Διαβάσαμε
Το ποίημα της Τζένης Μαστοράκη ανήκει στη συλλογή Διόδια (1972), που εκδόθηκε όταν η ποιήτρια ήταν 23 ετών. Κεντρικός άξονας του ποιήματος είναι η σχέση των νέων της γενιάς του ’70 με τους νέους της προηγούμενης γενιάς, που έζησε τη νεότητά της στα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του ’40.
Oι μεγάλοι
κουβαλούν πάντα μέσα τους
το παιδί που υπήρξαν
στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο
το κορίτσι που δεν πρόφτασαν να φιλήσουν
έναν αγιάτρευτο καημό λαχανίδας*.
Το πρώτο χνούδι στο πανωχείλι τους
τους Βαρβάρους του Καβάφη*
και μια παλιά φυματίωση.
Τις μέρες τους
καταχωρισμένες σε δελτία τροφίμων.
Ένα καρφί στον τοίχο
μπορούσε να σημαδέψει μια εποχή
– τα καλοκαίρια ξυριζόντουσαν
με τον καθρέφτη κρεμασμένο στο παράθυρο.
Όνειρα συνοικιακά
σα μια μοτοσυκλέτα με καρότσα
για πολυμελείς οικογένειες.
Εμείς
κουβαλάμε, απλούστατα, μέσα μας
τους μεγάλους.
Τ. Μαστοράκη, Διόδια, Κέδρος
http://digitalschool.minedu.gov.gr/
ΚΑΙ ΜΕ ΦΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΘΑΝΑΤΟΝ
Είσαι νέος – το ξέρω – και δεν υπάρχει τίποτε.
Λαοί, έθνη, ελευθερίες, τίποτε.
Όμως ε ί σ α ι. Και την ώρα που
Φεύγεις με το ‘να πόδι σου έρχεσαι με τ’ άλλο
Ερωτοφωτόσχιστος
Περνάς θέλεις – δε θέλεις
Αυλητής φυτών και συναγείρεις τα είδωλα
Εναντίον μας. Όσο η φωνή σου αντέχει.
Πώς της παρθένας το τζιτζίκι όταν το πιάνεις
Πάλλονται κάτω απ’ το δέρμα σου οι μυώνες
Ή τα ζώα που πίνουν κι ύστερα κοιτούν
Πώς σβήνουν την αθλιότητα: ίδια εσύ
Παραλαμβάνεις απ’ τους Δίες τον κεραυνό
Και ο κόσμος σού υπακούει. Εμπρός λοιπόν
Από σένα εξαρτάται. Τάχυνε την αστραπή
Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.
Ὁ βυθός
Ἕνας ναύτης ψηλὰ
στὰ κάτασπρα ντυμένος
τρέχει μέσ᾿ στὸ φεγγάρι
Κι ἡ κοπέλα ἀπ᾿ τὴ γῆς
μὲ τὰ κόκκινα μάτια
λέει ἕνα τραγούδι
ποὺ δὲ φτάνει ὡς τὸ ναύτη
Φτάνει ὡς τὸ λιμάνι
φτάνει ὡς τὸ καράβι
φτάνει ὡς τὰ κατάρτια
Μὰ δὲ φτάνει ψηλὰ στὸ φεγγάρι
Την Καθαρά Δευτέρα συνηθίζεται να τρώγεται λαγάνα (άζυμο ψωμί που παρασκευάζεται μόνο εκείνη τη μέρα),ταραμάς και άλλα νηστίσιμα φαγώσιμα, κυρίως λαχανικά, όπως και φασολάδα χωρίς λάδι. Επίσης συνηθίζεται το πέταγμα χαρταετού.
Η Καθαρά Δευτέρα εορτάζεται 48 ημέρες πριν την Κυριακή της Ανάστασης του Χριστού, το χριστιανικό Πάσχα.
Από παλιά η Καθαρή Δευτέρα, πέρασε στην συνείδηση του λαού, σαν μέρα καθαρμού. Οι βυζαντινοί, την Καθαρή Δευτέρα την ονόμαζαν Απόθεση -Απόδοση, και τελούσαν δρώμενα. Τραγουδούσαν σχετικά άσματα, από τα οποία έχουν σωθεί μικρά μέρη μέχρι στις μέρες μας. «Ίδε το έαρ το καλόν πάλιν επανατέλλει, φέρον υγείαν και χαρά και την ευημερίαν».
Το πέταγμα του χαρταετού, είναι ένα έθιμο μεταγενέστερο. Κούλουμα ονομάζεται η καθαροδευτεριάτικη έξοδος στην εξοχή και το πέταγμα του αετού. Οι χριστιανοί, παρέες παρέες βγαίνουν στην εξοχή, παίρνοντας μαζί τους νηστίσιμα φαγητά, και το ρίχνουν στην διασκέδαση και τον χορό. Τα κούλουμα από τόπο σε τόπο γιορτάζονται διαφορετικά, με διάφορες εκδηλώσεις. Παντού όμως επικρατεί κέφι, χορός και τραγούδι.
Για την ετυμολογία της λέξης κούλουμα υπάρχουν πολλές εκδοχές. Κατά τον Νικόλαο Πολίτη, πατέρα της ελληνικής λαογραφίας, η λέξη προέρχεται από το λατινικό Cumulus (κούμουλους) που σημαίνει σωρός, αφθονία αλλά και το τέλος. Εκφράζει δηλαδή το τέλος, τον επίλογο της Απόκριας. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή προέρχεται από μια άλλη λατινική λέξη, την λέξη «κόλουμνα» δηλαδή «κολώνα». Κι αυτό επειδή το πρώτο γλέντι της Καθαράς Δευτέρας στην Αθήνα, έγινε στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.
