Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Δεκεμβρίου 2013
Εχετε ζήσει μέσα στη σκέψη.
 
Εχετε αποδώσει τεράστια σημασία στη σκέψη,
αλλά η σκέψη είναι πάντα παλιά,
είναι η συνέχεια της μνήμης.
 
Ειναι μία συνεχεια που είναι νεκρή, φθαρμένη, τελειωμένη.
 
Είναι κάτι το παλιό,
και μόνο εκείνο που τελειώνει μπορεί να δώσει τη θέση του σε κάτι καινούργιο.
 
 Ο θάνατος λοιπόν είναι απαραίτητος για να καταλάβεις.
Ο θάνατος όλων όσων γνωρίζει κανείς.
 
Να είστε ελεύθεροι από το γνωστό, από τη μνήμη σας
έστω και για λίγες μέρες.
 
Να είστε ελεύθεροι απο κάθετι που σας προσφέρει ευχαρίστηση,
χωρίς συζήτηση, χωρίς φόβο.
 
Να σβήσει η οικογένεια σας, το σπίτι σας, το ονομά σας.
Να γίνετε τελείως ανώνυμοι.
  
Γιατί η αγάπη είναι πάντα αθώα και φρέσκια,
νέα και καθαρή.
 
Τότε αν κανείς έχει εδραιώσει αυτή την τάξη,
αυτήν την αρετή,
αυτήν την ομορφιά,
αυτό το φώς μέσα του,
τότε μπορεί να πάει παραπέρα.
 
Αυτό σημαίνει ότι έχοντας βάλει ο νους τάξη,
η οποία δεν ανήκει στη σκέψη,
ΓΙΝΕ ΕΝΤΕΛΩΣ ΗΣΥΧΟΣ ΚΑΙ ΣΙΩΠΗΛΟΣ
Φυσικά χωρίς καμία πίεση, χωρίς καμία πειθαρχία.
 
Κι όλες οι πράξεις γίνονται μέσα σε αυτό το φώς της σιωπής.
 
 
 
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Δεκεμβρίου 2013

• Πρώτα σε αγνοούν, μετά σε κοροϊδεύουν, μετά σε πολεμούν, μετά τους νικάς.

• Πρέπει να ζούμε σαν να πρόκειται να πεθάνουμε αύριο και να μελετάμε σαν να πρόκειται να ζήσουμε για πάντα.

• Η ελευθερία δεν αξίζει τίποτα αν δεν συμπεριλαμβάνει την ελευθερία να κάνεις λάθη.

• Η ικανότητα να συγχωρείς είναι προσόν του δυνατού. Οι αδύναμοι ποτέ δεν συγχωρούν.

• Ένα «όχι» που βγήκε από μια βαθιά πεποίθηση, είναι πολύ καλύτερο -και πιο μεγαλειώδες- από ένα «ναι» που ειπώθηκε για να ευχαριστήσει ή, χειρότερα, για να αποφύγει φασαρίες.
• Τη μέρα που η δύναμη της αγάπης θα υπερνικήσει την αγάπη της δύναμης, ο κόσμος θα γνωρίσει την ειρήνη.

• Μια θρησκεία που δεν λαμβάνει υπόψη της πρακτικά ζητήματα και δεν βοηθάει στη λύση τους, δεν είναι θρησκεία.

• Ο φόβος έχει κάποια χρησιμότητα, η δειλία όμως δεν έχει καμία.

• Κανείς δεν μπορεί να με πληγώσει χωρίς τη συγκατάθεσή μου.

• Δικαιώματα που δεν προκύπτουν από ένα καθήκον που επιτελέσαμε καλά, δεν αξίζουμε να τα έχουμε.

• Τι γνώμη έχω για το Δυτικό πολιτισμό; Νομίζω πως θα ήταν καλή ιδέα.

• Είμαι έτοιμος να πεθάνω, αλλά δεν υπάρχει σκοπός για τον οποίο να είμαι έτοιμος να σκοτώσω.

• Είναι καλύτερα να στέκεσαι όρθιος με σπασμένο και μπανταρισμένο κεφάλι, από το να σέρνεσαι με την κοιλιά για να γλιτώσεις το κεφάλι σου.

• Πρέπει να είσαι η αλλαγή που θέλεις να έρθει.

• Ο θυμός και η έλλειψη ανοχής είναι εχθροί της ορθής κρίσης.

• Αυτοί που ξέρουν πώς να σκέφτονται δεν χρειάζονται δασκάλους.

• Σχεδόν ό,τι κάνεις είναι ασήμαντο, αλλά είναι σημαντικό να το κάνεις.

• Ένας άνθρωπος είναι το σύνολο των πράξεών του. Τι έχει κάνει, τι μπορεί να κάνει. Τίποτε άλλο.

• Ευτυχία είναι όταν αυτά που σκέφτεσαι, αυτά που λες και αυτά που κάνεις, βρίσκονται σε αρμονία.

• Είναι λάθος να παίρνεις υποχρεωτικά για λάθος εκείνο που δεν καταλαβαίνεις

• Ένας δειλός είναι ανίκανος να δείξει αγάπη. Αυτό είναι προνόμιο των γενναίων.

• Μ’ αρέσει ο Χριστός σας. Δεν μ’ αρέσουν οι χριστιανοί σας. Οι χριστιανοί σας είναι τόσο διαφορετικοί από τον Χριστό.

• Αυτοί που λένε πως η θρησκεία δεν έχει σχέση με την πολιτική, δεν ξέρουν τι είναι η θρησκεία.

• Η χρήση βίας μπορεί να φαίνεται καμιά φορά ότι κάνει καλό, το καλό αυτό όμως είναι προσωρινό, ενώ το κακό που προξενεί είναι μόνιμο.

• Η υγιής δυσαρέσκεια είναι προάγγελος της προόδου.

• Είναι καλύτερα να είμαστε βίαιοι, αν έχουμε βία μέσα μας, παρά να φοράμε το μανδύα της μη-βίας για να καλύψει την ανικανότητά μας.

 Η δράση δηλώνει τις προτεραιότητες.

• Το μόνο αποτέλεσμα που θα έχει το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» είναι ότι θα καταλήξει να κάνει όλον τον κόσμο τυφλό.

• Οι υπερβολικοί έπαινοι προσβάλλουν. Είσαι αναγκασμένος να πεις πως δεν τους αξίζεις.

• Η αλήθεια ποτέ δεν βλάπτει έναν σκοπό που είναι δίκαιος.

• Ένας αδύναμος άνθρωπος είναι δίκαιος μόνο κατά τύχη. Ένας δυνατός, μη-βίαιος άνθρωπος είναι άδικος μόνο κατά τύχη.

• Ένα λάθος δεν γίνεται αλήθεια επειδή είναι ευρέως διαδεδομένο, ούτε η αλήθεια γίνεται λάθος επειδή δεν τη βλέπει κανείς.

• Ο μόνος τύραννος που δέχομαι είναι η σκληρή φωνή μέσα μου.

• Η μη-βία προϋποθέτει διπλή πίστη: πίστη στο Θεό και πίστη στον άνθρωπο.

• Ο ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να είναι ελεύθερος και στο κλουβί της φυλακής του.

Κυριακή Ψαρρού στις 1 Δεκεμβρίου 2013

 

Ένα παράξενο βιβλίο. Ένα βιβλίο για τη γέννηση του σύγχρονου θεάτρου όπως το ξέρουμε. Διαδραματίζεται στην Αγγλία γύρω στο 1370 και πρωταγωνιστεί μια ομάδα θεατρίνων. Εκείνη την εποχή όταν οι άνθρωποι έλεγαν θέατρο εννοούσαν κυρίως αναπαραστάσεις αποσπασμάτων της Βίβλου. Εκείνη την εποχή περίπου περνάνε από την εκκλησία στους δρόμους αλλά σιγά σιγά γεννιέται και μια καινούρια μορφή θεάτρου που μιλάει πλέον για τα προβλήματα των καθημερινών ανθρώπων. « Αντιπαρατάσσοντας μια ελευθερία κινήσεων και λόγου που είχε τις ρίζες της στους μεγάλους ρωμαίους και έλληνες κωμωδιογράφους στο βαρύ θρησκευτικό κλίμα των πρώιμων και μέσων μεσαιωνικών χρόνων προαναγγέλλοντας έτσι την Αναγέννηση όπως λέει η μεταφράστρια Μαρία Τσάτσου. Είναι από τις λίγες φορές που η ανάγνωση αυτής της σύντομης εισαγωγής πριν την ανάγνωση του μυθιστορήματος είναι απαραίτητη.

