Διαβάσαμε

Μαρία Ανδρεάδου στις 30 Απριλίου 2013

[….]Έχει ένα χτύπο το χάος· έχει ένα σφυγμό το κενό· και μόνο οι ώρες σωπαίνουν· και μόνο οι καιροί δε μιλούν. Η αιωνιότη σε κυτάζει και σκέφτεται· τα πλάτη, οι απόστασες, είναι αφιερωμένα στο βάδη σου· αναθυμιάζει μ’ ευλάβεια κάτ’ απ’ το βήμα σου η γη.

[….]Έτσι πάνε· όλο ίσα και ντρίτα· άκρη άκρη στις σιδεροτροχιές, στα ποτάμια, άκρη-άκρη στους ωραίους γιαλούς· πάντα δημοσά κι’ όλο κάμπο· δεν ανεβοκατεβαίνουν οι δρόμοι, δεν παν οι στράτες λοξά· για σένα δεξά ή ζερβά να διαβαίνουν τα όρη, να εξελίσονται οι θάλασσες· η καμπύλη, η ευθεία, κι’ ο κόσμος αργά· η αιωνιότη πιστώνει. Η φυγόκεντρη δύναμη ας είναι ένα παραμύθι των κύκλων, και μόνο μια γραμμή κατακόρυφη νάσαι συ στις στροφές· έτσι· όπως πάνε οι δρόμοι μονάχοι τους, όπως στέκουν τα βράχια.

πέρα απ’ τις σιδηροτροχιές / Γιάννης Σκαρίμπας

Μαρία Ανδρεάδου στις 30 Απριλίου 2013

…και τότε βγαίνει απ’ την πλαϊνή πύλη ο Εσταυρωμένος κι εμείς με τα εξαφτέρουγα κι οι ιερείς με τα θυμιατά, και γίνεται η μεγάλη σιωπή του «σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας» και τα πάντα σβήνουν και κατορθώνονται κάπου αλλού, κι η μητέρα κλαίει στο στασίδι της, κι ο Αργύρης κοιτάει τη Νίνα, και στο βάθος ο Κάβουρας με άσπρο καθαρό πουκάμισο, καλοχτενισμένος, καθόλου κάβουρας, κι έξω απ’ την εκκλησία μεγάλωναν από μια ξαφνική δύναμη τα δέντρα, κι η θάλασσα σωπαίνει γ ι α ν’  α κ ο ύ σ ε ι, και τ’ άστρα ξύνουν με τα νύχια τους το σκοτάδι και περιμένουν (Εκείνον; Εμάς;) και τα πορτοκαλάνθια, τα τριαντάφυλλα, τα γιασεμιά, τα χρυσάνθεμα, οι γαζίες, οι μαργαρίτες φουντώνουν για το στόλισμα του Επιτάφιου, και σκαλιστές λαμπάδες κρέμονται έξω απ’ τα μαγαζιά για την Ανάσταση, μα εγώ δεν ήθελα να κλαίει η μητέρα, δεν ήθελα να ‘ναι λυπημένος ο κόσμος κι η θεια-Σταθούλα κι η κυρα-Παρασκευούλα κι ο μπαρμπα-Γιάννος που ‘χασε το γιο του από δυναμίτη σε νυχτερινό ψάρεμα, κι έλεγα να βρω το «αθάνατο νερό» πρώτα απ’ όλα για τη μαμά και για όλους, ναι, και για μένα, γι’ αυτό όταν γυρίζαμε απ’ την Ανάσταση με τις λαμπάδες και βάζαμε το χέρι μας μπροστά στη φλόγα μη μας τη σβήσει ο αέρας, εγώ έφερνα την παλάμη μου κοντά στη φλόγα να δω αν με κάψει, αν πονέσω, κι όταν φτάναμε σπίτι φτιάχναμε σταυρούς στο ανώφλι της πόρτας με την κάπνα των κεριών κι ύστερα μπαίναμε μέσα κι ανάβαμε με τ’ άγιο φως πρώτα την καντήλα μπροστά στα εικονίσματα στο δωμάτιο της γιαγιάς, ύστερα όλους τους λύχνους, ακόμη και τις λάμπες πετρελαίου προσέχοντας όμως να μη στάξει το κερί στο φιτίλι κι ύστερα σπάσει το γυαλί.

Κι ώσπου να ζεστάνουν στην κουζίνα το ψητό με τις πατάτες και τη μαγειρίτσα και να κόψουν το αυγολέμονο, εγώ καθόμουνα έξω στην αυλή, τέντωνα τα μάτια, τρέμοντας από μια χλιαρή ψύχρα, να δω πάνω απ’ τη θάλασσα, μακριά ν’ ανηφορίζει λάμποντας γυμνό το Άγιο Σώμα στον ουρανό «θανάτω θάνατον πατήσας», Θεέ μου, κάνε να Τον δω κι εγώ, κι απ’ την πόρτα ερχότανε προκλητική η μυρουδιά της μαγειρίτσας ύστερα απ’ τη νηστεία της Σαρακοστής και γέμιζε το στόμα μου σάλιο. Και δεν Τον έβλεπα. Ίσως να ‘φταιγε κι η Μαρίτσα κι ο Κάβουρας, ίσως κι η μαγειρίτσα – δεν είναι σωστό να πεινάς τέτοιες ώρες. «Ίων, Ίων» με φωνάζαν κιόλας από μέσα «το τραπέζι είναι έτοιμο». Έτρωγα με λυπημένη απληστία τη σούπα, το ψητό, τις πατάτες, από πάνου τσουγκρίζαμε τα κόκκινα αυγά μα δεν τα τρώγαμε γιατί είχαμε και τους κουραμπιέδες, τα μελομακάρουνα, τ’ αμυγδαλωτά, κι ύστερα ο ύπνος βαθύς, δε θυμόμουνα τίποτα, μόνο κάτι από φως, πολύ φως, τίποτα. Όμως την άλλη μέρα έλεγα στους συμμαθητές μου «Τον είδα με τα ίδια μου τα μάτια, να, ολοζώντανον, όλο φως» (γιατί τάχα να μην Τον έχω δει κι εγώ αφού Τον είδαν, λέει, η Αργυρούλα, η Θοδωρίτσα, η Φανή, ο Σταυράκης;). Όμως το άλλο βράδυ δεν άντεξα και το ‘πα στη μητέρα «μαμά, δεν Τον είδα», «ποιον;», «το Χριστό, ντε, μια ώρα περίμενα στην αυλή», «θα νύσταζες» είπε η μαμά, «όχι, δε νύσταζα καθόλου, τα μάτια μου, να, τέντα, μόνο που πείναγα – λέτε μαμά να φταίει που πείναγα;», «όχι, του χρόνου θα Τον δεις σίγουρα», «μα η Αργυρούλα Τον είδε και πέρσι και φέτος», «η Αργυρούλα λέει ψέματα κι επειδή λέει ψέματα δε θα Τον δει ποτέ». Άρα εγώ που δεν είπα ψέματα στη μαμά, δεν είμαι αμαρτωλός κι έτσι οπωσδήποτε του χρόνου θα Τον δω, και μάλιστα θα Του γράψω κι ένα ποιηματάκι που μέρες τώρα τριγυρίζει στο μυαλό μου, πως το πριόνι έπεσε απ’ το καρφί του τοίχου, στο εργαστήριο του πατέρα Του κι έκανε μπαμ στο πάτωμα κι άνοιξε μια τρύπα κι από κει μέσα βγήκαν 12 τριαντάφυλλα (και δεν ξέρω γιατί σώνει και καλά έπρεπε να ‘ναι τα τριαντάφυλλα 12) κι έκοψα τα 12 τριαντάφυλλα και τα ‘φτιαξα στεφάνι και Του ‘βγαλα τον ακάνθινο στέφανο και του φόρεσα τα τριαντάφυλλα και Του πήγαιναν πολύ κι ήταν πιο όμορφος από πάντοτε και πίσω απ’ τα τριαντάφυλλα το φωτοστέφανο πιο χρυσό από άλλοτε, και το ‘χε πει κι η Νίνα δοκιμάζοντας μπροστά στον καθρέφτη το φόρεμα που της είχε φέρει απ’ το Παρίσι ο θείος ο Μπότης ο Ψηλός, «το ροζ πάει πολύ με το χρυσό» (ω, να ‘βλεπε ο Αργύρης τη Νίνα μας μ’ αυτό το φόρεμα, δυο Νίνες, μια μέσα στον καθρέφτη και μια έξω, με το ίδιο φόρεμα, ροζ και χρυσό· –θα το φορέσει – είπε – το καλοκαίρι). Ναι, έτσι, ροζ και χρυσόν, θα Τον δω του χρόνου να υψώνεται στον ουρανό. Μα τι λέω του χρόνου; Να Τον κιόλας, ολόσωμος, γυμνός, μπροστά μου, Τον βλέπω, με τα δικά μου τριαντάφυλλα στα χρυσά μαλλιά Του.