Όποια όμως κι αν είναι η ρίζα της λέξης, απ’ όπου κι αν προέρχεται, τα κούλουμα είναι μια καλή ευκαιρία για όλους να διασκεδάσουν κοντά στην φύση.
Ὁ Διευθυντής τοῦ σχολείου ζήτησε ἀπό τούς συναδέλφους του νά φέρουν γραπτά ἐξετάσεων μέ κείμενα μαθητῶν, ὥστε νά δοῦν στήν πράξη πῶς γίνεται ἡ διόρθωση ἔκθεσης μέ χρήση ἐπεξεργαστῆ κειμένου.
Τό συγκεκριμένο κείμενο ἔκλεψε τήν παράσταση:
(Α΄ τάξη Γυμνασίου, κάπου στήν Κρήτη)
Ο λουκάς εβανκελίστηκε ότι θα γενιθή ο Χρηστός.
Τότε ο θεός πέζη μια τ ανκέλου κε λεει του.
Γλάκα μορέ στη γη να βρις το μαριό κε να του ιπης πως θα γενησι το Χρηστό.
Γλακά ο ανκελος στη γη πιγε και ηβρικε το μαριό κε ειπεν του.
μαριό εσυ δε το κατεχεις μα ισε βαρεμένο* γιατι θα γενισις το Χρηστό.
Το μαριο τοτε λέι όφου και όφου* ιντάπαθα κε ιντανε τα που μου μιλις, ας εινε ομως θα γενισω το Χρηστό, πιος άντρας όμως θα με παντρεφτει.
Κε ιπε τση ο ανκελος, μη στεναχωράσε μαριό κε εγώ θα σου βρω άντρα.
Κε παι ο ανκελος στου οιωφισ* κε του λει.
Οιωφισ το μαριό ινε βαρεμένο από το Θεό κε θα γενισει το Χρηστό, συ όμως θα το παντρεφκης κε δε θα σε νιαζει πράμα.
Τοτε ο οιωφισ που δε πιστεβε τα λογια του ανκελου παντρέφτικε το μαριό κε όταν κατάλαβε ότι ήταν βαρεμένο έδωσε εντολή να σφάξουν όλα τα πεδιά.
* βαρεμένο = ἔγκυος
* όφου και όφου = ἄχ καί βάχ
* οιωφισ = Ἰωσήφ
Ὁ ἐπεξεργαστής κειμένου σήκωσε τά χέρια ψηλά.
Μὲ γυμνὸ πόδι στὰ πλούσια τὰ λουλούδια,
μὲ ξέπλεγα στὶς αὖρες τὰ μαλλιά της,
πετᾷ ἡ τρελὴ Χαρὰ μὲ τὰ τραγούδια,
παιδούλα δροσερὴ σὰ μοσχομπάτης.
Σὰν πεταλούδα βελουδένια χνούδια
τινάζει ἀπ᾿ τὰ πολύχρωμα φτερά της
καὶ στὰ τετράξανθά της τὰ πλεξούδια
κάτι ἀντιφέγγει σὰ μεσημεριάτης.
Καὶ τὴ χαρά της δὲν κρατάει στὰ στήθια,
μὰ ἐκεῖ ποὺ τρελὰ κράζει: τί μοῦ λείπει;
νὰ σου πετιέται ἀπὸ τὰ κουφολίθια
ἡ γριὰ ἡ Ἠχὼ καὶ τῆς φωνάζει: ἡ λύπη!
εἶμαι γριὰ καὶ ξέρω· μόνον ἂν πάθῃς,
μπορεῖς καὶ τὶ ’ναι ἡ χαρὰ νὰ μάθῃς.
Ο Θουκυδίδης, εξιστορώντας τα γεγονότα του εμφυλίου πολέμου στη Κέρκυρα, μεταξύ Δημοκρατικών και Ολιγαρχικών, παραθέτει τα παρακάτω:
“Ο θάνατος πήρε χίλιες μορφές και ό, τι φρικαλέο γίνεται σ’ τις περιστάσεις, έγινε στην Κέρκυρα, κι ακόμη χειρότερα. Πατέρας σκότωνε το παιδί του, άρπαζαν ικέτες απ’ τους ναούς και τους σκότωναν εκεί μπροστά, και άλλους τους έχτιζαν μέσα στο ιερό…του Διονύσου και τους άφησαν να πεθάνουν εκεί.
Σ’ αυτές τις ακρότητες έφθασε ο εμφύλιος πόλεμος και προκάλεσε μεγάλη εντύπωση, γιατί ήταν ο πρώτος που έγινε. Αργότερα μπορεί κανείς να πει ότι ολόκληρος ο ελληνισμός συνταράχθηκε, γιατί παντού σημειώθηκαν εμφύλιοι σπαραγμοί. Οι δημοκρατικοί καλούσαν του Αθηναίους να τους βοηθήσουν και οι ολιγαρχικοί τους Λακεδαιμόνιους. …
Οι εμφύλιες συγκρούσεις έφεραν μεγάλες κι αμέτρητες συμφορές στις πολιτείες, συμφορές που γίνονται και θα γίνονται πάντα όσο δεν αλλάζει η φύση του ανθρώπου, συμφορές που μπορεί να είναι βαρύτερες ή ελαφρότερες κ’ έχουν διαφορετική μορφή ανάλογα με τις περιστάσεις. Σε καιρό ειρήνης και όταν ευημερεί ο κόσμος και οι πολιτείες, οι άνθρωποι είναι ήρεμοι γιατί δεν τους πιέζουν ανάγκες φοβερές. Αλλά όταν έρθει ο πόλεμος που φέρνει στους ανθρώπους την καθημερινή στέρηση, γίνεται δάσκαλος της βίας κ’ ερεθίζει τα πνεύματα του πλήθους σύμφωνα με τις καταστάσεις που δημιουργεί. …
Για να δικαιολογούν τις πράξεις τους αλλάζουν ακόμα και την σημασία των λέξεων. Η παράλογη τόλμη θεωρήθηκε ανδρεία και αφοσίωση στο κόμμα, η προσωπική διστακτικότητα θεωρήθηκε δειλία που κρύβεται πίσω από εύλογες προφάσεις και η σωφροσύνη προσωπίδα της ανανδρείας. Η παραφορά θεωρήθηκε ανδρική αρετή, ενώ η τάση να εξετάζονται προσεκτικά όλες οι όψεις ενός ζητήματος θεωρήθηκε πρόφαση για υπεκφυγή.
