Διαβάσαμε
Σκεφτόταν μαζί με τ’ άλλα πως όταν τον βρίσκαν αυτές οι κρίσεις της επιληψίας, υπήρχε μια φάση, αμέσως σχεδόν πριν πέσει χάμω (εφόσον βέβαια αυτά τα πάθαινε στον ξύπνο του), όταν ξαφνικά μέσα στη θλίψη της ψυχικής του καταχνιάς, της κατάθλιψης, στιγμές-στιγμές σαν να πετούσε το μυαλό του φλόγες κι όλες μέσα του οι δυνάμεις της ζωής τανύζονταν διαμιάς με ορμή ασυνήθιστη. Η αίσθηση της ζωής, η συνείδηση του εαυτού του δεκαπλασιαζόταν σχεδόν αυτές τις στιγμές που κρατούσαν τόσο όσο μια αστραπή. Ο νους, η καρδιά φωτίζονταν από ένα ασυνήθιστο φως• όλες οι συγκινήσεις, όλες του οι αμφιβολίες, όλες του οι ανησυχίες ξαφνικά σαν να γαλήνευαν, σβήναν μέσα σε μια ανώτερη απανεμιά, έμπλεη από μια ολοκάθαρη, αρμονική χαρά κι ελπίδα, γιομάτη φρόνηση κι αίσθηση ενός υπέρτατου τέλους. Αλλά οι στιγμές αυτές, αυτά τ’ αστραφτερά λαμπυρίσματα δεν ήταν παρά η προαίσθηση μόνο εκείνου του έσχατου δευτερόλεπτου (ποτέ παραπάνω από ένα δευτερόλεπτο) από το οποίο άρχιζε η ίδια πια η κρίση. Τούτο το δευτερόλεπτο ήταν βέβαια αβάσταχτο. ‘Όταν έπειτα, δηλαδή όταν πια ήταν στα καλά του, τις συλλογιζόταν αυτές τις στιγμές, συχνά έλεγε: μα αυτές οι αστραπές κι αναλαμπές μιας ανώτερης αίσθησης και συνείδησης του εαυτού μου και συνεπώς και του «ανώτερου όντος» δεν είναι παρά μια αρρώστια, δεν είναι παρά μια παρέκκλιση από την ομαλή μας κατάσταση, άρα σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι ένα στάδιο ύπαρξης ανώτερο, αντίθετα πρέπει να το κατατάξουμε χαμηλά, στο πιο χαμηλό σκαλί. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, στο τέλος-τέλος, οδηγήθηκε σ’ ένα από τα πιο παράδοξα συμπεράσματα: «Και τι σαν είναι αρρώστια; είπε τέλος πάντων. Τι σημασία έχει αν η ένταση αυτή είναι ανώμαλη, αφού το ίδιο το αποτέλεσμα, αφού η στιγμιαία εκείνη αίσθηση, όπως τη θυμάσαι και την κρίνεις γερός πια, βεβαιώνεσαι πως είναι μια αρμονία ανώτερου τύπου, μια ομορφιά ανώτερου τύπου, σου χαρίζει ένα ανήκουστο κι αμάντευτο αίσθημα τον ολοκληρωμένου, του τέλειου, του αρμονικού και μιας ολόχαρης κατανυχτικής συνένωσης με την πιο υψηλή που υπάρχει σύνθεση της ζωής;». Αυτές οι νεφελωμένες εκφράσεις τον φαίνονταν εκείνου του ίδιου πολύ κατανοητές, παρ’ όλο που ήταν ακόμη πάρα πολύ χλιαρές. Ότι όμως αυτή εκεί ήταν αληθινή «ομορφιά και προσευχή», ότι πραγματικά ήταν μια«ανώτερη σύνθεση ζωής», γι’ αυτό το πράγμα δεν είχε αμφιβολία, δεν μπορούσε ούτε να δεχτεί καν την παραμικρή αμφιβολία. Δεν είναι να πεις πως εκείνη τη στιγμή έβλεπε τίποτα οράματα, που εξευτελίζουν τη σκέψη, στρεβλώνουν την ψυχή, σαν να ‘πιε χασίσι, όπιο ή κρασί, οράματα αφύσικα κι ανύπαρχτα. Αυτό ήταν σε θέση να το κρίνει όταν πια περνούσε η νοσηρή του κατάσταση. Ίσα-ίσα οι στιγμές εκείνες δεν ήταν παρά μια έκτακτη ενισχυμένη αυτοσυνείδηση – για να εκφράσει όλη αυτή την κατάσταση του με μια λέξη -, συνείδηση και συνάμα μια αίσθηση του εαυτού του όσο είναι δυνατό να τη φανταστεί κανείς ατόφια. Αν εκείνο το δευτερόλεπτο, δηλαδή την εντελώς τελευταία στιγμή συνείδησης προτού πέσει χάμω, προλάβαινε να πει καθαρά και συνειδητά στον εαυτό του: «Ναι, γι’ αυτή τη στιγμή μπορώ να δώσω όλη τη ζωή μου!» – θα έλεγε αυτό που πραγματικά πίστευε: μα και βέβαια η στιγμή τούτη μόνη της αξίζει μια ολόκληρη ζωή. Βέβαια, το άλλο σκέλος του συλλογισμού του διόλου δεν το συμπαθούσε: η χαύνωση, το ψυχικό σκοτάδι, η αποβλάκωση ορθώνονταν μπροστά του κραυγαλέες συνέπειες εκείνων των «ύψιστων στιγμών». Σοβαρές αντιρρήσεις πάνω σ’ αυτό δε θά ‘χε. Το συμπέρασμα του, δηλαδή η εκτίμηση που έδινε σε κείνη τη στιγμή έκρυβε ένα σφάλμα, ωστόσο η πραγματικότητα εκείνου που είχε νιώσει τον έφερνε σε μια σύγχυση. Αλήθεια, πώς να την αρνηθείς την πραγματικότητα; Μα γινόταν, ήταν αληθινό αυτό που έλεγε, ο ίδιος προλάβαινε κι έλεγε στον εαυτό του μέσα σε κείνη τη στιγμή, προλάβαινε να πει πως τούτη η στιγμή με την απέραντη ευτυχία που του φέρνει κι αυτός τη νιώθει απόλυτα, αξίζει, αλήθεια μια ζωή ολόκληρη. «Αυτή τη στιγμή – όπως είπε κάποτε στον Ραγκόζιν στη Μόσχα, στις συναναστροφές τους τότε εκεί- αυτή τη στιγμή αρχίζω να καταλαβαίνω την παράξενη έκφραση πως χρόνος πια δεν θα υπάρχει. Πιθανόν, πρόσθεσε χαμογελώντας, είναι η ίδια εκείνη στιγμή που δεν πρόλαβε να χυθεί το νερό από το αναποδογυρισμένο κανάτι του επιληπτικού Μωάμεθ, ενώ εκείνος πρόλαβε μέσα σ’ αυτό το δευτερόλεπτο να δει όλα τα δώματα του Αλλάχ».
Aπό το http://fyodordostoyevsky.wordpress.com/2008/03/22/idiot_ayra/
δεν θα γίνει μπεστ σέλλερ στην Ελλάδα, κι ας έχει πουλήσει πάνω από 1 εκατομμύριο αντίτυπα στη Γαλλία. Γιατί το λέω αυτό; Γιατί διάβασα πρόσφατα σε αθηναϊκή εφημερίδα ποια ήταν τα πιο ευπώλητα βιβλία το 2008. Το μυθιστόρημα της Μιριέλ Μπαρμπερί, καθηγήτριας φιλοσοφίας, πολύ απέχει από τα εύπεπτα ελληνικά μυθιστορήματα που μονοπωλούν τις θέσεις των ευπώλητων. Είναι βιβλίο που απαιτεί όχι μόνο την προσοχή του αναγνώστη, αλλά και την προπαίδειά του σ’ ένα ευρύ λογοτεχνικό σύμπαν. Οι σαφείς ή υπαινικτικές αναφορές σε έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας (όπως η “΄Αννα Καρένινα”, ο Προυστ, ο Σταντάλ, το “Όσα παίρνει ο άνεμος” κ.ά.), στην κλασική μουσική, στον κινηματογράφο, που διανθίζουν το μυθιστόρημα, του προσδίδουν μια ιδιαίτερη γοητεία, αλλά η απόλαυσή τους προϋποθέτει τη γνώση τους.Σε αντιδιαστολή με τους πλούσιους, κενούς, ματαιόδοξους εκπροσώπους της ανώτερης αστικής γαλλικής τάξης, η συγγραφέας προβάλλει τη γνήσια καλλιέργεια κι ευγένεια ψυχής , επιλέγοντας ως φορείς της μια αυτοδίδακτη κι ένα μικρό κορίτσι.