Γιάννης Ρίτσος / απόσπασμα από το μυθιστόρημα “Ίσως να ναι κι έτσι”

Κυριακή Ψαρρού στις 21 Απριλίου 2013

 

 ΙΣΟΚΡ 4. 75-81

Ἀναζητώντας τὴν ἑρμηνεία τῶν κατορθωμάτων στὰ Μηδικά: οἱ ἀξίες καὶ ὁ τρόπος ζωῆς τῆς προηγούμενης γενιᾶς.

(Ἀνατρέχοντας στὸ ἀπώτερο παρελθὸν στὸ πρῶτο μέρος τοῦ λόγου του, τὸ ἐπιδεικτικό, ὁ ρήτορας ἀναφέρθηκε στὶς εὐεργεσίες τῆς Ἀθήνας πρὸς τοὺς Ἡρακλεῖδες καὶ τὸ Ἄργος, ἀλλὰ καὶ στὶς ὑπηρεσίες τῆς πόλης πρὸς τοὺς ὑπόλοιπους Ἕλληνες μὲ τὴν ἀντιμετώπιση Θρακῶν, Σκυθῶν καὶ Ἀμαζόνων. Πρὶν μιλήσει γιὰ τοὺς Περσικοὺς πολέμους, σημείωσε ὅτι ἐπιδίωξή του δὲν ἦταν νὰ ἀποσιωπήσει τὴ συνεισφορὰ τῶν Λακεδαιμονίων σὲ αὐτούς· ἄλλωστε, αὐτὴ ἀνέδειξε ἀκόμη περισσότερο τὴν ἀξία καὶ ὑπεροχὴ τῶν Ἀθηναίων. Καὶ συνεχίζει:)

[75] Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρόσφεραν πάρα πολλὲς ὑπηρεσίες καὶ ἀξίζουν κάθε ἔπαινο αὐτοὶ ποὺ ριψοκινδύνεψαν στὴν πρώτη γραμμὴ τῆς μάχης προτάσσοντας τὰ στήθη τους γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Δὲν εἶναι ὅμως σωστὸ νὰ ξεχνοῦμε κι αὐτοὺς ποὺ ἔζησαν πρὶν ἀπ’ αὐτὸν τὸν πόλεμο καὶ κατεῖχαν τὴν ἐξουσία στὴν κάθε μία ἀπ’ αὐτὲς τὶς δυὸ πόλεις· ἐπειδὴ ἐκεῖνοι ἦταν ποὺ προγύμνασαν τοὺς μεταγενέστερους, ὁδήγησαν τὸ λαὸ στὴν ἀρετὴ καὶ δημιούργησαν φοβεροὺς ἀνταγωνιστὲς τῶν βαρβάρων.

[76] Διότι δὲν ἔδειχναν ἀδιαφορία γιὰ τὰ δημόσια πράγματα, οὔτε τὰ ἐκμεταλλεύονταν σὰ νὰ ‘ταν δικά τους οὔτε τὰ παραμελοῦσαν σὰ νὰ ‘ταν ξένα, ἀλλὰ τὰ πονοῦσαν σὰν δικά τους καὶ δὲν τ’ ἄγγιζαν, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι σωστὸ γιὰ πράγματα ποὺ δὲν μᾶς ἀνήκουν. Οὔτε μετροῦσαν τὴν εὐτυχία μὲ τὸ χρῆμα, ἀλλὰ ἀντίθετα νόμιζαν ὅτι τὸν πιὸ σίγουρο καὶ ὡραῖο πλοῦτο ἔχει ἐκεῖνος ποὺ κάνει πράξεις ἀπ’ τὶς ὁποῖες κι αὐτὸς πρόκειται νὰ ἀποκτήση ἐξαιρετικὴ φήμη καὶ στὰ παιδιά του νὰ κληρονομήση πολὺ μεγάλη δόξα.

[77] Οὔτε συναγωνίζονταν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο στὸ θράσος οὔτε ἐπέβαλλαν στοὺς ἄλλους τὰ τολμήματά τους, ἀλλὰ ἀντίθετα νόμιζαν πὼς εἶναι πιὸ φοβερὸ νὰ τοὺς κατακρίνουν οἱ συμπολίτες τους ἀπ’ τὸ νὰ πεθάνουν μὲ δόξα γιὰ τὴν πατρίδα τους κι ἔνοιωθαν περισσότερη ντροπὴ γιὰ τὰ σφάλματα πάνω στὶς δημόσιες ὑποθέσεις ἀπ’ ὅ,τι ντρεπόμαστε σήμερα γιὰ τὰ προσωπικά μας παραπτώματα.

[78] Αἰτία αὐτῶν τῶν ἀντιλήψεων ἦταν τὸ ὅτι πρόσεχαν πῶς νὰ ἐφαρμόζωνται πιστὰ καὶ μὲ ἀκρίβεια οἱ νόμοι, ὄχι τόσο αὐτοὶ ποὺ ἀναφέρονταν στὶς ἰδιωτικές τους συναλλαγές, ὅσο αὐτοὶ ποὺ ἀφοροῦσαν τὴν καθημερινή τους διαγωγή· γιατί γνώριζαν καλὰ ὅτι οἱ καλοὶ καὶ ἐνάρετοι ἄνθρωποι καθόλου δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ πολλοὺς γραπτοὺς νόμους, ἀλλὰ μὲ λίγες συμφωνίες μποροῦν νὰ συμβιβαστοῦν εὔκολα καὶ γιὰ τὰ ἰδιωτικὰ καὶ γιὰ τὰ δημόσια ζητήματα.

[79] Ἦταν μάλιστα τόση ἡ ἀφοσίωση στὸ κοινὸ συμφέρον, ὥστε καὶ οἱ πολιτικοί τους ἀνταγωνισμοὶ δὲν ἀφοροῦσαν τὸ ποιὸ ἀπ’ τὰ δυὸ κόμματα θὰ ἐξοντώση τοὺς ἀντιπάλους του καὶ θὰ κυριαρχήση πάνω στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ποιοὶ πρῶτοι θὰ προσφέρουν κάποια ὑπηρεσία στὴν πόλη. Καὶ σχημάτιζαν τὰ κόμματα ὄχι γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν προσωπικὰ τους συμφέροντα, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὠφελήσουν τὸ λαό.

