Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Αυγούστου 2013

Θα πέφτουν αστέρια με ρυθμό 100 ανά ώρα απόψε, οπότε κορυφώνεται το φαντασμαγορικό φαινόμενο των διαττόντων περσείδων.

Τα «πεφταστέρια» είναι μικροί διαστημικοί βράχοι που εισέρχονται στη γήινη ατμόσφαιρα και αναφλέγονται σε ύψος περίπου 100 χλμ. αφήνοντας φωτεινά ίχνη καθώς διαλύονται από την τριβή και την υπερθέρμανση. Οι Περσείδες θεωρούνται μια από τις πιο εντυπωσιακές βροχές διαττόντων του έτους, καθώς τα «πεφταστέρια» τους είναι γρήγορα, φωτεινά και με μακριές πύρινες «ουρές».

Τα συγκεκριμένα μετέωρα αρχίζουν να πέφτουν αραιά τον Ιούλιο, ενώ σταδιακά πυκνώνουν και διαρκούν ως το τέλος Αυγούστου. Είναι ορατά και με γυμνά μάτια, κυρίως το ξημέρωμα.

Ανάλυση της NASA για τα έτη 2008-2013 δείχνει πως οι Περσείδες παράγουν περισσότερα φωτεινά μετέωρα από κάθε άλλη βροχή διαττόντων. Εμφανίζονται σε όλα σχεδόν τα σημεία του ουρανού και όχι σε ένα συγκεκριμένο μόνο, μολονότι αρχικά φαίνονταν να προέρχονται από την περιοχή του αστερισμού του Περσέα, από όπου πήραν το όνομά τους.

Οι Περσείδες προκαλούνται από τα σωματίδια σκόνης που αφήνει πίσω της η τεράστια ουρά, μήκους δεκάδων εκατομμυρίων χιλιομέτρων, του κομήτη 109Ρ/Σουίφτ-Τατλ, που διασταυρώνεται με την τροχιά της Γης. Ο κομήτης -ο οποίος διαθέτει έναν τεράστιο πυρήνα διαμέτρου 26χλμ και για τελευταία φορά εισήλθε στην εσωτερική περιοχή του ηλιακού μας συστήματος τον Δεκέμβριο του 1992- χρειάζεται περίπου 130 χρόνια για να πραγματοποιήσει μια πλήρη περιφορά γύρω από τον Ήλιο.

 

 
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Αυγούστου 2013

 

 

 

 

 

Το διάβασα στις διακοπές και το βρίσκω καταπληκτικό!Τέλειο, για όλες τις ώρες και με δράση που κρατάει το ενδιαφέρον αμείωτο!Παραθέτω αυτά που γράφει στο οπισθόφυλλο:

Είναι κάτι το οριστικό μια προφητεία; Μπορεί να την ανατρέψει η ελευθερία της βούλησης; Τα άστρα προεξοφλούν τα μελλούμενα ή δείχνουν στον άνθρωπο μόνο μια πιθανή πορεία;

Την εποχή της Αναγέννησης, σ’ ένα μικρό χωριό της Καλαβρίας, ο νεαρός χωρικός Τζιοβάνι Τράταρε τολμά να κοιτάξει στα μάτια την πανέμορφη Έλενα, εγγονή του δόγη της Βενετίας. Για να κατακτήσει την καρδιά της, αφήνει πίσω του τον μικρόκοσμο της καθημερινότητας του και ξεκινά ένα περιπετειώδες ταξίδι. Στον δρόμο του γλιτώνει από την πυρά τη μάγισσα Σελήνη, κι εκείνη, ανταποδίδοντας την ευεργεσία, του αποκαλύπτει όλα όσα θα συμβούν στην πολυτάραχη ζωή του: “Δες, Τζιοβάνι, αυτό είναι το τραγικό και λαμπρό σου πεπρωμένο. Το αποδέχεσαι;”
Τα λόγια της τον ακολουθούν σ’ ολόκληρη την περιπλάνηση του, ενώ η δύναμη της αγάπης τον οδηγεί στον κόσμο της γνώσης. Από τη Φλωρεντία και τη Βενετία ως τις μονές του Αγίου Όρους και των Μετεώρων, από το Αλγέρι και την Ιερουσαλήμ μέχρι την Κύπρο, σοφοί δάσκαλοι θα τον μυήσουν στα μυστικά της φιλοσοφίας και της αστρολογίας, αλλά και στον πνευματικό κόσμο του χριστιανισμού, της σουφικής διδασκαλίας και της καββάλας. Ταυτόχρονα, τρεις γυναίκες -η μάγισσα, η ερωμένη και η σύζυγος- θα τον βοηθήσουν, η κάθε μια με τον τρόπο της, να εξερευνήσει τα μονοπάτια της ανθρώπινης ψυχής.

Κυριακή Ψαρρού στις 9 Αυγούστου 2013

Κανένας άνθρωπος δεν είναι μόνος του ένα Νησί ακέραιο και ξεχωριστό·
κάθε άνθρωπος είναι ένα κομμάτι της Ηπείρου, ένα κομμάτι της ενδοχώρας·
αν η θάλασσα πάρει μαζί της ένα σβόλο χώμα, η Ευρώπη λιγοστεύει, σαν να ήταν ένα Ακρωτήρι ή σαν να ήταν ένας Πύργος, φίλων σου ή δικός σου·
ο θάνατος του κάθε ανθρώπου με λιγοστεύει, γιατί ανήκω στην Ανθρωπότητα.
Γι’ αυτό, μη στέλνεις ποτέ να ρωτήσεις για ποιον χτυπά η καμπάνα·
για σένα χτυπά.

Από το pbworks.com

Κυριακή Ψαρρού στις 9 Αυγούστου 2013
(…)Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη …
Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας,
τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα.
Φαντάζομαι, εκείνος που θα ξανάβρει τη ζωή,
έξω από τόσα χαρτιά, τόσα συναισθήματα, τόσες διαμάχες και τόσες διδασκαλίες, θα είναι κάποιος σαν εμάς,
μόνο λιγάκι πιο σκληρός στη μνήμη.
Εμείς, δεν μπορεί, θυμόμαστε ακόμη τι δώσαμε.
Εκείνος θα θυμάται μονάχα τι κέρδισε από την κάθε του προσφορά.
Τι μπορεί να θυμάται μια φλόγα; Α θυμηθεί
λίγο λιγότερο απ’ ό,τι χρειάζεται, σβήνει· αν  θυμηθεί λίγο
περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται, σβήνει. Να μπορούσε
να μας διδάξει, όσο ανάβει, να θυμόμαστε σωστά.
Εγώ τελείωσα· να γινότανε τουλάχιστο να αρχίσει κάποιος άλλος από κει που τελείωσα εγώ.(…)
Από το theinsider.gr

 

 

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 8 Αυγούστου 2013

“-Πως το πες τ’ όνομά σου ;

–Τ’ όνομά σου ..;

– Είπα : Νάρκισσος 

-Α! Νάρκισσος…

– Δεν είναι και τόσο όμορφο όνομα

– Αχ ..όμορφο όνομα…

– Είναι λίγο φτωχό

– Εμένα Ηχώ..

– Θέλω να σε ρωτήσω Ηχώ αν περνάει η στράτα εδώθε 

– Εδώθε….

– Και που θα φτάσω αν τη πάρω από δω να ;

– Πουθενά…

– Πουθενά ;!

– Πουθενά

– Παράξενο…Τρείς μέρες περπατάω και τώρα εσύ μου λες πως σταματάει η στράτα και πως άλλο δε μπορώ να πάω ;

– Εγώ σ’ αγαπάω ..

– Είπες μ’ αγαπάς ;

– Μ’ αγαπάς…;

– Δεν είπα τέτοιο πράγμα εγώ !

– Το’ πα εγώ…

– Και πού με ξέρεις ; Εγώ δε σε ξέρω 

– Σε ξέρω εγώ “

Ραδιοφωνικό απόσπασμα από  το θεατρικό έργο του Νότη Περγιάλη
”Ηχώ και Νάρκισσος”
με τον Δημήτρη Χορν και την Ελλη Λαμπέτη.
Ραδιοφωνική σκηνοθεσία,Μήτσος Λυγίζος.
1954 για το “Θέατρο της Κυριακής” , Τρίτο Πρόγραμμα .

