Διαβάσαμε
Μια φορά κι έναν καιρό, μάλωσαν δύο αδέλφια που ζούσαν σε γειτονικές φάρμες. Ήταν το πρώτο σοβαρό ρήγμα στη σχέση τους. Για 40 χρόνια, εργάζονταν μαζί ως γεωργοί, μοιράζονταν χωρίς κανένα πρόβλημα τα γεωργικά μηχανήματα, και συνεργάζονταν αρμονικά για την εμπορία των προϊόντων τους.
Όμως, η μακρά συνεργασία τους διεκόπη απότομα. Η διένεξη ξεκίνησε από μια μικρή παρεξήγηση, εξελίχθηκε σε μια σημαντική διαφορά, και τελικά κατέληξε σε ανταλλαγή πικρών λόγων.
Ένα πρωί κάποιος χτύπησε την πόρτα του μεγαλύτερου αδελφού. Εκείνος άνοιξε και αντίκρισε έναν άνθρωπο με την εργαλειοθήκη ενός ξυλουργού.
«Ψάχνω για δουλειά λίγων ημερών» είπε. «Ίσως έχετε ανάγκη για κάποιες μικροεργασίες και θα μπορούσα να σας φανώ χρήσιμος».
“Πράγματι” αναφώνησε ο μεγαλύτερος αδελφός. “Έχω μια δουλειά για σένα. Κοίταξε σε εκείνο τον κολπίσκο στο απέναντι αγρόκτημα. Αυτός είναι ο γείτονάς μου. Στην πραγματικότητα, είναι ο μικρότερος αδερφός μου. Μέχρι την περασμένη εβδομάδα υπήρχε ένα χωράφι ανάμεσα μας. Όμως, έσκαψε με την μπουλντόζα του μέχρι το ανάχωμα του ποταμού και τώρα υπάρχει ένα ποταμάκι ανάμεσα μας. Λοιπόν, μπορεί να κατάφερε να μ’ εκνευρίσει, αλλά εγώ θα κάνω κάτι χειρότερο. Βλέπεις αυτή τον σωρό με ξύλα στο στάβλο; Θέλω να φτιάξεις ένα ψηλό φράχτη. Δεν θέλω να ξαναδώ το πρόσωπο του!”.
Ο ξυλουργός απάντησε: «Νομίζω ότι καταλαβαίνω την κατάσταση. Πιστεύω ότι μπορώ να τα καταφέρω και ότι στο τέλος θα ευχαριστηθείς με τη δουλειά μου”.
Ο μεγαλύτερος αδελφός έπρεπε να πάει στην πόλη γα να τελειώσει κάποιες δουλειές. Έτσι, βοήθησε τον ξυλουργό να μεταφέρει τα ξύλα, και έφυγε για την πόλη.
Ο ξυλουργός εργάστηκε σκληρά κατά τη διάρκεια της μέρας. Λίγο πριν το ηλιοβασίλεμα, όταν ο γεωργός επέστρεψε, ο ξυλουργός είχε μόλις τελειώσει τη δουλειά του.
Τα μάτια του αγρότη γούρλωσαν από αυτό που αντίκρισε. Δεν είχε κατασκευαστεί ο φράχτης που είχε ζητήσει. Αντί για τον φράχτη, υπήρχε μια γέφυρα από την μια μεριά του ρέματος μέχρι την άλλη.
Εκείνη την ώρα, είδε από την άλλη μεριά της γέφυρας να έρχεται προς το μέρος του ο γείτονας, ο νεώτερος αδελφός του. Όταν τον πλησίασε, άπλωσε τα χέρια του και είπε: “Είσαι ο καλύτερος αδελφός που θα μπορούσα να έχω. Μετά από όλα όσα έχω κάνει και έχω πει εναντίον σου, έχτισες μια γέφυρα ανάμεσα μας”.
Τα δύο αδέλφια αγκαλιάστηκαν, μετανιωμένα για ότι είχε συμβεί ανάμεσα τους. Γύρισαν και είδαν τον ξυλουργό να σηκώνει την εργαλειοθήκη και να την κρεμάει στον ώμο του.
“Όχι, μην φεύγεις, περίμενε! Μείνε λίγες ημέρες. Έχω κι άλλες εργασίες για σένα», είπε ο μεγαλύτερος αδελφός.
“Θα ήθελα πολύ να μείνω, είπε ο ξυλουργός, αλλά έχω να χτίσω κι άλλες γέφυρες…”!