… η συγγένεια θεωρήθηκε χαλαρότερος δεσμός από την κομματική αλληλεγγύη, γιατί οι ομοϊδεάτες ήσαν έτοιμοι να επιχειρήσουν οτιδήποτε, χωρίς δισταγμό, και τούτο επειδή τα κόμματα δεν σχηματίστηκαν για να επιδιώξουν κοινή ωφέλεια με νόμιμα μέσα, αλλά, αντίθετα, για να ικανοποιήσουν την πλεονεξία τους παρανομώντας. …
Οι αρχηγοί των κομμάτων, στις διάφορες πολιτείες, πρόβαλλαν ωραία συνθήματα. Ισότητα των πολιτών από την μία μεριά, σωφροσύνη της αριστοκρατικής διοίκησης από την άλλη.Προσποιούνταν έτσι ότι υπηρετούν την πολιτεία, ενώ πραγματικά ήθελαν να ικανοποιήσουν προσωπικά συμφέροντα και αγωνίζονταν με κάθε τρόπο να νικήσουν τους αντιπάλους τους. …
Όσοι πολίτες ήσαν μετριοπαθείς θανατώνονταν από την μια ή την άλλη παράταξη, είτε επειδή είχαν αρνηθεί να πάρουν μέρος στον αγώνα είτε επειδή η ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσαν να επιζήσουν προκαλούσε εναντίον τους τον φθόνο. …
Τις περισσότερες φορές επικρατούσαν οι διανοητικά κατώτεροι. Φοβόνταν την δική τους ανεπάρκεια και την ικανότητα των αντιπάλων τους κι έτσι, για να μην νικηθούν στην συζήτηση και για να μην πέσουν θύματα των όσων οι άλλοι θα επινοούσαν, δεν είχαν κανένα δισταγμό να προχωρήσουν σε βίαιες πράξεις”.
Στην Κέρκυρα, λοιπόν, έγιναν για πρώτη φορά, τα φοβερά αυτά πράγματα στα οποία μπορούν να οδηγηθούν οι άνθρωποι που ζουν κάτω από καθεστώς τυραννικό, όταν τους δοθεί η ευκαιρία να εκδικηθούν τους άρχοντές τους. …
Ολόκληρη η ζωή της πολιτείας αναστατώθηκε και η ανθρώπινη φύση, η οποία – κι όταν ακόμα υπάρχει ευνομία – έχει την τάση να παρανομεί, ξεχείλισε, κι ανατρέποντας τους νόμους, έδειξε με ικανοποίηση, όλη της την ασυγκράτητη έχθρα εναντίον κάθε εξουσίας. Αν προτίμησαν την άνομη εκδίκηση από την δικαιοσύνη, αν προτίμησαν την πλεονεξία από την ευνομία, τούτο συνέβηκε επειδή ο φθόνος είχε διαβρώσει την ψυχή τους.
Για να εκδικηθούν τους εχθρούς τους οι άνθρωποι, σε τέτοιες περιστάσεις, αγνοούν τους κανόνες επάνω στους οποίους στηρίζονται οι κοινωνίες, κανόνες όμως επάνω στους οποίους μπορούν να στηριχθούν για να σωθούν αν βρεθούν στην ανάγκη. Αλλά αδιαφορούν ξεχνώντας ότι, αν καταλύσουν όλους τους κανόνες, τότε κ’ οι ίδιοι θα στερηθούν από την προστασία τους αν έρθει στιγμή που θα την έχουν ανάγκη”.”Θουκυδίδου, Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου”.
Από το LERAKIS.BLOGSPOT .GR
Δὲν ἦταν ἄλλη ἡ ἀγάπη μας
ἔφευγε ξαναγύριζε καὶ μᾶς ἔφερνε
ἕνα χαμηλωμένο βλέφαρο πολὺ μακρινὸ
ἕνα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στὸ πρωινὸ χορτάρι
ἕνα παράξενο κοχύλι ποὺ δοκίμαζε
νὰ τὸ ἐξηγήσει ἐπίμονα ἡ ψυχή μας.
Ἡ ἀγάπη μας δὲν ἦταν ἄλλη ψηλαφοῦσε
σιγὰ μέσα στὰ πράγματα ποὺ μᾶς τριγύριζαν
νὰ ἐξηγήσει γιατί δὲ θέλουμε νὰ πεθάνουμε
μὲ τόσο πάθος.
Κι ἂν κρατηθήκαμε ἀπὸ λαγόνια κι ἂν ἀγκαλιάσαμε
μ᾿ ὅλη τὴ δύναμή μας ἄλλους αὐχένες
κι ἂν σμίξαμε τὴν ἀνάσα μας μὲ τὴν ἀνάσα
ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου
κι ἂν κλείσαμε τὰ μάτια μας, δὲν ἦταν ἄλλη
μονάχα αὐτὸς ὁ βαθύτερος καημὸς νὰ κρατηθοῦμε
μέσα στὴ φυγή.