 

Γενικά το βιβλίο είναι γραμμένο με ένα λιτό τρόπο που μερικές φορές ξενίζει αλλά νομίζω ότι σε βάζει τέλεια στην ατμόσφαιρα της εποχής. Οι κλυδωνισμοί του πολιτικού συστήματος παίζουν μεγάλο ρόλο επίσης αλλά αυτό που ενδιαφέρει κυρίως είναι πως στήνεται για πρώτη φορά ένα θεατρικό έργο με πολύ αυτοσχεδιασμό και μέσα από τις συζητήσεις των μελών του θιάσου. Ο αφηγητής της ιστορίας είναι ένας μοναχός, βοηθός διακόνου σε ένα ναό. Όμως το σκάει από το ναό πράγμα και φεύγει από την επικράτεια του άρχοντα του πράγμα που μπορεί να οδηγήσει στη σύλληψη του. Για να κάνει τα πράγματα χειρότερα πάει και κολλάει σε μια ομάδα θεατρίνων και μάλιστα παίρνει μέρος σ’ένα έργο που ξεφεύγει από τα Θρησκευτικά Δράματα που έπαιζαν μέχρι τώρα. Σε όλο το βιβλίο παρακολουθούμε τις αμφιβολίες του τις εσωτερικές διαμάχες και σκέψεις του. Κάπου προς το τέλος ένας Δικαστής τον ρωτάει με γνήσιο ενδιαφέρον «Είχες μια θέση, γράμματα ξέρεις. Μπορούσες να ελπίζεις σε προαγωγή. Τι σ’έκανε να φύγεις;»
Κι εκείνος απαντάει:
«Είμαι ή μάλλον ήμουνα βοηθός διακόνου στον Καθεδρικό ναό του Λίνκολ. Μου είχανε αναθέσει να αντιγράψω τον Όμηρο του Πιλάτου για έναν ευεργέτη, ένα έργο εξαιρετικά κουραστικό και πομπώδες. Ήταν Μάιος, τα πουλιά κελαηδούσαν έξω από το παράθυρο μου και ανθίζανε τα ρείκια.»

 

Για το Δικαστή αυτό είναι εντελώς ακατανόητο. Αυτός ποτέ δεν είχε παρόμοιες παρορμήσεις και γι αυτό είχε τη θέση που είχε. Στη ζωή όμως χρειάζονται και οι άλλοι άνθρωποι που έχουν το θάρρος να ακολουθούν τις παρορμήσεις τους και να γίνονται ηθοποιοί, μουσικοί, ζωγράφοι, καλλιτέχνες…

 

Και το βιβλίο τελειώνει κάπως έτσι:
«Ήξερα λίγο τον κόσμο, όπως το’χε καταλάβει και ο δικαστής, ήξερα όμως ότι μπορούμε να χάσουμε τους εαυτούς μας. Στους ρόλους που παίζουμε κι αν αυτό συνεχιστεί για πάρα πολύ μεγάλο διάστημα δε θα βρούμε το δρόμο για να γυρίσουμε πάλι πίσω. Όταν ήμουνα βοηθός διακόνου και αντέγραφα τον Όμηρο…νόμιζα ότι υπηρετώ το Θεό αλλά το μόνο που έκανα ήταν να ενεργώ σύμφωνα με τις οδηγίες του Επισκόπου, που είναι ο σκηνοθέτης όλου αυτού του θιάσου του Καθεδρικού Ναού. Εγώ έπαιζα το ρόλο ενός μισθωτού αντιγραφέα, αλλά δεν το’ξερα, νόμιζα ότι αυτό είναι ο πραγματικός εαυτός μου. Ο Θεός δε υπηρετείται με την αυταπάτη. Η παρόρμηση να το σκάσω δεν ήτανε απερισκεψία, αλλά η σοφία της ψυχής μου. Θα γινόμουν θεατρίνος και θα προσπαθούσα να διαφυλάξω την ψυχή μου….

από το annabooklover.wordpress.com

Κυριακή Ψαρρού στις 1 Δεκεμβρίου 2013

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  02/12/2012 05:45

Στις 13 Αυγούστου 2012 πέθανε η Γιούλα Ζουμπουλάκη, σε ηλικία 60 ετών, αδελφή του συγγραφέα και επί χρόνια διευθυντή της «Νέας Εστίας» Σταύρου Ζουμπουλάκη. Η αιτία θανάτου ήταν ο καρκίνος, αλλά από τα πολύ νεανικά χρόνια της η Γιούλα έπασχε από μια δύσκολη μορφή επιληψίας που δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί με κανένα φάρμακο. Στο βιβλίο του «Η αδερφή μου», που μόλις κυκλοφόρησε (εκδ. Πόλις), ο Σταύρος Ζουμπουλάκης αφηγείται τη σχέση του με την αδελφή του και την ασθένειά της. Είναι μια αυτοβιογραφική εξομολόγηση που θα τη χαρακτήριζα συνταρακτική – με απόλυτη επίγνωση ότι αυτή η λέξη μπορεί να ακούγεται υπερβολική και μελοδραματική. Η διαφορά με άλλα αυτοβιογραφικά βιβλία είναι ότι στην περίπτωση του Ζουμπουλάκη «αυτοβιογραφικό» δεν σημαίνει και «προσωπικό», δηλαδή κάτι που μένει στον στενό κύκλο του ιδιωτικού χώρου. Ο συγγραφέας προχωράει από το προσωπικό δράμα στον στοχασμό για την αρρώστια, τον πόνο, τον θάνατο, την πίστη, τη χαρά, την ευτυχία, έτσι ώστε στο τέλος αυτής της πυκνής αφήγησης των 69 σελίδων ο αναγνώστης να αισθάνεται λυτρωμένος – γιατί αναγνωρίζει και δικές του εμπειρίες ή δικές του σκέψεις.

Ο συγγραφέας δηλώνει καθαρά ότι δεν πιστεύει στην εξαγνιστική λειτουργία της μεταφυσικής του πόνου. Πιστεύει όμως ότι όποιος δεν έχει πονέσει θα γίνει μοιραία ένας ρηχός άνθρωπος. Και αντίθετα, όποιος δεν έχει γευτεί τη χαρά, μπορεί να γίνει φθονερός και μνησίκακος. Συνομιλώντας με τον Καμύ, ο Ζουμπουλάκης γράφει ότι η αρρώστια είναι το κύριο φιλοσοφικό ερώτημα γιατί μας βάζει μπροστά στο ζήτημα του νοήματος της ζωής, του Θεού, της σχέσης με τους άλλους. Συνομιλώντας με τον Λεβινάς γράφει ότι δεν υπάρχει αμοιβαιότητα στην ηθική, γιατί στην ηθική σχέση είμαστε παντοτινά όμηροι του άλλου. Χωρίς αυτή την ομηρεία δεν υπάρχει στον κόσμο έλεος, συμπόνια, συγχώρηση, εγγύτητα. Και συνομιλώντας με τη Σιμόν Βέιλ γράφει για την ιδέα του ανήμπορου Θεού που δεν μπορεί να καταπολεμήσει το κακό. «Σου χρωστάω τα πάντα» είναι η τελευταία φράση του βιβλίου, η ομολογία του αδελφού προς την αδελφή. Η αναγνώριση της καθοριστικής εμπειρίας ζωής που τον μεταμορφώνει.
από το vima.gr
Κυριακή Ψαρρού στις 1 Δεκεμβρίου 2013

Ο Μανόλης Πρατικάκης διηγείται το παρακάτω περιστατικό για τον Τάσο Λειβαδίτη:

Θα περιγράψω ένα περιστατικό σχετικά με δημοσίευση ποιημάτων του Λειβαδίτη σε περιοδικό, γιατί νομίζω ότι έχει ένα γενικότερο ενδιαφέρον, καθώς εμπλέκονται σ’ αυτό και άλλοι σημαντικοί ποιητές. Το 1988 ήταν τα δεκάχρονα του περιοδικού «Το Δέντρο» και στο πανηγυρικό τεύχος ο Μαυρουδής και ο Γουδέλης θέλησαν να τιμήσουν τον Λειβαδίτη, με πρωτοσέλιδα ανέκδοτα ποιήματά του.