[80] Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο μάλιστα ρύθμιζαν καὶ τὶς σχέσεις τους μὲ ἄλλα ἔθνη, ἐξυπηρετώντας τοὺς Ἕλληνες, χωρὶς νὰ φέρωνται ὑπεροπτικά, νομίζοντας πὼς πρέπει νὰ εἶναι ὄχι τύραννοί τους, ἀλλὰ ἀρχηγοί τους στὸν πόλεμο, περισσότερο ἐπιθυμώντας νὰ τοὺς λένε ἀρχηγοὺς παρὰ κυρίαρχους καὶ νὰ ὀνομάζωνται σωτῆρες καὶ ὄχι ἐκμεταλλευτές, παίρνοντας στὴ συμμαχία τους τὶς πόλεις μὲ τὸ νὰ τὶς εὐεργετοῦν καὶ ὄχι νὰ τὶς ὑποτάσσουν μὲ τὴ βία, κρατώντας τὸ λόγο τους πιὸ πιστὰ ἀπ’ ὅ,τι σήμερα κρατᾶμε τοὺς ὅρκους, θεωρώντας ἀπαραίτητο νὰ μένουν πιστοὶ στὶς συνθῆκες,

[81] σὰν νὰ εἶναι ἀναπόφευκτοι φυσικοὶ νόμοι, χωρὶς νὰ ὑπερηφανεύωνται τόσο γιὰ τὴν ἐξουσία ποὺ εἶχαν, ὅσο καμάρωναν γιὰ τὴ συνετή τους ζωή, βρίσκοντας σωστὸ νὰ ἔχουν γιὰ τοὺς κατώτερους τή γνώμη ποὺ θὰ ‘θελαν νὰ ἔχουν οἱ ἀνώτεροι γι’ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους, θεωρώντας τὶς πόλεις τους ἰδιαίτερα κέντρα θρησκευτικὰ καὶ πολιτικά, ἀναγνωρίζοντας ὅμως σὰν κοινὴ πατρίδα τὴν Ἑλλάδα.

Από την Αγία Ζώνη
Κυριακή Ψαρρού στις 21 Απριλίου 2013

Τὸ φαγκρὶ εἶναι τὸ νοστιμότερο ψάρι τοῦ Αἰγαίου. Στὰ γαλλικὰ λέγεται φουὰ-γκρί.

Ὅποιος ζηλεύει τὰ πολλά, ζηλεύει καὶ τὰ λίγα.

Ἡ δονοβλεψία εἶναι ἀσθένεια ὅπου δονεῖ τὸ αἴσθημα τῆς ὁράσεως.

Ἕνας ἀλλοδαπὸς μπορεῖ νὰ γίνει Ἕλληνας μόνον διὰ τῆς γονιμοποιήσεως. Ἀλλιῶς, παραμένει πάντα ἄλλος δαπός, ἐπ’ ἄπειρον.

Τρισκατάρατον εἶναι τὸ πλοῖον τὸ ἔχον κατάρτια καὶ στὰ τρία ἱστία.

Ἡ οὐρὰ στὰ ζῶα χρησιμοποιεῖ μὲ τὸ ποὺ νὰ τὴν βλέπουν τὰ ζῶα πόρχονται πίσω, ὅτι μπροστὰ ὑπάρχει κι ἄλλο ζῶον. Στὸν ἄνθρωπο εἶναι ἀχρείαστη.

Ὁ ἐξοστρακισμὸς ἦταν μία ἀρχαία τιμωρία ὅπου σοῦ ἔβαζαν ἕξι ὄστρακα κι ἔπρεπε νὰ τὰ χτυπήσεις καὶ νὰ τὰ σπάσεις μὲ τὸ κεφάλι σου. Μερικὲς φορὲς πετύχαινε, ἄλλες ὄχι.

Ὁ ἀλιγάτορας εἶναι συνδυασμένο ζῶον: μισὸς ἄλιγας, μισὸς γάτορας.

Στὴν ἀρχαιότητα ἦταν ὅλα ἠθικὰ καὶ γνήσια, ἀκόμα καὶ οἱ πόρνες λεγόντουσαν ἱέρειες.

Χαρμόσυνοι ἤχησαν οἱ κώδωνες τῶν ναῶν καὶ τῶν ἐκκλησιῶν οἱ καμπάνες.

Ἂν ὁ Καραϊσκάκης ζοῦσε σήμερα θὰ ἔτριζαν τὰ κόκκαλά του.

Παρ’ ὅλο ποὺ ὁ γέρος ἦταν τυφλός, ἄκουσε τὰ πάντα!

Πολλοὶ ἄνθρωποι χρησιμοποιοῦν προστυχόλογα. Προχτὲς στὸ πανηγύρι τοῦ Σταυροῦ, κάτω στὴν Καρούτα, κάποιος εἶπε ἀνυπερθέτος. Οἱ ἄλλοι ἔκαναν πὼς δὲν κατάλαβαν.

Ὁ πατέρας μου εἶναι πολὺ καλὸς καὶ μὲ βοηθάει σὲ ὅλα. Ὅταν κάνω ἐξάσκηση στὸ βιολί, κλείνεται στὸ δωμάτιό του, βγαίνει πότε-πότε καὶ μοῦ λέει μπράβο παιδί μου, μετὰ ξανακλείνει τὴν πόρτα. Σὲ λίγο, πάλι μπράβο παιδί μου. Μερικὲς φορές, γιὰ νὰ μὴ μὲ διακόπτει, φοράει ἀκουστικὰ καὶ ἀκούει κανονικὴ μουσική.

Τὸ ἐθνικὸ σῆμα τῆς Ὀλλανδίας εἶναι τὸ ἄνθος τῆς τουλούμπας.

Καλύτερα μιὰ χώρα μ’ ἐλεύθερη ζωή, παρὰ σαράντα χῶρες σκλαβιὰ καὶ φυλακή.

Σαρανταπέντε πετεινοί, ἑνὸς κοκόρου γνώση.

Οἱ χορευτὲς δὲν κάνουν παιδιὰ γιατί ἂν κάνουν θὰ βγοῦν ὁμοφυλότερα.

Ἴδιος κι ἀπαράδεκτος!

Τῆς ἔταξε λαχνοὺς μὲ πετραχείλια.

Τὸ ἄλλο παιδὶ ἦταν ἄσχημο, κακότροπο καὶ ὀξύμωρο.

Ἡ κόμπρα εἶναι τελείως ἀκίνδυνη γιὰ τοὺς Ἕλληνες. Πέρυσι χάσαμε χιλιάδες σὲ τροχαῖα δυστυχήματα. Οὔτε ἕνας θάνατος ἀπὸ κόμπρα!

Ἡ ὑψηλότερη κορφὴ τοῦ Ὀλύμπου ἦταν τὸ Δωδεκάθεον. Πάνω στὸ ψηλότερο σημεῖο, ἀκριβῶς πάνω στὴ μύτη τῆς κορυφῆς, καθόταν ὁ Δίας.

Ὁ Λουδοβίκος ὁ XVI, ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπανάσταση, ἀποκεφαλίστηκε γιὰ πρώτη φορὰ στὴ ζωὴ του τὸ ἔτος 1792.

Ὁ Διονύσιος ὁ Σολομὼν ἔγραψε τὸν Ὕμνον εἰς μίαν καὶ μόνον στιγμὴν ἐθνικῆς ἐξάρσεως καὶ ὑπερηφανείας. Ὄχι γιὰ ἄλλους λόγους.

Ὁ Ρόμελ καὶ ὁ Ρωμύλος βύζαξαν μία λύκαινα καὶ ἔχτισαν τὴ Ρώμη.

Ὁ Κωνσταντῖνος Καντάφης ἦταν Ἕλληνας ποιητὴς ποὺ κατοικοῦσε στὴ Λιβύη τῆς Ἀλεξανδρείας.

Από την Αγία Ζώνη

Κυριακή Ψαρρού στις 21 Απριλίου 2013

Στο βιβλιοπωλείο του Φαρφουλά (Μαυρομιχάλη 18, Αθήνα) πρόκειται να εκτεθεί συλλογή από παλιές παιδικές χειροτεχνίες του δημοτικού σχολείου, χρονολογημένες γύρω στα 1958. Η συλλογή θα εκτεθεί μαζί με σειρά παλαιών παιδικών βιβλίων και αναγνωστικών.

Διάρκεια έκθεσης: 19 Απριλίου έως 11 Μαΐου 2013.