ΧΟΡΟΣ
Ευτυχισμένος είναι αυτός που δε γεύτηκε τα βάσανα. Γιατί σαν τρανταχτεί από θεό ένα σπιτικό, η συμφορά περνά από τη μια γενιά στην άλλη όπως ορμάει το μαύρο πέλαγος και ξεσηκώνει από το σκοτεινό τον πάτο μαύρη άμμο και δυνατοί θρακικοί άνεμοι φέρνουν μεγάλα κύματα, έτσι και στα σπίτια των Λαβδακιδών, χρόνια τώρα, συμφορές σωριάζονται πάνω στα πάθη, και δεν μπορεί ν’ απαλλάξει η μια γενιά την άλλη, αλλά τους ο θεός τους ρίχνει κάτω πάντα και δε μπορούν να γλιτώσουν. Τώρα πάνω που άρχισε να φαίνεται μια χαραμάδα φως, το στερνό βλαστάρι απ’ τις ρίζες του Οιδίποδα το θέρισαν ξανά ασυλλόγιστα λόγια και σκοτεινά μυαλά, με το φονικό λεπίδι των θεών του κάτω κόσμου.
Κανείς τη δύναμή σου Δία δε θα μπορέσει να την ξεπεράσει, ούτε κι αυτός ο Ύπνος που όλα τα παραλύει, ούτε και να σε φθείρει μπορεί ο αγέραστος καιρός. Μα αιώνια παντοδύναμος θα κυβερνάς μέσα στην αστραφτερή δόξα του Ολύμπου. Στο μέλλον, στο παρόν, στο παρελθόν, ένας νόμος υπάρχει: Δε γίνεται κανένας άνθρωπος να κρατηθεί έξω απ’ τη συμφορά για πάντα. Γιατί η ελπίδα πλανεύει. Άλλους τους στέλνει στο σωστό δρόμο, κι άλλους τους τρέφει με λαχτάρες κούφιες. Γλιστράει μέσα σ’ αυτόν που δεν ξέρει και σέρνει το βήμα του στη φωτιά.
Έχει ειπωθεί ένας λόγος σοφός: Αν θέλει ένας θεός στη συμφορά να σπρώξει κάποιον, σκοτίζει το μυαλό του και το κακό το παίρνει για καλό. Όμως ελάχιστα το ευχαριστιέται….
ΑΙΜΟΝΑΣ
…Πατέρα, οι θεοί μας δώσαν το μυαλό, ό,τι καλύτερο αγαθό στον κόσμο. Κι εγώ δε θα ‘λεγα πως δεν τα λες σωστά, ούτε θα το ‘θελα, ούτε και το μπορώ. Αλλά μπορεί να υπάρχουν κι άλλες γνώμες. Εσύ από τη θέση σου, δε μπορείς να ξέρεις τι λένε, τι κάνουν ή τι κατηγορούν, γιατί φοβάται ο καθένας να σου πει τις γνώμες που δε θα σ’ άρεσε ν’ ακούσεις. Μα εγώ μπορώ ν’ ακούσω τι ψιθυρίζεται στην πόλη. Μοιρολογάνε το κορίτσι, το πιο δύστυχο απ’ όλες τις γυναίκες, που λιώνει γιατί τόλμησε να κάνει μια άγια πράξη: “Εκείνη που τον αδερφό της έθαψε και δεν τον άφησε παρατημένο εκεί τροφή για τα άγρια τα σκυλιά και τα όρνια, δεν της αξίζανε οι πιο μεγάλες τιμές;” Τέτοια κυκλοφορούν μουρμουριστά παντού.
Πατέρα, το να είσαι ευτυχισμένος, είναι για μένα, το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο. Τι άλλο θέλει ο γιός παρά τη δόξα του πατέρα κι ο πατέρας τη δόξα του παιδιού του; Μην έχεις την ιδέα, πως το δικό σου είναι μόνο το σωστό και τίποτ’ άλλο. Γιατί όσοι νομίζουν πως μονάχ’ αυτοί έχουνε γλώσσα και ψυχή και κανένας άλλος άμα τους ξεψαχνίσεις τους βρίσκεις κούφιους.