Ο κοινός πολίτης που ζει σε μια φτωχική, μουσουλμανική, μη δημοκρατική χώρα, ο δημόσιος υπάλληλος που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα σε μια χώρα δορυφόρο της πρώην Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας ή σε κάποια άλλη χώρα του Τρίτου Κόσμου, ξέρει πολύ καλά ότι η μερίδα που αναλογεί στη χώρα του από τον πλούτο του κόσμου είναι ελάχιστη· επίσης, ξέρει ότι η ζωή του είναι πολύ πιο δύσκολη από τη ζωή του πολίτη σε μια δυτική χώρα, όπως επίσης ξέρει και ότι η ζωή του θα είναι πολύ πιο σύντομη. Δεν σταματάει όμως εδώ, επειδή κάπου στο μυαλό του υπάρχει η υποψία ότι υπεύθυνοι για τη μιζέρια του είναι ο πατέρας του κι ο παππούς του. Είναι ντροπή που ο δυτικός κόσμος δίνει τόση λίγη σημασία στη δυσβάσταχτη ταπείνωση που νιώθουν οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο, ταπείνωση την οποία αυτοί οι άνθρωποι προσπαθούν να ξεπεράσουν χωρίς να χάνουν τον κοινό νου ή τον τρόπο ζωής τους, χωρίς να γίνουν τρομοκράτες, υπερεθνικιστές ή φονταμενταλιστές. Τα μυθιστορήματα μαγικού ρεαλισμού εξωραΐζουν την ανοησία και τη φτώχεια τους, οι συγγραφείς ταξιδιωτικών βιβλίων στην αναζήτηση του εξωτικού κλείνουν τα μάτια στον προβληματικό ιδιωτικό τους κόσμο, όπου οι καθημερινές προσβολές και εξευτελισμοί αντιμετωπίζονται με καρτερία και πονεμένο χαμόγελο. Η Δύση δεν πρέπει να ικανοποιείται απλώς όταν μαθαίνει σε ποια σκηνή, σε ποια σπηλιά ή σε ποιο μακρινό λιμάνι της πόλης ο τρομοκράτης φτιάχνει την επόμενη βόμβα του, ούτε όταν τον εξαφανίζει από προσώπου γης με βομβαρδισμούς· πραγματική πρόκληση για τη Δύση είναι να καταλάβει τον ψυχισμό των φτωχών, περιφρονημένων, ντροπιασμένων ανθρώπων που έχει αποκλείσει από τους κόλπους της.
Εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ
-
Το ΟΞΥΓΟΝΟ γιορτάζει την παγκόσμια ημέρα ποίησης και σας προσκαλεί την Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013 (ώρα 7 μ.μ.), σε μια ξεχωριστή βραδιά. Με αφορμή τη συμπλήρωση 150 χρόνων από τη γέννηση του Κωνσταντίνου Καβάφη θα προβληθεί το ντοκιμαντέρ “Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη” του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου. Στη συνέχεια η θεατρική ομάδα “Παπαλάνγκι” συνομιλεί με έναν από τους σημαντικότερους ποιητές του 19ου αιώνα, τον Σαρλ Μπωντλαίρ, και τα απαγορευμένα του ποιήματα. Παράλληλα, στο βιβλιοπωλείο του ΟΞΥΓΟΝΟΥ θα πραγματοποιηθεί την ίδια μέρα ένα ολοήμερο Παζάρι Ποιητικών Βιβλίων (από τον κατάλογο των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ). ( από την Πύλη για την Ελληνική γλώσσα)
Ερώτηση: Πείτε μου αυτά που πρέπει να έχει κάποιος για να κατακτήσει την προσωπική του ευτυχία…
Γκάντι: Θα σας απαντήσω αντίστροφα γιατί όσα λιγότερα έχεις, τόσο λιγότερα θέλεις. Θα σας πω αυτά που πρέπει να αποφύγει να έχει.
Πλούτο χωρίς μόχθο.
Γνώση χωρίς χαρακτήρα.
Πολιτική χωρίς αρχές.
Απόλαυση χωρίς συναίσθημα.
Εμπόριο χωρίς ήθος.
Επιστήμη χωρίς ανθρωπιά.
Αγάπη χωρίς θυσία
Αυτός είναι ο έρωτας που συνδυάζει την επιθυμία με τη λογική, που οι δύο σύντροφοι ξέρουν να ζουν «ελεύθεροι μαζί» και να αγαπιούνται χωρίς ο ένας να είναι κτήμα του άλλου.
O έρωτας-αγάπη, τον οποίο μπορούμε να ονομάσουμε και βαθιά αγάπη, αρχίζει να δημιουργείται σιγά-σιγά, τη στιγμή που συνειδητοποιούμε αυτό που ο άλλος είναι πραγματικά, πέρα από τις δικές μας φαντασιώσεις. Είναι η «ώριμη» και «διάφανη» αγάπη, που βέβαια προϋποθέτει μεγάλη κατανόηση του εαυτού μας και του άλλου, αλλά και γνώση των μηχανισμών που μπορούν να οδηγήσουν τη σχέση στην αποξένωση ή την εξάρτηση.
Σε αυτό τον τύπο της ερωτικής σχέσης οι φαντασιώσεις που ξυπνάει ο έρωτας δεν εμποδίζουν να βλέπουμε καθαρά τον άλλον ή τη σχέση και η εξιδανίκευση του συντρόφου αντί να μας κάνει να χάνουμε τον εαυτό μας, μας κάνει να τον αγαπάμε περισσότερο μέσα από την αγάπη του άλλου. Mέσα σε μια τέτοια σχέση βαθιάς αγάπης χωράνε όλα: και η αρμονία και οι συγκρούσεις και η χαρά και η λύπη.
Aυτό που χαρακτηρίζει τον έρωτα-αγάπη είναι ότι οι δύο σύντροφοι διατηρούν την αυτονομία τους αλλά ενώνονται μέσα στη σχέση τους και την τρέφουν με τα σχέδια, τις επιθυμίες, τις εμπειρίες, είτε αυτές είναι κοινές είτε προσωπικές του καθενός, που όμως τις μοιράζεται με τον άλλο.