Από την Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα

Κυριακή Ψαρρού στις 21 Απριλίου 2013

Η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος σε συνεργασία με το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, διοργανώνει έναν κύκλο μαθημάτων Παγκόσμιας Ιστορίας με τίτλο: «Δεκαέξι μικρά μαθήματα για έναν μεγάλο κόσμο».
Τα μαθήματα προσφέρονται από την κ. Μαρία Ευθυμίου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και απευθύνονται σε κάθε ενδιαφερόμενο.
Τα μαθήματα ξεκινούν από την Παρασκευή 19 Απριλίου 2013 και θα πραγματοποιούνται κάθε Παρασκευή 15.30-18.30 και Σάββατο 14.00-17.00 στον χώρο του Κεντρικού Αναγνωστηρίου, Πανεπιστημίου 32, Αθήνα.

Η παρακολούθηση των μαθημάτων είναι δωρεάν. Με την ολοκλήρωση των μαθημάτων δίδεται βεβαίωση παρακολούθησης από την Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος. Για τη συμμετοχή στα μαθήματα, είναι απαραίτητη η υποβολή αίτησης στο e-mail: politistika@nlg.gr ή τηλεφωνικά στο: 210 3382528, 210 3382582.

Από την Πύλη για την Εληνική Γλώσσα

Μαρία Ανδρεάδου στις 7 Απριλίου 2013

Στη ζωή μας συμμετέχουμε ούτως ή άλλως. Ακόμα και η μη αντίδραση ή η σταθερά λανθασμένη αντίδραση είναι τελικά μορφές αντίδρασης. Ακόμα και η μη απόφαση γίνεται μακροπρόθεσμα απόφαση ζωής.Μόνο όταν κάποιος τολμήσει να αγγίξει και να επεξεργαστεί τις αλήθειες που οδηγούν  στο επιθυμητό, μόνο αν τις αξιοποιήσει μπορεί αναλαμβάνοντας την ευθύνη της ζωής του και του εαυτού του να ανακαλύψει το ότι παράγει τη δυνατότητα για αληθινή χαρά, ομορφιά και ικανοποίηση.Όσο κάποιος προσπαθεί συνειδητά ή ασυνείδητα να αποφύγει την αλήθεια του ,τόσο στην ουσία κλέβει ελευθερία από τον εαυτό του.

απόσπασμα άρθρου του Μενέλαου Κανάκη / πηγή : http://menelaoscanakis.wordpress.com/author/menelaoscanakis/page/2/

Μαρία Ανδρεάδου στις 7 Απριλίου 2013

Υπάρχουν χάδια χωρίς άγγιγμα.

Υπάρχουν ματιές χωρίς κοίταγμα.

Υπάρχουν πάθη χωρίς έμπνευση.

Υπάρχει παιδική ηλικία χωρίς παιδικότητα.

Υπάρχει ξημέρωμα χωρίς ανατολή.

Υπάρχει όνειρο χωρίς όραμα.

Υπάρχει συζήτηση χωρίς επικοινωνία.

Υπάρχει δημιουργία χωρίς τέχνη.

Υπάρχει προσδοκία χωρίς ελπίδα.

Υπάρχει διάβασμα χωρίς ανάγνωση .

Υπάρχει χρόνος χωρίς στιγμές.

Υπάρχει παρέα χωρίς φιλία.

Υπάρχει σεξ χωρίς έρωτα.

Υπάρχει έρωτας χωρίς αγάπη.

Υπάρχει ζευγάρωμα χωρίς συντροφικότητα.

Υπάρχει ευχαρίστηση χωρίς χαρά.

Υπάρχει ηδονή χωρίς ικανοποίηση.

Υπάρχει πλούτος χωρίς ευμάρεια.

Υπάρχει δόσιμο χωρίς προσφορά.

Υπάρχει αντίληψη χωρίς κατανόηση.

Υπάρχει απελευθέρωση χωρίς ελευθερία.

Υπάρχει επιβίωση χωρίς ζωή.

Υπάρχει μεγάλωμα χωρίς ενηλικίωση.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να διαστρεβλωθεί αυτό που μπορεί να είναι ζωή. Υπάρχουν  πολλοί τρόποι να μεταλλαχτεί η ομορφιά σε ασχήμια, το καλό σε κακό, η ουσία σε κενότητα, η ευχαριστιακή βίωση σε μιζέρια. Δεν είναι δύσκολο ούτε παράξενο, δεν είναι έξω από τη γκάμα των ανθρωπίνων δυνατοτήτων.

Το σκοτάδι όμως δεν έχει υπόσταση. Το σκοτάδι υπάρχει σαν αποτέλεσμα απουσίας φωτός. Εκεί που σκοτεινιάζει είναι που παύει με κάποιο τρόπο να παρέχεται φως.

Η ελευθερία μας βρίσκεται στην απόφαση και δέσμευσή μας προς τον εαυτό μας να βάζουμε φως στη ζωή μας, να παλεύουμε ενάντια σε ότι μπορεί να φέρει ή να διατηρήσει το σκοτάδι. Είναι η δυνατότητά μας να βάζουμε εμείς γεύση στο φαγητό αντί να το φτιάξουμε άνοστο και άγευστο απλά για να γεμίσει το στομάχι. Η δυνατότητα να είμαστε συμμέτοχοι και δημιουργοί αντί  παρατηρητές της ζωής μας.

Μπορεί να μην είναι αυτονόητο αφού σπάνια το έχουμε βιώσει μέσα από την προσωπική μας ιστορία. Το σύνηθες είναι να μην καταλαβαίνουμε καν πως συμμετέχουμε ακόμα και ασυνείδητα προς το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που αξίζει και θέλουμε να ζούμε.

Ο κάθε ένας είναι πάντα μόνος μπροστά στην ελευθερία του, αλλά  εμείς είμαστε που τελικά αποφασίζουμε πάντα προς ποια πορεία θέλουμε να οδηγήσουμε τη ζωή μας και πώς μας αναλογεί να ζούμε.

Σκοτάδι όμως είναι πάντα η απουσία φωτός.

 

Μενέλαος Κανάκης/Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής/ πηγή : http://menelaoscanakis.wordpress.com/author/menelaoscanakis/page/2/

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 6 Απριλίου 2013
Ο κύριος Σαρδέλης, ψαράς απ’ το Πλωμάρι,
έτρωγε τα λέπια, πέταγε το ψάρι.

Ο θείος μου ο Παντελής π’ έμενε στο Γουδί,
έτρωγε το ποτήρι, πέταγε το κρασί.

Μια απ’ τις ξαδέρφες μου, που έμενε στην Άρτα
έτρωγε μόνο το χαρτί κι όχι τη σοκολάτα.

Και ένας άλλος κύριος απ’ το Βαρθολομιό,
έτρωγε τα τσόφλια, πέταγε τ’ αβγό.

Πολλοί απ’ τους ανθρώπους, δεν ξέρω το γιατί,
τρώνε μόνο τα φλούδια, πετάνε τη ζωή.

 Τζιάνι Ροντάρι, Φλυαρίες ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, εκδ. Τεκμήριο

πηγή : http://webzobbie.blogspot.gr/2006/10/blog-post_116076738930068631.html

H ασθένεια είναι μια σύγκρουση μεταξύ της προσωπικότητας και της ψυχής.
Πολλές φορές ……
Η μύτη “στάζει” όταν ο οργανισμός δεν κλαίει.
Ο λαιμος «φράζει», όταν δεν μπορεί να επικοινωνήσει τις αγωνίες.
Το στομάχι καίει όταν ο θυμός δεν μπορεί να βγει.
Ο διαβήτης εισβάλει όταν η μοναξιά πονάει.
Το σώμα παχαίνει όταν η δυσαρέσκεια πιέζει.
Ο πονοκέφαλος καταθλίβει όταν αυξάνουν οι αμφιβολίες.
Η καρδιά χαλαρώνει όταν το νόημα της ζωής φαίνεται να τελειώνει.
Οι αλλεργίες συμβαίνουν όταν η τελειομανία είναι ανυπόφορη.
Τα νύχια σπάνε όταν απειλούνται οι άμυνες.
Το στήθος σφίγγει όταν η υπερηφάνεια σκλαβώνει.
Η πίεση αυξάνεται όταν ο φόβος φυλακίζει.
Οι νευρώσεις παραλύουν όταν το εσωτερικό παιδί τυραννάει.
Ο πυρετός θερμαίνει όταν οι άμυνες εκρήγνουν τα όρια της ανοσίας.
Τα γόνατα πονούν όταν η υπερηφάνεια σου δεν έχει ουσία.
Ο καρκίνος σκοτώνει εάν δεν συγχωρείς ή / και έχεις κουραστεί να «ζουν».(?)