Ο Μαυρουδής γνώριζε την φιλία μου με τον Λειβαδίτη και με παρακάλεσε να μεσολαβήσω για τη συγκατάθεσή του και να έρθουν τα πρωτότυπα κείμενα στα χέρια τους. Πράγματι τηλεφώνησα στον Λειβαδίτη, του εξήγησα την πρόθεση του περιοδικού και εκείνος συμφώνησε. Συναντηθήκαμε στο σπίτι του και μου έδωσε τα ποιήματα, τα οποία και έδωσα στο «Δέντρο». Το περιοδικό όμως είχε ζητήσει συνεργασία, για το ίδιο, πανηγυρικό τεύχος και από τους Ρίτσο, Καρούζο, Βρεττάκο, κ.λ.π. Προσωπικά αγνοούσα τα ονόματα των άλλων συνεργατών πλην του Λειβαδίτη. Δέκα μέρες, περίπου, αργότερα με παίρνει τηλέφωνο ο Λειβαδίτης. Άρχισε διστακτικά να μου λέει ότι δεν ήταν απαραίτητο να μπουν «πρώτα» τα ποιήματά του, και κάτι τέτοια. Του απάντησα ότι η επιλογή ήταν πηγαία, ότι «ήταν μια επιλογή εκτίμησης και αγάπης σ’ εσένα και το έργο σου» κ.λ.π. «Καλά παιδί μου», απάντησε, όπως συνήθιζε με τους φίλους του. Την επόμενη άλλο τηλεφώνημα, γύρω από το ίδιο θέμα με αυξανόμενη αγωνία. Παρά τις εξηγήσεις μου, που προς το παρόν τον έπειθαν, επανερχόταν εναγωνίως. Όταν τον ρώτησα αν υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος, απάντησε αρνητικά. Όμως όπως έμαθα αργότερα, υπήρχε. Στο μεταξύ ο Νίκος Καρούζος, αυτός ο σπουδαίος ποιητής, φίλος επίσης, και με πιο συχνές συναντήσεις, είχε μάθει τη μεσολάβησή μου για τα ποιήματα του Λειβαδίτη στο «Δέντρο». Με παίρνει, λοιπόν, έξαλλος, σ’ ένα μεταμεσονύχτιο τηλεφώνημα, βρίζοντας τους υπεύθυνους του περιοδικού και αφήνοντας αρκετές αιχμές για τη δική μου μεσολάβηση. «Τον Φίλο σου τον Λειβαδίτη», όπως έλεγε συχνά με κάποια ζηλόφθονη σκοπιμότητα. Πάνω από μισή ώρα φώναζε με ένα βάναυσο επίμονο, δαιμονικό αλλά συγκρατημένο λόγο: «κανείς ζωντανός δεν μπορεί να προηγηθεί από μένα, να το πεις στους φίλους σου, στον άθλιο Μαυρουδή και τον τρισάθλιο Γουδέλη, ας μην τολμήσουν…σαράντα χρόνια τώρα μου χρωστάει η Ελλάδα…κανένας ζωντανός», επαναλάμβανε για πολλοστή φορά ως συνήθιζε, «μόνο οι νεκροί μπορούν να προηγηθούν, μόνο οι νεκροί», κ.ο.κ. Προσπάθησα μάταια να τον καθησυχάσω. Επαναλάμβανε σαν από μαγνητόφωνο τις ίδιες ακριβώς φράσεις, σα μια οργισμένη μηχανή που ήξερε να χρησιμοποιεί μόνο αυτές τις λέξεις, με αυτήν την αλληλουχία, με την ίδια αδιάλειπτη οξύτητα και οργή. Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε την επομένη. «Αλλά οι άθλιοι ας μην τολμήσουν» ήταν η επωδός. Όταν έκλεισε ήρθε μπροστά μου η ήρεμη, καλοσυνάτη μορφή του Λειβαδίτη, ο διακριτικός, γεμάτος δισταγμούς λόγος του, που «απαιτούσε» ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που απαιτούσε ο μαινόμενος Καρούζος. Τι διαφορά! Έβλεπα μπροστά μου δυο ειδών παραλογισμούς, που μόνο από καλλιτέχνες μπορούσαν να εκφραστούν. Όταν αργότερα βρέθηκα στο σπίτι του Λειβαδίτη, σε μια στιγμή που εκείνος έλειπε, η γυναίκα του η Μαρία, πολύ εμπιστευτικά μου αποκάλυψε ότι ο Τάσος δεν θέλει να είναι πρωτοσέλιδο «γιατί θα στεναχωρηθεί και θα θυμώσει ο Γιαννάκης», δηλ. ο Ρίτσος, μου είπε χαμηλόφωνα. Και πρόσθεσε, σχεδόν φοβισμένη: «Έχει κάνει και τρεις μήνες να του πει καλημέρα, σε κάποιες ανάλογες περιπτώσεις. Πρέπει όλα να περνούν από την έγκρισή του. Ο Τάσος τον σέβεται, τον θεωρεί δάσκαλό του, αν κι εκείνος δεν παύει ποτέ να μας το υπενθυμίζει, αλλά και τον φοβάται. Συχνά για τέτοια, τον κρατά σε καραντίνα, πράγμα που ο γλυκός μου ο Τάσος, δεν μπορεί να αντέξει. Εσύ ξέρεις πόσο καλός και πόσο εύθραυστος είναι. Ο Ρίτσος έμαθε για το πρωτοσέλιδο του «Δέντρου» και ήδη μας έκανε αρκετούς υπαινιγμούς, ξέρει εκείνος τον τρόπο», πρόσθεσε. Ήταν η Τρίτη κατά σειρά έκπληξή μου.

Όταν την επομένη μου τηλεφώνησε ο Λειβαδίτης, για το γνωστό θέμα, του είπα, σχεδόν, οργισμένος. «Ε, ως εδώ, Τάσο. Τα ποιήματά σου θα μπουν πρωτοσέλιδο. Οι τιμές και τα πρωτοσέλιδα του Ρίτσου δεν μετριούνται. Δεν έχεις δικαίωμα να αποποιηθείς μια τιμή που σου κάνει ένα περιοδικό. Μη με ξαναπάρεις γι’ αυτό το θέμα, τέρμα και τελεία. Ο Ρίτσος έχει μπουχτίσει, αλλά παραμένει άπληστος. Ως εδώ». Φαίνεται ότι η οργή μου τον ανακούφισε. Καταλάβαινε επίσης πως είχα αντιληφθεί την πηγή της αγωνίας του. Και ότι με είχε εξοργίσει η αιτία αυτής της αγωνίας, αυτή η καταπιεστική μηχανή, η ρετουσαρισμένη με τόσο τέλεια και ατελείωτη απρέπεια, στο όνομα της φιλίας και της ιδεολογικής ανιδιοτελούς συντροφικότητας – τι κούφιες λέξεις!

Σ’ αυτό το περιστατικό η μοίρα θέλησε να παίξει ένα μακάβριο παιχνίδι. Πριν κυκλοφορήσει το τεύχος του «Δέντρου» με τη συνεργασία αυτών των κορυφαίων ποιητών, ο Λειβαδίτης εισάγεται στο Γενικό Κρατικό Αθηνών, και μετά από δύο εξάωρα χειρουργεία για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, στα οποία, με παράκληση του ποιητή, ήμουν παρών, πεθαίνει. Ένας τεράστιος, απρόβλεπτος θρόμβος (μοναδικός στα χρονικά της Αγγειοχειρουργικής κλινικής), έφραξε το μόσχευμα και παρά τις απέλπιδες προσπάθειες, κατέληξε. Φαντάζομαι ότι ο Καρούζος θα έμεινε άναυδος. Τώρα πια θα μπορούσαν άνετα να τεθούν σε εφαρμογή οι αφορισμοί του. «Οι νεκροί προηγούνται». Τον είχε προλάβει η πραγματικότητα. Και φυσικά, ούτε ο Ρίτσος θα τολμούσε να απαιτήσει υπακοή από τον νεκρό «μαθητή» και σύντροφο στους αγώνες και την τέχνη. Όταν αργότερα συνάντησα τον Καρούζο στο γνωστό στέκι της πλατείας Μαβίλη, μου επανέλαβε μ’ εκείνη τη βραχνή μεταλλική φωνή του «οι νεκροί όντως προηγούνται…είδες φίλε μου τι παιχνίδι μας έπαιξε η τύχη;». Μόνο που τώρα η φωνή του είχε ένα ράγισμα, ένα θάμπωμα. Εκείνη την στιγμή κατάλαβα ότι αισθάνθηκε τον παραλογισμό του και ότι είχε ίσως την υποψία ότι με την άγρια εμμονή του οδήγησε (σε επίπεδο μεταφυσικής) τα πράγματα, έτσι, που να προηγηθεί ο Λειβαδίτης, αλλά όχι βέβαια ζωντανός.