Και δεν είναι ντροπή ακόμα κι αν κάποιος είναι σοφός, όταν μαθαίνει κάτι καινούργιο να αλλάζει τη γνώμη του. Γιατί όσα απ’ τα δέντρα στην ορμή του χείμαρρου λυγίζουν τα κορμιά τους, δεν τσακίζονται. Όμως όσα αντιστέκονται, ξερριζώνονται. Έτσι και το καράβι μέσα στους ανέμους. Άμα δεν λασκάρεις τα πανιά, τουμπάρει, κι αναγκάζεσαι να σταματήσεις το ταξίδι σου νικημένος από τα κύματα. Σκέψου λοιπόν και δώσε τόπο στην οργή Κι άμα μετράει η γνώμη του νεώτερου, πιστεύω πως είν’ ωραίο κανένας να γεννηθεί σοφός και σ’ όλα γνωστικός. Μ’ αφού δε γίνεται, πότε πότε είναι καλό ν’ ακούμε κι εκεινούς που λένε το σωστό.
Άρεσε γενικώς στην Αλεξάνδρεια,
τες δέκα μέρες που διέμεινεν αυτού,
ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης
Αριστομένης, υιός του Μενελάου.
Ως τ’ όνομά του, κ’ η περιβολή, κοσμίως, ελληνική.
Δέχονταν ευχαρίστως τες τιμές, αλλά
δεν τες επιζητούσεν· ήταν μετριόφρων.
Αγόραζε βιβλία ελληνικά,
ιδίως ιστορικά και φιλοσοφικά.
Προ πάντων δε άνθρωπος λιγομίλητος.
Θάταν βαθύς στες σκέψεις, διεδίδετο,
κ’ οι τέτοιοι τόχουν φυσικό να μη μιλούν πολλά.
Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε.
Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος.
Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Έλληνας,
έμαθ’ επάνω, κάτω σαν τους Έλληνας να φέρεται·
κ’ έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν
χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι
μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά,
κ’ οι Αλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό,
ως είναι το συνήθειο τους, οι απαίσιοι.
Γι’ αυτό και περιορίζονταν σε λίγες λέξεις,
προσέχοντας με δέος τες κλίσεις και την προφορά·
κ’ έπληττεν ουκ ολίγον έχοντας
κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του.
Δυσαρεστήθηκεν ο Σελευκίδης
Δημήτριος να μάθει που στην Ιταλία
έφθασεν ένας Πτολεμαίος σε τέτοιο χάλι.
Με τρεις ή τέσσαρες δούλους μονάχα·
πτωχοντυμένος και πεζός. Ετσι μια ειρωνία
θα καταντήσουν πια, και παίγνιο μες στην Ρώμη
τα γένη των. Που κατά βάθος έγιναν
σαν ένα είδος υπηρέται των Ρωμαίων
το ξέρει ο Σελευκίδης, που αυτοί τους δίδουν
κι αυτοί τους παίρνουνε τους θρόνους των
αυθαίρετα, ως επιθυμούν, το ξέρει.
Αλλά τουλάχιστον στο παρουσιαστικό των
ας διατηρούν κάποια μεγαλοπρέπεια·
να μη ξεχνούν που είναι βασιλείς ακόμη,
που λέγονται (αλλοίμονον!) ακόμη βασιλείς.
Γι’ αυτό συγχίσθηκεν ο Σελευκίδης
Δημήτριος· κι αμέσως πρόσφερε στον Πτολεμαίο
ενδύματα ολοπόρφυρα, διάδημα λαμπρό,
βαρύτιμα διαμαντικά, πολλούς
θεράποντας και συνοδούς, τα πιο ακριβά του άλογα,
για να παρουσιασθεί στην Ρώμη καθώς πρέπει,
σαν Αλεξανδρινός Γραικός μονάρχης.
Αλλ’ ο Λαγίδης, που ήλθε για την επαιτεία,
ήξερε την δουλειά του και τ’ αρνήθηκε όλα·
διόλου δεν του χρειάζονταν αυτές η πολυτέλειες.
Παληοντυμένος, ταπεινός μπήκε στην Ρώμη,
και κόνεψε σ’ ενός μικρού τεχνίτου σπίτι.