“-Γνωρίζατε τους Αρτέν; Μου είπαν ότι ήταν μια εξαίρετη οικογένεια, συμπληρώνει.
-Όχι, απαντώ επιφυλακτικά, δεν τους γνώριζα ιδιαίτερα, ήταν μια οικογένεια όπως όλες οι άλλες εδώ.
-Ναι, μια ευτυχισμένη οικογένεια, λέει η κυρία Ροζέν, εμφανώς αδημονούσα.
-Ξέρετε, όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους, μουρμουρίζω για να τελειώσω μ’ αυτή την ιστορία, χωρίς να πω τίποτε άλλο.
-Αλλά μια δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο, μου λέει κοιτώντας με παράξενα, και αίφνης νιώθω μια νέα ανατριχίλα”
Από το αnagnostria.blobspot.gr
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ είναι το τρίτο στη σειρά Ελεγεία και κλείνει τη μοναδική συλλογή του Γρυπάρη Σκαραβαίοι και Τερρακότες. Σ’ αυτό ο ποιητής εκμεταλλεύεται τη ρωμαϊκή παράδοση για το αμάρτημα των Εστιάδων που από αβουλία άφησαν και έσβησε η ιερή φλόγα, την οποία τάχτηκαν να κρατούν άσβηστη στο βωμό της θεάς.
Βαθιά άκραχτα μεσάνυχτα, τρισκότεινοι ουρανοί
πάν’ απ’ την πολιτεία την κοιμισμένη·
κι άξαφνα σέρνει του Κακού το Πνεύμα μια φωνή,
τρόμου φωνή – κι όλοι πετιούνται αλαλιασμένοι.
«Έσβησε η άσβηστη φωτιά!» κι όλοι δρομούν φορά
τυφλοί μέσα στη νύχτα να προφτάσουν,
όχι μ’ ελπίδα πως μπορεί να ‘ν ψεύτρα η συμφορά,
παρά να δουν τα μάτια τους και τη χορτάσουν.
Θαρρείς νεκροί κι απάριασαν τα μνήματ’ αραχνά,
σύγκαιρα ορθοί για τη στερνή την κρίση,
κι ενώ οι ανέγνωμοι σπαρνούν μες σε κακό βραχνά,
μην τύχει τρέμουνε κανείς και τους ξυπνήσει.
Μ’ ένα πνιχτό μονόχνωτο αναφιλητό σκυφτοί
προς της Εστίας το Ναό τραβούνε,
και μπρος στην Πύλη διάπλατα τη χάλκινη ανοιχτή
ένα τα μύρια γίνουνται μάτια να ιδούνε.
Και βλέπουν: με της γνώριμης αρχαίας των αρετής
το σχήμα τ’ ανωφέλευτο ντυμένες,
στον προδομένο το Βωμόν εμπρός γονυπετείς
τις Εστιάδες, τις σεμνές, μα κολασμένες.
Το κρίμα τους εστάθηκε μια άβουλη αναμελιά
κι αραθυμιά -σαν της δικής μας νιότης!
μα η Άγια Φωτιά, μια πόσβησε, δεν την ανάβει πλια
ανθρώπινο προσάναμμα ή πυροδότης.
Κι όσο κι αν με τις φούχτες των σκορπίζουν στα μαλλιά
με συντριβή και με ταπεινοσύνη,
του κάκου! στη χλια χόβολη και μες στη στάχτη πλια
σπίθας ιδέα ούδ’ έλπιση δεν έχει μείνει.
Κι είναι γραμμένη του χαμού η Πολιτεία· εχτός
αν, πρι ο καινούριος ο ήλιος ανατείλει,
κάμει το θάμα του ο ουρανός, και στ’ άωρα της νυχτός
μακρόθυμος τον κεραυνό του κάτω στείλει.
Κι αν είν’ και πέσει απάνω τους, ας πέσει! όπως ζητά
το δίκιο κι οι Παρθένες το ζητούνε,
που ιδού τις με τα χέρια τους στα ουράνια σηκωτά
και την ψυχή στα μάτια τους τον προσκαλούνε. ……………………………………………………………………
Τάχα το θάμα κι έγινε; Πες μου το να σ’ το πω,
γνώμη άβουλη, γνώμη άδικη μιας νιότης
σαν τη δικιά μας, πόσβησεν έτσι χωρίς σκοπό
κι ακόμα ζει και ζένεται – με το σκοπό της!
άκραχτος: σιωπηλός, που δεν έχει κράξει (λαλήσει) ο πετεινός.
αλαλιασμένος: ξέφρενος, αναστατωμένος.
δρομώ φορά: τρέχω ορμητικά.
απαριάζω: αφήνω, παρατώ.
αραχνός: αραχνιασμένος.
σπαρνώ: σπαράζω, αναταράζομαι από φόβο.
Εστιάδες: ιέρειες στο ναό της Εστίας στην αρχαία Ρώμη. Ανήκαν σε ευυπόληπτες οικογένειες της Ρώμης. Μπαίνοντας στην υπηρεσία της θεάς αναλάμβαναν την υποχρέωση να μείνουν αγνές σε όλη τους τη ζωή και να φυλάγουν να μη σβήσει η ιερή φωτιά στο ναό. Αν παραμελούσαν το χρέος τους, τις έθαβαν ζωντανές, γιατί πίστευαν ότι το σβήσιμο της φωτιάς προμηνούσε συμφορές για την πόλη.
αραθυμιά: αδράνεια, αβουλία.
ζένομαι: βράζω.
ΑΠΟ ΤΟ minedu.gov.gr
-“Μά γιατί πρέπει νά ξεφωνίζουν παρότι ὁ ἄλλος βρίσκεται δίπλα τους;” ξαναρωτᾶ ὁ σοφός.
-“Ξεφωνίζουμε, ὅταν θέλουμε νά μᾶς ἀκούσει ὁ ἄλλος” εἶπε ἕνας ἄλλος μαθητής.
Καί ὁ δάσκαλος ἐπανῆλθε στήν ἐρώτηση:
“Μά τότε δεν εἶναι δυνατόν νά τοῦ μιλήσει μέ χαμηλή φωνή;
Διάφορες ἀπαντήσεις δόθηκαν ἀλλά.. καμμιά δέν ἱκανοποίησε τόν δάσκαλο..
“Ξέρετε γιατί οὐρλιάζουμε κυριολεκτικά ὅταν εἴμαστε θυμωμένοι; Γιατί ὅταν θυμώνουν δυό ἄνθρωποι, οἱ καρδιές τους ἀπομακρύνονται πολύ.. καί γιά νά μπορέσει ὁ ἕνας νά ἀκούσει τόν ἄλλο θά πρέπει νά φωνάξει δυνατά, γιά νά καλύψει τήν ἀπόσταση.. Ὅσο πιό ὀργισμένοι εἶναι, τόσο πιό δυνατά θά πρέπει νά φωνάξουν για ν’ ἀκουστοῦν.
Ἐνῶ ἀντίθετα τί συμβαίνει ὅταν εἶναι ἐρωτευμένοι; Δέν ἔχουν ἀνάγκη νά ξεφωνήσουν, κάθε ἄλλο, μιλοῦν σιγανά καί τρυφερά.. Γιατί; Ἐπειδή οἱ καρδιές τους εἶναι πολύ πολύ κοντά. Ἡ ἀπόσταση μεταξύ τους εἶναι ἐλάχιστη.