Στο σπίτι του νεκρού πια Λειβαδίτη είχαμε μαζευτεί πολλοί. Ήταν εκεί και ο Ρίτσος. Έκλαιγε σπαρακτικά, με λυγμούς, απογυμνωμένος. Γέρος όσο ποτέ. Χωρίς κανένα φτιασίδι. Δίχως να σκέφτεται πως θα τον δει χωρίς τις προσωπίδες του ο κόσμος. Αφάνταστα γέρος, εύθραυστος και πελιδνός, αυτός με τις παλιές συντεταγμένες σοσιαλιστικές του βεβαιότητες με το αγέρωχο επιτηδευμένο ύφος που μας δήλωνε πόσο μακριά στεκόταν από ευτέλειες και ματαιοδοξίες. Ήταν καθισμένος εκεί, ένα θλιβερό ανθρώπινο κουρέλι με πραγματικούς λυγμούς και αληθινά δάκρυα. Πρώτη φορά τον έβλεπα αυθεντικό και γνήσιο. Ήταν η κατάρρευση ενός μύθου. Εκμηδενισμένος, ξένος προς το ποιητικό του σώμα. Έκλαιγε για όλους και για όλα που είχαν καταρρεύσει και προ πάντων για τον ίδιο. (Βρισκόμαστε στο 1989 που μόλις είχε καταρρεύσει η Σοβιετική ΄Ενωση, ο Τσαουσέσκου, κ.λ.π.). Έκλαιγε μπροστά στο θάνατο ενός αληθινά Αγγελικού ποιητή.
Που δεν ήξερε τι θα πει μικρότητα.

 

Αθήνα, Μανόλης Πρατικάκης
ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, Τεύχος 140, Απρίλιος- Ιούνιος 2008.
αντιγραφή από το http://gianniszelianaios.blogspot.com/2008/04/blog-post.html

από το logomnimon.wordpress.com

Κυριακή Ψαρρού στις 1 Δεκεμβρίου 2013

 …….- Παιδιά μου, κορίτσια μου, αρχίζει να ομιλή η γρια-Συρραχίνα, παλαιά καπετάνισσα· με το ραβδάκι της και με το καλαθάκι της στο χέρι, με τα ογδόντα χρόνια στην πλάτη της, μπόρεσε κι ανέβη τον ανήφορο και ήλθε – δια να καμαρώση, ίσως δια τελευταίαν φοράν, το καράβι του γυιού της που έφευγε. Ξέρετε τι μεγάλη χάρη έχει, και πόσο καλό έκαμε στους θαλασσινούς αυτό το εκκλησιδάκι της Μεγαλόχαρης;

– Πώς δεν το ξέρουμε, είπαν αι άλλαι, ας έχη δόξα το όνομά της.

 

– Το εξωκκλήσι αυτό αγίασε και μέρωσε όλο το άγριο κύμα· πρωτύτερα είχε κατάρα όλος αυτός ο γιαλός.

 

– Γιατί;

 

– Βλέπετε κείνον το βράχο, κάτω στο κύμα, που ξεχωρίζει απ’ το γιαλό;… που φαίνεται σαν άνθρωπος, με κεφάλι και με στήθια… που μοιάζει σαν γυναίκα; Εκείνη είναι το Φλανδρώ.

 

– Ναι, το Φλανδρώ, είπεν η υπερεξηκοντούτις Χατζηχάναινα. Κάτι έχω ακουστά μου. Εσύ θα το ξέρης καλύτερα, θεια-Φλωρού.

 

– Το βλέπετε κ’ είναι ξέρα, είπεν η Φλωρού, η Συρραχίνα· μια φορά κ’ έναν καιρό ήτον άνθρωπος.

 

– Άνθρωπος;

 

– Άνθρωπος καθώς εμείς. Γυναίκα.

 

Αι άλλαι ήκουον με απορίαν. Η γρια-Συρραχίνα ήρχισε να διηγήται:

 

“Στον καιρό των παλαιών Ελλήνων, ήτον μια κόρη αρχοντοπούλα, που την έλεγαν Φλάνδρα ή Φλανδρώ. Η Φλανδρώ είχε νοματιστή έτσι -καθώς μού’πε ο πνευματικός, απάνω στον Αϊ-Χαράλαμπο· όσο τον θυμούμαι, μακαρία η ψυχή του. Ήμουν μικρό κορίτσι, δώδεκα χρονώ, και μ’ επήγε η μάννα μου να ξαγορευτώ, τη Μεγάλη Τετράδη… τι να ξαγορευτώ, εγώ τίποτα δεν ήξερα, τα ξεράματά μου… το τι μόλεε ο πνευματικός δεν αγροικούσα, φωτιά που μ’ε!… Το νόημά του δεν το καταλάβαινα, τα λόγια τα θυμούμουν κ’ ύστερ’ από χρόνια… το κορίτσι πρέπει νά’ναι φρόνιμο και ντροπαλό, νά’ναι υπάκοο, να μην κοιτάζη τους νιούς, ν’ αγαπά τον κύρη του και τη μαννούλα του· και σαν μεγαλώση, και δώση ο Θιός και παντρευτή, με την ευκή των γονιώ της, άλλον να μην αγαπά απ’ τον άνδρα της.

 

“Μόφερε το παράδειγμα των παλαιών Ελλήνων… Οι παλιοί Έλληνες, που προσκυνούσαν τα είδωλα… Κείνον τον καιρό ήτον μια που την έλεγαν Φλάνδρα, Φλανδρώ. Φλανδρώ θα πη Φιλανδρώ. Φιλανδρώ θα πη μια που αγαπά τον άνδρα της. Φλανδρώ την είπαν, Φλανδρώ βγήκε. Αγάπησε ολόψυχα τον ανδρα της, όσο που έχασε τ’ αγαθά του κόσμου, κ’ έγινε πέτρα γι’ αυτό. Τον καιρόν εκείνο ήτον ένας καραβοκύρης, όμορφο παλληκάρι, κι αγάπησε το Φλανδρώ, και την εγύρεψε, και της έδωσε αρραβώνα. Σαν της έδωσε αρραβώνα, εσκάρωσε καινούργιο καράβι· και σαν εσκάρωσε το καράβι, έγινε κι ο γάμος· και σαν έγινε ο γάμος, έρριξε το καράβι στο γιαλό, κ’ εμπαρκάρισε κ’ επήγε να ταξιδέψη.

 

“Τότε το Φλανδρώ ήρθε ν’ αγναντέψη, σαν καλή ώρα, σ’ αυτόν τον έρμο το γιαλό. Ξεκολλούσε η ψυχή της που έφευγε ο άνδρας της· δεν μπορούσε να το βαστάξη, να στυλώση την καρδιά της. Αγνάντεψε το καράβι που έφευγε, κ’ έκλαψε πικρά κ’ έπεσαν τα δάκρυά της στα κύματα· και τα κύματα επικράθηκαν, κ’ εφαρμακώθηκαν, και θύμωσαν, κι αγρίεψαν κ’ εθέριεψαν… και στο δρόμο τους που ηύραν το καράβι, έπνιξαν τον άνδρα της Φλανδρώς, κ’ έγινε αγυρισιά του… Και το Φλανδρώ ήρθε κ’ εξαναήρθε σ’ αυτόν τον έρμο γιαλό κ’ εκοίταζε κι αγνάντευε… κ’ επερίμενε, κ’ εκαρτερούσε, κι απάντεχε… Πέρασαν μήνες, πέρασε χρόνος, πέρασαν δυο χρόνια, πέρασαν τρία… και το καράβι πουθενά δεν εφάνηκε… και το Φλανδρώ έκλαψε, και καταράστηκε την θάλασσα, και τα μάτια της εστέγνωσαν, και δεν είχε πλια δάκρυ να χύση… και παρακάλεσε τους θεούς της που ήταν είδωλα, πέτρες, να της κάμουν τη χάρη να γίνη κι αυτή είδωλο, βράχος, πέτρα… και το ζήτημά της έγινε και την έκαμαν βράχο ξέρα… με το σκήμα τ’ ανθρωπινό, που τρίβηκε και φθάρηκε απ’ τα κύματα ύστερ’ από χιλιάδες χρόνια· και το ανθρωπινό σκήμα φαίνεται ακόμα· και να ο βράχος εκεί, η πέτρα που θαλασσοδέρνεται και χτυπά και βογγά απάνω της το κύμα… κ’ η φωνή της, το βογγητό της γίνεται ένα με το βογγητό της θάλασσας… Να η ξέρα εκεί. Αυτή ‘ναι η Φλανδρώ.