Κ’ έπειτα παρουσιάσθηκε σαν κακομοίρης
και σαν πτωχάνθρωπος στην Σύγκλητο,
έτσι με πιο αποτέλεσμα να ζητιανέψει.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
Σημειώσεις:
Οι πρωταγωνιστές του ποιήματος είναι οι: Δημήτριος Σελευκίδης, ο οποίος αργότερα ανήλθε στο θρόνο της Συρίας (ως «Δημήτριος Σωτήρ») και Πτολεμαίος ο ΣΤ’ Φιλομήτωρ, βασιλιάς της Αιγύπτου. Το ποίημα τοποθετείται χρονικά στο έτος 164 π.Χ., όταν ο Δημήτριος ζούσε ως όμηρος στη Ρώμη και ο Πτολεμαίος είχε εξοριστεί από την Αλεξάνδρεια από τον ίδιο του τον αδερφό (και συμβασιλέα) Πτολεμαίο Η’ τον Ευεργέτη και ήρθε στη Ρώμη για να παρακαλέσει τη Σύγκλητο να τον αποκαταστήσει στο θρόνο του…
Στο Πεδίο του Άρεως θα πραγματοποιηθεί η 36η Γιορτή Βιβλίου που διοργανώνει, από 24 Μαΐου έως 9 Ιουνίου, ο Σύλλογος Εκδοτών Βιβλίων Αθηνών με τη συνεργασία του Οργανισμού Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας.
Ωράριο Λειτουργίας:
Δευτέρα – Πέμπτη 6:00 μ.μ.–10:00 μ.μ. Παρασκευή – Σάββατο 6:00 μ.μ.–10:30 μ.μ.
Κυριακή 11:00 π.μ. – 2:30 μ.μ. & 6:00 μ.μ. – 10:00 μ.μ.
Στόχος της Γιορτής Βιβλίου είναι να συμβάλει στην ανάπτυξη της φιλαναγνωσίας, ιδιαίτερα στις μικρές ηλικίες και για το λόγο αυτό θα συνεχιστεί για τρίτη χρονιά η προσπάθεια ενίσχυσης των βιβλιοθηκών της χώρας μας, με τη μεγάλη κοινωνική καμπάνια: «Με διάβασες; Χάρισέ με! Χαρίστε ένα βιβλίο, σώστε μια βιβλιοθήκη», σε συνεννόηση με την Περιφέρεια Αττικής.
Για το πρόγραμμα των εκδηλώσεων, βλ. http://www.in.gr/files/1/2013/05/23/%CE%95%CE%BA%CE%B4%CE%B7%CE%…
Από την Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα
Λόγια της μητέρας στο νεογέννητο γιο της
την ώρα που κόβει τον ομφάλιο λώρο
(Aztec)
Κόβω από την κοιλιά σου τον αφαλό:
να ξέρεις πως ο τόπος που γεννήθηκες δεν είναι η πατρίδα σου,
γιατί είσαι υπηρέτης και πολεμιστής,
είσαι το πουλί που λέγεται κετζάλ,
είσαι το πουλί που λέγεται ζακουάν,
είσαι υπηρέτης και πολεμιστής
Εκείνου που κατοικεί σε Όλους τους Τόπους.
Το σπίτι που γεννήθηκες δεν είναι παρά η φωλιά σου.
Είναι ένας σταθμός στο δρόμο σου.
Είναι το σημείο εισόδου σου στον κόσμο.
Εδώ ξεπήδησες, εδώ άνθισες.
Εδώ αποχωρίζεσαι τη μάνα σου
σαν το πελεκούδι που κόπηκε απ’ την πέτρα.
Εκλιπαρώντας την ανάσα
(Zuni)
Εκλιπαρώντας την ανάσα του θεού
τη ζωοδότρα ανάσα του
την αρχαία ανάσα του
την ανάσα των νερών
την ανάσα των σπόρων
την ανάσα των αγαθών
την ανάσα της γονιμότητας
την ανάσα της δύναμης
την ανάσα του δυνατού πνεύματος
την ανάσα κάθε ευτυχίας
ζητώντας την ανάσα του
και μέσα στο ζεστό μου σώμα τραβώντας την ανάσα του
τη φυσάω στην ανάσα σου
ευτυχισμένες πάντα για να ζεις.
Φιλία
(Aztec)
Σαν φτερό από κετζάλ, σαν ευωδιαστό λουλούδι
λάμπει η φιλία:
σαν φτερά ερωδιού υφαίνεται γεμάτη στολίδια.
Το τραγούδι μας είναι φωνή πουλιού σαν κουδουνάκι:
Τι όμορφα που κάνεις κι αντηχεί!
Εδώ, ανάμεσα στα λουλούδια που μας περικλείουν
ανάμεσα στα ανθισμένα λουλούδια, τραγουδάς.