“Ηχώ και Νάρκισσος” ( πατήστε εδώ για να ακούσετε απόσπασμα)

EchoNarcissusWaterhouse

Λίγα λόγια για το Νάρκισσο και την Ηχώ :

O Νάρκισσος ήταν ένα πανέμορφο αγόρι που ερωτεύτηκε τον εαυτό του όταν είδε την αντανάκλασή του σε μια πηγή. Η ομορφιά του έκαψε καρδιές αγοριών και κοριτσιών, η τρυφερή μορφή του όμως έκρυβε αμετάκλητη σκληρότητα και οι επίδοξοι εραστές μαζί με τις επίδοξες ερωμένες του έμειναν απλώς με την καψούρα.
Μία από τις πολλές θαυμάστριές του ήταν και η Ηχώ, μία νύμφη περίφημη για την ευγλωττία της ή μάλλον για την πολυλογία της. Μια μέρα απασχόλησε την Ήρα με την φλυαρία της όσο χρειαζόταν για να της αποσπάσει την προσοχή και να δώσει την ευκαιρία στο Δία να το γλεντήσει με τις νύμφες. Η ζηλότυπη θεά την καταράστηκε για την συνωμοσία της στα κερατώματα του Διός και έτσι η Ηχώ έχασε τη φωνή της. Δεν μπορεί να πει τίποτα δικό της και απλώς επαναλαμβάνει τα τελευταία λόγια άλλων ομιλητών.
Καθώς η ερωτευμένη Ηχώ έχει πάρει από πίσω τον Νάρκισσο, το αγόρι αρχίζει να ψυλλιάζεται ότι κάποιος τον ακολουθεί και ρωτά: “είναι κανείς εδώ;” για να λάβει την απάντηση από την Ηχώ: “είναι εδώ”. Δηλαδή η Ηχώ δεν επαναλαμβάνει απλώς τα λόγια του αγοριού, αλλά απαντά στην ερώτησή του. Εδώ κρύβεται και το νόημα του έργου. Όταν τα λόγια του Νάρκισσου επαναλαμβάνονται από το στόμα του κοριτσιού, αποκτούν μια τελείως διαφορετική διάσταση. Ανταποκρινόμενος στην απάντηση της Ηχώς, ο Νάρκισσος λέει: “έλα” και η Ηχώ επαναλαμβάνει.
Η Ηχώ, άυλη και ασώματη όπως την φανταζόμαστε, φαίνεται ότι έχει καθαρά σαρκικές επιθυμίες και αυτό φαντάζομαι είναι μέρος του έργου. Όπως και να ᾽χει, η κοπέλα μαραζώνει από την απόρριψη του Νάρκισσου, η σάρκα της λιώνει, το οστά της γίνονται πέτρες και απομένει στο τέλος μια φωνή που περιφέρεται στα δάση, επαναλαμβάνοντας τα τελευταία λόγια των άλλων. Ο δε Νάρκισσος δεν έχει καλύτερη τύχη. Κατάκοπος από το κυνήγι της, βρίσκει μια πηγή και ενώ σκύβει για να σβήσει τη δίψα του, βλέπει την αντανάκλασή του και μέσα του ανάβει φλογερό πάθος.
Η πηγή δεν σβήνει τη δίψα του αγοριού, απλώς την αντανακλά. Το νερό καίει τον νεαρό. Στο τέλος ο Νάρκισσος λιώνει από τον έρωτα για τον εαυτό του τον ίδιο. Καθώς λέει το ύστατο χαίρε στον ίδιο του τον εαυτό και η Ηχώ επαναλαμβάνει. Ενώ όμως το αγόρι αποχαιρετά την αντανάκλασή του, η Ηχώ αποχαιρετά τον μεγάλο της έρωτα. Το χάσμα και η ασυνεννοησία ανάμεσα στους δύο δεν θα μπορούσε να είναι βαθύτερο και μάλιστα τη στιγμή που τα λόγια τους είναι ακριβώς τα ίδια και το ένα χαίρε δίπλα στο άλλο. Η ιστορία κλείνει με τη μεταμόρφωση του νεαρού στο ομώνυμο λουλούδι.

πληροφορίες : http://angelokipoi.blogspot.gr/2011/01/blog-post.html

Μαρία Ανδρεάδου στις 8 Αυγούστου 2013

bride-of-frankenstein-boris-karloff-1935Το 1961, ο είκοσι εφτάχρονος Στάνλει Μίλγκραμ, επίκουρος καθηγητής ψυχολογίας στο Γέιλ, αποφάσισε να μελετήσει την υπακοή στην εξουσία. Είχαν περάσει λίγα μόνο χρόνια από τα φρικτά εγκλήματα των Ναζί και γινόταν μια προσπάθεια κατανόησης της συμπεριφοράς των απλών στρατιωτών και αξιωματικών των SS, οι οποίοι είχαν εξολοθρεύσει εκατομμύρια αμάχων. Η ευρέως αποδεκτή εξήγηση –πριν το πείραμα του Μίλγκραμ- ήταν η αυταρχική τευτονική διαπαιδαγώγηση και η καταπιεσμένη –κυρίως σεξουαλικά- παιδική ηλικία των Γερμανών. Όμως ο Μίλγκραμ ήταν κοινωνικός ψυχολόγος και πίστευε ότι αυτού του είδους η υπακοή –που οδηγεί στο έγκλημα- δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο της προσωπικότητας, αλλά περισσότερο των πιεστικών συνθηκών. Και το απέδειξε κάνοντας τη «φάρσα» του.

 

Τα υποκείμενα του πειράματος ήταν εθελοντές, κυρίως φοιτητές, οι οποίοι καλούνταν έναντι αμοιβής να συμμετέχουν σε ένα ψυχολογικό πείραμα σχετικό με τη μνήμη.

 

Χώριζε τους φοιτητές σε ζεύγη και –μετά από μια εικονική κλήρωση- ο ένας έπαιρνε το ρόλο του «μαθητευομένου» και ο άλλος του «δασκάλου».

 

Ο έκπληκτος «μαθητευόμενος» δενόταν χειροπόδαρα σε μια ηλεκτρική καρέκλα και του περνούσαν ηλεκτρόδια σε όλο το σώμα. Έπειτα του έδιναν να μάθει δέκα ζεύγη λέξεων.

Ο «δάσκαλος», από την άλλη, καθόταν μπροστά σε μια κονσόλα ηλεκτρικής γεννήτριας. Μπροστά του δέκα κουμπιά με ενδείξεις: «15 βολτ, 30 βολτ, 50 βολτ κλπ.» Το τελευταίο κουμπί έγραφε: «450 βολτ. Προσοχή! Κίνδυνος!»

 

Πίσω από το «δάσκαλο» στεκόταν ο πειραματιστής, ο υπεύθυνος του πειράματος. (Και περνάμε σε ενεστώτα για να γίνουμε μέτοχοι της στιγμής.)

«Θα λέτε την πρώτη λέξη από τα ζεύγη στο μαθητευόμενο. Αν κάνει λάθος θα σηκώσετε το πρώτο μοχλό και θα υποστεί ένα ηλεκτροσόκ 15 βολτ. Σε κάθε λάθος θα σηκώνετε τον αμέσως επόμενο μοχλό», λέει ο πειραματιστής και ο «δάσκαλος» αισθάνεται ήδη καλά που δεν του έτυχε στην κλήρωση ο άλλος ρόλος.

 

Το πείραμα ξεκινάει.

 

Ο «δάσκαλος» λέει τις λέξεις από το μικρόφωνο. Ο «μαθητευόμενος», ήδη τρομαγμένος, απαντάει σωστά, αλλά όχι για πολύ. Μόλις κάνει το πρώτο λάθος ο «δάσκαλος» γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος του λέει να προχωρήσει στο πρώτο ηλεκτροσόκ. Ο «δάσκαλος» υπακούει. 15 βολτ δεν είναι πολλά, αλλά ο «μαθητευόμενος» έχει αλλάξει ήδη γνώμη. Παρ’ όλα αυτά απαντάει σωστά σε άλλη μια ερώτηση, αλλά στο επόμενο λάθος δέχεται 30 βολτ. «Αφήστε να φύγω», λέει ο «μαθητευόμενος» που δεν μπορεί να λυθεί. «Δε θέλω να συμμετάσχω σε αυτό το πείραμα.» Ο «δάσκαλος» κοιτάει τον πειραματιστή. Εκείνος του κάνει νόημα να συνεχίσει.

 

Τα βολτ αυξάνονται και τώρα πια ο πόνος είναι εμφανής στο πρόσωπο του «μαθητευόμενου», που εκλιπαρεί να τον αφήσουν ελεύθερο. Στα 200 βολτ ταρακουνιέται ολόκληρος. Ο «δάσκαλος» πριν κάθε ηλεκτροσόκ γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος, με σταθερή φωνή, του λέει ότι το πείραμα πρέπει να συνεχιστεί. Ο «δάσκαλος» συνεχίζει να βασανίζει έναν άγνωστο, έναν απλό φοιτητή που κλαίει, ζητάει τη βοήθεια του Θεού και παρακαλεί να τον λυπηθούν. Δεν μπορεί πια να απαντήσει στις ερωτήσεις, αλλά ο πειραματιστής λέει στο «δάσκαλο»:

«Τη σιωπή την εκλαμβάνουμε ως αποτυχημένη απάντηση και συνεχίζουμε με την τιμωρία.»

 

Στα 345 βολτ ο «μαθητευόμενος» τραντάζεται ολόκληρος, ουρλιάζει και χάνει τις αισθήσεις του.

Ο «δάσκαλος», ιδρωμένος και με τα χέρια του να τρέμουν, κοιτάει τον πειραματιστή.

«Μην ανησυχείτε», λέει εκείνος, «το πείραμα είναι απολύτως ελεγχόμενο… Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»

«Μα είναι λιπόθυμος», λέει ο «δάσκαλος».

«Δεν έχει καμιά σημασία. Το πείραμα πρέπει να ολοκληρωθεί. Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»

 

Πόσοι από τους εθελοντές έφτασαν ως τον τελευταίο μοχλό;

Πριν ξεκινήσει το πείραμα του ο Μίλγκραμ είχε κάνει μια «δημοσκόπηση» ανάμεσα στους ψυχιάτρους και στους ψυχολόγους, ρωτώντας ‘τους τι ποσοστό των εθελοντών θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό.

Σχεδόν όλοι απάντησαν ότι κανείς δε θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό, πέρα ίσως από κάποια άτομα με κρυπτοσαδιστικές τάσεις, καθαρά παθολογικές.

 

Δυστυχώς έκαναν λάθος.

Μόλις το 5% των «δασκάλων» αρνήθηκαν εξ’ αρχής να συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο πείραμα και αποχώρησαν –συνήθως βρίζοντας τον πειραματιστή. Το υπόλοιπο 95% προχώρησε πολύ το πείραμα, πάνω από τα 150 βολτ. Και το 65%… Έφτασε μέχρι τον τελευταίο μοχλό, τα πιθανότατα θανατηφόρα 450 βολτ!

 

Που έγκειται η φάρσα;

Ο «μαθητευόμενος» δεν ήταν φοιτητής, αλλά ηθοποιός, που είχε προσληφθεί από το Μίλγκραμ για αυτόν ακριβώς το «ρόλο». Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός ούτε ηλεκτροσόκ. Ο ηθοποιός υποκρινόταν. Το μοναδικό πειραματόζωο ήταν ο «δάσκαλος».  Όμως τα αποτελέσματα ήταν αληθινά: Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων θα υπακούσει και θα βασανίσει –ίσως και θα σκοτώσει- έναν άγνωστο του, αρκεί να δέχεται εντολές από κάποιον με κύρος (στην προκειμένη περίπτωση επιστημονικό) και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι δεν τον βαρύνει η ευθύνη για ό,τι συμβεί –αφού εκείνος «απλά ακολουθούσε τις διαταγές».  Και φυσικά οι περισσότεροι από εμάς θα σκεφτούν όταν μάθουν για αυτό το πείραμα: «Εγώ αποκλείεται να έφτανα ως τον τελευταίο μοχλό.»

 

Όμως δείτε τι συμβαίνει στην κοινωνία μας, κάθε μέρα.

Ο υπάλληλος της ΔΕΗ που δέχεται να κόψει το ρεύμα από έναν άνεργο ή άπορο, ξέροντας ότι έτσι τον ταπεινώνει, τον υποβάλει σε ένα διαρκές βασανιστήριο και πιθανότατα θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του, ανήκει στο 65% του τελευταίου μοχλού. Και δεν είναι καθόλου κρυπτοσαδιστής. Απλά ακολουθάει τις εντολές που του έδωσαν.

 

Ο υπάλληλος του σούπερ-μάρκετ που σου δίνει το χαλασμένο ψάρι και σε διαβεβαιώνει ότι είναι φρέσκο (μιλώ εξ’ ιδίας πείρας, ως αγοραστής) δε σε μισεί, παρότι γνωρίζει ότι μπορεί να πάθεις και δηλητηρίαση. Απλώς ακολουθάει εντολές.  Ο αστυνομικός ο οποίος ραντίζει με χημικά τους διαδηλωτές δεν είναι κρυπτοσαδιστής –αν και πολλοί θα διαφωνήσουν στο συγκεκριμένο παράδειγμα. Απλώς κάνει τη δουλειά του. Ο υπάλληλος της εφορίας ή της τράπεζας που υπογράφει την κατάσχεση κάποιου σπιτιού για 1.000 ευρώ χρέος, θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό στο πείραμα. Γιατί υπακούει.

 

Ο πολιτικός που υπογράφει το μνημόνιο το οποίο οδηγεί ένα ολόκληρο έθνος στην εξαθλίωση του νεοφιλελευθερισμού θα έφτανε μέχρι τον τελευταίο μοχλό. Και αυτός υπακούει, σε εντολές πολύ πιο ισχυρές από εκείνες του πειραματιστή με την άσπρη φόρμα.  Αν όμως δούμε το πείραμα του Μίλγκραμ από την ανθρωπιστική-ηθική του πλευρά (από την πλευρά του 5% που αρνήθηκε να υπακούσει) θα καταλάβουμε ότι κανένας δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Αν σε διατάζουν να κάνεις κάτι που προκαλεί κακό στον άλλον, στο συμπολίτη σου, σε έναν μετανάστη, σε έναν άνθρωπο (ή σε ένα ζώο, αλλά αυτό περιπλέκει πολύ τα πράγματα, εφόσον συνεχίζουμε να τρώμε κρέας), πρέπει να αρνηθείς να υπακούσεις. Ακόμα κι αν χάσεις το μπόνους παραγωγικότητας, την προαγωγή, την επανεκλογή, τη δουλειά σου.
Μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να αρνηθούμε να υπακούσουμε στις «μικρές» και καθημερινές εντολές βίας –με τις οποίες οι περισσότεροι ασυνείδητα συμμορφωνόμαστε, μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να προβούμε σε μια γενικευμένη και μέχρι τέλους πολιτική, κοινωνική, καταναλωτική ανυπακοή, μόνο όταν μάθουμε να συμπεριφερόμαστε ως αυτεξούσιοι άνθρωποι και όχι ως ανεύθυνοι υπάλληλοι, μόνο τότε θα μπορέσουμε να γκρεμίσουμε τη λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού που μας θέλει υπάνθρωπους, υπάκουους και υπόδουλους.

Και μια τελευταία παρατήρηση:

Τα υποκείμενα του πειράματος του Μίλγκραμ, οι εθελοντές φοιτητές, μάθαιναν από εκείνον ποιος ήταν ο στόχος του πειράματος. Μάθαιναν ότι ο «μαθητευόμενος» ήταν ηθοποιός και ότι δεν είχε ποτέ υποστεί ηλεκτροσόκ. Ο Μίλγκραμ το έκανε αυτό για να τους ανακουφίσει, αλλά πέτυχε το ακριβώς αντίθετο. Αυτοί οι άνθρωποι, ειδικά το 65% που είχε φτάσει ως τον τελευταίο μοχλό, πέρασαν την υπόλοιπη ζωή τους κυνηγημένοι από τις Ερινύες της πράξης τους. Γιατί συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν τόσο αθώοι και τόσο «καλοί» όσο ήθελαν να πιστεύουν για τον εαυτό τους.

 

(Περισσότερα για το πείραμα του Μίλγκραμ μπορείτε να διαβάσετε στο υπέροχο βιβλίο της Lauren Slater: «Το κουτί της ψυχής», από τις εκδόσεις Οξύ, μετάφραση Δέσποινα Αλεξανδρή, 2009)

*περισσότερα για το αντίστιχο Πείραμα σε  Πιθήκους και τα αποτελέσματά του  βλέπετε εδώ : http://www.thessalonikiartsandculture.gr/blog/oxyrygxos/to-peirama-me-tous-deka-pithikous-tou-milgkram#.UgNTZ5LWPIZ

 

Πηγή: sanejoker.blogspot.gr  και http://www.thessalonikiartsandculture.gr/blog/oxyrygxos/to-teras-mesa-mas-to-peirama-tou-milgkram#.UgNMg5LWPIa

Κυριακή Ψαρρού στις 2 Αυγούστου 2013

Σκεφτόταν μαζί με τ’ άλλα πως όταν τον βρίσκαν αυτές οι κρίσεις της επιληψίας, υπήρχε μια φάση, αμέσως σχεδόν πριν πέσει χάμω (εφόσον βέβαια αυτά τα πάθαινε στον ξύπνο του), όταν ξαφνικά μέσα στη θλίψη της ψυχικής του καταχνιάς, της κατάθλιψης, στιγμές-στιγμές σαν να πετούσε το μυαλό του φλόγες κι όλες μέσα του οι δυνάμεις της ζωής τανύζονταν διαμιάς με ορμή ασυνήθιστη. Η αίσθηση της ζωής, η συνείδηση του εαυτού του δεκαπλασιαζόταν σχεδόν αυτές τις στιγμές που κρατούσαν τόσο όσο μια αστραπή. Ο νους, η καρδιά φωτίζονταν από ένα ασυνήθιστο φως• όλες οι συγκινήσεις, όλες του οι αμφιβολίες, όλες του οι ανησυχίες ξαφνικά σαν να γαλήνευαν, σβήναν μέσα σε μια ανώτερη απανεμιά, έμπλεη από μια ολοκάθαρη, αρμονική χαρά κι ελπίδα, γιομάτη φρόνηση κι αίσθηση ενός υπέρτατου τέλους. Αλλά οι στιγμές αυτές, αυτά τ’ αστραφτερά λαμπυρίσματα δεν ήταν παρά η προαίσθηση μόνο εκείνου του έσχατου δευτερόλεπτου (ποτέ παραπάνω από ένα δευτερόλεπτο) από το οποίο άρχιζε η ίδια πια η κρίση. Τούτο το δευτερόλεπτο ήταν βέβαια αβάσταχτο. ‘Όταν έπειτα, δηλαδή όταν πια ήταν στα καλά του, τις συλλογιζόταν αυτές τις στιγμές, συχνά έλεγε: μα αυτές οι αστραπές κι αναλαμπές μιας ανώτερης αίσθησης και συνείδησης του εαυτού μου και συνεπώς και του «ανώτερου όντος» δεν είναι παρά μια αρρώστια, δεν είναι παρά μια παρέκκλιση από την ομαλή μας κατάσταση, άρα σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι ένα στάδιο ύπαρξης ανώτερο, αντίθετα πρέπει να το κατατάξουμε χαμηλά, στο πιο χαμηλό σκαλί. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, στο τέλος-τέλος, οδηγήθηκε σ’ ένα από τα πιο παράδοξα συμπεράσματα: «Και τι σαν είναι αρρώστια; είπε τέλος πάντων. Τι σημασία έχει αν η ένταση αυτή είναι ανώμαλη, αφού το ίδιο το αποτέλεσμα, αφού η στιγμιαία εκείνη αίσθηση, όπως τη θυμάσαι και την κρίνεις γερός πια, βεβαιώνεσαι πως είναι μια αρμονία ανώτερου τύπου, μια ομορφιά ανώτερου τύπου, σου χαρίζει ένα ανήκουστο κι αμάντευτο αίσθημα τον ολοκληρωμένου, του τέλειου, του αρμονικού και μιας ολόχαρης κατανυχτικής συνένωσης με την πιο υψηλή που υπάρχει σύνθεση της ζωής;». Αυτές οι νεφελωμένες εκφράσεις τον φαίνονταν εκείνου του ίδιου πολύ κατανοητές, παρ’ όλο που ήταν ακόμη πάρα πολύ χλιαρές. Ότι όμως αυτή εκεί ήταν αληθινή «ομορφιά και προσευχή», ότι πραγματικά ήταν μια«ανώτερη σύνθεση ζωής», γι’ αυτό το πράγμα δεν είχε αμφιβολία, δεν μπορούσε ούτε να δεχτεί καν την παραμικρή αμφιβολία. Δεν είναι να πεις πως εκείνη τη στιγμή έβλεπε τίποτα οράματα, που εξευτελίζουν τη σκέψη, στρεβλώνουν την ψυχή, σαν να ‘πιε χασίσι, όπιο ή κρασί, οράματα αφύσικα κι ανύπαρχτα. Αυτό ήταν σε θέση να το κρίνει όταν πια περνούσε η νοσηρή του κατάσταση. Ίσα-ίσα οι στιγμές εκείνες δεν ήταν παρά μια έκτακτη ενισχυμένη αυτοσυνείδηση – για να εκφράσει όλη αυτή την κατάσταση του με μια λέξη -, συνείδηση και συνάμα μια αίσθηση του εαυτού του όσο είναι δυνατό να τη φανταστεί κανείς ατόφια. Αν εκείνο το δευτερόλεπτο, δηλαδή την εντελώς τελευταία στιγμή συνείδησης προτού πέσει χάμω, προλάβαινε να πει καθαρά και συνειδητά στον εαυτό του: «Ναι, γι’ αυτή τη στιγμή μπορώ να δώσω όλη τη ζωή μου!» – θα έλεγε αυτό που πραγματικά πίστευε: μα και βέβαια η στιγμή τούτη μόνη της αξίζει μια ολόκληρη ζωή. Βέβαια, το άλλο σκέλος του συλλογισμού του διόλου δεν το συμπαθούσε: η χαύνωση, το ψυχικό σκοτάδι, η αποβλάκωση ορθώνονταν μπροστά του κραυγαλέες συνέπειες εκείνων των «ύψιστων στιγμών». Σοβαρές αντιρρήσεις πάνω σ’ αυτό δε θά ‘χε. Το συμπέρασμα του, δηλαδή η εκτίμηση που έδινε σε κείνη τη στιγμή έκρυβε ένα σφάλμα, ωστόσο η πραγματικότητα εκείνου που είχε νιώσει τον έφερνε σε μια σύγχυση. Αλήθεια, πώς να την αρνηθείς την πραγματικότητα; Μα γινόταν, ήταν αληθινό αυτό που έλεγε, ο ίδιος προλάβαινε κι έλεγε στον εαυτό του μέσα σε κείνη τη στιγμή, προλάβαινε να πει πως τούτη η στιγμή με την απέραντη ευτυχία που του φέρνει κι αυτός τη νιώθει απόλυτα, αξίζει, αλήθεια μια ζωή ολόκληρη. «Αυτή τη στιγμή – όπως είπε κάποτε στον Ραγκόζιν στη Μόσχα, στις συναναστροφές τους τότε εκεί- αυτή τη στιγμή αρχίζω να καταλαβαίνω την παράξενη έκφραση πως χρόνος πια δεν θα υπάρχει. Πιθανόν, πρόσθεσε χαμογελώντας, είναι η ίδια εκείνη στιγμή που δεν πρόλαβε να χυθεί το νερό από το αναποδογυρισμένο κανάτι του επιληπτικού Μωάμεθ, ενώ εκείνος πρόλαβε μέσα σ’ αυτό το δευτερόλεπτο να δει όλα τα δώματα του Αλλάχ».

Aπό το http://fyodordostoyevsky.wordpress.com/2008/03/22/idiot_ayra/

Κυριακή Ψαρρού στις 25 Ιουλίου 2013

 

 

Είμαι σχεδόν βέβαιη πως “Η κομψότητα του σκαντζόχοιρου” (Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2008, μετ. Ρίτα Κολαΐτη) δεν θα γίνει μπεστ σέλλερ στην Ελλάδα, κι ας έχει πουλήσει πάνω από 1 εκατομμύριο αντίτυπα στη Γαλλία. Γιατί το λέω αυτό; Γιατί διάβασα πρόσφατα σε αθηναϊκή εφημερίδα ποια ήταν τα πιο ευπώλητα βιβλία το 2008. Το μυθιστόρημα της Μιριέλ Μπαρμπερί, καθηγήτριας φιλοσοφίας, πολύ απέχει από τα εύπεπτα ελληνικά μυθιστορήματα που μονοπωλούν τις θέσεις των ευπώλητων. Είναι βιβλίο που απαιτεί όχι μόνο την προσοχή του αναγνώστη, αλλά και την προπαίδειά του σ’ ένα ευρύ λογοτεχνικό σύμπαν. Οι σαφείς ή υπαινικτικές αναφορές σε έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας (όπως η “΄Αννα Καρένινα”, ο Προυστ, ο Σταντάλ, το “Όσα παίρνει ο άνεμος” κ.ά.), στην κλασική μουσική, στον κινηματογράφο, που διανθίζουν το μυθιστόρημα, του προσδίδουν μια ιδιαίτερη γοητεία, αλλά η απόλαυσή τους προϋποθέτει τη γνώση τους.
Στο βιβλίο ακούγονται δυο φωνές. Η πρώτη είναι της ηλικιωμένης θυρωρού σε μια πολυτελή πολυκατοικία του Παρισιού. Αυτοσυστήνεται: “Το όνομά μου είναι Ρενέ. Είμαι πενηντατεσσάρων ετών. Τα τελευταία είκοσι εφτά χρόνια, είμαι η θυρωρός του κτιρίου στην οδό Γκρενέλ 7, ενός όμορφου μεγάρου, με εσωτερική αυλή και κήπο, το οποίο χωρίζεται σε οκτώ γιγάντια και υπερπολυτελή διαμερίσματα, που κατοικούνται όλα. Είμαι χήρα, μικρόσωμη, άσχημη, στρουμπουλή, έχω εξογκώματα στα μεγάλα δάχτυλα των ποδιών μου και, πιστέψτε το, κάποια θλιβερά πρωινά, ανασαίνω σαν μαμούθ”.
Η Ρενέ δεν είναι μια συνηθισμένη θυρωρός. Αν και από φτωχή, αγροτική, εργατική οικογένεια, από μικρή μαγεύτηκε με τα γράμματα και σ’ όλη της τη ζωή διάβαζε. Είναι μια καλλιεργημένη αυτοδίδακτη, μυημένη όχι μόνο στη λογοτεχνία αλλά και σ’ όλες τις καλές τέχνες, με μια ιδαίτερη αγάπη στον ιαπωνικό κινηματογράφο. Όλο αυτό τον πλούσιο εσωτερικό κόσμο φροντίζει να τον κρατά μακριά από την σνομπ ψευτοαριστοκρατία της πολυκατοικίας.
Η δεύτερη φωνή του μυθιστορήματος είναι ένα δωδεκάχρονο κορίτσι, η Παλόμα, που κατοικεί σ’ ένα από τα διαμερίσματα με τους γονείς και την αδερφή της. “Είμαι δώδεκα χρονών, μένω στην οδό Γκρενέλ 7, σ’ ένα αρχοντικό διαμέρισμα. Οι γονείς μου είναι πλούσιοι, η οικογένειά μου είναι πλούσια και επομένως η αδελφή μου κι εγώ είμαστε κατ’ ουσίαν πλούσιες. Ο πατέρας μου, πρώην υπουργός, είναι σήμερα βουλευτής (…) Έχω πάρει την απόφασή μου. Στο τέλος της σχολικής χρονιάς, τη μέρα που θα γιορτάζω τα δεκατρία μου χρόνια, στις 16 Ιουνίου, θ’ αυτοκτονήσω”. (Νομίζω πως η αναφορά στη 16η Ιουνίου, λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλο το βιβλίο, δεν είναι τυχαία. Διερωτώμαι γιατί η μεταφράστρια, που έδωσε άλλες κατατοπιστικές υποσημειώσεις, δεν συνέδεσε την ημερομηνία αυτή με την περίφημη Bloomsday από τον “Οδυσσέα” του Τζόις. Δική μου σκέψη βέβαια, μπορεί και να κάνω λάθος).
Η ομοιότητα με τη Ρενέ έγκειται στο ότι και η Παλόμα κρύβει ένα μυστικό κόσμο στην ψυχή της. Με ωριμότητα πολύ μεγαλύτερη από την ηλικία της εναλλάσσει τα κεφάλαια στα οποία ακούγεται η φωνή της Ρενέ, με τα κεφάλαια τα οποία τιτλοφορεί άλλοτε “Βαθυστόχαστες σκέψεις”, αριθμώντας τα από το 1-15 καΙ άλλοτε ” Ημερολόγιο της κίνησης του κόσμου”, πάλι αριθμώντας τα από το 1-7. Τόσο η θυρωρός όσο και το μικρό κορίτσι, μου έφεραν στο νου τη ρήση του Αποστόλου Παύλου: “Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο θεός ίνα καταισχύνη τα ισχυρά” (Προς Κορινθίους Α΄1,27).

Σε αντιδιαστολή με τους πλούσιους, κενούς, ματαιόδοξους εκπροσώπους της ανώτερης αστικής γαλλικής τάξης, η συγγραφέας προβάλλει τη γνήσια καλλιέργεια κι ευγένεια ψυχής , επιλέγοντας ως φορείς της μια αυτοδίδακτη κι ένα μικρό κορίτσι.

Ο καταλύτης που θα δώσει ώθηση στην πορεία της ιστορίας, που θα φέρει κοντά τις δυο καταστάσεις, που θα αντιπροσωπεύσει τη γνήσια αρχοντιά ύλης και πνεύματος, είναι ένας ηλικιωμένος Ιάπωνας, ο Κακούρο Όζου, που αγοράζει ένα από τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας, όταν ο ιδιοκτήτης του πεθαίνει. Μια σύντομη στιχομυθία, κατά την οποία ξεφεύγει της Ρενέ, χωρίς να το θέλει, μια φράση, γίνεται αφορμή να την προσέξει ο Κακούρο:

“-Γνωρίζατε τους Αρτέν; Μου είπαν ότι ήταν μια εξαίρετη οικογένεια, συμπληρώνει.
-Όχι, απαντώ επιφυλακτικά, δεν τους γνώριζα ιδιαίτερα, ήταν μια οικογένεια όπως όλες οι άλλες εδώ.
-Ναι, μια ευτυχισμένη οικογένεια, λέει η κυρία Ροζέν, εμφανώς αδημονούσα.
-Ξέρετε, όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους, μουρμουρίζω για να τελειώσω μ’ αυτή την ιστορία, χωρίς να πω τίποτε άλλο.
-Αλλά μια δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο, μου λέει κοιτώντας με παράξενα, και αίφνης νιώθω μια νέα ανατριχίλα”

Είναι βέβαια η περίφημη εναρκτήρια φράση της “΄Αννας Καρένινα”. Και ενώ οι κυρίες της πολυκατοικίας τρώγονται από περιέγεια κι επιθυμία να γνωρίσουν τον Όζου και το ανακαινισμένο διαμέρισμά του, εκείνος καλέι για τσάι την ταπεινή θυρωρό. Μεταξύ τους δημιουργείται μια τέλεια επικοινωνία, Μιλούν για Τέχνη, για ιταλική και ολλανδική ζωγραφική, για κινηματογράφο, για την κοινή τους αγάπη, τον Τολστόι. Μερικές σελίδες του βιβλίου είναι ωραία, σύντομα δοκίμια περί Τέχνης. Η πνευματική φιλία συνεχίζεται, μεγαλώνει. Κι εκεί που ο αναγνώστης περιμένει πέρα από το πνευματικό κι ένα συναισθηματικό δέσιμο, μια και τόσο ο Κακούρο όσο και η Ρενέ, έχοντας χάσει τους συζύγους τους, είναι μόνοι, μια ανατροπή επέρχεται που μας αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση. Το τελευταίο κεφάλαιο γράφεται από τη μικρή Παλόμα που αναθεωρεί την απόφασή της να αυτοκτονήσει.
Κι ο τίτλος; Τι σημαίνει ο παράξενος τίτλος; Το εκφράζει η Παλόμα, η μόνη εκτός από τον Κακούρο που υποψιάστηκε το μυστικό κόσμο της θυρωρού: “Η κυρία Μισέλ έχει την κομψότητα του σκαντζόχοιρου. Απέξω είναι γεμάτη αγκάθια, αληθινό φρούριο, αλλά έχω την αίσθηση ότι από μέσα είναι τόσο απλώς ραφινάτη όσο και ο σκαντζόχοιρος, που είναι ένα ζωάκι δήθεν νωθρό, σκληρά μοναχικό και εξαιρετικά κομψό”.

Από το αnagnostria.blobspot.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 25 Ιουλίου 2013

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ είναι το τρίτο στη σειρά Ελεγεία και κλείνει τη μοναδική συλλογή του Γρυπάρη Σκαραβαίοι και Τερρακότες. Σ’ αυτό ο ποιητής εκμεταλλεύεται τη ρωμαϊκή παράδοση για το αμάρτημα των Εστιάδων που από αβουλία άφησαν και έσβησε η ιερή φλόγα, την οποία τάχτηκαν να κρατούν άσβηστη στο βωμό της θεάς.

Βαθιά άκραχτα μεσάνυχτα, τρισκότεινοι ουρανοί
πάν’ απ’ την πολιτεία την κοιμισμένη·
κι άξαφνα σέρνει του Κακού το Πνεύμα μια φωνή,
τρόμου φωνή – κι όλοι πετιούνται αλαλιασμένοι.

 

«Έσβησε η άσβηστη φωτιά!» κι όλοι δρομούν φορά
τυφλοί μέσα στη νύχτα να προφτάσουν,
όχι μ’ ελπίδα πως μπορεί να ‘ν ψεύτρα η συμφορά,
παρά να δουν τα μάτια τους και τη χορτάσουν.

 

Θαρρείς νεκροί κι απάριασαν τα μνήματ’ αραχνά,
σύγκαιρα ορθοί για τη στερνή την κρίση,
κι ενώ οι ανέγνωμοι σπαρνούν μες σε κακό βραχνά,
μην τύχει τρέμουνε κανείς και τους ξυπνήσει.

 

Μ’ ένα πνιχτό μονόχνωτο αναφιλητό σκυφτοί
προς της Εστίας το Ναό τραβούνε,
και μπρος στην Πύλη διάπλατα τη χάλκινη ανοιχτή
ένα τα μύρια γίνουνται μάτια να ιδούνε.

 

Και βλέπουν: με της γνώριμης αρχαίας των αρετής
το σχήμα τ’ ανωφέλευτο ντυμένες,
στον προδομένο το Βωμόν εμπρός γονυπετείς
τις Εστιάδες, τις σεμνές, μα κολασμένες.

 

Το κρίμα τους εστάθηκε μια άβουλη αναμελιά
κι αραθυμιά -σαν της δικής μας νιότης!
μα η Άγια Φωτιά, μια πόσβησε, δεν την ανάβει πλια
ανθρώπινο προσάναμμα ή πυροδότης.

 

Κι όσο κι αν με τις φούχτες των σκορπίζουν στα μαλλιά
με συντριβή και με ταπεινοσύνη,
του κάκου! στη χλια χόβολη και μες στη στάχτη πλια
σπίθας ιδέα ούδ’ έλπιση δεν έχει μείνει.

 

Κι είναι γραμμένη του χαμού η Πολιτεία· εχτός
αν, πρι ο καινούριος ο ήλιος ανατείλει,
κάμει το θάμα του ο ουρανός, και στ’ άωρα της νυχτός
μακρόθυμος τον κεραυνό του κάτω στείλει.

 

Κι αν είν’ και πέσει απάνω τους, ας πέσει! όπως ζητά
το δίκιο κι οι Παρθένες το ζητούνε,
που ιδού τις με τα χέρια τους στα ουράνια σηκωτά
και την ψυχή στα μάτια τους τον προσκαλούνε. ……………………………………………………………………
Τάχα το θάμα κι έγινε; Πες μου το να σ’ το πω,
γνώμη άβουλη, γνώμη άδικη μιας νιότης
σαν τη δικιά μας, πόσβησεν έτσι χωρίς σκοπό
κι ακόμα ζει και ζένεται – με το σκοπό της!

 

 


 

άκραχτος: σιωπηλός, που δεν έχει κράξει (λαλήσει) ο πετεινός.
αλαλιασμένος
: ξέφρενος, αναστατωμένος.
δρομώ φορά
: τρέχω ορμητικά.
απαριάζω
: αφήνω, παρατώ.
αραχνός
: αραχνιασμένος.
σπαρνώ
: σπαράζω, αναταράζομαι από φόβο.
Εστιάδες
: ιέρειες στο ναό της Εστίας στην αρχαία Ρώμη. Ανήκαν σε ευυπόληπτες οικογένειες της Ρώμης. Μπαίνοντας στην υπηρεσία της θεάς αναλάμβαναν την υποχρέωση να μείνουν αγνές σε όλη τους τη ζωή και να φυλάγουν να μη σβήσει η ιερή φωτιά στο ναό. Αν παραμελούσαν το χρέος τους, τις έθαβαν ζωντανές, γιατί πίστευαν ότι το σβήσιμο της φωτιάς προμηνούσε συμφορές για την πόλη.
αραθυμιά: αδράνεια, αβουλία.
ζένομαι: βράζω.

ΑΠΟ ΤΟ minedu.gov.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 25 Ιουλίου 2013

 

Μιὰ μέρα, ἕνας σοφός Ἰνδιάνος ἔκανε τήν παρακάτω ἐρώτηση στούς μαθητές του:

 

-“Γιατί οἱ ἄνθρωποι οὐρλιάζουν ὅταν ἐξοργίζονται;”-“Γιατί χάνουν τήν ἠρεμία τους” ἀπάντησε ὁ ἕνας.

-“Μά γιατί πρέπει νά ξεφωνίζουν παρότι ὁ ἄλλος βρίσκεται δίπλα τους;” ξαναρωτᾶ ὁ σοφός.

-“Ξεφωνίζουμε, ὅταν θέλουμε νά μᾶς ἀκούσει ὁ ἄλλος” εἶπε ἕνας ἄλλος μαθητής.

Καί ὁ δάσκαλος ἐπανῆλθε στήν ἐρώτηση:

“Μά τότε δεν εἶναι δυνατόν νά τοῦ μιλήσει μέ χαμηλή φωνή;

Διάφορες ἀπαντήσεις δόθηκαν ἀλλά.. καμμιά δέν ἱκανοποίησε τόν δάσκαλο..

“Ξέρετε γιατί οὐρλιάζουμε κυριολεκτικά ὅταν εἴμαστε θυμωμένοι; Γιατί ὅταν θυμώνουν δυό ἄνθρωποι, οἱ καρδιές τους ἀπομακρύνονται πολύ.. καί γιά νά μπορέσει ὁ ἕνας νά ἀκούσει τόν ἄλλο θά πρέπει νά φωνάξει δυνατά, γιά νά καλύψει τήν ἀπόσταση.. Ὅσο πιό ὀργισμένοι εἶναι, τόσο πιό δυνατά θά πρέπει νά φωνάξουν για ν’ ἀκουστοῦν.

Ἐνῶ ἀντίθετα τί συμβαίνει ὅταν εἶναι ἐρωτευμένοι; Δέν ἔχουν ἀνάγκη νά ξεφωνήσουν, κάθε ἄλλο, μιλοῦν σιγανά καί τρυφερά.. Γιατί; Ἐπειδή οἱ καρδιές τους εἶναι πολύ πολύ κοντά. Ἡ ἀπόσταση μεταξύ τους εἶναι ἐλάχιστη.

Μερικές φορές εἶναι τόσο κοντά πού δέν χρειάζεται οὔτε κἄν νά μιλήσουν, παρά μονάχα ψιθυρίζουν. Καί ὅταν ἡ ἀγάπη τους εἶναι πολύ δυνατή δέν εἶναι ἀναγκαῖο οὔτε κἄν να μιλήσουν, τούς ἀρκεῖ νά κοιταχθοῦν. Ἔτσι συμβαίνει ὅταν δύο ἄνθρωποι πού ἀγαπιοῦνται πλησιάζουν ὁ ἕνας πρός τόν ἄλλον.

Στό τέλος ὁ Σοφός εἶπε συμπερασματικά:

“Ὅταν συζητᾶτε μήν ἀφήνετε τίς καρδιές σας νά ἀπομακρυνθοῦν, μήν λέτε λόγια ποὺ σᾶς ἀπομακραίνουν, γιατί θά φτάσει μιὰ μέρα πού ἡ ἀπόσταση θά γίνει τόσο μεγάλη πού δέν θά βρίσκουν πιά τά λόγια σας τό δρόμο τοῦ γυρισμοῦ”

Από το agiazoni.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 14 Ιουλίου 2013

“Όταν είσαι «Σαμαρείτης”, λέει ο Χριστός
Πρέπει να αγνοείς τόσο το χρέος
Όσο και την ευγνωμοσύνη.
Είναι ανιδιοτελές αν αυτός που έκανε
Τη γενναιόδωρη χειρονομία
Δεν κρατά πλέον καμία ανάμνηση.
Δεν χρειάζεται να διώξει τη μνήμη.
Εκπληρώθηκε.
Είναι μια πράξη γενετικής μετουσίωσης.
Όπως όταν γεννά η μητέρα.
Πράξη αγάπης.
Προσφορά.
Είναι προσφορά όπως στην ερωτική συνουσία.
Ποιος όμως θα το θυμάται;
Το παιδί.
Χρωστά μια ζωή, έχει χρέος να ξανακάνει το ίδιο πράγμα με τα παιδιά του
Ή με τους συντρόφους στη ζωή του.
Άλλα όχι από “χρέος”, όχι γιατί “πρέπει”.
Είναι ρεύμα αγάπης.
Αν διακοπεί έρχεται ο θάνατος.
Πόσες φορές δεν ακούμε ανθρώπους, που είναι πεπεισμένοι
Ότι έκαναν μια φιλανθρωπία ή ότι έδωσαν
Να κατηγορούν εκ των υστέρων τους άλλους ότι φάνηκαν αγνώμονες:
“Όσο σκέφτομαι όλες τις θυσίες που έκανα για σένα..”.
“Τώρα με αφήνεις…φεύγεις αλλού”
“Την παντρεύεσαι κι ας μην την εγκρίνω…”
“Όσο σκέφτομαι τι έχω κάνει γι’αυτόν τον άντρα, και τώρα με εγκαταλείπει”.
Η ευγνωμοσύνη δεν εκφράζεται κατευθείαν στον “Σαμαρείτη”.
Θυμόμαστε τι έκανε για μας, και κάνουμε το ίδιο για κάποιον άλλο.
Αν ο “φιλάνθρωπος” απαιτεί ενδόμυχα κάτι από εκείνον που κάποτε βοήθησε
Αν περιμένει αναγνώριση, αποδεικνύει ότι μόνος σκοπός του ήταν να τον εξαγοράσει
Συνεπώς δεν ήταν “Σαμαρείτης”.
Και ποιος είναι ο πλησίον μας σήμερα;
Πλησίον μας είναι όλοι όσους το πεπρωμένο έφερε κοντά μας όταν είχαμε ανάγκη βοήθειας
Και μας την προσέφεραν δίχως να το ζητήσουμε
Που μας συνέδραμαν, χωρίς καν να το δέσουν στη μνήμη τους.
Μας έδωσαν από το πλεόνασμα της ζωτικότητας τους.
Μας ανέλαβαν για κάποιο διάστημα, σε έναν τόπο όπου το πεπρωμένο τους
Διασταυρωνόταν με το δρόμο μας.
Πλησίον μας είναι το “εσύ” χωρίς το οποίο δεν θα υπήρχε μέσα μας “Εγώ”
Σε μια στιγμή πού, απογυμνωμένοι από φυσικά ή ηθικά αποθέματα
Αδυνατούμε πλέον να συμπεριφερθούμε πατρικά ή μητρικά στον εαυτό μας
Σε μια στιγμή που δεν μπορούσαμε πια να συνδράμουμε
Να αναλάβουμε τον εαυτό μας, να τον στηρίξουμε ή να τον καθοδηγήσουμε.
“Πλησίον” μας υπήρξαν όλοι όσοι, αδελφικά και ανιδιοτελώς, μας πήραν υπό την προστασία τους
Και κατόπιν μας άφησαν ελεύθερους να συνεχίσουμε τον δικό μας δρόμο.

από το LLAZAROS.BLOGSPOT.GR

Μαρία Ανδρεάδου στις 13 Ιουλίου 2013

Παραθαλάσσιο κέντρο/ καρέκλες και τραπέζια ξέχειλα από κόσμο

μουσική χειροκροτήματα/ ο μαέστρος υποκλίνεται ευγενικά/τα παιδιά τρέχουν

στη θάλασσα σέρνονται φώτα/ τραγούδια/ (Σκέφτεσαι αμέσως Καρυωτάκη)

Στους δρόμους διαβαίνουν κορίτσια/ βραδιάζει/ οι εκδρομείς επιστρέφουν

με λουλούδια/ με λιοκαμένα πρόσωπα/ χαρούμενοι

(θλίβεσαι που έχασες μια Κυριακή)

Άγγλοι αντιπαθητικοί/ ένα ζευγάρι όμορφες γάμπες

μέσα σ’ ένα βιαστικό λεωφορείο/ Άλλος και φεύγουμε!

Λάμπες ασετυλίνης/ οι δρόμοι αδειάζουν

κορμιά κολλημένα στους τοίχους

λαχανιασμένοι ψίθυροι/ (νιώθουμε ξένοι, μόνοι πολύ μόνοι)

Ποιος θα μας σώσει/ ποιος θα μας ξεκουράσει

κατά πού να γυρίσουμε

(είμαστε νικημένοι

και τόσες Κυριακές μπροστά μας)

 

Κλείτος Κύρου, Κυριακή απόγευμα (Εν όλω συγκομιδή, εκδ. Άγρα)

Κυριακή Ψαρρού στις 11 Ιουλίου 2013

 

Από το μυθιστόρημα «Χαμένη Άνοιξη» του Στρατή Τσίρκα, ΚΕΔΡΟΣ 1976, που αναφέρεται στην Αποστασία, την κυβερνητική αστάθεια, τη δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα και γενικώς στο πολιτικό και κοινωνικό κλίμα λίγο πριν την Χούντα του 1967.
Το απόσπασμα αναφέρεται στους ξένους και στις επιδιώξεις τους στην Αθήνα, μέσω των πρακτόρων τους εγχώριων και μη:

 

[…] Θέλουν τη Ελλάδα πόρνη να τους ανοίγει τα σκέλια στην ποδιά της Ακρόπολης να προμηθεύει μισοτιμής το ρίγος της αμαρτίας στις μαραγκιασμένες από τον πουριτανισμό ψυχές τους.
Μας θέλουν γκαρσόνια ταβερνιάρηδες μαστροπούς βαρκάρηδες επιβήτορες καμπαρετζήδες μπουζουξήδες χασισέμπορους αχ αμαν αμαν και συρτάκι αμε και Ζόρμπα δη Γκρηκ κι αυτοί ν’αρμέγουν τον τόπο το κρασί το λάδι τα πορτοκάλια τις ντομάτες τα ροδάκινα το βαμπάκι τα μάρμαρα το βωξίτη το λιγνίτη τα μεταλλεύματα και τον ιδρώτα του κόσμου.

Κοίτα που καταντήσαμε κάθε πολιτικός και κόκκινο φαναράκι στην πόρτα του και τ’όνομά του φωτισμένο σε ταμπελίτσα πλάι στο κουδούνι. Λουιζ Κλάρα Ρόζα Ντολόρες.

[…] Παραμερίστε διαφορές με Παπατζήδες ή Σβωλοτσιριμώκους, παράπονα και μνησικακίες για Λίβανους και Δεκέμβρηδες και λοιπά. Όλοι μαζί, όλοι μαζί, να σώσουμε τον τόπο, γιατί η Γερμανίδα λύσσαξε και θα τον ξεπατώσει….

[…] Σε άλλες χώρες που οι πολίτες ξέρουν τα δικαιώματά τους θα είχε αλλάξει από καιρό τέτοια κατάσταση. εδώ τα εδραιωμένα συμφέροντα, η μονοωλιακή εκμετάλλευση, τα «κλειστά επαγγέλματα» , το συνάλλαγμα που σπαταλιέται σε πολυτέλειες και αργομισθίες… Τετρακόσια χρόνια σκύβαμε το κεφάλι όταν σήκωνε τη φωνή κι ο τελευταίος αγάς. Ενάμιση αιώνα τώρα ελεύθερο κράτος κι ακόμη μας δυναστεύουν αγάδες κάθε λογής, από τον εισπράχτορα του λεωφορείου ως το διοοικητή της Εθνικής, απ” τον Βαν Φλητ ως τους εξοχότατους της Πιουριφάι και Λαμπουίς, τους ανθύπατους της νέας Ρώμης στο κρατίδιο των Γραικύλων…

[…]Φοβάμαι πως δε θα την αποφύγουμε τη δικτατορία.
_ Γιατί τώρα τι έχουμε; ρώτησε ο Βάρναλης. Έχουμε δικτατορία των δωσίλογων με φερετζέ. Την παρουσιάζουμε για «αληθινή δημοκρατία». Και η δουλειά τους – δηλαδή η προδοσία του λαού – γίνεται. Καμαρώστε καθεστώς: πατημένο σύνταγμα, κυβέρνηση της μειοψηφίας, χιτλερική νομοθεσία, αστυνομοκρατία, παρακρατικοί δολοφόνοι, γερμανοντυμένοι «πατριώτες» και τα λοιπά…

 

Στρατής Τσίρκας (1911 – 1980)
Ο Στρατής Τσίρκας, το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης Χατζηανδρέας, γεννήθηκε στο Κάϊρο το 1911.

 

Εγραψε ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα και είναι ένας από τους σημαντικότερους κριτικούς και μελετητές του έργου του Κ.Καβάφη. Σπούδασε στην Αμπέτειο σχολή και μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε ως υπάλληλος στο Κάϊρο, στην Ανω Αίγυπτο και στην Αλεξάνδρεια.

 

Το 1930 γνωρίζεται με τον Καβάφη, έρχεται επίσης σε επαφή με το αριστερό κίνημα και εντάσσεται σ” αυτό. Αναπτύσσει συνδικαλιστική δράση και οργανώνει αντι-ιμπεριαλιστικό κίνημα στην Ανω Αίγυπτο.

 

Οι εμπειρίες της επαφής του με τους ντόπιους και τις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους αποτελούν το υλικό για την ποιητική συλλογή του Φελλάχοι το 1937. Την ίδια χρονιά ταξιδεύει στο Παρίσι για να πάρει μέρος στο αντιφασιστικό συνέδριο συγγραφέων, εκεί, έχει επαφές με τους Νερούντα, Αραγκόν και Μπρεχτ. Μαζί με τον Λάγκστον Χιούγκ γράφoυν τον Ορκο στον δολοφονημένο ποιητή Λόρκα («να καταπολεμούμε την τυραννία και την καταπίεση όχι μόνο με τον λόγο αλλά και με τη ζωή μας»), ο οποίος υπογράφεται από τα περισσότερα μέλη του συνεδρίου.

 

Μετά από ένα σύντομο ταξίδι στην Τσεχοσλοβακία επιστρέφει στην Ελλάδα. Οι προσπάθειες του να έρθει σε επαφή με αντιφασίστες φίλους του που βρίσκονται στην παρανομία λόγω της δικτατορίας του Μεταξά, δίνουν το υλικό για μια ακόμη συλλογή ποιημάτων, Το λυρικό ταξίδι (1938).

 

Στη διάρκεια του Β” Παγκοσμίου πολέμου η δράση του υπήρξε έντονη. Εντάχθηκε σε παράνομες αντιφασιστικές οργανώσεις, προσέφερε βοήθεια στους εξόριστους Ελληνες της Μέσης Ανατολής, συμμετείχε στην ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Συνδέσμου. Παράλληλα, αρθογραφούσε σε διάφορα έντυπα και στην εφημερίδα της οργάνωσης που είχε τον τίτλο Ελλην. Το 1944 κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων Αλλόκοτοι άνθρωποι και άλλα διηγήματα, ενώ δύο χρόνια αργότερα η τελευταία συλλογή ποιημάτων του Προτελευταίος αποχαιρετισμός και το Ισπανικό ορατόριο.

 

Το 1947 δημοσιεύεται το έργο του Ο Απρίλης είναι πιο σκληρός, μέσα από το οποίο εκφράζονται οι εμπειρίες του από τον αγώνα. Στη μεταπολεμική περίοδο ταξιδεύει στην Ευρώπη ενώ ταυτόχρονα συνεχίζει την πολιτική του δράση. Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 δημοσιεύονται η συλλογή διηγημάτων Ο ύπνος του θεριστή και άλλα διηγήματα (1954), η νουβέλα Νουρεντίν Μπόμπα (1957).

 

Το 1958 βραβεύεται με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου για την μελέτη του Ο Καβάφης και η εποχή του, μελέτη που αποτελεί σημείο αναφοράς στη σχετική βιβλιογραφία. Το πρώτο βιβλίο της τριλογίας του Ακυβέρνητες Πολιτείες, η Λέσχη, δημοσιεύεται το 1961. Ακολουθούν η Αριάγνη (1962) και η Νυχτερίδα το 1965. Aλλη μια συλλογή διηγημάτων του κυκλοφορεί το 1966, με τίτλο Στον κάβο και άλλα διηγήματα.

 

Ο πολιτικός Καβάφης, έργο που κυκλoφορεί το 1971, συγκεντρώνει τις μελέτες του Τσίρκα για τον ποιητή. Το 1972 οι Ακυβέρνητες Πολιτείες κρίνονται ως το καλύτερο ξένο βιβλίο που κυκλοφορεί στη Γαλλία και του απονέμεται το Βραβείο Κριτικών και Εκδοτών της Γαλλίας. Επίσης κυκλοφορούν ένα χρόνο αργότερα τα ημερολόγια που ο συγγραφέας κρατούσε στο διάστημα που έγραφε την τριλογία.

 

Το τελευταίο του έργο, Η χαμένη άνοιξη το 1976, ήταν η αρχή μιας νέας τριλογίας, που δεν ολοκληρώθηκε όμως ποτέ.

 

Πεθαίνει το 1980 και ένα χρόνο μετά κυκλοφορούν τα ποιήματα του συγκεντρωμένα σ” έναν τόμο.

Από το politismopolitis.org

Κυριακή Ψαρρού στις 11 Ιουλίου 2013

Τα μέλη της συγχρονίζουν εκτός από τις φωνές και τους παλμούς τους

Τα μέλη μιας χορωδίας δεν εναρμονίζουν μόνο τις φωνές τους, αλλά και τους παλμούς της καρδιάς τους, οι οποίοι ανεβοκατεβαίνουν με τον ίδιο ρυθμό, σύμφωνα με μια νέα σουηδική επιστημονική έρευνα, η οποία εκτιμά ότι αυτός ο συγχρονισμός κάνει καλό στην υγεία των τραγουδιστών.

Η μελέτη εντάσσεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης ιατρικής έρευνας για τον τρόπο που η μουσική επηρεάζει βιολογικά το σώμα και την υγεία, με στόχο τα σχετικά συμπεράσματα να αξιοποιηθούν στην θεραπεία των ασθενών.

Οι ερευνητές του Ινστιτούτου Νευροεπιστήμης και Φυσιολογίας της ιατρικής Ακαδημίας Σαλγκρένσκα του πανεπιστημίου του Γκέτεμποργκ, με επικεφαλής τον δρα Μπιορν Βίκχοφ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό νευροεπιστήμης «Frontiers in Neuroscience», σύμφωνα με το BBC και το «New Scientist», μελέτησαν εργαστηριακά 15 18χρονους χορωδούς, καθώς εκτελούσαν διαφόρων ειδών μουσικά έργα.

Καθώς τα μέλη της χορωδίας συντονίζουν σταδιακά τις αναπνοές τους, ακολουθεί ο γρήγορος συγχρονισμός στους παλμούς της καρδιάς τους, οι οποίοι ανεβαίνουν με την εισπνοή και πέφτουν με την εκπνοή με συντονισμένο τρόπο. Όσο πιο αργό είναι το τραγούδι, τόσο πιο αισθητός είναι ο συγχρονισμός των καρδιών τους.

Γενικότερα, όπως διαπιστώθηκε, η συμμετοχή σε μια χορωδία έχει ως αποτέλεσμα οι παλμοί της καρδιάς του ατόμου να γίνονται πιο αργοί λόγω του αναγκαίου ελέγχου της αναπνοής μέσω ενεργοποίησης του πνευμονογαστρικού νεύρου, που συνδέει τη βάση του εγκεφάλου με την καρδιά. Καθώς η αναπνοή τίθεται υπό έλεγχο, η καρδιά με τη σειρά της ηρεμεί. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η επίδραση της χορωδίας στην αναπνοή και τον ρυθμό της καρδιάς μοιάζει με την ανάλογη επίπτωση της γιόγκα.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι οι χορωδοί έχουν οφέλη στην υγεία τους, αν μη τι άλλο επειδή μακροπρόθεσμα μειώνεται η αρτηριακή πίεσή τους, πράγμα που προστατεύει την καρδιά τους, όμως για να επιβεβαιωθεί κάτι τέτοιο, θα χρειαστεί νέα μελέτη.

από το newsbeast.gr