 

“Ύστερα, με χρόνια πολλά, σαν ήρθε ο Χριστός ν’ αγιάση τα νερά, για να βαφτιστή η πλάση, μια χριστιανή αρχόντισσα, η Χατζηγιάνναινα, που είχαν σκαρώσει τα παιδιά της δυο καράβια έταξε στην Παναγία, κ’ έχτισε αυτό το παρακκλήσι, για το καλό κατευόδιο των παιδιώνέ της… Ας δώσ’ η Παναγιά και σήμερα νά’ναι καλό κατευόδιο στους άνδρες σας, στ’ αδέλφια σας και στους γονιούς σας”.

 

– Φχαριστούμε· ομοίως και στα παιδάκια σου, θεια-Φλωρού!

Κυριακή Ψαρρού στις 1 Δεκεμβρίου 2013

Δὲν εἶδαν, ἐπὶ αἰῶνας, τέτοια ὡραῖα δῶρα στοὺς Δελφοὺς

σὰν τοῦτα ποὺ ἐστάλθηκαν ἀπὸ τοὺς δυὸ τοὺς ἀδελφούς,

τοὺς ἀντιζήλους Πτολεμαίους βασιλεῖς. Ἀφοῦ τὰ πῆραν

ὅμως, ἀνησυχῆσαν οἱ ἱερεῖς γιὰ τὸν χρησμό. Τὴν πεῖραν

ὅλην των θὰ χρειασθοῦν τὸ πῶς μὲ ὀξύνοιαν νὰ συνταχθεῖ,

ποιὸς ἀπ’ τοὺς δυό, ποιὸς ἀπὸ τέτοιους δυὸ νὰ δυσαρεστηθεῖ.

Καὶ συνεδριάζουνε τὴν νύχτα μυστικὰ

καὶ συζητοῦν τῶν Λαγιδῶν τὰ οἰκογενειακά.

Ἀλλὰ ἰδοὺ οἱ πρέσβεις ἐπανῆλθαν. Χαιρετοῦν.

Στὴν Ἀλεξάνδρεια ἐπιστρέφουν, λέν. Καὶ δὲν ζητοῦν

χρησμὸ κανένα. Κ’ οἱ ἱερεῖς τ’ ἀκοῦνε μὲ χαρὰ

(ἐννοεῖται, ποὺ κρατοῦν τὰ δῶρα τὰ λαμπρά),

ἀλλ’ εἶναι καὶ στὸ ἔπακρον ἀπορημένοι,

μὴ νοιώθοντας τί ἡ ἐξαφνικὴ ἀδιαφορία αὐτὴ σημαίνει.

Γιατί ἀγνοοῦν ποὺ χθὲς στοὺς πρέσβεις ἦλθαν νέα βαρυά.

Στὴν Ρώμη δόθηκε ὁ χρησμός· ἒγιν’ ἐκεῖ ἡ μοιρασιά.

Μαρία Ανδρεάδου στις 30 Νοεμβρίου 2013

Η φίλη μου, η παραμυθού Ηλέκτρα Νέγκα, μου έλεγε πριν από λίγες μέρες ότι σε μια φυλή ιθαγενών της Τσιάπας, στα νότια του Μεξικού, εκεί στα χώματα των Μάγια όπου έγινε η επανάσταση των Ζαπατίστας, υπάρχει μια παράξενη συνήθεια. Στην καθημερινότητά τους, ό,τι κι αν κουβεντιάζουν, καταλήγουν με τη φρασούλα: «Κι ό,τι λείπει, λείπει…»

Μου φάνηκε μαγική η δύναμη που βρίσκεται σ΄αυτές τις λίγες λέξεις. Μοιάζουν σαν καταληκτική φράση παραμυθιού. Τη φαντάζομαι να ταιριάζει σ΄όλα τα παραμύθια που λέω: «Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλά -κι ό,τι λείπει, λείπει…»

Τα παραμύθια μιλάνε για συνεχείς μετακινήσεις και για όρια που θα πρέπει να ξεπεράσει ο ήρωας μόνο αν είναι έτοιμος γι΄αυτό -αν έχει έρθει η κατάλληλη στιγμή, αλλιώς παραφυλάει ο θάνατος. Σ΄αυτή την πάλη με τον «εύθετο χρόνο» υπάρχουν πράγματα που χάνονται, πράγματα που λείπουν, αλλά ο ήρωας ή η ηρωίδα αποδέχεται τις οδυνηρές απώλειες (σαν τη βασιλοπούλα του «Καημού») κι αυτή η αποδοχή που δεν είναι ποτέ παθητική, τον/την οδηγεί στο να ενηλικιωθεί επί της ουσίας.

Σε όρους καθημερινότητας, στην αθέλητη πάλη μας με τον χρόνο που τόσο σπάνια είναι «εύθετος», πάντα κάτι θα χαθεί, πάντα κάτι θα λείπει. Μόνο αν έχουμε επίγνωση ότι πάντα υπάρχουν απώλειες στα μικρά και τα μεγάλα που φέρνει η ζωή, ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο και άφθαρτο, ότι συχνά στο δρόμο μας θα φυτρώνουν αγκάθια, ότι κάποιες φορές θα υπάρχει στις σχέσεις μας κάτι που «δεν μεγάλωσε», που δεν λέχτηκε, θα μπορούμε να λάβουμε το δώρο να ζούμε κάποια πράγματα (αλλίμονο, όχι όλα) που ωριμάζουν μαζί μας και καρποφορούν.

Ας το θυμόμαστε: οι σχέσεις μας δεν «μεγαλώνουν» πάντα, κάποιες φορές δεν αντέχουν τον χρόνο, δεν αντέχουν τα γηρατειά, δεν αντέχουν τον «ενήλικο» λόγο, δεν αντέχουν τον διάλογο, ίσως γιατί εμείς συχνά-πυκνά δεν έχουμε το κουράγιο που έχουν οι ήρωες στα μαγικά παραμύθια. Δεν αντέχουμε να βουτήξουμε στα βαθιά, δεν αντέχουμε να περάσουμε δοκιμασίες, δεν θέλουμε να έχουμε απώλειες (ούτε να ξεριζώνουμε αγκάθια, να βάζουμε λίπασμα, να ποτίζουμε τις σχέσεις μας), θέλουμε μόνο χάδια και κανακέματα, ενίσχυση και επιβράβευση, και παραμένουμε μικροί.

Ότι πάντα κάτι λείπει, ισχύει για όλες μας τις σχέσεις, όλες μας τις αλλαγές, όλες τις «συναλλαγές», όλα τα σταυροδρόμια -είτε διαλέξαμε δρόμο και τα προσπεράσαμε είτε πισωγυρίσαμε, όλους τους αποχαιρετισμούς -με ζωντανούς και πεθαμένους, όλους τους μικρούς και μεγάλους χωρισμούς. Κάτι αφήνουμε πίσω, πάντα με φόβο μήπως είναι το «καλύτερο», κάτι υποδεχόμαστε, πάντα μ” ελπίδα ότι θα είναι το «καλύτερο», όμως η ζωή προχωράει «κι ό,τι λείπει, λείπει».

πηγή : http://lilylambrelli.gr/?p=687

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Νοεμβρίου 2013

• 1. Colpo grosso σοφίστηκε ο Διονύσιος ο Συρακούσιος, όταν χρειάστηκε σημαντικά ποσά για να ναυπηγήσει τριήρεις. Συγκάλεσε, λοιπόν, την Εκκλησία του Δήμου και ισχυρίστηκε πως του πουλούσαν μία μικρή πόλη και δεν είχε χρήματα να την εξαγοράσει. Αξίωσε εισφορά δύο στατήρες χρυσού από κάθε πολίτη. Κι αυτοί τους έδωσαν. Μετά από λίγες μέρες, υποκρινόμενος πως το σχέδιο απέτυχε, τους επαίνεσε και επέστρεψε στον καθέναν την εισφορά του. Με αυτή την κίνηση κέρδισε την εμπιστοσύνη τους. Στη συνέχεια, ξαναζήτησε τα χρήματα. Αυτοί νομίζοντας πώς θα τα πάρουν πίσω τα έδωσαν. Αφού τα μάζεψε, όμως, τα έδωσε για τη ναυπήγηση του στόλου και δεν τα επέστρεψε ποτέ.

• 2. Το φαινόμενο subprime δεν είναι σύγχρονο. Αντίστοιχη αντίδραση με αυτήν της σύγχρονης Ιαπωνίας, η οποία, ελλείψει αγοραστών για τα σπίτια των χρεοκοπημένων δανειοληπτών, τα ξαναπούλησε στους ίδιους τους ιδιοκτήτες τους, καταγράφεται και για τον Λύγδαμι το Νάξιο, τον πρώτο διδάξαντα την αντιμετώπιση του ντόμινο subrime. Αναλυτικότερα, επειδή κανείς δεν ήθελε να αγοράσει τις περιουσίες όσων εξόρισε ο Λύγδαμις, τις πούλησε στους ίδιους τους εξόριστους. Ακόμη και τα αφιερώματα που άφησαν πίσω τους οι εξόριστοι και τα προόριζαν για προσφορά στους θεούς, τους έβαλε και τα αγόρασαν ξανά, επιτρέποντας να χαράξουν πίσω απ΄αυτά τα ονόματά τους.