Τραγούδι
(Eskimo)
Και ξαναθυμάμαι
τις μικρές μου περιπέτειες.
Όταν ξανοίχτηκα με ένα θαλασσινό άνεμο
στο καγιάκ μου
και νόμισα πως κινδύνευα.
Οι φόβοι μου
που θεωρούσα μεγάλους
για όλα τα επίγεια
που έπρεπε να βρω και να αποκτήσω.
Κι όμως υπάρχει μόνο ένα μεγάλο πράγμα
το σπουδαιότερο πράγμα:
να ζήσω για να δω στα καλύβια και στα ταξίδια
τη μεγάλη μέρα που ξημερώνει
και το φως που γεμίζει τη γη.
Οι άνθρωποι που έχουν στο σπίτι τους κατοικίδια ζώα, ιδίως σκυλιά, κινδυνεύουν λιγότερο από προβλήματα καρδιάς, σύμφωνα με τον Αμερικανικό Καρδιολογικό Σύλλογο. Σε σχετική ανακοίνωση, σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερ, αναφέρεται ότι η κατοχή ενός κατοικίδιου μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο του ιδιοκτήτη για καρδιοπάθεια, καθώς σχετίζεται με λιγότερη παχυσαρκία, καθώς επίσης με χαμηλότερα επίπεδα αρτηριακής πίεσης, λιπιδίων (τριγλυκεριδίων) και χοληστερόλης.
Μια μελέτη άνω των 5.200 ενηλίκων, σύμφωνα με τον Γκλεν Λιβάιν, καθηγητή του Κολλεγίου Ιατρικής Μπέιλορ του Χιούστον, που δημοσίευσε την ανακοίνωση του Συλλόγου στο καρδιολογικό περιοδικό «Circulation», έδειξε ότι όσοι κατείχαν κάποιο ζώο, ήσαν πιο δραστήριοι σωματικά, στο μέτρο που έβγαζαν συχνές βόλτες τον σκύλο τους (ή άλλο ζωάκι!). Παράλληλα, άλλες έρευνες έχουν δείξει ότι τα κατοικίδια δρουν ηρεμιστικά για τον κάτοχό τους, μειώνοντας το στρες του, σε σημείο που τα ζώα χρησιμοποιούνται υποβοηθητικά σε ορισμένα προγράμματα ψυχοθεραπείας. Η αφοσίωση και η αγάπη που δείχνουν τα ζώα, μειώνουν το άγχος, την κατάθλιψη και την μοναξιά του ιδιοκτήτη τους, ενώ ανεβάζουν την αυτοεκτίμησή του.
Ο Γκλεν Λιβάιν διευκρίνισε ότι είναι ήδη ξεκάθαρο πως η ύπαρξη ενός κατοικίδιου, ιδίως σκύλου, μειώνει τους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, άρα προστατεύει έμμεσα την καρδιά. Αυτό που είναι λιγότερο σαφές, είναι αν τα κατοικίδια ωφελούν άμεσα την καρδιά, μειώνοντας τον κίνδυνο καρδιοπάθειας. Πάντως, ο Αμερικανικός Καρδιολογικός Σύλλογος φρόντισε να διευκρινίσει πως η απόκτηση ενός κατοικίδιου δεν μπορεί να υποκαταστήσει την υγιεινή διατροφή, τη σωματική άσκηση, τον έλεγχο του βάρους και τη διακοπή του καπνίσματος, αν θέλει κανείς να προστατέψει την καρδιά του.
Αναρωτιέμαι μερικές φορές: είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η
ζωή μου είναι μία;
Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες,
πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;
Μούτρα… Ν’ αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα.
Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή
για να ζήσεις.
Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές.
Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές…
Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις.
Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.
Και να μη βλέπεις πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες
που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους.
Σ’ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην
μαθαίνεις από το μάθημά τους.
Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία
πράγματα στη ζωή σου,
την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά,
μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει
λόγο η ύπαρξή σου.
Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα.
Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και
απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς.
Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.
Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω.
Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η
δύναμή τους
Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος
αδυσώπητος από πάνω τους.
Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα.
Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για
όσους αγαπούν.
Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα
χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων,
σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.
Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν το κυνηγά
πάντα, πάντα θα ‘ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.