Δεν είναι πάντα εύκολο για κάποιον που αγαπάει πολύ να ξεχωρίσει αν νιώθει πάθος ή βαθιά αγάπη. Kαι τα δύο είναι πολύ έντονα συναισθήματα και τα διακρίνει η δυνατή επιθυμία για τον άλλον. Αρκεί να θέσει κανείς στον εαυτό του το ερώτημα: «Όταν μου λείπει, είναι γιατί νιώθω ότι χωρίς αυτόν δεν μπορώ να υπάρξω ή γιατί θέλω πάρα πολύ να μοιραστώ αυτή τη στιγμή, αυτή την εμπειρία μαζί του;». H διαφορά μοιάζει να είναι ότι στον έρωτα-αγάπη ο σύνδεσμος με τον άλλο δεν είναι η εξάρτηση, ενώ στον έρωτα-πάθος εξαρτιόμαστε από την παρουσία του άλλου για να είμαστε καλά.
Στη βαθιά αγάπη επικρατεί ο σεβασμός, κατ’ αρχάς προς τον ίδιο μας τον εαυτό, την αυτοτέλεια και τις επιθυμίες του και, βέβαια, προς τον άλλον. Όταν είμαστε πολύ ερωτευμένοι, μπορεί να θεωρούμε ότι σεβασμός δεν χωράει ή ότι είναι περιττός στον ιδανικό έρωτα που ζούμε, όμως είναι αυτός που από ένα σημείο και πέρα διαφυλάττει την αγάπη και τη σχέση.
blogspot: ομάδα ψυχικής υγείας.
.
…Φεύγω με μια ματιά
Ματιά πλατιά όπου ο κόσμος ξαναγίνεται
Όμορφος από την αρχή στα μέτρα της καρδιάς…
απόσπασμα / Πίνοντας Ήλιο Κορινθιακό / Οδυσσέας Ελύτης
| Ξένοι γενετιστές εκτιμούν ότι η «Ιλιάδα» γράφηκε τον 8ο αιώνα π.Χ. | |||
Αμερικανοί και Βρετανοί βιολόγοι, οι οποίοι συνήθως αποκωδικοποιούν την αρχαία γενετική ιστορία των ανθρώπων, αναλύοντας τον τρόπο που τα γονίδια μεταλλάσσονται με το πέρασμα του χρόνου, εφάρμοσαν μία παρεμφερή τεχνική σε κάτι τελείως διαφορετικό από την ειδικότητά τους: στην χρονολόγηση της συγγραφής ενός από τα αρχαιότερα και διασημότερα κείμενα του Δυτικού πολιτισμού: την «Ιλιάδα» του Ομήρου. Το βασικό συμπέρασμά τους είναι, ότι γράφτηκε τον 8ο αιώνα π.Χ. Δίνουν μάλιστα ως πιθανότερη κάποια ημερομηνία μεταξύ του 710 και του 760 π.Χ. Αυτή η χρονολόγηση σε γενικές γραμμές συμφωνεί με τις εκτιμήσεις των κλασσικών μελετητών, που προέρχονται από ιστορικές και αρχαιολογικές πηγές. Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό βιολογίας «Bioessays», έγινε από τους Mark Pagel, Andreea Calude και Andrew Meade της Σχολής Βιολογικών Επιστημών του βρετανικού πανεπιστημίου του Ρέντινγκ και τον γενετιστή Eric Altschuler του Ιατρικού Πανεπιστημίου του Νιου Τζέρσι. Ο Pagel, που ήταν επικεφαλής, ειδικεύεται σε στατιστικά μοντέλα που εξετάζουν τις εξελικτικές διαδικασίες στην ανθρώπινη συμπεριφορά σε κάθε πολύπλοκο σύστημα, ακόμα και στο πεδίο της κουλτούρας (εξ ου και το ενδιαφέρον για την «Ιλιάδα»). Ασχολείται ιδιαίτερα με την παράλληλη πορεία της βιολογικής και της γλωσσολογικής εξέλιξης, θεωρώντας ότι η γλώσσα ως πολιτισμικό φαινόμενο εξελίσσεται όπως περίπου και τα γονίδια. «Οι γλώσσες συμπεριφέρονται τόσο εκπληκτικά όσο και τα γονίδια.Υπάρχει μια άμεση αναλογία», δήλωσε ο Pagel. «Προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε τα πρότυπα στη γλωσσολογική εξέλιξη και να μελετήσουμε το λεξιλόγιο του Ομήρου ως μέσο για να διαπιστώσουμε κατά πόσο η γλώσσα εξελίσσεται με τον τρόπο που νομίζουμε. Αν αυτό όντως συμβαίνει, τότε πράγματι μπορούμε να βρούμε μια συγκεκριμένη ημερομηνία για τον Όμηρο (ως συγγραφέα)». Οι ερευνητές αποδέχονται την ορθόδοξη άποψη, ότι ο Τρωικός πόλεμος όντως έλαβε χώρα και ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, ο Όμηρος, έγραψε ένα σχετικό έπος. Πάντως είναι μάλλον απίθανο, ότι υπήρξε μόνο ένας συγγραφέας που έγραψε την Ιλιάδα. Αρκετοί ερευνητές θεωρούν ότι πρόκειται για μια συνθετική συλλογή της προϋπάρχουσας προφορικής παράδοσης, που ανάγεται ίσως έως τον 13ο αιώνα π.Χ. Αυτό το αμάλγαμα ιστοριών κάποια στιγμή υπέστη επεξεργασία και εστιάστηκε στον πόλεμο της Τροίας, που πιθανώς συνέβη κατά τον 12ο αιώνα π.