Και οι σιωπηλοί σου πόνοι; Πώς μιλάνε στο σώμα σου;

Η ασθένεια δεν είναι κακό,
θα σου πει ότι έχεις πάρει λάθος δρόμο.

Φαίνεται ωραίο να μοιραστούμε αυτό το μήνυμα:
Ο δρόμος προς την ευτυχία δεν είναι ευθύς.
Υπάρχουν καμπύλες που ονομάζονται ΛΑΘΗ,
φανάρια που λέγονται ΦΙΛΟΙ,
φώτα που ονομάζονται ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

και όλα γίνονται, αν έχεις:
ένα ανταλλακτικό που ονομάζεται ΑΠΟΦΑΣΗ,
μια ισχυρή μηχανή που ονομάζεται ΑΓΑΠΗ,
μια καλή ασφάλιση που ονομάζεται ΠΙΣΤΗ,
άφθονο καύσιμο που ονομάζεται ΥΠΟΜΟΝΗ,
αλλά πάνω απ ‘όλα έναν έμπειρο οδηγό που ονομάζεται ΘΕΟΣ.
Nelson Torres, Doctor στη Ψυχιατρική (UCV) και ειδικός σε ψυχο-νευρό-ανοσογλωσσική PNIL

Από το gataki-gataki.blogspot.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 31 Μαρτίου 2013

Οι Eκδόσεις Προπομπός και τα βιβλιοπωλεία Μαλλιάρης Παιδεία διοργανώνουν την παρουσίαση του συλλογικού τόμου «Η διαχείριση του πόνου στη δημόσια σφαίρα
– Από τη νηπιακή ηλικία έως την ενηλικίωση» που επιμελήθηκε η Λέκτορας Γλωσσολογίας και Ελληνικής Γλώσσας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Νικολέττα Τσιτσανούδη-Μαλλίδη. Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 11 Απριλίου και ώρα 7 μ.μ. στη Θεσσαλονίκη, στο βιβλιοπωλείο-Πολυχώρο «Ανατόλια» (Δ. Γούναρη 39, Καμάρα).

Για το βιβλίο θα μιλήσουν: η κ. Σμαράγδα Παπαδοπούλου-Μανταδάκη, Αν. Καθηγήτρια Π.Τ.Δ.Ε. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, οι συγγραφείς του τόμου, κ.κ. Ζήσης Παπαδημητρίου, Ομότιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ και Άννα Παναγιωταρέα, Καθηγήτρια Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ, Δημοσιογράφος και η επιμελήτρια του τόμου. Στο χώρο της βιβλιοπαρουσίασης θα φιλοξενηθούν εικαστικές αναπαραστάσεις του πόνου από τη ζωγράφο κ. Σταματία Καππέ.

Στον τόμο συμμετέχουν οι κ.κ. Χρυσούλα Λασκαράτου («Η λειτουργία της γλώσσας στη βιωματική εμπειρία του πόνου σε διαλόγους θεραπευτών–ασθενών»), Βασίλης Αναγνωστόπουλος («Η αφήγηση στο χώρο της ιατρικής»), Ζήσης Δ. Παπαδημητρίου («Πολιτικό σύστημα, τηλεόραση και διαχείριση του ανθρώπινου πόνου»), Αννα Παναγιωταρέα («Η τηλεοπτική εμπορευματοποίηση του πόνου»), Ευαγγελία Κούρτη («Λόγος και αντίλογος σχετικά με την προβολή στα ΜΜΕ υποθέσεων με παιδιά θύματα βίας: H περίπτωση του μπλογκ FINDALEX»), Ηλίας Κουρκούτας («Αναπηρία και ΜΜΕ: Κριτικά σχόλια και προτάσεις»), Περικλής Πολίτης («Ο σωματικός πόνος σε διαφημίσεις φαρμακευτικών προϊόντων. Μια κατά Bakhtin ανάγνωση»), Οδυσσέας Δ Μουζάς («Η διαχείριση του πόνου από τα ΜΜΕ»), Ευστράτιος Παπάνης («Τα ΜΜΕ ως επικοινωνιακή απαξία»), Φανή Κουντούρη («Το καθημερινό βίωμα του πολίτη στα ΜΜΕ. Η ανάδυση μιας νέας κοινωνικής ατζέντας;»), Marina Geat (“Ά propos de la manipulation du verbe «aimer» dans le langage des medias et de la politique italiens”) και Νικολέττα Τσιτσανούδη – Μαλλίδη (««Γλώσσα και διεκπεραίωση των αιτημάτων ‘του κόσμου’ στο δημόσιο λόγο»).

Όπως αναφέρει η επιμελήτρια του τόμου, «το φιλεύσπλαχνο και επιδέξιο management της ανθρώπινης οδύνης στη δημόσια σφαίρα εξοστράκισε το ανεπικοινώνητο του πόνου και ευδοκίμησε χάρη στη στάση απατηλής οικειότητας από την πλευρά των ασκούντων την επιτροπεία του άλγους έναντι όσων το υποφέρουν. Η νηπιακή και παιδική ηλικία δεν εξαιρέθηκε. Στα “reality” τα παιδιά εργαλειοποιήθηκαν και μετατράπηκαν σε κοινά ανταλλάξιμα αγαθά».

Η συγκεκριμένη συλλογική έκδοση βραβεύτηκε πρόσφατα με ειδικό βραβείο από τη Διεθνή Ένωση Λογοτεχνών – Καλλιτεχνών Ελλάδας στο πλαίσιο εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα.

Από την Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 29 Μαρτίου 2013

Η αγάπη των άλλων είναι μια συνέπεια φυσική που απλώς σου δείχνει πως η αγάπη σου, δηλαδή η δύναμή σου, είναι αλώβητη. Μ’ αγαπάνε σημαίνει μπορώ ν’ αγαπώ.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Είναι αγών ο έρωτας. Αγών επικρατήσεως.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

 Στην Ελλάδα ζούμε πολυτελέστερα απ’ όσο μας επιτρέπουν τα μέσα μας, πέρα από τις οικονομικές μας δυνατότητες και τις ψυχικές μας ικανότητες. Αυτό ήδη μας δημιουργεί προβλήματα και θα μας προξενήσει μεγάλο κακό.

 Σημ: Κάτι διαισθανόταν ο τσαρούχης όταν όλοι . ευωχούσαν

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ (από συνομιλία του Γ. Τσαρούχη με τον Γιώργο Πηλιχό, “ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ” 14/2/1988)

 

 

Ο Γιάννης Τσαρούχης έλεγε ότι “δεν ήταν ο ίδιος που είχε πει τη φράση στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις, αλλά ήταν ο ηθοποιός Τζαβαλάς Καρούσος που την πρωτοξεστόμισε, ενώ ο ίδιος τη διέδωσε απλά όπως ο Απόστολος Παύλος”.