Μερικές φορές εἶναι τόσο κοντά πού δέν χρειάζεται οὔτε κἄν νά μιλήσουν, παρά μονάχα ψιθυρίζουν. Καί ὅταν ἡ ἀγάπη τους εἶναι πολύ δυνατή δέν εἶναι ἀναγκαῖο οὔτε κἄν να μιλήσουν, τούς ἀρκεῖ νά κοιταχθοῦν. Ἔτσι συμβαίνει ὅταν δύο ἄνθρωποι πού ἀγαπιοῦνται πλησιάζουν ὁ ἕνας πρός τόν ἄλλον.
Στό τέλος ὁ Σοφός εἶπε συμπερασματικά:
“Ὅταν συζητᾶτε μήν ἀφήνετε τίς καρδιές σας νά ἀπομακρυνθοῦν, μήν λέτε λόγια ποὺ σᾶς ἀπομακραίνουν, γιατί θά φτάσει μιὰ μέρα πού ἡ ἀπόσταση θά γίνει τόσο μεγάλη πού δέν θά βρίσκουν πιά τά λόγια σας τό δρόμο τοῦ γυρισμοῦ”
Από το agiazoni.gr
“Όταν είσαι «Σαμαρείτης”, λέει ο Χριστός
Πρέπει να αγνοείς τόσο το χρέος
Όσο και την ευγνωμοσύνη.
Είναι ανιδιοτελές αν αυτός που έκανε
Τη γενναιόδωρη χειρονομία
Δεν κρατά πλέον καμία ανάμνηση.
Δεν χρειάζεται να διώξει τη μνήμη.
Εκπληρώθηκε.
Είναι μια πράξη γενετικής μετουσίωσης.
Όπως όταν γεννά η μητέρα.
Πράξη αγάπης.
Προσφορά.
Είναι προσφορά όπως στην ερωτική συνουσία.
Ποιος όμως θα το θυμάται;
Το παιδί.
Χρωστά μια ζωή, έχει χρέος να ξανακάνει το ίδιο πράγμα με τα παιδιά του
Ή με τους συντρόφους στη ζωή του.
Άλλα όχι από “χρέος”, όχι γιατί “πρέπει”.
Είναι ρεύμα αγάπης.
Αν διακοπεί έρχεται ο θάνατος.
Πόσες φορές δεν ακούμε ανθρώπους, που είναι πεπεισμένοι
Ότι έκαναν μια φιλανθρωπία ή ότι έδωσαν
Να κατηγορούν εκ των υστέρων τους άλλους ότι φάνηκαν αγνώμονες:
“Όσο σκέφτομαι όλες τις θυσίες που έκανα για σένα..”.
“Τώρα με αφήνεις…φεύγεις αλλού”
“Την παντρεύεσαι κι ας μην την εγκρίνω…”
“Όσο σκέφτομαι τι έχω κάνει γι’αυτόν τον άντρα, και τώρα με εγκαταλείπει”.
Η ευγνωμοσύνη δεν εκφράζεται κατευθείαν στον “Σαμαρείτη”.
Θυμόμαστε τι έκανε για μας, και κάνουμε το ίδιο για κάποιον άλλο.
Αν ο “φιλάνθρωπος” απαιτεί ενδόμυχα κάτι από εκείνον που κάποτε βοήθησε
Αν περιμένει αναγνώριση, αποδεικνύει ότι μόνος σκοπός του ήταν να τον εξαγοράσει
Συνεπώς δεν ήταν “Σαμαρείτης”.
Και ποιος είναι ο πλησίον μας σήμερα;
Πλησίον μας είναι όλοι όσους το πεπρωμένο έφερε κοντά μας όταν είχαμε ανάγκη βοήθειας
Και μας την προσέφεραν δίχως να το ζητήσουμε
Που μας συνέδραμαν, χωρίς καν να το δέσουν στη μνήμη τους.
Μας έδωσαν από το πλεόνασμα της ζωτικότητας τους.
Μας ανέλαβαν για κάποιο διάστημα, σε έναν τόπο όπου το πεπρωμένο τους
Διασταυρωνόταν με το δρόμο μας.
Πλησίον μας είναι το “εσύ” χωρίς το οποίο δεν θα υπήρχε μέσα μας “Εγώ”
Σε μια στιγμή πού, απογυμνωμένοι από φυσικά ή ηθικά αποθέματα
Αδυνατούμε πλέον να συμπεριφερθούμε πατρικά ή μητρικά στον εαυτό μας
Σε μια στιγμή που δεν μπορούσαμε πια να συνδράμουμε
Να αναλάβουμε τον εαυτό μας, να τον στηρίξουμε ή να τον καθοδηγήσουμε.
“Πλησίον” μας υπήρξαν όλοι όσοι, αδελφικά και ανιδιοτελώς, μας πήραν υπό την προστασία τους
Και κατόπιν μας άφησαν ελεύθερους να συνεχίσουμε τον δικό μας δρόμο.
από το LLAZAROS.BLOGSPOT.GR
Παραθαλάσσιο κέντρο/ καρέκλες και τραπέζια ξέχειλα από κόσμο
μουσική χειροκροτήματα/ ο μαέστρος υποκλίνεται ευγενικά/τα παιδιά τρέχουν
στη θάλασσα σέρνονται φώτα/ τραγούδια/ (Σκέφτεσαι αμέσως Καρυωτάκη)
Στους δρόμους διαβαίνουν κορίτσια/ βραδιάζει/ οι εκδρομείς επιστρέφουν
με λουλούδια/ με λιοκαμένα πρόσωπα/ χαρούμενοι
(θλίβεσαι που έχασες μια Κυριακή)
Άγγλοι αντιπαθητικοί/ ένα ζευγάρι όμορφες γάμπες
μέσα σ’ ένα βιαστικό λεωφορείο/ Άλλος και φεύγουμε!
Λάμπες ασετυλίνης/ οι δρόμοι αδειάζουν
κορμιά κολλημένα στους τοίχους
λαχανιασμένοι ψίθυροι/ (νιώθουμε ξένοι, μόνοι πολύ μόνοι)
Ποιος θα μας σώσει/ ποιος θα μας ξεκουράσει
κατά πού να γυρίσουμε
(είμαστε νικημένοι
και τόσες Κυριακές μπροστά μας)
Κλείτος Κύρου, Κυριακή απόγευμα (Εν όλω συγκομιδή, εκδ. Άγρα)
Από το μυθιστόρημα «Χαμένη Άνοιξη» του Στρατή Τσίρκα, ΚΕΔΡΟΣ 1976, που αναφέρεται στην Αποστασία, την κυβερνητική αστάθεια, τη δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα και γενικώς στο πολιτικό και κοινωνικό κλίμα λίγο πριν την Χούντα του 1967.
Το απόσπασμα αναφέρεται στους ξένους και στις επιδιώξεις τους στην Αθήνα, μέσω των πρακτόρων τους εγχώριων και μη:
[…] Θέλουν τη Ελλάδα πόρνη να τους ανοίγει τα σκέλια στην ποδιά της Ακρόπολης να προμηθεύει μισοτιμής το ρίγος της αμαρτίας στις μαραγκιασμένες από τον πουριτανισμό ψυχές τους.
Μας θέλουν γκαρσόνια ταβερνιάρηδες μαστροπούς βαρκάρηδες επιβήτορες καμπαρετζήδες μπουζουξήδες χασισέμπορους αχ αμαν αμαν και συρτάκι αμε και Ζόρμπα δη Γκρηκ κι αυτοί ν’αρμέγουν τον τόπο το κρασί το λάδι τα πορτοκάλια τις ντομάτες τα ροδάκινα το βαμπάκι τα μάρμαρα το βωξίτη το λιγνίτη τα μεταλλεύματα και τον ιδρώτα του κόσμου.Κοίτα που καταντήσαμε κάθε πολιτικός και κόκκινο φαναράκι στην πόρτα του και τ’όνομά του φωτισμένο σε ταμπελίτσα πλάι στο κουδούνι. Λουιζ Κλάρα Ρόζα Ντολόρες.
[…] Παραμερίστε διαφορές με Παπατζήδες ή Σβωλοτσιριμώκους, παράπονα και μνησικακίες για Λίβανους και Δεκέμβρηδες και λοιπά. Όλοι μαζί, όλοι μαζί, να σώσουμε τον τόπο, γιατί η Γερμανίδα λύσσαξε και θα τον ξεπατώσει….