Χ., ενώ το ίδιο το έπος συνετέθη πολύ αργότερα, σύμφωνα με τον καθηγητή κλασσικών σπουδών του πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια, Μπράιαν Ρόουζ. Ο Pagel και οι συνεργάτες του αντιμετώπισαν τις λέξεις της «Ιλιάδας» ως γονίδια σε ένα γονιδίωμα. Χρησιμοποίησαν μια συγκεκριμένη τεχνική γλωσσικής ανάλυσης που εστιάζει σε περίπου 200 έννοιες κοινές σε κάθε γλώσσα (τις λέξεις για τον πατέρα, τη μητέρα, τα όργανα του σώματος, τα χρώματα κ.α.). Οι ερευνητές εντόπισαν 173 τέτοιες λέξεις (λέγονται «Swadesh» από το όνομα του αμερικανού γλωσσολόγου Morris Swadesh που συνέταξε τον σχετικό κατάλογο στις δεκαετίες του ΄40 και του ΄50) και, στη συνέχεια, μελέτησαν τον τρόπο που αυτές οι 173 λέξεις-κλειδιά μεταβλήθηκαν («μεταλλάχτηκαν») διαχρονικά. Για αυτό το σκοπό, εντόπισαν αρχικά τις εν λόγω λέξεις στη γλώσσα των Χετταίων (ενός πολιτισμού που υπήρχε στη διάρκεια του Τρωικού πολέμου) και στη συνέχεια, ανέλυσαν τις κατοπινές διαφορές που υπέστησαν οι ίδιες λέξεις στην Ομηρική γλώσσα, καθώς και στη σύγχρονη ελληνική. Δηλαδή εφάρμοσαν στη γλωσσολογία, μια μέθοδο που μοιάζει με την γενετική ανάλυση των γονιδίων με το πέρασμα του χρόνου. Η μέθοδός τους αυτή αποκαλείται εξελικτική-γλωσσολογική φυλογενετική στατιστική ανάλυση
Από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ |
Το τι είναι γνώση είναι ένα ζητούμενο στη φιλοσοφία και μάλιστα στη Γνωσιολογία, τον βασικό αυτόν φιλοσοφικό κλάδο. Στη Γνωσιολογία όμως δεν υπάρχει μία, αλλά πολλές γνωσιολογικές θεωρίες και η καθεμιά δίνει τη δική της απάντηση για το τι είναι γνώση.
Κατά την αισθησιοκρατία και τη θεωρία της αντανάκλασης, ΓΝΩΣΗ είναι η πιστή απεικόνιση της πραγματικότητας στον εγκέφαλο μας. Κατά τον ορθολογισμό και άλλες θεωρίες γνώση είναι ο σχηματισμός μιας λογικής εικόνας για τον κόσμο, μιας εικόνας που την κάνουν δυνατή θεμελιακές έννοιες της νόησης μας. Κατά τον ορθολογισμό (και μάλιστα του Χέγκελ) οι νόμοι της νόησης είναι και νόμοι της πραγματικότητας, υπάρχει σύμπτωση νόησης και πραγματικότητας. Κατά τον Καντ δεν είναι δυνατό να γίνεται λόγος για συμφωνία ανάμεσα στη νόηση και τα πράγματα. Η γνώση γι’ αυτόν είναι μια λογική εικόνα που κατασκευάζει η νόηση μας με τις κατηγορίες της, μια λογική εικόνα που δεν συμπίπτει με την αντικειμενική πραγματικότητα.
Κατά τον πραγματισμό γνώση είναι μια χρήσιμη πληροφορία, ενώ κατά τον πλασματισμό του Βάιχιγκερ η γνώση είναι ένα σκόπιμο ψέμα που μας διευκολύνει στη ζωή και δεν έχει καμιά σχέση με την αλήθεια ή τη βαθύτερη γνώση της πραγματικότητας.
Γνώση είναι μια σύλληψη του ανθρώπινου πνεύματος, που έχει προσανατολιστική αξία και βοηθά τον άνθρωπο να δαμάζει και να οργανώνει τη ζωή του.
Μέσα στη γνώση κατά τον Βάιχιγκερ δεν υπάρχει ενότητα και συνέπεια, γιατί η μια «γνώση» συγκρούεται συνήθως με τις άλλες και όλες μαζί συγκρούονται και αντιφάσκουν με την ίδια την πραγματικότητα. Η ανθρωπότητα ζει μέσα σε ένα ψέμα, σε ένα σύνολο από ψέματα που υπάρχουν όχι μόνο στις θρησκείες και τις φιλοσοφίες αλλά και στην επιστήμη. Όλα αυτά τα ψέματα διατηρούνται, γιατί βοηθούν τους ανθρώπους να αντιμετωπίζουν τη ζωή σαν πρακτικό φαινόμενο.
Για τη συμβατικότητα της γνώσης έκαναν λόγο, από άλλη σκοπιά, ο Πουανκαρέ και ο Ντίγκλερ. Κατ’ αυτούς οι επιστήμες δίνουν μια απλοποιημένη εικόνα της πραγματικότητας και όχι την πραγματική της εικόνα.
Αμφιβολία για τη γνώση εξέφρασαν επίσης οι Σκεπτικοί. Αυτοί θεώρησαν αδύνατη την απόκτηση οποιασδήποτε γνώσης. Στη θέση της βέβαιης γνώσης έβαζαν την πιθανότητα ή την ευλογοφάνεια. Την ενότητα της γνώσης αρνήθηκαν οι οπαδοί του σχετικισμού και του υποκειμενισμού. Για τους πρώτους η γνώση δεν έχει γενικό κύρος, ισχύει για μια ορισμένη εποχή ή για ορισμένους λαούς, τάξεις, ομάδες κλπ., ενώ για τους υποκειμενιστές υπάρχουν τόσες «γνώσεις» όσα και άτομα.