• 3. Ο Κύψελος ο Κορίνθιος, έταξε στο Δία πως, αν γίνει κύριος της πόλης, θα του αφιέρωνε όλο τον πλούτο των Κορινθίων. Διέταξε, λοιπόν να απογράψουν τις περιουσίες τους. Όταν τέλειωσε η απογραφή πήρε από τον κάθε πολίτη το 1/10 και τους διέταξε να αξιοποιήσουν παραγωγικά τα υπόλοιπα. Ένα χρόνο αργότερα, επανέλαβε το ίδιο. Έτσι, μέσα σε δέκα χρόνια κατάφερε αυτός να έχει συγκεντρώσει όσα είχε υποσχεθεί να αφιερώσει στο Θεό αλλά και οι Κορίνθιοι να έχουν αυξήσει τις περιουσίες τους.

• 4. Ο Αριστοτέλης ο Ρόδιος, άρχοντας της Φώκαιας , όταν παρατήρησε πως χρόνιζαν άλυτες, πάμπολλες, μακροχρόνιες, δικαστικές υποθέσεις των πολιτών σύστησε ένα δικαστήριο και ανακοίνωσε πως εάν δεν εκδικασθούν οι υποθέσεις τους μέσα σ΄ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, δεν θα υπήρχε πλέον η δυνατότητα δικαστικής ρύθμισής τους. Το αποτέλεσμα ήταν να προκύψουν διπλά έσοδα για τον άρχοντα. Και από τα παράβολα των δικών που επισπεύστηκαν και από τα πρόστιμα των δικών που δεν έγιναν.

• 5. Ο Κλεομένης, διοικητής της Αιγύπτου,όταν έπεσε πολύ μεγάλη πείνα, απαγόρευσε την εξαγωγή σιταριού. Όταν οι νομάρχες του ανακοίνωσαν ότι δεν θα πλήρωναν φόρο για το σιτάρι, αφού δεν γίνονταν εξαγωγές, ακύρωσε την απαγόρευση αλλά αύξησε τους φόρους εξαγωγής στο σιτάρι. Τότε οι νομάρχες αναδιπλώθηκαν και δεν ζήταγαν την απελευθέρωση των εξαγωγών. Το αποτέλεσμα ήταν πως ο Κλεομένης με ένα πολύ μικρό μέρος εξαγωγών εισέπραξε ένα μεγάλο μέρος φόρων, ενώ οι νομάρχες έπαψαν να διαμαρτύρονται.

Κυριακή Ψαρρού στις 24 Νοεμβρίου 2013

-Ο άνθρωπος μοιάζει με κλάσμα όπου ο αριθμητής είναι ο πραγματικός εαυτός του και ο παρονομαστής η ιδέα που έχει για τον εαυτό του. Όσο μεγαλύτερος ο παρονομαστής, τόσο μικρότερη η αξία του κλάσματος. Και όσο ο παρανομαστής διογκώνεται προς το άπειρο, τόσο το κλάσμα τείνει προς το μηδέν.

Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους. Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια, όμως, είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο.

(η πρώτη φράση από την «Άννα Καρένινα»)

Μιλούσαν για τις ανομίες της εξουσίας, για τα βάσανα των αναξιοπαθούντων, για τη φτώχεια που μάστιζε το λαό, όμως στα μάτια τους όλη την ώρα της θερμής κουβέντας τους πλανιόταν ασταμάτητα ένα βουβό ερώτημα: «Θα μπορούσες να μ’ αγαπήσεις;».

Να διώχνετε τη σκέψη πως έχετε προτερήματα που δεν έχουν οι άλλοι.

Η φιλαργυρία και η φιλομάθεια έχουν κάτι κοινό: όσο περισσότερα αποταμιεύουν, τόσο λιγότερα νομίζουν ότι κατέχουν

Το να ισχυρίζεται κανείς ότι ένα έργο τέχνης είναι καλό, αλλά η περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούν να το κατανοήσουν, είναι σαν να λέει ότι ένα φαγητό είναι καλό, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούν να το φάνε.

από το gnomikologikon.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 24 Νοεμβρίου 2013

 Μια μέλισσα καθισμένη σ’ ένα λουλούδι κέντρισε ένα παιδάκι. Και το παιδί φοβάται τις μέλισσες και λέει πως σκοπός της μέλισσας είναι να κεντρίζει τους ανθρώπους.

Ο ποιητής θαυμάζει τη μέλισσα που είναι προσκολλημένη στην καρδιά του λουλουδιού και λέει πως ο σκοπός της μέλισσας είναι να ρουφάει το άρωμα του λουλουδιού.

Ο μελισσοκόμος, βλέποντας πως η μέλισσα μαζεύει τη γύρη των λουλουδιών και το γλυκό χυμό τους και τα μεταφέρει στη κυψέλη, λέει πως ο σκοπός της είναι να συγκεντρώνει το μέλι. Άλλος μελισσοκόμος, που μελέτησε από πιο κοντά τη ζωή του μελισσιού, λέει πως η μέλισσα μαζεύει τη γύρη και το χυμό για να θρέψει τις νέες μέλισσες και να βγάλει καινούργια βασίλισσα, πως ο σκοπός της είναι η διαιώνιση του είδους.

Ο βοτανολόγος παρατηρεί πως καθώς η μέλισσα πετάει με τη γύρη των δίοικων λουλουδιών στον ύπερο, τον γονιμοποιεί και βλέπει σ’ αυτό το σκοπό της μέλισσας. Άλλος παρακολουθώντας τη διασπορά των φυτών, βλέπει πως η μέλισσα συνεργεί στη διασπορά αυτή κι καινούργιος αυτός παρατηρητής μπορεί να πει πως σ’ αυτό βρίσκεται ο σκοπός της μέλισσας.

Όμως ο τελικός σκοπός της μέλισσας δεν εξαντλείται ούτε με τον ένα ούτε με το, άλλο, ούτε με τον τρίτο σκοπό, που είναι σε θέση να ανακαλύψει ο ανθρώπινος νους. Όσο ψηλότερα προχωρεί ο ανθρώπινος νους στην ανακάλυψη των σκοπών αυτών, τόσο πιο φανερό γίνεται γι’ αυτόν το απρόσιτο του τελικού σκοπού. Για τον άνθρωπο είναι προσιτή μονάχα η παρακολούθηση της αντιστοιχίας της ζωής της μέλισσας προς τ’ άλλα φαινόμενα της ζωής. Το ίδιο πρέπει να ειπωθεί και για τους σκοπούς των ιστορικών προσώπων και των λαών.

Εκδόσεις Γκοβόστης. Μετάφραση από τα ρωσικά: Κοραλία Μακρή.

από το christostsantis.wordpress.com/

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 23 Νοεμβρίου 2013

Η δίψα μου, το καθημερινό μου περπάτημα, το βήμα του ταχυδρόμου, η πατούσα του στρατολάτη.

Μόνος, ολομόναχος, αμίλητος, ανάλαφρος, πεταχτός, γρήγορος, ομοιοκατάληκτος, μηρυκαστικός, με τη φορά των δεικτών του μεγάλου ρολογιού ή ανάποδα με το «γύρο του ανεμόμυλου».

Όχι παρέες, κουβέντες, ομιλίες, κοψίματα και στάσεις. Όχι χειραψίες, φιλιά, κεράσματα και χαιρετίσματα. Τηλέφωνο κλειστό, βουβό, παρατημένο, πεταμένο. Έτσι ωφελεί, έτσι αποδίδει η βόλτα η απογευματινή. Το ταξίδι πάνω στη γη. Το σκάψιμο.

Περπατάμε, δε στεκόμαστε, δε σταλίζουμε, δεν αλληθωρίζουμε. Δε μας ενδιαφέρουν οι βιτρίνες, οι τιμές, οι εκπτώσεις, οι εκποιήσεις, το πλήθος, το θέαμα του κόσμου που παρελαύνει, χαζεύει και περνά. Μπροστά, εμπρός, πάντα εμπρός, ο ορίζοντας.

Περπατάμε, ασκόπως, σκοπίμως, με σκοπό. Γυμναζόμαστε, προχωράμε, σκεφτόμαστε, δουλεύουμε, χτίζουμε, γκρεμίζουμε, τελειοποιούμε μια σκέψη. Είμαστε σε ετοιμότητα. Έχουμε το σύνθημα, γνωρίζουμε το παρασύνθημα, τους μόνιμους, μονήρεις περιπατητές.