[…] Σε άλλες χώρες που οι πολίτες ξέρουν τα δικαιώματά τους θα είχε αλλάξει από καιρό τέτοια κατάσταση. εδώ τα εδραιωμένα συμφέροντα, η μονοωλιακή εκμετάλλευση, τα «κλειστά επαγγέλματα» , το συνάλλαγμα που σπαταλιέται σε πολυτέλειες και αργομισθίες… Τετρακόσια χρόνια σκύβαμε το κεφάλι όταν σήκωνε τη φωνή κι ο τελευταίος αγάς. Ενάμιση αιώνα τώρα ελεύθερο κράτος κι ακόμη μας δυναστεύουν αγάδες κάθε λογής, από τον εισπράχτορα του λεωφορείου ως το διοοικητή της Εθνικής, απ” τον Βαν Φλητ ως τους εξοχότατους της Πιουριφάι και Λαμπουίς, τους ανθύπατους της νέας Ρώμης στο κρατίδιο των Γραικύλων…
[…]Φοβάμαι πως δε θα την αποφύγουμε τη δικτατορία.
_ Γιατί τώρα τι έχουμε; ρώτησε ο Βάρναλης. Έχουμε δικτατορία των δωσίλογων με φερετζέ. Την παρουσιάζουμε για «αληθινή δημοκρατία». Και η δουλειά τους – δηλαδή η προδοσία του λαού – γίνεται. Καμαρώστε καθεστώς: πατημένο σύνταγμα, κυβέρνηση της μειοψηφίας, χιτλερική νομοθεσία, αστυνομοκρατία, παρακρατικοί δολοφόνοι, γερμανοντυμένοι «πατριώτες» και τα λοιπά…
Στρατής Τσίρκας (1911 – 1980)
Ο Στρατής Τσίρκας, το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης Χατζηανδρέας, γεννήθηκε στο Κάϊρο το 1911.
Εγραψε ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα και είναι ένας από τους σημαντικότερους κριτικούς και μελετητές του έργου του Κ.Καβάφη. Σπούδασε στην Αμπέτειο σχολή και μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε ως υπάλληλος στο Κάϊρο, στην Ανω Αίγυπτο και στην Αλεξάνδρεια.
Το 1930 γνωρίζεται με τον Καβάφη, έρχεται επίσης σε επαφή με το αριστερό κίνημα και εντάσσεται σ” αυτό. Αναπτύσσει συνδικαλιστική δράση και οργανώνει αντι-ιμπεριαλιστικό κίνημα στην Ανω Αίγυπτο.
Οι εμπειρίες της επαφής του με τους ντόπιους και τις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους αποτελούν το υλικό για την ποιητική συλλογή του Φελλάχοι το 1937. Την ίδια χρονιά ταξιδεύει στο Παρίσι για να πάρει μέρος στο αντιφασιστικό συνέδριο συγγραφέων, εκεί, έχει επαφές με τους Νερούντα, Αραγκόν και Μπρεχτ. Μαζί με τον Λάγκστον Χιούγκ γράφoυν τον Ορκο στον δολοφονημένο ποιητή Λόρκα («να καταπολεμούμε την τυραννία και την καταπίεση όχι μόνο με τον λόγο αλλά και με τη ζωή μας»), ο οποίος υπογράφεται από τα περισσότερα μέλη του συνεδρίου.
Μετά από ένα σύντομο ταξίδι στην Τσεχοσλοβακία επιστρέφει στην Ελλάδα. Οι προσπάθειες του να έρθει σε επαφή με αντιφασίστες φίλους του που βρίσκονται στην παρανομία λόγω της δικτατορίας του Μεταξά, δίνουν το υλικό για μια ακόμη συλλογή ποιημάτων, Το λυρικό ταξίδι (1938).
Στη διάρκεια του Β” Παγκοσμίου πολέμου η δράση του υπήρξε έντονη. Εντάχθηκε σε παράνομες αντιφασιστικές οργανώσεις, προσέφερε βοήθεια στους εξόριστους Ελληνες της Μέσης Ανατολής, συμμετείχε στην ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Συνδέσμου. Παράλληλα, αρθογραφούσε σε διάφορα έντυπα και στην εφημερίδα της οργάνωσης που είχε τον τίτλο Ελλην. Το 1944 κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων Αλλόκοτοι άνθρωποι και άλλα διηγήματα, ενώ δύο χρόνια αργότερα η τελευταία συλλογή ποιημάτων του Προτελευταίος αποχαιρετισμός και το Ισπανικό ορατόριο.
Το 1947 δημοσιεύεται το έργο του Ο Απρίλης είναι πιο σκληρός, μέσα από το οποίο εκφράζονται οι εμπειρίες του από τον αγώνα. Στη μεταπολεμική περίοδο ταξιδεύει στην Ευρώπη ενώ ταυτόχρονα συνεχίζει την πολιτική του δράση. Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 δημοσιεύονται η συλλογή διηγημάτων Ο ύπνος του θεριστή και άλλα διηγήματα (1954), η νουβέλα Νουρεντίν Μπόμπα (1957).
Το 1958 βραβεύεται με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου για την μελέτη του Ο Καβάφης και η εποχή του, μελέτη που αποτελεί σημείο αναφοράς στη σχετική βιβλιογραφία. Το πρώτο βιβλίο της τριλογίας του Ακυβέρνητες Πολιτείες, η Λέσχη, δημοσιεύεται το 1961. Ακολουθούν η Αριάγνη (1962) και η Νυχτερίδα το 1965. Aλλη μια συλλογή διηγημάτων του κυκλοφορεί το 1966, με τίτλο Στον κάβο και άλλα διηγήματα.
Ο πολιτικός Καβάφης, έργο που κυκλoφορεί το 1971, συγκεντρώνει τις μελέτες του Τσίρκα για τον ποιητή. Το 1972 οι Ακυβέρνητες Πολιτείες κρίνονται ως το καλύτερο ξένο βιβλίο που κυκλοφορεί στη Γαλλία και του απονέμεται το Βραβείο Κριτικών και Εκδοτών της Γαλλίας. Επίσης κυκλοφορούν ένα χρόνο αργότερα τα ημερολόγια που ο συγγραφέας κρατούσε στο διάστημα που έγραφε την τριλογία.
Το τελευταίο του έργο, Η χαμένη άνοιξη το 1976, ήταν η αρχή μιας νέας τριλογίας, που δεν ολοκληρώθηκε όμως ποτέ.
Πεθαίνει το 1980 και ένα χρόνο μετά κυκλοφορούν τα ποιήματα του συγκεντρωμένα σ” έναν τόμο.
Από το politismopolitis.org
Τα μέλη της συγχρονίζουν εκτός από τις φωνές και τους παλμούς τους
Τα μέλη μιας χορωδίας δεν εναρμονίζουν μόνο τις φωνές τους, αλλά και τους παλμούς της καρδιάς τους, οι οποίοι ανεβοκατεβαίνουν με τον ίδιο ρυθμό, σύμφωνα με μια νέα σουηδική επιστημονική έρευνα, η οποία εκτιμά ότι αυτός ο συγχρονισμός κάνει καλό στην υγεία των τραγουδιστών.
Η μελέτη εντάσσεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης ιατρικής έρευνας για τον τρόπο που η μουσική επηρεάζει βιολογικά το σώμα και την υγεία, με στόχο τα σχετικά συμπεράσματα να αξιοποιηθούν στην θεραπεία των ασθενών.
Οι ερευνητές του Ινστιτούτου Νευροεπιστήμης και Φυσιολογίας της ιατρικής Ακαδημίας Σαλγκρένσκα του πανεπιστημίου του Γκέτεμποργκ, με επικεφαλής τον δρα Μπιορν Βίκχοφ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό νευροεπιστήμης «Frontiers in Neuroscience», σύμφωνα με το BBC και το «New Scientist», μελέτησαν εργαστηριακά 15 18χρονους χορωδούς, καθώς εκτελούσαν διαφόρων ειδών μουσικά έργα.
Καθώς τα μέλη της χορωδίας συντονίζουν σταδιακά τις αναπνοές τους, ακολουθεί ο γρήγορος συγχρονισμός στους παλμούς της καρδιάς τους, οι οποίοι ανεβαίνουν με την εισπνοή και πέφτουν με την εκπνοή με συντονισμένο τρόπο. Όσο πιο αργό είναι το τραγούδι, τόσο πιο αισθητός είναι ο συγχρονισμός των καρδιών τους.