Η επιστήμη δεν αμφιβάλλει για το κύρος της γνώσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι δογματική, αλλά διαπιστώνει ότι οι προτάσεις της είναι επαληθεύσιμες. Διαπιστώνει επίσης η επιστήμη ότι η γνώση είναι προοδευτική (και όχι οριστική και τελειωτική) και ότι προχωρεί μέσα από δοκιμαστικές θεωρίες και ερμηνείες που αντικαθίστανται από άλλες πιο ικανοποιητικές, που ερμηνεύουν καλύτερα μια σειρά φαινομένων. Τα πορίσματα των φυσικών επιστημών αξιοποιούνται τέλος σε τεχνικές εφαρμογές, γεγονός που επιβεβαιώνει απόλυτα την ορθότητα τους.
Σε κάθε εποχή υπάρχουν αναμφίβολα και «νομιζόμενες» γνώσεις, γνώσεις που αποδεικνύονται αργότερα πλάνες. Η γνώση είναι συναρτημένη με την εξελικτικότητα, όπως και κάθε τομέας του πολιτισμού. Πίσω από τη γνώση βρίσκεται η ανθρώπινη προσπάθεια, η διανοητική εργασία και προσπάθεια που πραγματοποιεί βαθμιαίες κατακτήσεις, που προχωρεί με μικρά βήματα, χωρίς να κάνει άλματα. Ούτε μίλησε κανείς ποτέ για παντογνωσία. Αυτά που γνωρίζει ο άνθρωπος είναι πολύ λίγα σε σχέση με αυτά που αγνοεί. Γι’ αυτό η παντογνωσία αποδόθηκε στο θεό. Ωστόσο η θεϊκή γνώση μας είναι άγνωστη και είναι καθαρή απάτη το να παρουσιάζεται ένα θρησκευτικό σύστημα σαν θεϊκή αποκάλυψη, τη στιγμή μάλιστα που υπάρχουν πολλές τέτοιες «αποκαλύψεις», οι οποίες συγκρούονται μεταξύ τους.
Η γνώση χαρακτηρίστηκε από ορισμένους σαν λυτρωτική δύναμη, σαν πληροφορία ή διαπίστωση που μας απαλλάσσει από θρησκευτικές προλήψεις, που και δεν έχουν κάποιο στοιχείο λογικότητας και βασανίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Άλλοι φοβήθηκαν τη γνώση, μίλησαν για «τραγική γνώση» και προτίμησαν την άγνοια. Αυτό αφορά ένα ιδιαίτερο είδος γνώσης ή την αυτογνωσία του ανθρώπου, που σε ορισμένες περιπτώσεις έχει δυσάρεστα επακόλουθα. Τέλος άλλοι χαρακτήρισαν τη γνώση σαν πραγματική δύναμη, γιατί βοήθησε την ανθρωπότητα να κυριαρχήσει πάνω στη φύση. Ωστόσο αποδείχτηκε στον αιώνα μας ότι η κυριαρχία αυτή της φύσης είναι εκβιασμός της φύσης, διατάραξη της ισορροπίας της, μόλυνση και καταστροφή της. Σκέφτεται κανείς ότι η γνώση είναι κάτι το βλαβερό. Ωστόσο δεν μπορεί κανείς να βάλει τέρμα στην ανθρώπινη περιέργεια και στη γνωστική προσπάθεια, στην έρευνα. Ο ανθρώπινος νους θα προχωρεί, έστω κι αν αυτό θα έχει τελικά καταστροφικές συνέπειες για την ανθρωπότητα. Αυτό βέβαια δεν συνιστά κάποια ιστορική νομοτέλεια, αλλά είναι μια μοιραία εξέλιξη του ανθρώπινου γένους και του πλανήτη τον οποίο κατοικεί, μια εξέλιξη που ούτε ο άνθρωπος προέβλεψε ούτε φυσικά κάποιος θεός προδιέγραψε. Δεν μπορεί να αποφύγει κανείς τις σκέψεις αυτές, όταν μιλά για τη γνώση. Η γνώση πρέπει να θεωρείται και κάτω από το πρίσμα των αποτελεσμάτων της.
ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΑ (ή ΓΝΩΣΙΟΘΕΩΡΙΑ), είναι κατεύθυνση ή κλάδος μέσα στη φιλοσοφία, που ασχολείται με το φαινόμενο της γνώσης. Η Γνωσιολογία εξετάζει συγκεκριμένα τα προβλήματα τα σχετικά με την ουσία της γνώσης, των παραγόντων σχηματισμού της, του κύρους και των ορίων της.
Η Γνωσιολογία δεν προσφέρει ενιαίες λύσεις για τα πιο πάνω προβλήματα. Η Γνωσιολογία είναι ο χώρος των θεωριών, των πιο διαφορετικών ή και αντίθετων θεωριών. Όλες αυτές οι θεωρίες εξετάζονται κριτικά και συγκριτικά μέσα σε μια Γνωσιολογία, χωρίς όμως μια τέτοια συνεξέταση να οδηγεί στον υπερκερασμό των αντιθέσεων ή στην ανακάλυψη μιας ενιαίας θεωρίας που συγκερνά τις γνωσιολογικές αντιπαραθέσεις. Το πολύ-πολύ ένας γνωσιολόγος να δείξει την προτίμηση ή τη συμπάθεια του για μια ορισμένη άποψη. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η Γνωσιολογία διερευνά το φαινόμενο της γνώσης απ’ όλες τις πλευρές, τη στιγμή που η επιστήμη θεωρεί την έννοια της γνώσης απλή και αυτονόητη, δηλ. σαν έννοια που δεν χρειάζεται καμιά ανάλυση.