 

ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ από άρθρο του στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ (12/9/2009)

 

“Κανείς δεν τα ήθελε ούτε για χάρισμα”

Δε σταμάτησαν ποτέ να ζητούν να αγοράσουν έργα του άνθρωποι λιγότεροι ή περισσότερο πλούσιοι. Αυτό τον δυσαρεστούσε και του έφερνε μελαγχολικές σκέψεις. “Τρομάζω”, έλεγε, “γιατί δεν είναι πολύ πίσω ο καιρός που κανείς δεν τα ήθελε ούτε για χάρισμα. Δεν καταλαβαίνω τι μεσολάβησε. Φαίνεται ότι, όπως σπάνε πιάτα στα μπουζούκια, θέλουν να αγοράσουν και ένα έργο μου”. Για να τους αποφύγει, ζητούσε εξωφρενικές τιμές. Δεν είχε όμως υπολογίσει τι βιτσιόζοι είναι οι νεόπλουτοι Έλληνες. Οι μεγάλες τιμές τούς διέγειραν περισσότερο.

Λυπόταν που είχε γίνει ένα είδος μόδας και τα έργα του πωλούνταν τόσο ακριβά, που κι ο ίδιος, όπως έλεγε, δεν μπορούσε πια να τα αγοράσει. Αντιπαθούσε τους συλλέκτες που αγοράζουν έργα του και τα φυλακίζουν χωρίς να μπορεί κανείς να τα δει.

ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ “ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ”

 

Είναι οδυνηρό, για να σε εκτιμήσουν, να προσπαθείς να κάνεις πράγματα που να αρέσουν σε ανθρώπους που δεν εκτιμάς.

“ΤΑ ΓΝΩΜΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ” Εκδόσεις ΒΟΥΡΚΑΡΙΑΝΗ (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)

 

Ποτέ δεν υπήρξε μια εποχή που οι άνθρωποι ήταν τόσο δύσθυμοι και μελαγχολικοί. Άλλωστε, αυτό εξηγεί από μία άποψη την τρομερή και μέχρις αηδίας οργάνωση της ευθυμίας. Καμιά εποχή δεν είχε οργανώσει τόσο πολύ την ευθυμία όσο η δική μας. Σε καμιά εποχή δεν έπαιζε πρωί πρωί στα σπίτια το ραδιόφωνο εύθυμες μουσικές, για να ξυπνήσουν οι άνθρωποι μελαγχολικοί και σχεδόν έτοιμοι να αυτοκτονήσουν.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Το μέρος που κυριολεκτικά συχνάζαμε στο Παρίσι ήταν το Λούβρο. “Εδώ μέσα”, έλεγε, “είναι οι καλύτεροί μου φίλοι”. Γνώριζε και την τελευταία γωνιά του μουσείου. Σταματούσαμε ακόμα και με ψώνια στα χέρια για να μπει και να σημειώσει κάτι στα βιαστικά. “Μα τώρα;” δυσανασχετούσα εγώ. “Τώρα”, απαντούσε, συμπληρώνοντας ότι η χειρότερη ελληνική αρρώστια είναι η αναβλητικότης. Και έμπαινε να ανανεώσει τη ματιά του στο μαύρο φόντο του Βαν Ντάικ ή στο κιαροσκούρο του Τιτσιάνο. Έτσι σχηματιζόταν βέβαια της τέχνης του η περιοχή, όπως λέει ο ποιητής.

Από τις πιο οικείες αίθουσες ήταν αυτή με τα πορτρέτα Φαγιούμ. Τα ήξερε όλα με τα ονόματά τους: Λεύκιος, Δημήτριος, Αμμώνιος, Μελάνθιος, Αρτεμίδωρος, Φιλοκλής. Είχε έντονες αντιρρήσεις για το φωτισμό και γενικά για την παρουσίασή τους.

ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ “ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ

 

 

 

 

Δεν ζητώ ανθρώπους να σκέφτονται σαν εμένα, αλλά να κάνουν σκέψεις συμπληρωματικές των δικών μου.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Στην Ελλάδα όλα γίνονται όπως θέλουν οι μέτριοι. 

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΩΣ ΣΤΡΟΥΘΙΟΝ ΜΟΝΑΖΟΝ ΕΠΙ ΔΩΜΑΤΟΣ”

 

Η μετριότητα κατάντησε να είναι κάτι το απαραίτητο! Η μετριότητα και η καπατσοσύνη!

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

 

 

 

“Ο Τσόγτσιλ και η καγαβάνα”

Ο Λυκούργος Καλλέργης θυμάται μια συνομιλία του με τον Τσαρούχη κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-41, όταν και οι δύο υπηρετούσαν ως στρατιώτες:

Ο Τσαρούχης όμως ήταν απόμακρος, δεν πίστευε τίποτε απ’ όλα αυτά. Κρυφογελούσε σαρκάζοντας. Δεν πίστευε καθόλου πως η ζωή θ’ αλλάξει, ότι οι άνθρωποι θα γίνουν καλύτεροι, ότι θα σταματήσουν οι πόλεμοι.

“Μα είναι δυνατό, Γιάννη”, του ‘λεγα εγώ, “είναι δυνατό να μην πιστεύεις ότι ο κόσμος θ’ αλλάξει ύστερα απ’ αυτό τον ολέθριο πόλεμο, ύστερα απ’ αυτόν το χαλασμό και την κοσμογονία; Δεν πιστεύεις ότι η ζωή θα γίνει καλύτερη, ότι οι σύμμαχοι θα συνεργαστούν για ν’ απαλλάξουν την ανθρωπότητα από την αθλιότητα, τη δυστυχία, την κοινωνική ανισότητα και τα δεινά των πολέμων;”

“Μα για ποιους συμμάχους μου μιλάς, Λυκούγο; Ποιοι είναι αυτοί οι καλοθελητές και ομοφγονούντες σύμμαχοι, που θ’ απαλλάξουν την ανθγωπότητα από τα δεινά, για τα οποία και αυτοί οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι;”

“Μα είναι οι σύμμαχοί μας, Γιάννη μου”, του λέω εγώ. “Οι σύμμαχοί μας ενάντια στο φασισμό!”

“Ποιοι είναι αυτοί οι σύμμαχοι; Ονόμασέ τους”.

“Μα ο Τσόρτσιλ, ο Ρούζβελτ και ο Στάλιν”, του απαντώ.

“Αχ, Καλλέγη, πόσο είσαι αφελής”, μου λέει. “Μου μιλάς για τον Τσόγτσιλ! Μα αγαπητέ μου, αν ο Τσόγτσιλ ήτανε τώγα εδώ κοντά μας και ετούτος ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει, ξέγεις τι θα σου ‘λεγε;”

“Τι θα μου ‘λεγε;”

“Θα σου ‘λεγε: Βγε Καλλέγη, δώσε μου την καγαβάνα σου να φάω για να μη λεγώσω τη δικιά μου. Κι ούτε καν θα σε παγακαλούσε. Και θα σου άνοιγε στα γήγογα ένα καινούγιο μέτωπο, κι εσύ θα ήσουν πάλι στην πγώτη γαμμή να πολεμάς, ενώ ο Τσόγτσιλ, αφού θα είχε ντεγλικώσει με την καγαβάνα σου, θα κάπνιζε μακάγια το πούγο του σε κάποιο παλάτι στο Λονδίνο. Κάτι ανάλογο θα μπογούσαν να σου ζητήσουν και οι άλλοι σύμμαχοι, και ο Γούζβελτ και ο Στάλιν. Όλοι αυτοί, κατά κανόνα, την καγαβάνα τους ποτέ δεν τη λεγώνουν”.

Αυτός ήταν ο Τσαρούχης. Με μια αλληγορία και δυο καυτά λόγια ξόφλησε τη μεγάλη και τρανή συμμαχία των Μεγάλων, που τόσες και τόσες προσδοκίες κι ελπίδες στήριξε σ’ αυτήν η ανθρωπότητα και ιδιαίτερα η χώρα μας. Αυτή είναι μια από τις πιο ζωντανές μνήμες που μου έμειναν από το έπος της Αλβανίας. Το δυστύχημα είναι ότι ο Τσαρούχης βγήκε δικαιωμένος.