Γενικότερα, όπως διαπιστώθηκε, η συμμετοχή σε μια χορωδία έχει ως αποτέλεσμα οι παλμοί της καρδιάς του ατόμου να γίνονται πιο αργοί λόγω του αναγκαίου ελέγχου της αναπνοής μέσω ενεργοποίησης του πνευμονογαστρικού νεύρου, που συνδέει τη βάση του εγκεφάλου με την καρδιά. Καθώς η αναπνοή τίθεται υπό έλεγχο, η καρδιά με τη σειρά της ηρεμεί. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η επίδραση της χορωδίας στην αναπνοή και τον ρυθμό της καρδιάς μοιάζει με την ανάλογη επίπτωση της γιόγκα.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι οι χορωδοί έχουν οφέλη στην υγεία τους, αν μη τι άλλο επειδή μακροπρόθεσμα μειώνεται η αρτηριακή πίεσή τους, πράγμα που προστατεύει την καρδιά τους, όμως για να επιβεβαιωθεί κάτι τέτοιο, θα χρειαστεί νέα μελέτη.
από το newsbeast.gr
Ἕνας βράχος στὰ βουνὰ
συλλογιέται μοναχός του.
Ἕνα ρυάκι, ποὺ περνᾷ,
κάτι τραγουδάει ἐμπρός του.
Μία ἀνεμώνη, ποὺ ἀνθεῖ
εἰς τὸν βράχο στηριγμένη,
νὰ νοήσῃ προσπαθεῖ
τὸ τραγούδι τί σημαίνει.
Κι᾿ ὅλο σκύφτει πιὸ πολύ,
καὶ ξεχνᾷ τὸ στήριγμά της.
Τί τραγούδι νὰ λαλῇ
ὁ τρεχάμενος διαβάτης;
Τραγουδεῖ γιὰ μία ἀγκαλιά,
ποὺ μὲ πόθον ἀνοιγμένη
στὴν χρυσὴν ἀκρογιαλιὰ
μέρα νύχτα τὸν προσμένει.
-Ἄχ, κι᾿ ἂς ἤμουν, λέγ᾿, ἐγὼ
κείνη ποὺ θὰ τ᾿ ἀγκαλιάσῃ!
Καὶ τὰ ρεῦμα τὸ γοργὸ
σκύβ᾿ ἡ λουλουδιὰ νὰ φθάσῃ,
Μά, σὰν ἔσκυβ᾿ ἔτσι δὰ
τὸ νερὸ μὲ τὴν ὁρμή του
τὰ φυλλάκια της μαδᾷ
τὰ κατρακυλᾷ μαζύ του.
Τώρα στέκει μαδητή,
στέκει στέλεχος μονάχο!
Διατί, ἄχ! διατὶ
ξεστηρίχθηκ᾿ ἀπ᾿ τὸν βράχο!
ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ της φώκιας είναι από τα ωραιότερα διηγήματα του Παπαδιαμάντη· δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1908.
Κάτω από τον κρημνόν, οπού βρέχουν τα κύματα, όπου κατέρχεται το μονοπάτι, το αρχίζον από τον ανεμόμυλον του Μαμογιάννη, οπού αντικρίζει τα Μνημούρια, και δυτικώς, δίπλα εις την χαμηλήν προεξοχήν του γιαλού, την οποίαν τα μαγκόπαιδα του χωρίου, οπού δεν παύουν από πρωίας μέχρις εσπέρας, όλον το θέρος, να κολυμβούν εκεί τριγύρω, ονομάζουν το Κοχύλι —φαίνεται να έχη τοιούτον σχήμα— κατέβαινε το βράδυ βράδυ η γρια-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχή γραία, κρατούσα υπό την μασχάλην μίαν αβασταγήν,* δια να πλύνη τα μάλλινα σινδόνιά της εις το κύμα το αλμυρόν, είτα να τα ξεγλυκάνη εις την μικράν βρύσιν, το Γλυφονέρι, οπού δακρύζει από τον βράχον του σχιστολίθου, και χύνεται ηρέμα εις τα κύματα. Κατέβαινε σιγά τον κατήφορον, το μονοπάτι, και με ψίθυρον φωνήν έμελπεν* εν πένθιμον βαθύ μοιρολόγι, φέρουσα άμα την παλάμην εις το μέτωπόν της, δια να σκεπάση τα όμματα από το θάμβος του ηλίου, οπού εβασίλευεν εις το βουνόν αντικρύ, κι αι ακτίνες του εθώπευον κατέναντί της τον μικρόν περίβολον και τα μνήματα των νεκρών, πάλλευκα, ασβεστωμένα, λάμποντα εις τας τελευταίας του ακτίνας.
Ενθυμείτο τα πέντε παιδιά της, τα οποία είχε θάψει εις το αλώνι εκείνο του χάρου, εις τον κήπον εκείνον της φθοράς, το εν μετά το άλλο, προ χρόνων πολλών, όταν ήτο νέα ακόμη. Δύο κοράσια και τρία αγόρια, όλα εις μικράν ηλικίαν της είχε θερίσει ο χάρος ο αχόρταστος.
Τελευταίον επήρε και τον άνδρα της, και της είχον μείνει μόνον δύο υιοί, ξενιτευμένοι τώρα· ο εις είχεν υπάγει, της είπον, εις την Αυστραλίαν, και δεν είχε στείλει γράμμα από τριών ετών· αυτή δεν ήξευρε τι είχεν απογίνει· ο άλλος ο μικρότερος εταξίδευε με τα καράβια εντός της Μεσογείου, και κάποτε την ενθυμείτο ακόμη. Της είχε μείνει και μία κόρη, υπανδρευμένη τώρα, με μισήν δωδεκάδα παιδιά.
Πλησίον αυτής, η γρια-Λούκαινα εθήτευε τώρα, εις το γήρας της, και δι’ αυτήν επήγαινε τον κατήφορον, το μονοπάτι, δια να πλύνη τα χράμια* και άλλα διάφορα σκουτιά* εις το κύμα το αλμυρόν, και να τα ξεγλυκάνη στο Γλυφονέρι.
Η γραία έκυψεν εις την άκρην χθαμαλού, θαλασσοφαγωμένου βράχου, και ήρχισε να πλύνη τα ρούχα. Δεξιά της κατήρχετο ομαλώτερος, πλαγιαστός, ο κρημνός του γηλόφου, εφ’ ου* ήτο το Κοιμητήριον, και εις τα κλίτη* του οποίου εκυλίοντο αενάως προς την θάλασσαν την πανδέγμονα* τεμάχια σαπρών ξύλων από ξεχώματα, ήτοι ανακομιδάς ανθρωπίνων σκελετών, λείψανα από χρυσές γόβες ή χρυσοκέντητα υποκάμισα νεαρών γυναικών, συνταφέντα ποτέ μαζί των, βόστρυχοι από κόμας ξανθάς, και άλλα του θανάτου λάφυρα. Υπεράνω της κεφαλής της, ολίγον προς τα δεξιά, εντός μικράς κρυπτής λάκκας, παραπλεύρως του Κοιμητηρίου, είχε καθίσει νεαρός βοσκός, επιστρέφων με το μικρόν κοπάδι του από τους αγρούς, και, χωρίς ν’ αναλογισθή το πένθιμον του τόπου, είχε βγάλει το σουραύλι από το μαρσίπιόν* του, και ήρχισε να μέλπη φαιδρόν ποιμενικόν άσμα. Το μοιρολόγι της γραίας εκόπασεν εις τον θόρυβον του αυλού, και οι επιστρέφοντες από τους αγρούς την ώραν εκείνην —είχε δύσει εν τω μεταξύ ο ήλιος— ήκουον μόνον την φλογέραν, κι εκοίταζον να ιδώσι πού ήτο ο αυλητής, όστις δεν εφαίνετο, κρυμμένος μεταξύ των θάμνων, μέσα εις το βαθύ κοίλωμα του κρημνού.