Ο Ισοκράτης (436-338 π.Χ.), σχετικά με την καταγωγή των Ελλήνων, αναφέρει: “Διότι κατοικούμε αυτήν την χώρα, χωρίς ούτε να εκδιώξουμε άλλους εξ αυτής ούτε να την καταλάβουμε έρημο ούτε να εγκατασταθούμε σε αυτήν ως ανάμεικτος ομάδα από διάφορα ανόμοια φύλα, απεναντίας είναι τόσον ευγενές και γνήσιο το γένος μας, ώστε τη χώρα, στην οποίαν είδαμε το πρώτο φως, εξακολουθούμε συνεχώς να κατοικούμε, διότι είμεθα αυτόχθονες και μόνον εμείς από όλους τούς άλλους έχουμε το δικαίωμα να προσφωνούμε την πόλη μας με τις ίδιες λέξεις, δια των οποίων προσαγορεύομε τούς πλέον γνωστούς συγγενείς”. (Ισοκράτης, «Πανηγυρικός», 24 -25)
Η γιορτή της μητέρας ή Ημέρα της Μητέρας είναι κινητή εορτή προς τιμήν της μητέρας και γιορτάζεται κάθε χρόνο την δεύτερη Κυριακή του μήνα Μάη.
Εγκαθιδρύθηκε τον 20ό αιώνα και προέρχεται από το αγγλικό και το αμερικάνικο κίνημα των γυναικών. Η Αμερικανίδα Ann Maria Reeves Jarvis διοργάνωσε για πρώτη φορά το 1865 ένα κίνημα με το όνομα Mothers Friendships Day και συναντήσεις με το όνομα Mothers Day Meetings, κατά τις οποίες οι μητέρες αντάλλασσαν απόψεις και εμπειρίες. Το 1870 η Julia Ward Howe διοργάνωσε μια εκδήλωση φιλειρηνικής συγκέντρωσης μητέρων με το σλόγκαν peace and motherhood με σκοπό, τα παιδιά να μην στέλνονται στον πόλεμο.
– Το δάνειο συμφωνείται στο 55% της ονομαστικής του αξίας, για να καλυφθούν οι επισφάλειες των Άγγλων πιστωτών, δηλαδή αυτομάτως τα 2.000.000 γίνονται 1.100.000 λίρες(!!!). Εμείς βέβαια πληρώναμε τόκους για 2.000.000.
Από τα 1.100.000 κρατούνται προκαταβολικά:
– Τόκοι δύο χρόνων 200.000 λίρες
– Μεσιτικά 68.000 λίρες
– Εξαγορά ομολογιών δανείου 212.000 λίρες
– Συμβολαιογραφικά 13.700 λίρες
– Έξοδα Ελλήνων (!) μεσαζόντων 15.487 λίρες.
Από τα εναπομείναντα, στέλνονται στις ΗΠΑ 156.000 λίρες για την κατασκευή δύο φρεγατών. Τελικά κατασκευάστηκε μόνο μία, που ήρθε στην Ελλάδα μετά το τέλος της επανάστασης και την έκαψε ο Ανδρέας Μιαούλης με τα ίδια του τα χέρια την 1η Αυγούστου 1831 στο λιμάνι τού Πόρου, όταν επαναστάτησε κατά του Καποδίστρια και τα στρατεύματα τού Κυβερνήτη έκαναν γιουρούσι για να καταλάβουν τον εξεγερμένο στόλο. (Δεν το ξέρατε ούτε αυτό, έτσι;)
Επίσης, 123.000 λίρες μένουν στην Αγγλία για την αγορά έξι πολεμικών πλοιαρίων. Πήραμε μόνο το «Καρτερία» μετά την επανάσταση. Συνεχίζουμε:
– Για μισθοδοσία φιλέλληνα(;) Κόχραν 37.000 λίρες
– Για αποπληρωμή πολεμοφοδίων 77.200 λίρες
– Διάφοροι λογαριασμοί (;;!!) 47.000 λίρες
Έτσι, από τα 2.000.000 χρυσές λίρες, έφθασαν τελικά στην Ελλάδα μόλις 190.000 λίρες. Αντί αυτά τα ελάχιστα που απόμειναν να πάνε στον αγώνα κατά των Τούρκων, κατασπαταλήθηκαν στον εμφύλιο που είχε ξεσπάσει ανάμεσα στους Μωραϊτες και τους Ρουμελιώτες. Οι καπεταναίοι στρατολογούσαν κόσμο για να χτυπήσουν τους εσωτερικούς εχθρούς και πληρωνόντουσαν από τα λεφτά του δανείου. Άλλο πλιάτσικο κι εκεί, πέραν του γεγονότος ότι Έλληνες σκότωναν Έλληνες. Ο Γκούρας για παράδειγμα, είχε ένα σώμα εκατόν πενήντα ενόπλων, αλλά έκανε ψεύτικους καταλόγους για πεντακόσιους και τσέπωνε την μισθοδοσία και τα τροφεία τους. Το ίδιο και οι αντίπαλοι του.