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ “ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ” Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ

 

Αρετές μας είναι τα ελαττώματά μας που τα παραδεχτήκαμε.

“ΤΑ ΓΝΩΜΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ” Εκδόσεις ΒΟΥΡΚΑΡΙΑΝΗ (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

 

 

Χρειάζεται η θεία αφέλεια για να βρεις μέσα σου την αλήθεια.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

 

 

 

 

Το ίδιο εκείνο πρωί της 21ης Απριλίου βγαίνοντας, είδε τα τανκ στους δρόμους και νόμισε στην αρχή πως ο Γαβράς γύριζε τη νέα του ταινία. Έφυγε προτού προλάβει να χαρεί το νεόκτιστο σπίτι στο Μαρούσι. “Μα πού πας; Φεύγεις τώρα που απέκτησες σπίτι;” του είπε ο φίλος του Ντίνος Δοξιάδης. “Απέκτησα σπίτι αλλά έχασα το οικόπεδο”, του απάντησε ο Τσαρούχης.

ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ “ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Ένα μόνο έχω να συμβουλεύσω τους νεότερους: να πειθαρχούν στην πίστη τους, αφού προηγουμένως την ανακαλύψουν.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Ο λόγος, η γλώσσα, η φωνή – αντίδοτα στο θάνατο και στη δυστυχία.

“ΤΑ ΓΝΩΜΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ” Εκδόσεις ΒΟΥΡΚΑΡΙΑΝΗ (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)

 

Το εξαιρετικό άτομο άλλοτε ετιμάτο και εξυπηρετούσε το σύνολο! Σήμερα το εξαιρετικό άτομο κρίνεται από το σύνολο των μέτριων ανθρώπων και μπαίνει σε μια κλίνη του Προκρούστη και κονταίνει. Το “γιατί εσύ και όχι εγώ”, είναι το συνηθισμένο που ακούει κανείς σήμερα.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

“Ο μοναδικός θεατής”

Το 1920 ο Τσαρούχης ήταν 10 χρονών.

Το 1920 αποφάσισα στο σπίτι της θείας μου Μεταξά, όπου έμενα (λόγω ταξιδιού της μητέρας μου στην Ελβετία, για λόγους υγείας της αδελφής μου), να δημιουργήσω ένα θέατρο και πρώτο έργο ήταν η Αντιγόνη. Το θέατρο αυτό ήταν μια μεγάλη τρισδιάστατη μακέτα χωρίς πάτωμα, όπου μπορούσαν ντεκουπαρισμένες φιγούρες να κινηθούν όπως στον Φασουλή. (.)

Τα κοστούμια έφτιαχνα εκείνη την ώρα με βάση τις φιγούρες και τα σκηνικά. Μοναδικός θεατής ήταν ο αδελφός μου Μάριος τον οποίο συχνά έδενα με σκοινιά στην καρέκλα του για να μη φύγει και δεν δει το θέαμα.

ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ “ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Σας παραπέμπω στη Διοτίμα του Συμποσίου του Πλάτωνα – τα λέει πολύ καλά. Η Πενία και ο Πλούτος, καλεσμένοι, σ’ ένα γάμο μεθύσανε και ο Πλούτος ξεμονάχιασε την Πενία και καρπός αυτής της ενώσεως υπήρξε ο Έρωτας. Γι’ αυτό ο έρωτας είναι φτώχεια και ζητιανιά και συγχρόνως αίσθηση μεγάλη πλούτου.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Η τέχνη δεν είναι απασχόληση, δεν είναι για να περνάς την ώρα σου. Είναι η θρησκεία του ζωντανού και αιώνιου πάθους.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΑΓΑΘΟΝ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΑΙ”

 

Είναι ο νόμος της φύσεως – όποιος δεν παραδέχεται τις επιθυμίες του, να φανατίζεται με τις επιθυμίες των άλλων.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 

 

Η ζωή είναι τόσο θαυμαστό πράγμα, ώστε η τιμή της είναι το μυστήριο του θανάτου.

“ΤΑ ΓΝΩΜΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ” Εκδόσεις ΒΟΥΡΚΑΡΙΑΝΗ (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)

 

Στην Ελλάδα βλέπουμε μόνο τη δυσάρεστη και την αδύνατη πλευρά κάθε πράγματος. Όλοι ξέρουν το τι δε γίνεται και, ικανοποιημένοι με την απαισιόδοξη γνώμη τους, κατηγορούν κάθε άνθρωπο που έχει δράση και προσπαθεί να κάνει κάτι τι.

Υπάρχουν και οι τρελοί που παίρνουν στα σοβαρά την Ελλάδα και αγνοούν τις απαισιόδοξες γνώμες και φτάνουν στο αδύνατο και στο ακατόρθωτο, χάνοντας την εκτίμηση των απαισιόδοξων και αυτών που γνωρίζουν τα πάντα.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Η αδελφή του, Αγγελική Τσαρούχη, πέθανε άγαμη το 1970. Εκείνος το ‘μαθε στο Παρίσι, αλλά δεν μπόρεσε να έρθει στην Αθήνα για την κηδεία. “Στη θλίψη μου μέσα” μου έχει πει, “έμπαινα στο μετρό κι όπου πήγαινε. Έτσι, χωρίς να πηγαίνω πουθενά, σκεπτόμουν τη μητέρα μου που ήταν δεμένη πολύ μαζί της. Δεν είχα το κουράγιο ούτε στο τηλέφωνο να της μιλήσω. Της έγραψα ένα γράμμα πως μόνο ο Χριστός μπορεί να την παρηγορήσει γι’ αυτό”. Ήταν πολύ γριά τότε, ενενήντα τριών ετών. Την είδε τον επόμενο χρόνο που ήρθε στην Ελλάδα. “Παιδί μου”, του είπε, “θέλω να πεθάνω, αλλά ας περάσουν τρία χρόνια. Δε θέλω να την ενοχλήσω την αδελφή σου μέσα στον ίδιο τάφο”. Να από πού έπαιρνε ο Τσαρούχης τα πρότυπα για τις Εκάβες και τις Κασσάνδρες. Ήταν πρόσωπα που τα ήξερε στη ζωή και γι’ αυτό μπορούσε να τα αποδώσει στο θέατρο.

Εκείνη πέθανε τον Ιούλιο του 1973. Ο ίδιος είχε έρθει στην Ελλάδα μόλις πριν από λίγες μέρες.

ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ “ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ

 

Κατά τη διάρκεια του πολέμου με τους Ιταλούς ο Γ. Τσαρούχης -ο οποίος υπηρετούσε ως στρατιώτης- ζωγράφισε στο καπάκι ενός κιβωτίου ρέγκας την Παναγία της Νίκης:

Ο διοικητής εζήτησε να δει την εικόνα. Ήταν μακριά η σκηνή και έστειλε έναν μοτοσυκλετιστή εξαιρετικά ωραίο και πολύ μάγκα, για να με κουβαλήσει εκεί που έμενε. Επήρα την εικόνα μαζί μου και καβάλησα τα καπούλια της μοτοσυκλέτας. Καθώς πηγαίναμε προς τον διοικητή, έφραξαν σχεδόν τον δρόμο Έλληνες στρατιώτες από την Άρτα, που είχαν στρατοπεδεύσει εκεί κι είχαν πληροφορηθεί για την ύπαρξη της εικόνας. Ήδη το ταπεινό μου έργο, που δεν είχε στεγνώσει ακόμα, είχε αποκτήσει την φήμη θαυματουργής εικόνας και οι στρατιώτες οι Αρτινοί, σε έξαλλη θρησκευτική έκσταση, απαιτούσαν η θαυματουργή εικόνα να μείνει ένα βράδυ τουλάχιστον στην κατασκήνωσή τους. Άκουγες φωνές, από παντού. Όλοι οι στρατιώτες φωνάζανε: “Η Παρθένα, η Παρθένα. Να την αφήσετε μια βραδιά”. Εκείνη την ώρα βάρεσε συναγερμός, δηλαδή ένας στρατιώτης με μια σάλπιγγα τυλιγμένη με ιμάντες από γκέτες από χακί ύφασμα εσάλπισε. Εγώ και ο μοτοσυκλετιστής πέσαμε μπρούμυτα σύμφωνα με τις διαταγές που είχαμε. Κανένας Αρτινός δεν έκανε το ίδιο. “Βρε συνάδελφε”, μου είπε ένας, “βαστάς την Παρθένα και φοβάσαι;”

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ “ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

“Ειρήνηηηη! Ειρήνηηηη!”