Μία γολέτα ήτο σηκωμένη στα πανιά, κι έκαμνε βόλτες εντός του λιμένος. Αλλά δεν έπαιρναν τα πανιά της, και δεν έκαμπτε ποτέ τον κάβον τον δυτικόν. Μία φώκη, βοσκούσα εκεί πλησίον, εις τα βαθιά νερά, ήκουσεν ίσως το σιγανόν μοιρολόγι της γραίας, εθέλχθη* από τον θορυβώδη αυλόν του μικρού βοσκού, και ήλθε παραέξω, εις τα ρηχά, κι ετέρπετο εις τον ήχον, κι ελικνίζετο εις κύματα. Μία μικρά κόρη, ήτο η μεγαλυτέρα εγγονή της γραίας, η Ακριβούλα, εννέα ετών, ίσως την είχε στείλει η μάνα της, ή μάλλον είχε ξεκλεφθή από την άγρυπνον επιτήρησίν της, και μαθούσα ότι η μάμμη* ευρίσκετο εις το Κοχύλι, πλύνουσα εις τον αιγιαλόν, ήλθε να την εύρη, δια να παίξη ολίγον εις τα κύματα. Αλλά δεν ήξευρεν όμως πόθεν ήρχιζε το μονοπάτι, από του Μαμογιάννη τον μύλον, αντικρύ στα Μνημούρια, και άμα ήκουσε την φλογέραν, επήγε προς τα εκεί και ανεκάλυψε τον κρυμμένον αυλητήν και αφού εχόρτασε ν’ ακούη το όργανόν του και να καμαρώνη τον μικρόν βοσκόν, είδεν εκεί που, εις την αμφιλύκην* του νυκτώματος, εν μικρόν μονοπάτι, πολύ απότομον, πολύ κατηφορικόν, κι ενόμισεν ότι αυτό ήτο το μονοπάτι, και ότι εκείθεν είχε κατέλθει η γραία η μάμμη της· κι επήρε το κατηφορικόν απότομον μονοπάτι δια να φθάση εις τον αιγιαλόν να την ανταμώση. Και είχε νυκτώσει ήδη.
Η μικρά κατέβη ολίγα βήματα κάτω, είτα είδεν ότι ο δρομίσκος εγίνετο ακόμη πλέον απόκρημνος. Έβαλε μίαν φωνήν, κι επροσπάθει ν’ αναβή, να επιστρέψη οπίσω. Ευρίσκετο επάνω εις την οφρύν ενός προεξέχοντος βράχου, ως δύο αναστήματα ανδρός υπεράνω της θαλάσσης. Ο ουρανός εσκοτείνιαζε, σύννεφα έκρυπταν τα άστρα, και ήτον στην χάσιν του φεγγαριού. Επροσπάθησε και δεν εύρισκε πλέον τον δρόμον πόθεν είχε κατέλθει. Εγύρισε πάλιν προς τα κάτω, κι εδοκίμασε να καταβή. Εγλίστρησε κι έπεσε, μπλουμ! εις το κύμα. Ήτο τόσον βαθύ όσον και ο βράχος υψηλός. Δύο οργυιές ως έγγιστα.* Ο θόρυβος του αυλού έκαμε να μη ακουσθή η κραυγή. Ο βοσκός ήκουσεν ένα πλαταγισμόν, αλλά εκείθεν όπου ήτο, δεν έβλεπε την βάσιν του βράχου και την άκρην του γιαλού. Άλλως δεν είχε προσέξει εις την μικράν κόρην και σχεδόν δεν είχεν αισθανθή την παρουσίαν της.
Καθώς είχε νυκτώσει ήδη, η γραία Λούκαινα είχε κάμει την αβασταγήν της, και ήρχισε ν’ ανέρχεται το μονοπάτι, επιστρέφουσα κατ’ οίκον. Εις την μέσην του δρομίσκου ήκουσε τον πλαταγισμόν, εστράφη κι εκοίταξεν εις το σκότος, προς το μέρος όπου ήτο ο αυλητής.
— Κείνος ο Σουραυλής θα είναι, είπε, διότι τον εγνώριζε. Δεν του φτάνει να ξυπνά τους πεθαμένους με τη φλογέρα του, μόνο ρίχνει και βράχια στο γιαλό για να χαζεύη… Σημαδιακός κι αταίριαστος είναι.
Κι εξηκολούθησε τον δρόμον της.
Κι η γολέτα εξηκολούθει ακόμη να βολταντζάρη εις τον λιμένα. Κι ο μικρός βοσκός εξηκολούθει να φυσά τον αυλόν του εις την σιγήν της νυκτός.
Κι η φώκη, καθώς είχεν έλθει έξω εις τα ρηχά, ηύρε το μικρόν πνιγμένον σώμα της πτωχής Ακριβούλας, και ήρχισε να το περιτριγυρίζη και να το μοιρολογά, πριν αρχίση τον εσπερινόν δείπνον της.
Το μοιρολόγι της φώκης, το οποίον μετέφρασεν εις ανθρώπινα λόγια εις γέρων ψαράς, εντριβής* εις την άφωνον γλώσσαν των φωκών, έλεγε περίπου τα εξής:
Αυτή ήτον η Ακριβούλα
η εγγόνα της γρια-Λούκαινας.
Φύκια ‘ναι τα στεφάνια της,
κοχύλια τα προικιά της…
κι η γριά ακόμη μοιρολογά
τα γεννοβόλια της τα παλιά.
Σαν να ‘χαν ποτέ τελειωμό
τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου.
αβασταγή: μπόγος.
έμελπεν: ρ. μέλπω, τραγουδώ.
χράμια: υφαντά, στρωσίδια.
σκουτιά: ρούχα.
εφ’ ου: πάνω στο(ν) οποίο.
κλίτη, τα: οι πλαγιές.
πανδέγμων: αυτός που δέχεται τα πάντα.
μαρσίπιον: (υποκορ. του μάρσιπος)· δερμάτινος σάκος, τορβάς.
εθέλχθη: ρ. θέλγομαι· γοητεύομαι.
μάμμη: γιαγιά.
αμφιλύκη: το βραδινό φως, το μούχρωμα.
ως έγγιστα: περίπου.
εντριβής: βαθύς γνώστης.
από τα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας β΄Λυκείου
Η λέξη πελαργός είναι σύνθετη από τις λέξεις «πελός» (που σημαίνει μαύρος) και «αργός» (που σημαίνει λευκός) και ανταποκρίνεται στο ασπρόμαυρο χρώμα αυτού του πουλιού.
Ελληνική… ιθαγένεια απέκτησαν εκατοντάδες λευκοί πελαργοί που φωλιάζουν αυτό το διάστημα στη βόρεια Ελλάδα. Τουλάχιστον 190 μικρά πελαργάκια δακτυλιώθηκαν στο Εθνικό Πάρκο Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, από τη Νέα Καρβάλη Καβάλας έως τη Μαρώνεια Ροδόπης και δεκάδες άλλα στο Δέλτα του Εβρου.
Εκείνο που εντυπωσίασε τους επιστήμονες και ειδικά την Εύα Στετς, δακτυλιώτρια και εκπρόσωπο του Ελληνικού Κέντρου Δακτυλίωσης, είναι πως φέτος ήταν μια ιδιαίτερα παραγωγική χρονιά. Ο ήπιος χειμώνας, η ακόμη πιο ήπια άνοιξη και η άφθονη τροφή που βρήκαν οι πελαργοί στους υγρότοπους, βοήθησαν στην επιβίωση πολύ μεγάλου αριθμού νεοσσών. Ετσι, ενώ συνήθως επιζούν 3 μικρά σε κάθε οικογένεια, στη Βιστωνίδα βρέθηκαν φωλιές με 6 μικρά, γεγονός εξαιρετικά σπάνιο ακόμη και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ ταυτόχρονα η πλειονότητα των φωλιών, στις οποίες έγιναν δακτυλιώσεις, φιλοξενούσαν 4-5 μικρά.
Καλή χρονιά
«Ηταν μια πολύ καλή χρονιά για την αναπαραγωγή του πληθυσμού και επιπλέον είναι πολύ καλή η κατάσταση του αναπαραγόμενου πληθυσμού του λευκού πελαργού. Την άνοιξη που ήρθαν οι πελαργοί βρήκαν άφθονη τροφή και επιβίωσαν σε πολύ μεγάλο ποσοστό, τόσο τα ενήλικα άτομα όσο και οι νεοσσοί», είπε στο «Εθνος» ο επιμελητής και ξεναγός στο Εθνικό Πάρκο Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, Βασίλης Τερζής.