Όταν λοιπόν ο Καποδίστριας ανέλαβε Κυβερνήτης, έδωσε εντολή στον Πρόεδρο της επιτροπής οικονομικών Ανδρέα Κοντόσταυλο, να κάνει μια απογραφή (να και η πρώτη απογραφή στην ιστορία μας…) της περιουσίας του κράτους. Το κείμενο της επιτροπής ήταν λεπτομερέστατο και εξαιρετικά σύντομο. Περιείχε μία μόλις πρόταση:
«Κύριε Κυβερνήτα, εις το ταμείον του κράτους ευρέθη έν μόνο νόμισμα και αυτό κίβδηλον».
| Σ΄ ένα μαγεμένο βασίλειο όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν ποτέ να φτάσουν, ή ίσως όπου οι άνθρωποι μεταφέρονται αδιάκοπα χωρίς να το καταλαβαίνουν …
Σ΄ ένα βασίλειο μαγεμένο όπου τα αφηρημένα πράγματα γίνονται χειροπιαστά … ΄Ηταν μια φορά κι έναν καιρό μια πανέμορφη λίμνη Κι οι δυο έβγαλαν τα ρούχα τους και, γυμνές, μπήκαν στη λίμνη. Και συνέβη εκείνο το ρούχο να μην είναι το δικό της αλλά της θλίψης… Πολύ ήρεμη, πολύ γαλήνια, διατεθειμένη όπως πάντα να παραμείνει σε όποιο μέρος βρίσκεται, η θλίψη τελείωσε το μπάνιο της και – χωρίς καμιά βιασύνη – ή, καλύτερα, χωρίς συναίσθηση του χρόνου που περνάει, τεμπέλικα και αργά, βγήκε από τη λίμνη. Στην αρχή συνειδητοποίησε ότι τα ρούχα της δεν ήταν πια εκεί. ΄Όπως όλοι ξέρουμε, αν υπάρχει κάτι που δεν αρέσει καθόλου στη θλίψη, είναι να μένει γυμνή. ΄Ετσι φόρεσε το μοναδικό ρούχο που υπήρχε δίπλα στη λίμνη: το φόρεμα της οργής. Λένε ότι από τότε, πολλές φορές συναντάμε την οργή τυφλή, σκληρή, τρομερή, θυμωμένη. Αλλά αν σταματήσουμε για λίγο και κοιτάξουμε καλύτερη, καταλαβαίνουμε ότι αυτή η οργή που βλέπουμε είναι μόνο μια μεταμφίεση, κι ότι πίσω από την όψη της οργής, στην πραγματικότητα, κρύβεται η θλίψη. Από το βιβλίο «Ιστορίες να Σκεφτείς» του Χόρχε Μπουκάι Απ το childit.gr |
δεν έχει το θλιμένο χρώμα στα μάτια
της συννεφένιας γκόμενας.
Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα
κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών
και στα παγωμένα μουσεία.
Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλαιών “καλών” καιρών
και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς
μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.
Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια
βοιδίσο βλέμα κοφτούς αναστεναγμούς
κι ασορτί εσώρουχα.
Η μοναξιά.
Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά
και μετριέται πιάτο-πιάτο
μαζί με τα κομμάτια τους
στον πάτο του φωταγωγού.
Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά
Μπουρνάζι – Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά
Τούμπα – Σταυρούπολη – Καλαμαριά
Κάτω από όλους τους καιρούς
με ιδρωμένο κεφάλι.
Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ΄αλυσίδες τα τζάμια
κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής
βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία
είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές
ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες
πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα
στα σκλαβοπάζαρα της γης – εδώ κοντά είναι η Κοτζιά-
ξυπνήστε πρωί.
Ξυπνήστε να τη δείτε.
Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα
το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους
και τα τελευταία
ατελείωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝ
στα γατζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.
Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο
που ξεπουλάν τη φάρα της
χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο
κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της
ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.
Η μοναξιά
η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω
είναι τσεκούρι στα χέρια μας
που πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει.