Η Γνωσιολογία δεν είναι ιστορικά ο πρώτος κλάδος της φιλοσοφίας, όπως θεωρείται σήμερα. Οι επιστήμονες επιδίδονταν στις έρευνες τους και έφταναν σε επιστημονικές γνώσεις χωρίς τη βοήθεια κάποιας γνωσιολογίας. Ακόμη και οι φιλόσοφοι δεν ξεκινούσαν από μια προδιαμορφωμένη Γνωσιολογία, δεν θεωρούσαν απαραίτητο να διαφωτίσουν το πρόβλημα της γνώσης, προτού προχωρήσουν στη διατύπωση μιας κοσμοθεωρίας. Ορισμένοι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι διατύπωσαν γνωσιολογικές θέσεις, όχι συστηματικά, αλλά όσο έκριναν απαραίτητο, για να προχωρήσουν στη συγκρότηση των συστημάτων τους.
Με το γνωσιολογικό πρόβλημα ασχολήθηκαν πιο συστηματικά οι φιλόσοφοί του αγγλικού διαφωτισμού (Μπέικον, Χομπς, Λοκ, Μπέρκλεϋ, Χιούμ) και ο Γερμανός φιλόσοφος Καντ. Αργότερα οι νεοκαντιανοί της σχολής του Μαρβούργου θεώρησαν τη Γνωσιολογία ως τον πιο βασικό κλάδο της φιλοσοφίας.
Η Γνωσιολογία από τους οπαδούς της συστηματικής φιλοσοφίας αναγνωρίστηκε ως ο πρώτος και πιο βασικός κλάδος της Φιλοσοφίας για το λόγο ότι προσπαθεί να διαφωτίσει το πρόβλημα της γνώσης, αλλά και γιατί ξεκαθαρίζει βασικές μεθοδολογικές έννοιες, που είναι σε χρήση και στη Φιλοσοφία και στην επιστήμη. Τέτοιες έννοιες είναι: επαγωγική και παραγωγική μέθοδος, απόδειξη, αλήθεια κ.λπ. Με τις έννοιες αυτές ασχολείται και η Λογική. Η τελευταία όμως συγκεντρώνει την προσοχή της στους κανόνες που διέπουν την εξωτερική ορθότητα της σκέψη: είναι μια τυπική επιστήμη. Από μερικούς η τυπική Λογική εντάχθηκαν στη Γνωσιολογία. Άλλοι πάλι έδωσαν στη Γνωσιολογία το όνομα «Λογική», στο οποίο έδωσαν ένα ευρύτερο περιεχόμενο. Στην τελευταία περίπτωση η Λογική περιλαμβάνει και τη Γνωσιολογία και την τυπική Λογική. Γενικά όμως η Γνωσιολογία διακρίνεται από την τυπική Λογική. Τέλος στη Γνωσιολογία εντάσσεται και η Επιστημολογία, η οποία προχωρεί σε μια συγκριτική θεώρηση των επιστημών, τις ταξινομεί κα ερευνά τις σχέσεις τους, τις κοινές μεθόδους τους, τις αλληλεπίδρασε, τους κ.λπ. Συνήθως η Γνωσιολογία τελειώνει με την Επιστημολογία. Η τελευταία όμως εμφανίζεται και σαν ανεξάρτητος κλάδος.
Δεν έλειψαν και οι αμφισβητίες της Γνωσιολογίας. Ο Χέγκελ διατυπωσε την άποψη ότι η Γνωσιολογία πρέπει να επανεξετάζει συνεχώς τι. αρχές της, αφού τις θεωρεί τόσο θεμελιακές για κάθε πιο πέρα γνώση κα έρευνα. Αυτό σημαίνει ότι η Γνωσιολογία ποτέ δεν μπορεί να είναι σίγουρη για την ορθότητα και το κύρος των αρχών της, ποτέ δεν μπορεί γίνει επιστήμη. Άλλοι κρίνουν περιττή τη Γνωσιολογία (οι οπαδοί το ενορατισμού, οι υπαρξιακοί φιλόσοφοι κά.). Παρατηρήθηκε ότι τα μέγαλα φιλοσοφικά συστήματα αγνόησαν ή παραμέρισαν τη Γνωσιολογία, Γνωσιολογία όμως ήταν εκείνη που προσγείωσε τους μεταφυσικούς φιλοσόφους και έδειξε ότι η γνώση μας έχει ορισμένα όρια και ότι αυτό, που βρίσκεται πέρα από την εμπειρία δεν μπορεί να γίνει αντικείμενα γνώσης. Η Γνωσιολογία ή τουλάχιστον ορισμένες γνωσιολογικές θεωρίες έθεσαν τέρμα στις αυθαιρεσίες της Μεταφυσικής. Η Γνωσιολογία μάς απάλλαξε από φαντασιώσεις και αυταπάτες και μας οδήγησε σ γνωσιολογική αυτογνωσία. Μας έδειξε τι μπορούμε να γνωρίσουμε, μπορεί να γίνει αντικείμενο γνώσης, και διέστειλε τη γνώση από την πίστη, που είναι απαίτηση της καρδιάς και του συναισθήματος και όχι τγ. νόησης. Η Γνωσιολογία κρίνει επίσης και τις συλλήψεις της νόηση; γιατί δεν είναι δυνατό κάθε θεωρητική και νοητική σύλληψη να είναι ορθή ή να ανταποκρίνεται σε κάτι πραγματικό. Η Γνωσιολογία είναι πιο κριτικός κλάδος της φιλοσοφίας, για να μην πούμε ότι κάθε κριτική μεταβάλλεται αυτόματα σε Γνωσιολογία. Οπωσδήποτε όμως κάθε κριτική φιλοσοφία είναι πρώτα και κύρια Γνωσιολογία