Οι δακτυλιώσεις έγιναν από την Εύα Στετς, η οποία συντόνισε την όλη προσπάθεια, παρέχοντας τεχνογνωσία, αλλά και τα δακτυλίδια τύπου ELSA που χρησιμοποιήθηκαν, σε συνεργασία με τον Φορέα Διαχείρισης Δέλτα Νέστου-Βιστωνίδας-Ισμαρίδας.
Σε διάστημα τεσσάρων ημερών καλύφθηκαν συνολικά έξι οικισμοί στην ευρύτερη περιοχή του Εθνικού Πάρκου -Βαφέικα, Γενισσέα, Μάγγανα (Ξάνθης), Ποντολίβαδο, Αγίασμα, Ερατεινό (Καβάλας)- με ελέγχους και δακτυλιώσεις σε 59 φωλιές πελαργών και συνολικό αριθμό νεοσσών για το 2013, που φτάνει στα 190 μικρά πελαργάκια, ενώ εντοπίστηκαν συνολικά πάνω από 250 φωλιές.
Σε ανάλογη επιχείρηση στο Δέλτα του Εβρου δακτυλιώθηκαν 29 νεοσσοί, γύρω από τον Πόρο, από 9 διαφορετικές φωλιές, σε συνεργασία με το WWF Δαδιάς.
Ερχονται άνοιξη και φεύγουν το φθινόπωρο
600.000 κάθε χρόνο οι φτερωτοί επισκέπτες
Οι πελαργοί έρχονται την άνοιξη στην Ελλάδα για να αναπαραχθούν και προτιμούν περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, αν και έχουν παρατηρηθεί σε όλη τη χώρα. Υπολογίζεται ότι πάνω από 600.000 άτομα έρχονται κάθε χρόνο και περνούν εδώ το καλοκαίρι, ενώ το φθινόπωρο φεύγουν μέσω του Εβρου, περνούν στην Τουρκία, από τα παράλια της Μικράς Ασίας και της Κύπρου, βγαίνουν στην Αφρική, όπου ξεχειμωνιάζουν στην υποσαχάρια περιοχή.
Τα πουλιά κάνουν το ταξίδι αυτό όχι πετώντας, αλλά ανεμοπορώντας και μόλις νυχτώσει βρίσκουν υγρότοπους για να φωλιάσουν, να τραφούν και να ξεκουραστούν.
Ταξιδεύουν πάντα σε κοπάδια, στην αρχή και στο τέλος των οποίων μπαίνουν τα ενήλικα άτομα και στη μέση τα νεαρότερα.
Οι πελαργοί επιλέγουν να φτιάξουν τις φωλιές τους σε ψηλά σημεία, κοντά σε κατοικημένες περιοχές και σε αντίθεση με τους μαύρους, που αναζητούν δυσπρόσιτες δασικές περιοχές, οι λευκοί είναι πολύ? κοινωνικά άτομα. Οι φωλιές είναι από ξύλα, κλαδάκια και χόρτα. Εχουν διάμετρο 70-80 εκατοστών και συνήθως είναι πάνω σε στέγες, καμινάδες, καμπαναριά και μιναρέδες, σε χαλάσματα, μεγάλα δέντρα και σιλό, γενικά σε σημεία που να έχουν ελεύθερο χώρο γύρω γύρω για να ελέγχουν πιθανούς θηρευτές τους.
ΜΑΡΙΑ ΡΙΤΖΑΛΕΟΥ (TO ΕΘΝΟΣ)
Δεν είμαστε πια παιδιά. Εκείνα δεν αποχωρίζονται «στ’αλήθεια» τίποτα και κανέναν. Επιβάτες σε μια ρόδα λουνα παρκ κυλάνε στην ξένιαστη τροχιά τους βέβαια πως θα περάσουν απ το ίδιο σημείο ξανά και ξανά.
Το καλοκαίρι χαιρετάνε το δάσκαλο ξαλαφρωμένα, σίγουρα πως δεν θα τους λείψει ποτέ. Τους φίλους στο σχολείο με την εγγύηση της επόμενης συνάντησης τον ερχόμενο Σεππτέμβρη. Το Σεπτέμβρη, τους καλοκαιρινούς φίλους με τη πρώιμη σκέψη του επόμενου καλοκαιριού ολοζώντανη στις ξαναμμένες ήδη σκέψεις τους.
Χαιρετάνε τους γονείς το πρωί για το σχολειο ή για την εκδρομή, σίγουροι πως όταν γυρίσουν θα ναι εκεί να τους περιμενουν. Κρατάνε τα παιχνίδια τους σπασμένα να τους θυμίζουν τη χαρά που τους έδιναν. Δε λυπούνται. Δε φοβούνται. Δεν αγωνιούν για το αντάμωμα της ζωής.
Μαθαίνουμε τον χωρισμό αργότερα. Τον πραγματικό χωρισμό. Η γνωριμία μας με το απόλυτο, το ανυπέρβλητο, το μη αναστρέψιμο προϋθετει το μεγάλωμά μας, την ετοιμότητα της αποδοχής του. Εως ότου συντελεστεί μέσα μας αυτή η σεμνή επίπονη ιεροτελεστία, κανένας χωρισμός δε φαντάζει μόνιμος.
Κάπου εκεί που αποχαιρετάμε την παιδική ηλικία, στην πολύχρονη και επώδυνη αγωνία ενός εαυτού που θέλει να αποσχιστεί και να προχωρήσει αυτόνομος κι εκείνου του άλλου, που κουρνιάζει μεσα μας με μια απαράμιλλη ζεστασιά ζητώντας παρακλητικά “άσε με να μείνω”, κάπου εκεί μαθαίνουμε να λέμε αντίο. Άγαρμπα στην αρχή, πονώντας όπως νομίζουμε οι αφελείς πως δε θα πονέσουμε ποτέ ξανά, μαθαίνουμε να τραβάμε σιγά σιγά τις κλωστίτσες που μας δένουν με πράγματα και ανθρώπους , τυφλοί στις μελλοντικές μας συναντήσεις με τον ίδιο βαθύ πόνο που σιγά σιγά συνηθίζουμε.
Κι έτσι μεγαλώνουμε.
Και μια μερα καταλαβαίνουμε πως έχουμε μαθει μόνο να αποχωριζόμαστε . Την παιδική μας υπόσταση μαζί με την αφέλεια και τον ενθουσιασμό. Την περιέργεια για το άγνωστο. Το ρομαντισμό μας. Το όνειρο της αρχής. Το «πάμε» του άγριου ξεκινήματος. Το γνήσιο των σχέσεων μας. Το πάθος των θέλω μας.
Και μια άλλη καταλαβαίνουμε πως αυτό το κομμάτι του εαυτού μας το έχουμε απωλέσει για πάντα. Και κάποιους ανθρώπους τους χάσαμε για πάντα. Στην κατηφόρα, καβάλα στο ποδήλατο, δε θα αφήσουμε ποτέ ξανά τα χέρια.
Μανσόλα Μαργαρίτα “Από ΤΟ ΒΗΜΑ”
Τρέξατε μικροί – μεγάλοι.. στην Λαϊκή Σκηνή Καραγκιόζη όπου ο μεγάλος Καραγκιοζοπαίχτης Θανάσης Σπυρόπουλος και ο υιός του Κώστας παρουσιάζουν κάθε Κυριακή δύο (2) έργα..
Ώρες Παράστασεις: 11:00 και 17:00.
Κάθε εβδομάδα και ένα νέο έργο !!
Γενική είσοδος μόνο 3 Ευρώ !!
Δ/νση: Λαμπρινής & Έρσης 9, Γαλάτσι, (Όπισθεν Αγ. Ανδρέα)
Τηλ.: +30 210 26 29 046
Τετάρτη 19,Παρασκευή 21, και Τετάρτη 26, ώρα 19.30, Χατζοπούλειος
Βιβλιοθήκη: Διάλεξη ΄΄Σκύλοι και γάτες στις Καλές Τέχνες΄΄ του ιστορικού
τέχνης κ. Φράνσις Μπρουν (στα αγγλικά) για την οικονομική ενίσχυση του
Συλλόγου Αδέσποτων Ζώων Πόρου (Paws).
Σάββατο 22, ώρα 20.30, υπαίθριο Αμφιθέατρο Συγγρού, Παρουσίαση του βιβλίου
΄΄Τα φεγγάρια της Φωτιάς΄΄, της μυθιστορηματικής τριλογίας ΄΄ΟΙ ΑΦΑΝΕΙΣ΄΄
του Γιώργου Καλού,
Ομιλητές: Παϊδας Κώστας, καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας ΕΠΚΑ, και οι
συμμαθητές: Πίτσα Κάτσουλα-Σίμου, Γιάννης Μανιάτης, Σπύρος Μάνεσης. Αφήγηση:
Κατερίνα Οικονόμου.
Διοργάνωση: Δήμος Πόρου – Πολιτιστικός Σύλλογος Γυναικών ΄΄Η ΠΟΡΙΩΤΙΣΣΑ΄΄.
Δευτέρα 24, ώρα 20.00, Πούντα, Αναβίωση του εθίμου του Κλήδονα από τα μέλη
του Πολιτιστικού Συλλόγου Γυναικών, μουσική βραδιά με το συγκρότημα 2+2.
Διοργάνωση: Πολιτιστικός Σύλλογος Γυναικών ΄΄ Η ΠΟΡΙΩΤΙΣΣΑ΄΄, συνδράμουν:
Κ.Ε. Πόρος, Δήμος Πόρου
Τετάρτη 26, ώρα 20.00, υπαίθριο Αμφιθέατρο Συγγρού, Επίδειξη χορού από το
Χοροδιδασκαλείο του Ν.Ο.Π.Τ.
Ο Αρκτούρος έχασε τον «Ανδρέα»
Αγκαλιά με τρεις γάτες, που φώλιασαν στο τρίχωμά του και έκλαιγαν γοερά για τον χαμό του, άφησε την τελευταία του πνοή ο «Ανδρέας», ο γηραιότερος αρκούδος στον κόσμο, που φιλοξενούνταν στο Καταφύγιο Αρκούδας του «Αρκτούρου» στο Νυμφαίο Φλώρινας.
Ο παππούς «Ανδρέας» έσπασε όλα τα… ρεκόρ και πέθανε σε βαθιά γεράματα σε ηλικία 50 χρόνων, ξεπερνώντας κάθε προσδόκιμο, που υπολογίζεται στα 25-30 χρόνια για τις αρκούδες.
Τα τελευταία χρόνια ήταν εντελώς τυφλός και, παρά τις αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε, η όρασή του δεν αποκαταστάθηκε, ενώ αντιμετώπιζε και άλλα προβλήματα από την πολύχρονη αιχμαλωσία του και την ταλαιπωρία του ως… χορεύτρια.
Προκειμένου να έχει την ησυχία του και να μην έρχεται σε επαφή με πολύ κόσμο, οι υπεύθυνοι του «Αρκτούρου» τού είχαν παραχωρήσει μία… γκαρσονιέρα, στην οποία έμενε μόνος του. Μόνη του συντροφιά 3-4 γάτες, τις οποίες άφηνε να τον πλησιάσουν και να κοιμούνται στην αγκαλιά του. Αυτές είχε δίπλα του όταν έκλεισε τα μάτια του και από ένστικτο οι γάτες άρχισαν να κλαίνε, ενώ αρνούνταν να τον εγκαταλείψουν όταν τον πήραν για να τον θάψουν.
Ο «Ανδρέας» αποτελούσε μία αρκούδα-σύμβολο για τον «Αρκτούρο», καθώς ήταν το πρώτο αρσενικό που κατοίκησε το Καταφύγιο στο Νυμφαίο το 1993. Αγαπήθηκε από χιλιάδες κόσμου και μέχρι σήμερα τον είχαν υιοθετήσει πάνω από 300 πολίτες που υποστήριζαν έτσι την προσπάθεια της περιβαλλοντικής οργάνωσης να τον κρατήσει στη ζωή με απανωτές χειρουργικές επεμβάσεις και εντατική κτηνιατρική παρακολούθηση, ενώ αποτέλεσε έμπνευση και σήμερα κυκλοφορεί ως λούτρινο παιχνίδι και παιδικό βιβλίο.
Η πολύπαθη αρκούδα κατασχέθηκε τον Ιανουάριο του 1993 στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας από έναν αρκουδιάρη, ο οποίος τη γύριζε στα πανηγύρια ως… χορεύτρια και έβγαζε χρήματα. Ηταν υποσιτισμένη, φοβισμένη και σε άθλια κατάσταση, χωρίς καμία διάθεση να παλέψει για να ζήσει.
Ταλαιπωρημένο ζώο
Το βάρος της δεν ξεπερνούσε τα 90 κιλά, είχε αλυσίδα περασμένη με δύο χαλκάδες που του τρυπούσαν τη μύτη, θαμπό και μαδημένο τρίχωμα και ήταν σχεδόν ολικά τυφλός. Είχε ζήσει όλη τη ζωή της στην αιχμαλωσία και είχε παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια επιβίωσης.
Στον Κτηνιατρικό Σταθμό του «Αρκτούρου», στον Αετό Φλώρινας, του έγιναν όλα τα απαραίτητα εμβόλια, του αφαιρέθηκαν τα χαλασμένα δόντια και υποβλήθηκε σε επεμβάσεις καταρράκτη και στα δύο μάτια, χωρίς όμως επιτυχία. Σταδιακά ο «Ανδρέας» άρχισε να ηρεμεί, στο τέλος ήταν φιλικός και επέτρεπε στους ανθρώπους να τον πλησιάζουν, αν και δεν ήθελε πολλές διαχύσεις.
Αντιλαμβανόταν την ανθρώπινη παρουσία με την όσφρηση, την πιο ισχυρή αίσθηση των αρκούδων, και τους πλησίαζε με αργά βήματα, ενώ πάντα χάιδευε τρυφερά τις αγαπημένες του γάτες. Ετρωγε κανονικά και δεν έκρυβε την ευχαρίστησή του όταν δεχόταν βαζάκια με μέλι, που τον τάιζαν με το κουταλάκι. Το τρίχωμά του είχε αποκατασταθεί παρόλο που είχε γκριζάρει και το βάρος του έφτασε στα 150 κιλά.
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, ήταν εξαιρετικά δυσκίνητος και δεν ανταποκρινόταν πάντα με θέρμη. Φέτος συμπλήρωσε τα 50 χρόνια, καμιά άλλη αρκούδα στον κόσμο δεν έχει καταγραφεί σε αυτήν την ηλικία.
ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ
Φιλοξενούνται δέκα αρκούδες
Στο Καταφύγιο Αρκούδας του «Αρκτούρου», στο Νυμφαίο Φλώρινας, φιλοξενούνται δέκα αρκούδες, τρεις από τις οποίες, ο Μήτσος, ο Γιώργος και η Κατερίνα, είναι υπερήλικες, έχοντας συμπληρώσει τα 25 χρόνια.
Ο Μήτσος και ο Γιώργος ήταν αρκούδες χορεύτριες σε τσίρκο και αρκετά ταλαιπωρημένες, ενώ η Κατερίνα μεταφέρθηκε από τον Ζωολογικό Κήπο Φλώρινας. Τα 20 χρόνια της συμπλήρωσε η Τασούλα που βρέθηκε ορφανή, 19 χρόνων είναι ο Γιωργάκης και 18 η Ειρήνη, και οι δύο ήταν χορευτές σε αρκουδιάρηδες.
Από τον Ζωολογικό Κήπο Βελιγραδίου μεταφέρθηκαν την περίοδο του πολέμου η Βάσνα και η Μπάρμπαρα, 17 χρόνων και οι δύο, ενώ νεότεροι ηλικιακά είναι ο Κυριάκος και ο Μανώλης, 9 χρόνων, που βρέθηκαν ορφανοί.
ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΝΟΣ
ΜΑΡΙΑ ΡΙΤΖΑΛΕΟΥ