 

Ο Λυκούργος Καλλέργης θυμάται πώς έζησε μαζί με τον Τσαρούχη το τέλος του ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-41:

Ήταν παραμονές του Πάσχα – Απρίλης του 1941. Ζούσαμε μέσα σ’ εκείνη τη σπηλιά, σαν κυνηγημένα απ’ το λύκο πρόβατα, που ξέκοψαν απ’ το κοπάδι τους, τρώγοντας ό,τι απομεινάρια είχαμε στα σακίδιά μας και απ’ αυτά που αρπάξαμε από τις αποθήκες της επιμελητείας. Ύστερα από δυο τρεις μέρες -δεν θυμάμαι καλά- ένα πρωινό ανοιξιάτικο, ακούσαμε ξάφνου από μακριά, κάτω στον κάμπο, μια βροντερή φωνή ανθρώπου σ’ έξαλλη κατάσταση να κραυγάζει: “Ειρήνηηη!. Ειρήνηηηη!. Αδέλφιααα, έγινε Ειρήνηηηη!. Τέλειωσε ο πόλεμοοος!.

Σαστισμένοι πεταχτήκαμε όλοι έξω απ’ τη σπηλιά. Ο άνθρωπος κάτω στον κάμπο συνέχιζε να φωνάζει: “Ειρήνηηη!. Ειρήνηηηη!.”

Τότε συνειδητοποιήσαμε τι είχε συμβεί: Υπογράφηκε ειρήνη!. Ο πόλεμος τέλειωσε! Τέλειωσε!. Ανάστατοι, κλαίγοντας, αγκαλιαζόμασταν και φιλιόμασταν!. Έπειτα, έξαλλοι από αγαλλίαση, ορμήσαμε στον κατήφορο σαν ένα σώμα και κατρακυλώντας φτάσαμε όλοι μαζί σ’ ένα εκκλησάκι στους πρόποδες του βουνού. Κάποιος άνοιξε την πόρτα κι όλοι μαζί, στριμώχνοντας ο ένας τον άλλο, χωθήκαμε μέσα. Νιώσαμε σαν να είχαμε λυτρωθεί από ένα βραχνά, από ένα όνειρο εφιαλτικό. Και ξαφνικά ο Τσαρούχης άρχισε να ψέλνει με μια φωνή εκ βαθέων το: “Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια, ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια.” Τότε αρχίσαμε όλοι να ψέλνουμε με έξαρση το δοξαστικό τροπάριο, παρασυρμένοι από την καλλικέλαδη φωνή του Τσαρούχη. Ήταν κάτι σαν μυσταγωγία. Ήταν κάτι λυτρωτικό, σαν αποκάθαρση, σαν Ανάσταση!. Ήταν άλλωστε κοντά το Πάσχα. Και πραγματικά, ο Τσαρούχης στη συνέχεια έψαλε το: “Χριστός ανέστη εκ νεκρών!.” Και όλοι μαζί τον ακολούθησαν με την ίδια έξαρση. Σιγά σιγά συνήλθαμε, ειρηνέψαμε, κι έτσι πανηγυρικά, ελεύθεροι και λυτρωμένοι, “έμπλεοι αγαλλιάσεως”, υποδεχτήκαμε την υπογραφή της “ειρήνης”. Ποιας ειρήνης! Δεν φανταζόμασταν τα δεινά που θ’ ακολουθούσαν!

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ “ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ” Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 28 Μαρτίου 2013

Oι φοιτητές παρακολουθούσαν με μεγάλο ενδιαφέρον το μάθημα για τη διαχείριση του άγχους, όταν ο καθηγητής έπιασε ένα ποτήρι και το σήκωσε ψηλά.

Όλοι φαντάστηκαν ότι θα έκανε τη γνωστή ερώτηση: «Είναι
μισοάδειο ή μισογεμάτο;».

Αντ’ αυτού, με ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό του, ρώτησε:

«Πόσο βαρύ είναι αυτό το ποτήρι με το νερό;»

Οι απαντήσεις, που έδωσαν οι φοιτητές, κυμάνθηκαν από 200 μέχρι 600 γραμμάρια….

Όμως ο καθηγητής διαφώνησε:

Το απόλυτο βάρος δεν έχει σημασία.

Εξαρτάται από το πόση ώρα κρατάω το ποτήρι.

Αν το κρατάω ψηλά για ένα λεπτό, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα.

Αν το κρατήσω έτσι για μια ώρα, θα αρχίσει να πονάει το χέρι μου.

Αν το κρατήσω για μια μέρα, το χέρι μου θα μουδιάσει και θα παραλύσει.

Σε κάθε περίπτωση, το βάρος του ποτηριού δεν αλλάζει, αλλά όσο περισσότερο το κρατώ τόσο βαρύτερο γίνεται

Συνέχισε ο καθηγητής:

Το στρες, οι ανησυχίες και τα προβλήματα της ζωής είναι σαν το ποτήρι του
νερού.

Αν τα σκεφτείτε τα για λίγο, δεν πειράζει.

Αν τα σκέφτεστε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, θα αρχίσουν να σας πληγώνουν.

Και αν σας προβληματίζουν όλη την ημέρα, στο τέλος θα σας παραλύσουν και θα νιώσετε ανίκανοι να κάνετε οτιδήποτε.

Είναι σημαντικό να θυμόσαστε να χαλαρώνετε και να διώχνετε το στρες. Μην κουβαλάτε τα προβλήματα μαζί σας μέχρι το βράδυ, ακόμα και τη νύχτα.

Μη ξεχνάτε να κατεβάζετε το ποτήρι!

*Σαγιάκος Γιώργος

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Μαρτίου 2013
Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.

Όχι δεν είμαι λυπημένη.
 
Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.

Όχι δεν είμαι λυπημένη.
 
Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ΄αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.
 
Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από΄κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από΄δω, έχασα κι από΄κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ΄λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.
 

Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Μαρτίου 2013

Εμπρός εμπρός με ακούτε; Εμπρός
Από μακριά τηλεφωνώ.
Δεν ακούγομαι τι,
ξεφορτίστηκε η απόσταση;
Από κινητό διάστημα μιλάτε;
Να ξαναπατήσω το μηδέν;
Κι άλλο;
Με ακούτε τώρα;
Ναι μου δίνετε σας παρακαλώ τη μαμά μου;
Τι αριθμό πήρα;
Τον ουρανό αυτόν μου έχουν δώσει.
Δεν είναι κει;
Μπορώ να της ουρλιάξω ένα μήνυμα;
Είναι μεγάλη ανάγκη πείτε της,
είδα στον ύπνο μου ότι πέθανε
κι εγώμικρό παιδί, κατουρημένο γοερά,
μούσκεμα ο φόβος ως απάνω
κι ακόμα να στεγνώσει.

Ν’ αρθει να τον αλλάξει.
Αν δεν μπορέσει,
της λέτε ότι ωρίμασε εκείνη η παλιά φοβέρα της,
πως θα με φάει ο γέρος αν δεν τελειώσω το φαγητό μου.
Ωρίμασε,
έγινα γεύμα γήρατος,
όχι σε ταβερνάκι ονείρου.
Σε κάποιο λαϊκό μαγέρικο
που άνοιξε
ο καθρέφτης.