Ιδρώνουμε, στύβουμε, στρίβουμε, αλλάζουμε φανέλα, ιδέες, ρότα, παρέες, σχέδια, αγάπες, σπίτια, παγκάκια, κήπους, θάλασσες, πόλεις, κάστρα, σκαλοπάτια, στιχάκια, ρίμες, ρημαδιό, βηματισμό.

Με το περπάτημα του ταχυδρόμου, το επείγον, το σφύριγμα, τα παιδιά, τα σκυλιά, το έμβασμα, η χαρά, το πένθος.

Κι αν περπατάμε δίπλα με κάποιον που το θέλουμε και το μπορούμε, χρειάζεται άνεση, συγκρατημός, σιωπή και σεβασμός, ρυθμός κοινός, συγχρονισμός, φτέρνα, βήμα, τικ τακ, καρδιά, φλέβα, αρτηρία, παλμός. Δε μιλάμε, δε ρωτάμε, δε σταματάτε, δε χάνουμε καιρό. Κι ας βρέχει, κι ας χιονίζει κι ας αστράφτει. Κι αν κάποιος δεν μπορεί και μένει πίσω, αν κάποιος χάνει ανάσα, βήματα, κολλάει, βρίσκει, καθυστερεί και χάνεται, δε γυρνάμε, δεν κατεβαίνουμε, συνεχίσουμε, ανεβαίνουμε, προχωράμε. Αν είναι να φτάσει, θα φτάσει, θα μας προφτάσει, θα πιάσει κύμα, ανάσα και ρυθμό.

Περπατάμε, δεν σημειώνουμε. Όχι φωτογραφίες. Όχι μπλοκάκια, mp3,hands free, τραγούδια στα αυτιά, μηνύματα και κινητά.

Μετά, κατόπιν, στο τέλος, ό,τι αξίζει, ό,τι φτάσει, ό,τι καταλήξει, ό,τι μαζέψει η γούρνα, η στέρνα, ό,τι κυλήσει το λούκι, το αυλάκι, το χαντάκι, ό,τι βγάλει ο κουβάς, ό,τι ζήσει, ό,τι ανθίσει, ό, τι καρπίσει.

Ό, τι χάθηκε καλώς χάθηκε, ό, τι τέλειωσε, ό, τι έλιωσε, ό,τι έσταξε, ό, τι πήρε ο άνεμος, ό, τι μάζεψε το μυρμήγκι, ό, τι τραγούδησε ο τζίτζικας, ό, τι χύθηκε, ό, τι κύλησε, ό, τι ξεθώριασε, ό, τι έσπασε, ό, τι κρύφτηκε, καλώς, όταν θα είναι έτοιμο, ίσως φανερωθεί, ίσως αποκαλυφθεί, ίσως βρεθεί. Ό, τι έπεσε πάνω στην πέτρα, πάνω στην άσφαλτο, καλώς, ό, τι στο χώμα, με το καλό να έρθει.

Με ό, τι σου δίνεται. Εκείνο που περνά έχει το λόγο του.

πηγή : http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.blog&id=29134

Μαρία Ανδρεάδου στις 23 Νοεμβρίου 2013

Ο πόνος που εκφράζουμε δεν είναι παρά

η σημασία που δίνουμε στη ζωή,

επιμένοντας στην ουσία της.

Αν υπήρχε μια δύναμη να μας κρίνει,

θα μας χάιδευε πριν απ’ τον ύπνο μας

τα μαλλιά, αναγνωρίζοντας πως

αγαπήσαμε το έργο της. 

Κυριακή Ψαρρού στις 14 Νοεμβρίου 2013

  Η δίψα μου, το καθημερινό μου περπάτημα, το βήμα του ταχυδρόμου, η πατούσα του στρατολάτη.

 

  Μόνος, ολομόναχος, αμίλητος, ανάλαφρος, πεταχτός, γρήγορος, ομοιοκατάληκτος, μηρυκαστικός, με τη φορά των δεικτών του μεγάλου ρολογιού ή ανάποδα με το «γύρο του ανεμόμυλου».

 

  Όχι  παρέες, κουβέντες, ομιλίες, κοψίματα και στάσεις. Όχι  χειραψίες, φιλιά, κεράσματα και χαιρετίσματα. Τηλέφωνο κλειστό, βουβό,  παρατημένο, πεταμένο. Έτσι ωφελεί, έτσι αποδίδει η βόλτα η απογευματινή. Το ταξίδι πάνω στη γη. Το σκάψιμο.

 

  Περπατάμε, δε στεκόμαστε, δε σταλίζουμε, δεν αλληθωρίζουμε. Δε μας ενδιαφέρουν οι βιτρίνες, οι τιμές, οι εκπτώσεις, οι εκποιήσεις, το πλήθος, το θέαμα του κόσμου που παρελαύνει, χαζεύει και περνά. Μπροστά, εμπρός, πάντα εμπρός, ο ορίζοντας.

 

  Περπατάμε, ασκόπως, σκοπίμως, με σκοπό. Γυμναζόμαστε, προχωράμε, σκεφτόμαστε, δουλεύουμε, χτίζουμε, γκρεμίζουμε, τελειοποιούμε μια σκέψη. Είμαστε σε ετοιμότητα. Έχουμε το σύνθημα, γνωρίζουμε το παρασύνθημα, τους μόνιμους, μονήρεις περιπατητές.

 

  Ιδρώνουμε, στύβουμε, στρίβουμε, αλλάζουμε φανέλα, ιδέες, ρότα, παρέες, σχέδια, αγάπες, σπίτια, παγκάκια, κήπους, θάλασσες, πόλεις, κάστρα, σκαλοπάτια, στιχάκια, ρίμες, ρημαδιό, βηματισμό.

 

  Με το περπάτημα του ταχυδρόμου, το επείγον, το σφύριγμα, τα παιδιά, τα σκυλιά, το έμβασμα, η χαρά, το πένθος.

 

  Κι  αν  περπατάμε  δίπλα  με  κάποιον  που  το  θέλουμε  και  το  μπορούμε, χρειάζεται  άνεση, συγκρατημός, σιωπή και σεβασμός, ρυθμός  κοινός,  συγχρονισμός, φτέρνα, βήμα, τικ  τακ, καρδιά, φλέβα, αρτηρία, παλμός. Δε  μιλάμε, δε  ρωτάμε,  δε  σταματάτε, δε  χάνουμε  καιρό. Κι ας βρέχει, κι ας χιονίζει κι ας αστράφτει.  Κι  αν  κάποιος  δεν μπορεί και μένει πίσω, αν κάποιος χάνει ανάσα, βήματα, κολλάει, βρίσκει, καθυστερεί και χάνεται, δε γυρνάμε, δεν κατεβαίνουμε, συνεχίσουμε, ανεβαίνουμε, προχωράμε. Αν είναι να φτάσει, θα φτάσει, θα μας προφτάσει, θα πιάσει κύμα, ανάσα και ρυθμό.

 

  Περπατάμε, δεν σημειώνουμε. Όχι φωτογραφίες. Όχι μπλοκάκια, mp3,hands free, τραγούδια στα αυτιά, μηνύματα και κινητά.

 

  Μετά, κατόπιν, στο τέλος, ό,τι  αξίζει,  ό,τι  φτάσει, ό,τι καταλήξει, ό,τι μαζέψει η γούρνα, η στέρνα, ό,τι κυλήσει το λούκι, το αυλάκι, το χαντάκι, ό,τι βγάλει ο κουβάς,  ό,τι ζήσει, ό,τι  ανθίσει, ό, τι καρπίσει.

 

Ό, τι  χάθηκε  καλώς  χάθηκε,  ό, τι  τέλειωσε, ό, τι  έλιωσε, ό,τι  έσταξε, ό, τι  πήρε ο άνεμος, ό, τι  μάζεψε το μυρμήγκι, ό, τι τραγούδησε ο τζίτζικας, ό, τι χύθηκε, ό, τι κύλησε,  ό, τι  ξεθώριασε, ό, τι  έσπασε, ό, τι  κρύφτηκε, καλώς, όταν  θα  είναι  έτοιμο, ίσως  φανερωθεί, ίσως  αποκαλυφθεί, ίσως βρεθεί.  Ό, τι έπεσε πάνω στην πέτρα, πάνω στην άσφαλτο, καλώς, ό, τι στο χώμα, με το καλό να έρθει.

