάλυψαν οι αμερικανοί αστρονόμοι χρησιμοποιώντας το τηλεσκόπιο Hubble. Ο γαλαξίες εκτιμάται ότι σχηματίστηκαν λίγο μετά τη γένεση του σύμπαντος περίπου 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια πριν.
«Αυτοί οι πρώιμοι γαλαξίες αντιπροσωπεύουν τους θεμέλιους λίθους των σημερινών γαλαξιών» δήλωσε χαρακτηριστικά επιστήμονας της NASA σε συνέντευξη Τύπου.
Οι επτά γαλαξίες χρονολογούνται σε μια περίοδο από 350 έως και 600 εκατομμύρια χρόνια μετά τη «Μεγάλη Έκρηξη» (Big Bang).
Οι αστρονόμοι της NASA σχεδιάζουν να συνεχίσουν τις μελέτες τους σχετικά με τη νέα ανακάλυψη, όταν ο διάδοχος του Hubble, το τηλεσκόπιο James Webb τεθεί σε τροχιά το 2018.
Ίσως, να μείνουμε εδώ,
μα ίσως και να το σκάσουμε.
Ίσως να βρούμε νερό,
μα ίσως και να διψάσουμε.
Ίσως και να χαθούμε,
μα ίσως να ξανά σμίξουμε.
Ίσως και να σωθούμε,
μα ίσως να ναυαγήσουμε.
Ίσως μια μέρα
να πάμε πιο πέρα,
πιο πέρα απ’ την νύχτα,
μέχρι την αυγή.
Ίσως μια μέρα
να πάμε πιο πέρα
πιο πέρα απ’το τέλος,
μέχρι την αρχή
Ίσως να αναστηθούμε,
μα ίσως να μην αντέξουμε.
Ίσως να μην μπορούμε,
μα ίσως και να μη θέλουμε
Ίσως ποιος φταίει να βρούμε,
μα ίσως και να μην ψάξουμε.
Ίσως να φοβηθούμε,
ναι ίσως πως πρέπει να αλλάξουμε.
Ίσως μια μέρα
να πάμε πιο πέρα
πιο πέρα απ’ την νύχτα,
μέχρι την αυγή.
Ίσως μια μέρα
να πάμε πιο πέρα
πιο πέρα απ’το τέλος,
μέχρι την αρχή
Νίκος Πορτοκάλογλου
Tι ευτυχία να μπορούσε ο Έλληνας να σεριανίζει στην Ελλάδα χωρίς ν’ ακούει φωνές, θυμωμένες, αυστηρές, από τα χώματα! Για έναν Έλληνα όμως το ταξίδι στην Ελλάδα καταντάει γοητευτικό κι εξαντλητικό μαρτύριο. Στέκεσαι σε μια πατημασιά ελληνικής γης και σε κυριεύει αγωνία: Μνήμα βαθύ, πατωσιές πατωσιές οι νεκροί, κι ανεβαίνουν παράταιρες φωνές και σε κράζουν, γιατί ό, τι μένει από το νεκρό, αθάνατο, είναι η φωνή του. Ποια απ’ όλες τις φωνές να διαλέξεις; Κάθε φωνή και ψυχή, κάθε ψυχή λαχταρίζει ένα σώμα δικό της, κι η καρδιά σου ακούει, ταράζεται και διστάζει να πάρει απόφαση, γιατί συχνά οι πιο αγαπημένες ψυχές δεν είναι πάντα κι οι πιο άξιες.
Όταν ένας Έλληνας ταξιδεύει στην Ελλάδα, το ταξίδι του μοιραία μετατρέπεται σ’ επίπονη αναζήτηση του χρέους. Πώς να γίνουμε κι εμείς άξιοι των προγόνων, πώς να τη συνεχίσουμε, χωρίς να την ντροπιάσουμε, την παράδοση της ράτσας μας; Μια αυστηρή ασίγαστη ευθύνη βαραίνει τους ώμους σου, βαραίνει τους ώμους όλων των ζωντανών Ελλήνων. Ακαταμάχητη μαγική δύναμη έχει το όνομα. Όποιος γεννήθηκε στην Ελλάδα έχει το χρέος να συνεχίσει τον αιώνιο ελληνικό θρύλο.
Ένα ελληνικό τοπίο δε δίνει σ’ εμάς τους Έλληνες μιαν αφιλόκερδη ανατριχίλα ωραιότητας. Έχει ένα όνομα το τοπίο – το λένε Μαραθώνα, Σαλαμίνα, Ολυμπία, Θερμοπύλες, Μυστρά – συνδέεται με μιαν ανάμνηση, εδώ ντροπιαστήκαμε, εκεί δοξαστήκαμε, και μονομιάς το τοπίο μετουσιώνεται σε πολυδάκρυτη, πολυπλάνητη ιστορία. Κι όλη η ψυχή του Έλληνα προσκυνητή αναστατώνεται. Το κάθε ελληνικό τοπίο είναι τόσο ποτισμένο από ευτυχίες και δυστυχίες με παγκόσμιο αντίχτυπο, τόσο γεμάτο ανθρώπινο αγώνα, που υψώνεται σε μάθημα αυστηρό και δεν μπορείς να του ξεφύγεις. Γίνεται κραυγή, και χρέος έχεις να την ακούσεις.
Αληθινά τραγική είναι η θέση της Ελλάδας. Βαριά πολύ η ευθύνη του σημερινού Έλληνα. Απιθώνει στους ώμους μας επικίνδυνο, δυσκολοεκτέλεστο χρέος. Καινούριες δυνάμεις ανεβαίνουν από την Ανατολή, καινούριες από τη Δύση, κι η Ελλάδα, ανάμεσα πάντα στις δυο συγκρουόμενες ορμές, γίνεται πάλι στρόβιλος.
Η Δύση, ακολουθώντας την παράδοση της λογικής και της έρευνας, ορμάει να καταχτήσει τον κόσμο, κι η Ελλάδα, ανάμεσά τους, γεωγραφικό και ψυχικό σταυροδρόμι του κόσμου, χρέος έχει πάλι να φιλιώσει τις δυο τούτες τεράστιες ορμές, βρίσκοντας τη σύνθεση. Θα μπορέσει;
Ιερή, πικρότατη μοίρα. Το τέλος της περιοδείας μου στην Ελλάδα γέμισε τραγικά αναπάντητα ρωτήματα. Από την ομορφιά φτάσαμε στις σύγχρονες αγωνίες και στο σημερινό χρέος της Ελλάδας. Ένας ζωντανός άνθρωπος σήμερα που νοεί κι αγαπάει κι αγωνίζεται δεν μπορεί να σεριανίζει πια και να χαίρεται αμέριμνα την ωραιότητα. Σήμερα η αγωνία μεταδίδεται σαν πυρκαγιά, και καμιά πυρασφαλιστική εταιρεία δεν μπορεί να σε ασφαλίσει. Αγωνίζεσαι και καίγεσαι μαζί με όλη την ανθρωπότητα. Κι απάνω απ’ όλους αγωνίζεται και καίγεται η Ελλάδα, αυτή είναι η μοίρα της.
Έκλεισε ο κύκλος. Γέμισαν τα μάτια μου Ελλάδα. Ωρίμασε, μου φαίνεται, μέσα στους τρεις μήνες αυτούς ο νους. Ποια είναι τα πιο πολύτιμα λάφυρα της πνευματικής μου ετούτης εκστρατείας; Τούτα θαρρώ: Είδα καθαρότερα την ιστορική αποστολή της Ελλάδας ανάμεσα Ανατολής και Δύσης. Είδα πως ο ανώτατος άθλος της είναι όχι η ομορφιά παρά ο αγώνας για την ελευθερία. Ένιωσα βαθύτερα την τραγική μοίρα της Ελλάδας και πόσο βαρύ το χρέος του Έλληνα.
Θαρρώ, ευτύς μετά το προσκύνημά μου στην Ελλάδα, ήμουν ώριμος να μπω στην αντρική ηλικία.
Και δεν ήταν η Ομορφιά που πήγαινε μπροστά και μ’ έμπαζε στον αντρωνίτη.
Ήταν η Ευθύνη.
Τον πικρό αυτό καρπό κρατούσα όταν γύρισα, ύστερα από την τρίμηνη πορεία, και μπήκα στο πατρικό σπίτι.
Κυλούσαν τα νερά στου φεγγαριού τις στέγες.Πάνω στο τραπέζι
σκόρπια τα τραπουλόχαρτα της πεθαμένης.Στους τοίχους
λέπια ψαριών και μικρές λάμψεις.Η κουβέντα των
πέντε περιστρεφόταν σε παλιές κρίσιμες μέρες.Εκείνος
ευγενικός και αμίλητος.(Πιθανόν κάτω απ τη σιωπή του
νά’ κρυβε κάποια απελπισία ανομολόγητη
κι ίσως ν’ αποδεχόταν ήσυχος το πιο βαθύ και δυσανάγνωστο). Στο πρόσωπό του
φως υπαινικτικό διαχεόταν.Κι άξαφνα
εκεί που όλοι μιλούσαν για τον πόλεμο ανήσυχοι ,
νιώσαμε ν ακουμπάει στον ώμο μας το χέρι της η μουσική.
Εὐτυχισμένος ἂν στὸ ξεκίνημα, ἔνιωθε γερὴ τὴν ἁρμα-
τωσιὰ μιᾶς ἀγάπης, ἁπλωμένη μέσα στὸ κορμί του,
σὰν τὶς φλέβες ὅπου βουίζει τὸ αἷμα.
Μιᾶς ἀγάπης μὲ ἀκατέλυτο ρυθμό, ἀκατανίκητης σάν τὴ
μουσικὴ καὶ παντοτινῆς
γιατὶ γεννήθηκε ὅταν γεννηθήκαμε καὶ σὰν πεθαίνουμε,
ἂν πεθαίνει, δὲν τὸ ξέρουμε οὔτε ἐμεῖς οὔτε ἄλλος
κανείς.
Παρακαλῶ τὸ θεὸ νὰ μὲ συντρέξει νὰ πῶ, σὲ μιὰ στιγμὴ
μεγάλης εὐδαιμονίας, ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀγάπη·
κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος ἀπὸ τὴν ξενιτιά, κι ἀκούω
τὸ μακρινὸ βούισμά της, σὰν τὸν ἀχὸ τῆς θάλασσας
ποὺ ἔσμιξε μὲ τὸ ἀνεξήγητο δρολάπι.
Καὶ παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι καὶ πάλι, τὸ φάν-
τασμα τοῦ Ὀδυσσέα, μὲ μάτια κοκκινισμένα ἀπὸ τοῦ
κυμάτου τὴν ἁρμύρα
κι ἀπὸ τὸ μεστωμένο πόθο νὰ ξαναδεῖ τὸν καπνὸ ποὺ
βγαίνει ἀπὸ τὴ ζεστασιὰ τοῦ σπιτιοῦ του καὶ τὸ σκυλί
του ποὺ γέρασε προσμένοντας στὴ θύρα.
Στέκεται μεγάλος, ψιθυρίζοντας ἀνάμεσα στ᾿ ἀσπρισμένα
του γένια, λόγια τῆς γλώσσας μας, ὅπως τὴ μιλοῦσαν
πρὶν τρεῖς χιλιάδες χρόνια.
Ἁπλώνει μία παλάμη ροζιασμένη ἀπὸ τὰ σκοινιὰ καὶ τὸ
δοιάκι, μὲ δέρμα δουλεμένο ἀπὸ τὸ ξεροβόρι ἀπὸ τὴν
κάψα κι ἀπὸ τὰ χιόνια.
Θἄ ῾λεγες πὼς θέλει νὰ διώξει τὸν ὑπεράνθρωπο Κύκλωπα
ποὺ βλέπει μ᾿ ἕνα μάτι, τὶς Σειρῆνες ποὺ σὰν τὶς ἀ-
κούσεις ξεχνᾶς, τὴ Σκύλλα καὶ τὴ Χάρυβδη ἀπ᾿ ἀνά-
μεσό μας·
τόσο περίπλοκα τέρατα, ποὺ δὲν μᾶς ἀφήνουν νὰ στοχα-
στοῦμε πὼς ἦταν κι αὐτὸς ἕνας ἄνθρωπος ποὺ πά-
λεψε μέσα στὸν κόσμο, μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα.
Εἶναι ὁ μεγάλος Ὀδυσσέας· ἐκεῖνος ποὺ εἶπε νὰ γίνει τὸ
ξύλινο ἄλογο καὶ οἱ Ἀχαιοὶ κερδίσανε τὴν Τροία.
Φαντάζομαι πῶς ἔρχεται νὰ μ᾿ ἀρμηνέψει πῶς νὰ φτιάξω
κι ἐγὼ ἕνα ξύλινο ἄλογο γιὰ νὰ κερδίσω τὴ δική μου
Τροία.
Γιατὶ μιλᾶ ταπεινὰ καὶ μὲ γαλήνη, χωρὶς προσπάθεια,
λὲς μὲ γνωρίζει σὰν πατέρας
εἴτε σὰν κάτι γέρους θαλασσινούς, ποὺ ἀκουμπισμένοι στὰ
δίχτυα τους, τὴν ὥρα ποὺ χειμώνιαζε καὶ θύμωνε ὁ
ἀγέρας,
μοῦ λέγανε, στὰ παιδικά μου χρόνια, τὸ τραγούδι τοῦ
Ἐρωτόκριτου, μὲ τὰ δάκρυα στὰ μάτια·
τότες ποὺ τρόμαζα μέσα στὸν ὕπνο μου ἀκούγοντας τὴν
ἀντίδικη μοίρα τῆς Ἀρετῆς νὰ κατεβαίνει τὰ μαρμα-
ρένια σκαλοπάτια.
Μοῦ λέει τὸ δύσκολο πόνο νὰ νιώθεις τὰ πανιὰ τοῦ καρα-
βιοῦ σου φουσκωμένα ἀπὸ τὴ θύμηση καὶ τὴν ψυχή
σου νὰ γίνεται τιμόνι.
Καὶ νἄ ῾σαι μόνος, σκοτεινὸς μέσα στὴ νύχτα καὶ ἀκυβέρ-
νητος σὰν τ᾿ ἄχερο στ᾿ ἁλώνι.
Τὴν πίκρα νὰ βλέπεις τοὺς συντρόφους σου καταποντι-
σμένους μέσα στὰ στοιχεῖα, σκορπισμένους: ἕναν-
ἕναν.
Καὶ πόσο παράξενα ἀντρειεύεσαι μιλώντας μὲ τοὺς πεθα-
μένους, ὅταν δὲ φτάνουν πιὰ οἱ ζωντανοὶ ποὺ σοῦ
ἀπομέναν.
Μιλᾶ… βλέπω ἀκόμη τὰ χέρια του ποὺ ξέραν νὰ δοκιμά-
σουν ἂν ἦταν καλὰ σκαλισμένη στὴν πλώρη ἡ γορ-
γόνα
νὰ μοῦ χαρίζουν τὴν ἀκύμαντη γαλάζια θάλασσα μέσα
στὴν καρδιὰ τοῦ χειμῶνα.
Λίγο ἀκόμα
Λίγο ἀκόμα θὰ ἰδοῦμε
τὶς ἀμυγδαλιὲς ν᾿ ἀνθίζουν.
Λίγο ἀκόμα θὰ ἰδοῦμε
τὰ μάρμαρα νὰ λάμπουν,
νὰ λάμπουν στὸν ἥλιο
κι ἡ θάλασσα νὰ κυματίζει.
Λίγο ἀκόμα, νὰ σηκωθοῦμε
λίγο ψηλότερα.