 

  Με ό, τι  σου δίνεται. Εκείνο που περνά έχει το λόγο του.

στη διεύθυνση:http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.blog&id=29134

από τη Γεωργία

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Νοεμβρίου 2013

Η “Λέξη” είναι το περιοδικό που αγάπησα πολύ, διάβασα πολύ και έχω συλλέξει.Διάβασα το παρακάτω κείμενο στο Ιντερνετ και μου ξύπνησε αναμνήσεις! Γιάννα

”  Την άνοιξη του 1988 πήγαινα στην τρίτη Λυκείου και διάβαζα αρχαία ελληνικά, λατινικά, ιστορία και δοκίμια του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, του Ε.Π. Παπανούτσου και του Βασίλη Φίλια, γιατί θα ήταν χρήσιμα για το μάθημα της Έκθεσης. Κυρίως όμως διάβαζα Ελύτη τότε και Τάσο Λειβαδίτη· άκουγα U2 και Patti Smith. Στο πανεπιστήμιο δεν πέρασα, δεν έπεσε ούτε Ελύτης εκείνη τη χρονιά στις εξετάσεις ούτε Patti Smith δυστυχώς. Την επόμενη χρονιά είχα καλύτερη τύχη στις εξετάσεις, αλλά το 1988 ερωτεύτηκα και, επίσης: επισκέφτηκα το σπίτι του Γιάννη Τσαρούχη στο Μαρούσι, έγραψα το πρώτο μου ποίημα που μου άρεσε και αγόρασα το αφιέρωμα της «Λέξης» στον Γιάννη Τσαρούχη (τεύχος 73, Μάρτης-Απρίλης ’88, δρχ. 600).

Δεν αγόραζα λογοτεχνικά περιοδικά τότε, σπανίως. Είχα τόσους κλασικούς συγγραφείς (και τόσες δικές μου σκέψεις, ιδέες και συναισθήματα) να ανακαλύψω, που δεν μου έμενε χρόνος να παρακολουθώ και τα σύγχρονα γράμματα ή τις τέχνες. Ο Τσαρούχης όμως ήταν κάτι άλλο: έγραφε γι’ αυτόν ο Ελύτης στα «Ανοιχτά χαρτιά», ήταν ένα μυθικό πρόσωπο δηλαδή, και έμενε στην ίδια περιοχή μ’ εμένα, ήξερα το σπίτι του! Στο αφιέρωμα εξάλλου της «Λέξης» έγραφε επίσης ο Ελύτης μαζί με ένα σωρό άλλους γνωστούς μου και μη συγγραφείς και καλλιτέχνες: ο Αλέξης Μινωτής, ο Αλέκος Φασιανός, ο Μάριος Πλωρίτης, ο Γιώργος Χειμωνάς, ο Διονύσης Φωτόπουλος, ο Κώστας Γαβράς, ο Δ.Ν. Μαρωνίτης, ο Μίνως Βολανάκης και βέβαια ο ίδιος ο Τσαρούχης.

Έχω υπογραμμίσει, άλλοτε με μολύβι κι άλλοτε με στυλό, σχεδόν σε όλα τα κείμενα του τεύχους φράσεις που ήθελα να τις θυμάμαι: «Ένας ερευνητής του ωραίου και της αλήθειας και της ζωής, ένας περιπατητής φιλόσοφος, ένας μεσαιωνικός ανήσυχος φοιτητής, ένας κοσμικός στυλίτης, ένας αναρχικός αστός, ένας βαθιά χριστιανός-αλεξανδρινός, που γεύεται τον έρωτα, που κατανοεί την αλήθεια και δεν παραδίδεται σε τρέχουσες αισθητικές και σέρνει μαζί του την ανάσα της Ελλάδας» (Διονύσης Φωτόπουλος). «Αισθητικός και αισθησιακός, ο Τσαρούχης δεν χάραξε ποτέ μια γραμμή, δε ζευγάρωσε ποτέ δύο χρώματα, χωρίς την υστεροβουλία της ηδονής. Ίσως όμως η βαθύτερη ηδονή που μας επιφυλάσσει η ζωγραφική του είναι η αταλάντευτη προσήλωσή της στον ανθρωποκεντρικό μύθο» (Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα). «Ο Τσαρούχης είναι συγχρόνως οι μέλισσες και ο Μαίτερλινκ, αυτή είναι η αλήθεια» (Lila de Nobili).

 

Κι ο ίδιος ο Τσαρούχης σε μια μακριά συνομιλία του με τον Δ.Ν. Μαρωνίτη και τους εκδότες του περιοδικού Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχο: «Είχα λογαριασμούς να λύσω με τους ανθρώπους και προσπάθησα να τους ζωγραφίσω για να τους κατακτήσω, όπως ζωγράφιζαν τα θηρία οι παλαιολιθικοί άνθρωποι. Ήθελα να δηλώσω τη σχέση μου αυτή μαζί με το γεγονός πως δεν ήθελα να τους βλάψω. Αργότερα κατάλαβα πως μ’ ενδιέφερε το τοπίο. Είδα ότι υπάρχει πάντα ένας άνθρωπος που κοιτάει το τοπίο. Και ζωγράφισα αυτόν τον άνθρωπο αόρατο. Δε ζωγράφισα όμως τα τοπία μόνο και μόνο για να τα κάνω ή για να σπουδάσω τα μέτρα τους. Είδα ότι μέσα στο τοπίο υπήρχε μια άποψη του ανθρώπου. Ζωγράφιζα καφενεία με μικρούς ανθρώπους στο κέντρο τους». «Αυτό είναι το επάγγελμά μου, να εξωραΐζω. Είτε ζωγραφίζω ένα λουλούδι είτε έναν άνθρωπο είτε έναν αριστοκράτη, πρέπει να του δείξω το θεϊκό στοιχείο που έχει μέσα του». «Η τέχνη κάνει πράγματα με τα οποία ξεχνά κανείς το θάνατο. Όταν δεν τον ξεχνάς, είναι κακή η τέχνη, αποτυχημένη. Ακόμη μιλώντας για το θάνατο ξεχνούμε το θάνατο, ζούμε».

Το κορίτσι τότε το έλεγαν Τόνια. Δεν ήμασταν συμμαθητές στο σχολείο ούτε γείτονες, αλλά πηγαίναμε στο ίδιο φροντιστήριο, στην γ’ λυκείου, και καθόμασταν στο ίδιο θρανίο. Εκείνη μου διάβαζε ποιήματα της Μαρίας Πολυδούρη, εγώ της διάβαζα το Μονόγραμμα του Ελύτη, εκείνη Τάσο Λειβαδίτη, εγώ Σαπφώ ή ανάποδα. Η καθηγήτρια που μας έκανε έκθεση, τις Κυριακές που εμείς γράφαμε διαγωνίσματα άφηνε κατά μέρος την Περεστρόικα του Γκορμπατσόφ ή τον Μπρεχτ που έφερνε μαζί της και διάβαζε τα δικά μας βιβλία. Μια Κυριακή πρωί πρότεινα στην Τόνια να πάμε μαζί στο σπίτι του Γιάννη Τσαρούχη: χτυπήσαμε την πόρτα δειλά, κάποιος μάς άνοιξε και μας άφησε μόνους να δούμε τους πίνακες στους τοίχους. Νομίζω δεν μιλούσαμε καθόλου· κρατιόμασταν απ’ το χέρι και αραιά ψιθυρίζαμε. Ο Τσαρούχης εμφανίστηκε για μια στιγμή στην πόρτα και μας χαιρέτισε ευγενικά.

Το μεσημέρι που περπατούσα μόνος πια προς το σπίτι, έγραψα ένα ποίημα γι’ αυτές τις στιγμές. Έγραφα ήδη από την περασμένη χρονιά ή κι από πιο πριν. Ήξερα δηλαδή πια πως μετά από λίγες μέρες θα το έσκιζα κι αυτό το ποίημα. Μα εκείνη την ώρα, και για πολύ καιρό αργότερα, ήμουν πεπεισμένος πως αυτό το ποίημα ήταν ό,τι καλύτερο είχα γράψει ως τότε και θα έγραφα και στο μέλλον. Ίσως και να ‘ταν, δεν ξέρω – λίγο μετά πράγματι το πέταξα κι έγραψα δυο στίχους που κι αυτούς τους κατέστρεψα, αλλά όχι πριν προλάβω να τους απομνημονεύσω: «Περνάν τα χρόνια και οργίζομαι / περνάν τα χρόνια και σ’ τ’ ορκίζομαι: / θα είμαι πάντοτε εναντίον». Το αφιέρωμα της Λέξης στον Γιάννη Τσαρούχη το έχω ακόμα. ”

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος