Διαβάσαμε

Κυριακή Ψαρρού στις 5 Ιουνίου 2014
 
Ποιό είναι αυτό TΟ ΕΝΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟ πράγμα που δε μπορούμε να κάνουμε;

Καλό θα ήταν να μιλήσουμε με τον εαυτό μας… να βρούμε την Αχίλλειο πτέρνα μας.
Έχει σημασία να ξεκινήσουμε από ένα σημείο… στο οποίο και θα επικεντρωθούμε.
Με το να κάνουμε ΑΥΤΟ που πιστεύουμε πως δε μπορούμε… αυτόματα ανακαλύπτουμε όλα όσα μπορούμε να κάνουμε!
  
 από την Αρχοντούλα
 
Βλέπετε παντού κρυμμένους κινδύνους;
Όταν μάθουμε ΣΥΝΕΙΔΗΤΑ να διακόπτουμε τη ροή των αρνητικών σκέψεων και να φανταζόμαστε ένα θετικό αποτέλεσμα… τότε ανοίγουμε ένα καινούργιο μονοπάτι στον εγκέφαλό μας… ένα μονοπάτι χαράς αντί ανησυχίας!

Read more: http://enallaktikidrasi.com/2014/06/fovaste-synexeia-oti-to-paidi-sas-tha-pathei-kako-pos-na-iremisete/#ixzz33kDKXwoG

 
από την Αρχοντούλα
 
 
 
Κυριακή Ψαρρού στις 5 Ιουνίου 2014

ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ…

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ…
ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΠΑΡΑ ΝΑ ΤΗΝ ΔΟΚΙΜΑΣΟΥΜΕ ΣΤΗ  ΠΡΑΞΗ !!!

Read more: http://enallaktikidrasi.com/2014/06/etgnomosyni-to-kleidi-tis-eytyxias/#ixzz33YXqAeXn

 
από την Αρχοντούλα
Κυριακή Ψαρρού στις 31 Μαΐου 2014
…Στη μια πλευρά της κριτικής υπάρχει η ψευδαίσθηση της αυταξίας και της ανωτερότητας. Αυτός που κρίνει αισθάνεται ανώτερος, καλύτερος, σωστός και ότι έχει δίκαιο. Στην άλλη πλευρά υπάρχει η χειρότερη μορφή που μπορεί να αποκτήσει η συνήθεια της κριτικής: η αυτοκριτική, η οποία συνδυάζεται με την πεποίθηση ότι οι άλλοι έχουν προσδοκίες από εμάς και άρα δεν μας αποδέχονται όπως είμαστε (αυτό γίνεται μέσω της προβολής του εσωτερικού μας κόσμου στον εξωτερικό). Και οι δύο πλευρές συνήθως συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο: όποιος κρίνει τους άλλους πιστεύει ότι και οι άλλοι τον κρίνουν. Όσοι κρίνουν λοιπόν το κάνουν από ανασφάλεια επειδή έχουν υποστεί και οι ίδιοι κριτική που τους πλήγωσε. Αν το έχουμε αυτό υπόψη μας, την επόμενη φορά που κάποιος μας κρίνει δεν θα προσωποποιήσουμε την κριτική του, αλλά θα τον κατανοήσουμε και θα ακούσουμε αυτό που πραγματικά μας λέει: “Νιώθω ανεπαρκής, σε παρακαλώ δείξε κατανόηση”.

όλο το άρθρο εδώ:

http://enallaktikidrasi.com/2014/05/treis-vasikes-aities-agxous-kai-dystyxias/

από την Αρχοντούλα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 30 Μαΐου 2014

“.. Η καρδιά του ανθρώπου είναι ένα κουβάρι κάμπιες…φύσηξε Χριστέ μου να γίνουν πεταλούδες”

Η μοναξιά είναι από χώμα…1. ” Το δικό μου το πολύ πως να χωρέσει στο δικό σου το λίγο! Κι οι δυο μας δυσανασχετούσαμε δικαιολογημένα.

 

Όμως μέσα σ’ αυτό το λίγο σου, σ’ αυτό το περιορισμένο σου, είχα την κακοτυχία να διακρίνω σκιές περαστικές που με πυρπόλησαν. Σκιές του απέραντου. Αυτό που δεν έλεγχες, αυτό που δεν γνώριζες, προσπερνούσε από μια σου έκφραση, από μια σου χειρονομία τυχαία και με καθήλωνε.

 

Δεν περιγράφεται η ματιά, η κίνηση, ο ήχος.

 

Ό,τι κι αν σου πω δεν θα σου μεταδώσω αυτό που μ’ έκανε να σε θέλω έτσι. Το απέραντο είναι άπιαστο, απερίγραπτο, ακαθόριστο. Χιλιάδες να λέω εναντίον σου αμέσως θα παραλύσουν μπροστά στη γρήγορη κίνηση του χεριού σου μόλις σηκωθεί για να φτάσει στα χείλη σου και να δαγκώσεις το μικρό σου νυχάκι σμίγοντας τα φρύδια σα να σκέφτεσαι κάτι δύσκολο.

 

Για μια τέτοια κίνηση, κάποιες ώρες, ένιωθα έτοιμος και τη ζωή μου να δώσω.

 

Για μια τέτοια κίνηση!

 

Σαν σινιάλο άλλων κόσμων ερχόταν προς εμένα κι ανέτρεπε όσα σου καταμαρτυρούσα. Από κατήγορο με μετέτρεπε σε ζητιάνο σου!

 

Για μια τέτοια κίνηση!

 

Δεν θα απορήσω ποτέ ξανά για το τι είναι εκείνο που αλυσοδένει ένα ζευγάρι. Δεν φαίνεται αυτό που αλυσοδένει. Εμείς οι απ’ έξω δεν βλέπουμε τίποτα όμως ένας άντρας κανείς δεν ξέρει τι σινιάλα δέχεται από το βλέμμα μια γυναίκας, απ’ την ανάσα της, από το γέλιο της, από την πιο ανεπαίσθητη χειρονομία της, από το άρωμά της.

 

2. «Πώς ν’ απαλλάξω τη σκέψη μου απ’ τις ερμηνείες των άλλων έτσι που να μη σου λέω «σ’ αγαπώ»,γιατί όσα κάνουμε μιμούνται τις ταινίες,τα διαβάσματα,τα τραγούδια που μας πρωτοδίδαξαν αυτή τη φράση;Να σου λέω «Σ’ ΑΓΑΠΩ»,γιατί ένα αρχέγονο κύμα βγαίνει από βαθιά μου,πρωτοφανές,άγνωστο και λέει έτσι… «

3. «Τα μικρά παιδιά δεν φτιάχνουν μύθους γιατί τα παιδιά ζουν απ’ ευθείας χωρίς διερμηνείς και μεσάζοντες. Η πραγματικότητα των παιδιών είναι τα παραμύθια μας και η παραμυθία μας για το χαμένο παράδεισο στην εξορία μας. Τα παιδιά από μόνα τους ξέρουν. Μπορούν ν’ αποκρυπτογραφούν τα μαγικά σημάδια του κόσμου γιατί την έχουν την καθαρή όραση που συλλαμβάνει τα άφαντα, ενώ εμείς τη χάσαμε με τα χρόνια και με τις γνώσεις. Τα παιδιά είναι σοβαρότερα και συνεπέστερα απ’ τους μεγάλους γι’ αυτό κι εγώ στο παλιό ζαρωμένο παιδί που απέμεινε μέσα μου προστρέχω όταν είναι να αισθανθώ τα πιο σπουδαία. Ένα παιδί από παλιά κι από βαθιά βγαίνει κι αποφασίζει στις εσχατιές της ζωής μας. Υπάρχει ένα παιδί μέσα μου που ξέμεινε, δεν την ξεχνά την ποίηση των πραγμάτων που χρόνια πριν αντίκρυσε και ζει με την αόριστη νοσταλγία της ανικανοποίητο πια και λυπημένο. Γιατί τίποτα δεν συγκρίνεται με την ποίηση των πράγματων στην παιδική ματιά, όλα είναι κατώτερά της από δω κι ύστερα.»

4. «Να υπάρχω μονάχα, να σ’ αγαπώ μονάχα και να μην έχω λόγο κανένα να το δηλώνω. Ούτε την παρουσία μου να μη χρειάζεται να δηλώνω πια. Σ’ αγαπώ τόσο που το ξεχνώ, όπως ξεχνάμε τα αυτονόητα και τα φυσικά. Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε κρίνω και εντελώς σε αποδέχομαι. Γλίτωσα από το μαρτύριο να προσπαθώ συνεχώς να σε διορθώνω. Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε θέλω. Γιατί δεν θες παρά ότι σου λείπει κι εσύ πια δεν μου λείπεις αφού στης αγάπης τον τόπο δεν χωρά η απόσταση. Σ’ αγαπώ κι αγαπώντας σε, σε περιέχω, σε έχω αφού είμαι, είμαι από σένα και μαζί σου κι όπου κι είμαι έρχεσαι.»

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 30 Μαΐου 2014

Ενας βασιλιάς είχε έναν υπηρέτη χαρούμενο και αισιόδοξο. Κάθε πρωί ξυπνούσε τον βασιλιά πηγαίνοντας

του το πρόγευμα, τραγουδούσε χαρούμενα στιχάκια, του έκανε αστείους

μορφασμούς. Στο κεφάτο πρόσωπό του υπήρχε πάντα ένα μεγάλο φωτεινό

χαμόγελο, αλλά και όλη του η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη. Κάποια μέρα ο

βασιλιάς δεν άντεξε και τον ρώτησε:

 

-Ποιο είναι το μυστικό σου?

 

-Ποιο μυστικό Μεγαλειότατε?

 

-Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Ποιό είναι το μυστικό της χαράς σου.

 

Λέγε γρήγορα.

 

-Μα…δεν υπάρχει μυστικό Μεγαλειότατε.

 

-Πως τολμάς να λες ψέματα σ´ εμένα. Έχω κόψει κεφάλια για πολύ μικρότερες

προσβολές, από ένα ψέμα.

 

-Πιστέψτε με Μεγαλειότατε, σας παρακαλώ, δεν σας κρύβω τίποτα. Δεν υπάρχει

κανένα μυστικό.

 

-Και πως τα καταφέρνεις βρε ανόητε και είσαι όλη την μέρα τόσο κεφάτος? Σε

έχω παρακολουθήσει, σε βλέπω. Όλο χαχαχού και αστεία είσαι.-Μα Μεγαλειότατε, η ζωή ήταν τόσο γενναιόδωρη μαζί μου. Η Λαμπροσύνη σας με

τιμά και με έχει στην υπηρεσία της. Με την γυναίκα μου και τα παιδιά μου

μένουμε σ´ ένα ωραίο σπίτι που μας παραχώρησε το παλάτι. Μας προσφέρετε

ρούχα και τροφή για όλους μας, δωρεάν εκπαίδευση στα παιδιά μου, επί πλέον

δε, η Μεγαλειότητα σας μου πληρώνει και ένα μικρό μηνιαίο επίδομα, που

ικανοποιεί τις μικροεπιθυμίες μας. Πως να μην είμαι ευτυχισμένος?

 

-Άκου, ηλίθιες δικαιολογίες έχω χορτάσει από τους συμβούλους μου. Αν δεν

μου πεις το μυστικό της χαράς σου, η υπομονή μου θα εξαντληθεί και μαζί της

και το κεφάλι στους ώμους σου. Είναι αδύνατον να είναι κάποιος ευτυχισμένος

με αυτά που μου παρέθεσες.

 

-Μα Βασιλιά μου σας παρακαλώ πιστέψτε με. Δεν σας κρύβω κάτι. Πως θα

μπορούσα άλλωστε. Δεν υπάρχει μυστικό.

 

-Χάσου από μπροστά μου ηλίθιε, πριν φωνάξω το δήμιο. Γελοίε. Καραγκιόζη.

 

Ο υπηρέτης χαμογέλασε, έκανε μια βαθειά υπόκλιση, και βγήκε από το δωμάτιο.

Τον βασιλιά όμως, δεν τον χωρούσε ο τόπος. Του φαινόταν τόσο παράλογο ο

βαλές του να είναι τόσο ευτυχισμένος, ζώντας σε δανεικό σπίτι, τρώγοντας

από τα περισσεύματα των αυλικών, φορώντας ρούχα από δεύτερο χέρι. Αφού

κατάφερε κάπως να ηρεμήσει, φώναξε τον πιο σοφό σύμβουλό του και του

διηγήθηκε την συζήτηση και την απορία του.

 

-Πες μου γέροντα, γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι ευτυχισμένος?

 

-Α, Μεγαλειότατε, επειδή προφανώς βρίσκεται έξω από τον κύκλο.

 

-Έξω από που?

 

-Μα από τον κύκλο.

 

-Γι’ αυτό είναι ευτυχισμένος?

 

-Όχι μεγαλειότατε, γι αυτό δεν είναι δυστυχισμένος.

 

-Δεν καταλαβαίνω γέροντα. Δηλαδή όποιος είναι στον κύκλο είναι δυστυχής?

Εγώ είμαι δυστυχής διότι είμαι μέσα στον κύκλο?

 

-Ακριβώς βασιλιά μου.

 

-Και πως βγήκε?

 

-Δεν μπήκε ποτέ.

 

-Βάλθηκες να με τρελάνεις κι εσύ γέροντα. Τι στην οργή κύκλος είναι αυτός

και γιατί μας προκαλεί θλίψη?

 

-Είναι ο κύκλος του ενενήντα εννέα.

 

-Και πως λειτουργεί αυτός ο διαολόκυκλος?

 

-Μεγαλειότατε είναι δύσκολο να σας τον εξηγήσω με λόγια, μπορώ όμως να σας

τον δείξω στην πράξη.

 

-Δηλαδή τι θα κάνεις?

 

-Αν μου επιτρέψετε θα βάλω τον υπηρέτη σας στον κύκλο.

 

-Πως δηλαδή, θα τον σπρώξεις? είπε ο βασιλιάς κοροϊδευτικά.

 

-Δεν θα χρειαστεί βασιλιά μου. Αν βρει την ευκαιρία θα μπει μόνος του.

 

-Και καλά, όταν μπει δεν θα δει ότι αυτό τον έκανε δυστυχισμένο, ώστε να

βγει κατ´ ευθείαν?

 

-Θα το αντιληφθεί, αλλά δεν θα θέλει να φύγει.

 

-Δηλαδή μου λες ότι θα καταλάβει πως αν μπει στον κύκλο θα δυστυχήσει, αλλά

παρ´ όλα αυτά θα μπει οικιοθελώς και δεν πρόκειται να ξαναβγεί?

 

-Ακριβώς Μεγαλειότατε. Κανένας δεν θέλει να βγει από τον κύκλο του ενενήντα

εννέα. Όσο και αν τον κάνει δυστυχισμένο. Θα μάθεις λοιπόν πως λειτουργεί ο

κύκλος, αλλά εσύ θα χάσεις έναν εξαίρετο υπηρέτη και το παλάτι έναν

χαρούμενο άνθρωπο.

 

-Δεν με νοιάζει. Τι πρέπει να κάνουμε? Πότε ξεκινάμε?

 

-Σήμερα το βράδυ βασιλιά μου. Θα περάσω να σε πάρω. Θα έχεις ετοιμάσει ένα

σακί με ενενήνταεννέα φλουριά. Ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο.

 

Πράγματι, την νύχτα ο σοφός πέρασε να πάρει τον βασιλιά. Πήγαν μαζί στο

σπιτάκι του υπηρέτη, στην άκρη της αυλής του παλατιού, κρύφτηκαν και

περίμεναν να ξημερώσει. Μόλις αχνοφέγγισε και άναψε στο δωμάτιο ένα κερί, ο

σοφός έβαλε στο σακούλι ένα μήνυμα που έλεγε:

 

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΣΑΙ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΟΝ. ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕΣ.

 

Έδεσε το σακί στην πόρτα του υπηρέτη, χτύπησε δύο φορές και έτρεξε να

ξανακρυφτεί. Όταν υπηρέτης βγήκε ξαφνιασμένος, ο βασιλιάς παρακολουθούσε

πίσω από έναν θάμνο. Τον είδε να διαβάζει το μήνυμα και να ανοίγει το

πουγκί. Είδε την έκπληξη στο πρόσωπό του, το αρχικό φόβο, την καχύποπτη,

ερευνητική ματιά μήπως ήταν κανένας τριγύρω. Τον είδε να σφίγγει το πουγκί

στην αγκαλιά του, να ανοίγει το πουκάμισο και να το βάζει στο στήθος του,

να χώνεται γρήγορα σπίτι του. Μόλις άκουσαν την κλειδαριά να

διπλοαμπαρώνει, ο βασιλιάς με τον σοφό πλησίασαν στο παράθυρο για να

κατασκοπεύσουν. Ο υπηρέτης είχε ρίξει στο πάτωμα τα πιατικά που ήσαν στο

τραπέζι, αφήνοντας μόνο το κερί. Καθισμένος σε μια καρέκλα άδειαζε το

περιεχόμενο. Τα μάτια ήταν γουρλωμένα, κόντευαν να βγουν έξω από τις κόγχες.

Ήταν φανερό δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Ένα βουνό από χρυσά

φλουριά. Ένας θησαυρός. Όλος δικός του. Αυτός που δεν είχε ποτέ ως τώρα

στην ζωή ακουμπήσει έστω ένα χρυσό φλουρί, τώρα είχε ένα μικρό βουνό από

αυτά. Δικά του. Άρχισε να τα χαζεύει και να τα κάνει στίβες. Τα κοίταζε πως

άστραφταν στο φως του κεριού και χαζογελούσε. Τα συγκέντρωνε, τα σκόρπιζε

για να ακούει το κουδούνισμά τους. Και όλο χαμογελούσε. Παίζοντας άρχισε να

τοποθετεί σε στίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρείς, τέσσερις,

πέντε, έξι…Ταυτόχρονα έκανε και το άθροισμα. Πενήντα, εξήντα, εβδομήντα,

ογδόντα, ενενήντα, εκατ…που είναι το τελευταίο? Ξαναμετρά μία μία τις

στίβες να βρει το λάθος, τίποτα. Τα στήνει σε κολώνες, την μία δίπλα στην

άλλη, μήπως κάποια προεξέχει…Τίποτα. Η τελευταία κολώνα ελλειμματική. Μόνο

εννέα φλουριά. Κοιτάζει ερευνητικά το τραπέζι, σηκώνει το κερί, γυρίζει το

μέσα έξω στο σακούλι…Τίποτα. Γονατίζει και αρχίζει να ψάχνει στο πάτωμα.

Δεν μπορεί τα φλουριά ΕΠΡΕΠΕ να είναι εκατό.

 

-Δεν είναι δυνατόν, μονολογούσε όσο έψαχνε. Κάπου πρέπει να μου

έπεσε…κάπου πρέπει να είναι. Με λήστεψαν! Αλήτες! Κερατάδες! Με κλέψανε!Γονατισμένος κοιτούσε πάνω στο τραπέζι, έβλεπε τις κολώνες με τα φλουριά

και αισθανόταν πως κάτι του είχε διαφύγει. Δεν μπορεί, κάπου έκανε λάθος.

Αδύνατον η μία κολώνα να είναι κουτσή. Αλλά το φλουρί που έλειπε, πουθενά.

Τελικά σαν να το πήρε απόφαση. Ενενήντα εννέα φλουριά, είναι πολλά

λεφτά…συλλογίστηκε. Μπορώ να ζήσω την υπόλοιπη ζωή σαν

άρχοντας…συνέχισε. Αλλά δεν είναι στρογγυλός αριθμός, ρε γαμώτο. Το

εκατό, μάλιστα, είναι στρογγυλός αριθμός. Τώρα μου λείπει ένα.

 

Ο βασιλιάς και ο σοφός σύμβουλος κοιτούσαν από το παράθυρο. Το πρόσωπο του

υπηρέτη δεν ήταν το ίδιο. Ήταν σκεπτικός, σκυθρωπός με χείλη στενά,

τραβηγμένα. Με μάτια μισόκλειστα έξυνε το κεφάλι του. Κάτι σκεπτόταν. Μάζεψε

τα φλουριά στο σακούλι και κοιτάζοντας καχύποπτα ολόγυρα, το έκρυψε

προσεκτικά, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε πίσω από ένα σωρό καυσόξυλα. Ύστερα

πήρε χαρτί και μολύβι και κάθισε να κάνει λογαριασμούς.

 

Πόσο καιρό πρέπει να κάνω οικονομίες, ώστε να αποκτήσω και το εκατοστό

φλουρί? Ο υπηρέτης μιλούσε μόνος, παραμιλούσε ασυναίσθητα. Θα βρω και

δεύτερη δουλειά, θα δουλέψω σκληρά για ένα διάστημα, μέχρι να το κερδίσω.

Μετά όμως μεγάλε…άραγμα. Ναι, με εκατό φλουριά, μπορεί ένας άνθρωπος να

μην δουλεύει. Μπορεί να ζει δίχως σκοτούρες. Είσαι πλούσιος! Είσαι

άρχοντας! Δεν υπάρχει λόγος να δουλεύεις. αγόρι μου! Τελείωσε τους

υπολογισμούς του. Αν δούλευε σκληρά κι έβαζε στην άκρη όλο το μηνιάτικο του

και ότι έξτρα χρήματα έπαιρνε, σε πέντε το πολύ έξι χρόνια θα μπορούσε να

αγοράσει ένα χρυσό φλουρί.

 

-Έξι χρόνια είναι πάρα πολλά, μονολόγησε. Θα μπορούσα όμως να βάλω και την

γυναίκα μου να δουλέψει. Κάποια δουλειά θα βρει να κάνει στην πολιτεία. Θα

μπορούσε να καθαρίζει σπίτια. Αλλά κι εγώ, πέντε η ώρα τελειώνω από το

παλάτι. Μπορώ να κάνω το βοηθό σε κανένα μάστορα, δύο τρεις ώρες μέχρι να

νυχτώσει.

 

Ξαναπιάνει το μολύβι και αρχίζει πάλι τους υπολογισμούς. Με την έξτρα

δουλειά τη δική του και την συνεισφορά της γυναίκας του θα μάζευε τα

χρήματα για το φλουρί σε τρία χρόνια. Εξακολουθούσε να είναι πολύς, πολύς

καιρός.

 

Ίσως θα μπορούσαμε να κάνουμε και κάποιες οικονομίες. Να πουλήσουμε ας

πούμε λίγο από το φαγητό. Έτσι κι αλλιώς το πολύ φαί, κακό κάνει. Άσε που

μια και είναι τζάμπα, το ´χουμε παρακάνει. Και τα χειμωνιάτικα παπούτσια. Τι

χρειάζονται? Μπαίνει η Άνοιξη. Έρχονται ζέστες. Και τα επανωφόρια μπορώ να

το πουλήσω. Να πουλήσω…Να πουλήσω…Πρέπει να γίνουν θυσίες. Άλλωστε θα

πιάσουν τόπο. Σε δύο χρονάκια το πολύ θα αγοράσουμε το φλουρί που μας

λείπει και μετά…ποιός μας πιάνει μετά. Θα είμαστε πλούσιοι. Ότι μας

γυαλίζει θα το αγοράζουμε. Αυτό είναι. Δύο χρόνια στο τούνελ και μετά…

 

Ο βασιλιάς και ο σύμβουλος γύρισαν στο παλάτι. Ο υπηρέτης είχε μπει στον

κύκλο του ενενήντα εννέα.

 

Τους μήνες που ακολούθησαν, ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε

αποφασίσει εκείνο το πρωινό. Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κακοκοιμόταν, αλλά

επέμενε στην απόφασή του. Ένα πρωινό, μπήκε με το πρωινό στο δωμάτιο του

βασιλιά, αργός, κακόκεφος, αμίλητος, όπως συνήθιζε τελευταία.

 

-Μα καλά, τί έπαθες εσύ, ρωτά τάχα ανήξερος ο βασιλιάς.

 

-Μια χαρά είμαι Μεγαλειότατε. Θέλετε τίποτε άλλο?

 

-Μέρες έχω να σ´ ακούσω να τραγουδάς. Σου συμβαίνει κάτι?

 

-Αν δεν κάνω λάθος, η δουλειά μου είναι σας σερβίρω και να σας βοηθώ να

ντυθείτε. Δεν κάνω τη δουλειά μου? Την κάνω και μάλιστα άψογα, συνέχισε.

Δεν με προσλάβατε για γελωτοποιό ούτε για τραγουδιστή.

 

Μετά από μερικούς μήνες, ο βασιλιάς έδιωξε τον υπηρέτη από το παλάτι. Δεν

είναι ευχάριστο να περιβάλλεσαι από κακόκεφους, μουρτζούφληδες υπαλλήλους.

 

 

Ο ασπρομάλλης ψυχαναλυτής έκανε μια παύση και κοίταξε προσεκτικά τον ασθενή

του. Προσπάθησε να διαβάσει τα συναισθήματα από την ιστορία στο πρόσωπό

του. Ανακάθισε στην πολυθρόνα του, πήρε το ποτήρι δίπλα του και ρούφηξε μια

μεγάλη γουλιά σακέ. Καθάρισε την φωνή του και συνέχισε: Βλέπεις Ντεμιάν,

εσύ, εγώ και όλοι μας έχουμε εκπαιδευθεί σ´ αυτήν την ηλίθια ιδεολογία.

 

Πάντοτε κάτι μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι, και δυστυχώς μόνο

αν είσαι ικανοποιημένος μπορείς να απολαύσεις όσα έχεις. Γι αυτό, μάθαμε

πως τάχα η ευτυχία θα έλθει όταν ολοκληρώσουμε αυτό που μας λείπει…Και

επειδή πάντα κάτι λείπει, ξαναγυρίζουμε στην αρχή και δεν απολαμβάνουμε

ποτέ την ζωή…Τι θα συνέβαινε όμως, αν η φώτιση ερχόταν στις ζωές μας και

αντιλαμβανόμαστε, έτσι ξαφνικά, ότι τα ενενήντα εννιά φλουριά μας είναι το

100% του θησαυρού? Ότι δεν μας λείπει τίποτα, κανένας δεν μας έκλεψε

τίποτα, το εκατό δεν είναι καθόλου πιο στρογγυλός αριθμός από το ενενήντα

εννιά? Ότι αυτό, είναι μόνο μια παγίδα, ένα καρότο που έβαλαν μπροστά μας,

για να είμαστε βλάκες, για να σέρνουμε το κάρο,

κουρασμένοι, κακόκεφοι, δυστυχείς και συμβιβασμένοι? Μια παγίδα για να μην

σταματήσουμε ποτέ να σπρώχνουμε και να μείνουν όλα όπως έχουν. Αιωνίως τα

ίδια. Πόσα θα άλλαζαν αν μπορούσαμε να απολαύσουμε τους θησαυρούς μας, έτσι

ακριβώς όπως είναι. Έτσι ακριβώς όπως τους κατέχουμε. Προσοχή όμως Ντεμιάν.

 

Το να παραδεχτείς ότι το ενενηνταεννιά είναι ο θησαυρός, δεν σημαίνει ότι

πρέπει να εγκαταλείψεις τους στόχους σου. Δεν σημαίνει άραγμα, συμβιβασμός

με οτιδήποτε. Γιατί άλλο το να παραδέχεσαι, κι άλλο το να συμβιβάζεσαι.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 30 Μαΐου 2014

 

 

Ο John Kabat-Zinn, δάσκαλος διαλογισμού και συγγραφέας, προτείνει να βλέπουμε τα παιδιά μας ως μικρούς δασκάλους Zen που ζουν σε μικροσκοπικά σώματα και ήρθαν στη ζωή μας για να μας διδάξουν τα μαθήματα που χρειάζεται να μάθουμε. Παραλληλίζει το μεγάλωμά τους με ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα διαλογισμού διάρκειας 18 χρόνων.

 

Είναι Κυριακή μεσημέρι, μετά το φαγητό. Οι τέσσερίς μας καθόμαστε στο μπαλκόνι και πίνουμε καφέ. (Εγώ δηλαδή – οι υπόλοιποι πίνουν νερό…) Η Εβελίνα, παίρνει μια βαθιά ανάσα και λέει «Αχ, τι υπέροχη ζωή!»

 

Με το Βασίλη δε λέμε τίποτα, μόνο κοιταζόμαστε.

 

Η Εβίτα, νιώθει κι εκείνη το ίδιο συναίσθημα ευφορίας – μόνο που δεν ξέρει πώς να το εκφράσει. Σκέφτεται για λίγο και μετά λέει: «Ελάτε παιζά (παιδιά), ας τλαγουδήσουμε το τλαγούδι με την κόψη…» Και αρχίζει και τραγουδάει τον εθνικό ύμνο… «Σε γνωλίζω (γνωρίζω) από την κόψη…»

 

Νομίζω ότι το μάθημα που ήθελαν να μας διδάξουν οι μικροί δάσκαλοι Zen είναι η σημασία της ευγνωμοσύνης. Ο Hans Selye, γιατρός και ερευνητής του stress έλεγε ότι η ευγνωμοσύνη είναι το πιο ευεργετικό από τα ανθρώπινα συναισθήματα.

 

Στο βιβλίο Το Μυστικό λέει: Να είστε ευγνώμονες για όσα έχετε τώρα. Αν αρχίσετε να σκέφτεστε όλα αυτά για τα οποία είστε ευγνώμονες στη ζωή σας, θα διαπιστώσετε κατάπληκτοι πόσες ακόμα σκέψεις ευγνωμοσύνης θα γεννηθούν από τις αρχικές, πόσα ακόμα υπάρχουν για τα οποία αισθάνεστε ευγνώμονες. Πρέπει να κάνετε την αρχή, κι έπειτα ο νόμος της έλξης θα λάβει αυτές τις σκέψεις ευγνωμοσύνης για να σας τις επιστέψει στο πολλαπλάσιο. Θα «κλειδώσετε» στη συχνότητα της ευγνωμοσύνης και όλα τα αγαθά θα γίνουν δικά σας.

 

Μήνυμα ελήφθη. Εγώ αισθάνομαι ευγνώμων και είμαι έτοιμη για το επόμενο μάθημα. Εσείς;

 

Από aspa blog

 

 

Κυριακή Ψαρρού στις 28 Μαΐου 2014

Ο Γιάννης Ρίτσος ήταν μόλις 28 ετών ,το 1937, όταν δημοσίευε την περίφημη ποιητική σύνθεση «Το τραγούδι της αδελφής μου» για την αδελφή του Λούλα , που  το 1936 είχε εισαχθείστο Δημοτικό Ψυχιατρείο , και όταν ο Κωστής Παλαμάς έγραφε το περίφημο «Παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις» !!!

 
Οι Γάλλοι σήμερα, 23 χρόνια μετά τον θάνατο του σπουδαίου ποιητή, αναφέρουν tanea.gr , ανακαλύπτουν ξανά αυτό το κείμενο μέσα από μια νέα μετάφραση της Anne Personnaz και μια δίγλωσση έκδοση στις εκδ. Bruno Doucey.
 Η γαλλική εφημερίδα «Λε Μοντ» είχε εκτενή και διθυραμβική κριτική για το κείμενο στο ένθετο βιβλίου της Παρασκευής, σημειώνοντας παράλληλα το γεγονός, ότι ο συγκεκριμένος εκδοτικός οίκος κυκλοφορεί το τρίτο στη σειρά κείμενο του Γιάννη Ρίτσου μέσα σε έναν χρόνο.
  Δημοσιεύουμε  , στη συνέχεια δύο μεγάλα αποσπάσματα  από το “τραγούδι της αδελφής μου”
 
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ – ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΗΣ ΜΟΥ
       Στην αδελφή μου ΛΟΥΛΑ
                        Στους τρικυμισμένους καθρέπτες
                                                          Των λυγμών 
                        Θραύεται το ήρεμο πρόσωπο
                                                        Της αιωνιότητας
                        Κι όμως ακόμη ακούμε εντός μας
                       Το φλοίσβισμα της ηρεμίας
 

ΑΔΕΛΦΗ μου,

 

θ’ άξιζε ολόρθος να σταθώ
κατάντικρυ στον ήλιο
και των στίχων τους κίονες να υψώσω
προς το κυανό διάστημα
για να περιπατείς τα βράδια
χαμογελώντας πλάι στην Ευρυδίκη
κάτω απ’ τους έναστρους θόλους
του άφθαρτου θέρους.
Όμως, αδελφή μου,
δε δύναμαι άλλο.
Το άπειρο συνέτριψε
το στιλπνό του τόξο
στο μέτωπο μου
και στροβιλίζομαι
στην άπειρη Στιγμή
θρυμματισμένος και αδαής.
Η φωνή μου ναυάγησε.
Η σκέψη μου μάδησε
τα τελευταία της άνθη.
Μονάχα με λυγμούς
αρθρώνω το άσμα σου.
Δεν τολμούν
μήτε ο πόνος μήτε η έκσταση
με ματωμένα χείλη να ψελλίσουν
τ’ όνομα σου.
Πάνω στη χλόη τ’ ουρανού
η Ρούθ γονατίζει
για να προσευχηθεί στα πόδια σου.
Τα λευκά περιστέρια
των παιδικών ονείρων
χαμοπετούν στους κάμπους
του δικού σου χαμόγελου.
Οι ρεμβασμοί των σοφών
δεν αναρριχήθηκαν ποτέ
ως τα κράσπεδα
του σεπτού μεγαλείου σου.
Οι ποιητές που ατμίστηκαν στο φως
Αναγνωρίζουν στο φως του προσώπου σου
των στίχων τη μηδαμινότητα.
Μόνο η μεγάλη Σιωπή
μ’ ένα κρίνο στα χέρια
θωπεύει την κυρτή σου ράχη
που ύψωσε ως τον κόρφο του Θεού

 

τους οικτιρμούς των ανθρώπων,
ενώ οι γαλάζιες νύχτες
ακινητούν σε κατάνυξη
δακρύζοντας άστρα.
Αδελφή μου,
διπλώνω τα φτερά μου
λυγίζω το σώμα
για ν’ ασπασθώ
τις άκρες των γυμνών ποδιών σου.
Ευδόκησε να πραϋνθεί το πνεύμα μου
για να ψάλω τον ύμνο που αρμόζει
σε σένα, αδελφή μου,
αδελφή όλου του κόσμου.

…

http://tipota3.blogspot.gr
Κυριακή Ψαρρού στις 28 Μαΐου 2014

..Η Αθήνα μασάει σουβλάκια μες στους δρόμους
μασάει καλαμπόκια
κατεβαίνει στη θάλασσα με ψαροτούφεκα
ιδρωμένα κορμιά καλλυντικές γυναίκες
-ένα κύμα ξεβρασμένο στην ακτή σαν ψόφιο κήτος
ένας δύτης γυμνός κρεμασμένος ανάποδα στα υπόγεια του νε
ρού…

Η Αθήνα ρουφάει τον ουρανό με καλαμάκι
-μιά πόρτα βιάστηκε
ένα παράθυρο αυτοκτόνησε
ο παπαγάλος σκότωσε τον ποιητή στου Λουμίδη
γέμισε κοκκινάδια και μπλεγμένα άσπρα μαλλιά η ψυχή
μου…

Φύγε πια λυσσασμένο καλοκαίρι.

από το http://milwntasgiatoxioni.wordpress.com

Κυριακή Ψαρρού στις 28 Μαΐου 2014
από την Αρχοντούλα
Αν το να ξέρουμε να λέμε ΌXI είναι η τέχνη των ορίων…
τότε και το να ξέρουμε να λέμε ΝAI είναι η τέχνη της διεκδίκησης.
– Στην τέχνη της διεκδίκησης, συμπεριλαμβάνεται και η ικανότητά μας να μπορούμε να ζητάμε ή να δεχόμαστε μια προσφορά.
– Οι 3 πιο δύσκολες εκφράσεις (λένε), είναι να πει κάποιος: «σ’ αγαπώ», «με συγχωρείς» και «βοήθησέ με».
 
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 27 Μαΐου 2014

Aπό την Δανάη

Η γιαγιά συμβουλεύει την εγγονή της: “…Κάθε φορά που θα νιώθεις χαμένη, μπερδεμένη, να σκέφτεσαι τα δέντρα, να θυμάσαι τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουν. Να θυμάσαι ότι ένα δέντρο με πλούσια φυλλώματα και λίγες ρίζες ξεριζώνεται με το πρώτο φύσημα του αέρα, και σ’ ένα δέντρο με πολλές ρίζες και ισχνά φυλλώματα η λέμφος κυλάει με δυσκολία. Ρίζα και φυλλώματα πρέπει ν’ αναπτύσσονται με το ίδιο μέτρο, πρέπει να μένεις μέσα στα πράγματα και πάνω από αυτά, μόνο έτσι  θα μπορέσεις να προσφέρεις σκιά και καταφύγιο, μόνο έτσι θα μπορέσεις να γεμίσεις με λουλούδια και καρπούς τη κατάλληλη εποχή.

Κι όταν θ’ ανοιχτούν μπροστά σου τόσοι δρόμοι και δεν θα ξέρεις ποιον να διαλέξεις, μην ακολουθήσεις ένα στη τύχη, αλλά κάθησε και περίμενε. Πάρε βαθιές, γεμάτες εμπιστοσύνη ανάσες, όπως τη μέρα που ήρθες στον κόσμο, χωρίς ν’ αφήσεις τίποτα ν’ αποσπάσει την προσοχή σου. Περίμενε, περίμενε κι άλλο. Μέινε ασάλευτη, σιωπηλή κι άκουσε την καρδιά σου. Κι όταν σου μιλήσει, πήγαινε όπου σε πάει εκείνη…”

Τατιάνα Σόττο »  Οπου σε πάει η αγάπη»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Μαΐου 2014

Να’ σαι νέος, είκοσι πέντε χρονών, γερός, να μην αγαπάς κανένα πρόσωπο ορισμένο, άντρα ή γυναίκα, που να σου στενεύει την καρδιά και να μην σε αφήνει ν’ αγαπήσεις με ίση αφιλοκέρδεια και σφοδρότητα τα πάντα και να οδοιποράς πεζός, ολομόναχος, μ’ενα δισάκι στον ώμο, από την μιαν άκρα ως την άλλη, στην Ιταλία, και  να ΄ναι άνοιξη και να μπαίνει το καλοκαίρι και να ‘ ρχουνται, φορτωμένοι φρούτα και βροχές, ο χινόπωρος κι ο χειμώνας – θαρρώ ο άνθρωπος θα’ ταν αναίδεια να θέλει μεγαλύτερη ευτυχία. (σελ 158)************************************************************************************Ήρωας; Μα ήρωας θα πει πειθαρχία σε ανώτερο από το άτομο ρυθμό. Κι εσύ’ σαι ακόμα όλος ανησυχία και ρεμπελιό. Δεν μπορείς να υποτάξεις το χάος μέσα σου και να δημιουργήσεις τον ακέραιο Λόγο΄ και κλαψουρίζοντας δικαιολογιέσαι: “Δε χωρώ στις φόρμες τις παλιές…”. Μα προχωρώντας στο στοχασμό ή την πράξη θα μπορούσες να φτάσεις στα σύνορα τα ηρωικά, όπου άνετα να χωρούν και να δουλεύουν δέκα ψυχές σαν τη ψυχή σου. Θα μπορούσες΄, παίρνοντας μια φορά απο τα γνωστά σύμβολα μιας θρησκείας, να ορμήσεις σε δικές σου θεϊκές απόπειρες και να δώσεις αυτό που ζητάς και δεν το ξέρεις: συγχρονισμένη μορφή στα αιώνια πάθη του Θεού και του ανθρώπου………..Κορφή δεν υπάρχει’ υπάρχει μονάχα ύψος. Ανάπαψη δεν υπάρχει’ υπάρχει μόνο αγώνας.  (σελ,272)************************************************************************************Η κάθε στιγμή του Χριστού είναι αγώνας και νίκη. Νίκησε την ακαταμάχητη γοητεία της απλής ανθρώπινης χαράς, νίκησε όλους τους πειρασμούς, μετουσίωνε ολοένα τη σάρκα τη σάρκα σε πνέμα, κι ανηφόριζε. Κάθε εμπόδιο στην πορεία του γινόταν αφορμή κι ορόσημο νίκης’ έχουμε πια ένα πρότυπο μπροστά μας που μας ανοίγει το δρόμο και μας δίνει κουράγιο.Φυσάει ουρανού και γης και μέσα στην καρδιά μας και στην καρδιά του κάθε ζωντανού μια γιγάντια πνοή, που τη λέμε Θεό. Μια Κραυγή μεγάλη. Το φυτό ήθελε ασάλευτο να κοιμάται δίπλα στα λιμνασμένα νερά’ μα η Κραυγή τινάζουνταν μέσα του, του ταρακουνούσε τις ρίζες: ”Φεύγα, αμόλα τη γης, περπάτα!” Αν το δέντρο μπορούσε να στοχαστεί και να κρίνει, θα φώναζε: ”Δε θέλω, που με σπρώχνεις; Ζητάς τ’ αδύνατα!” Μα η Κραυγή ταρακονούσε τις ρίζες, ανήλεη, φώναζε: ”Φεύγα, αμόλα τη γης, περπάτα!”Φώναζε χιλιάδες αιώνες’ και να, πεθυμώντας,αγωνιώντας, ηα ζωή ξέφυγε από το ασάλευτο δέντρο, λυτρώθηκε.  (σελ.288)***********************************************************************************

Μην πάψεις ποτέ να παλεύεις με το Θεό’ καλύτερη άσκηση δεν υπάρχει. Μα μη θαρρείς πως για να τον παλέψεις με πιο σιγουράδα πρέπει να ξεριζώσεις τις σκοτεινές ρίζες μέσα σου, τα ένστιχτα’ βλέπεις μια γυναίκα και σε κυριεύει φόβος’ είναι ο Πειρασμός, λες ύπαγε οπίσω μου, Σατανά. Ναι είναι ο Πειρασμός, μα για να τον νικήσεις ένας μονάχα τρόπος υπάρχει: να τον αγκαλιάσεις, να τον γευτείς, να τον σιχαθείς, να μη σε πειράζει πια’ αλλιώς και εκατό χρονών να γίνεις, αν δεν χάρηκες γυναίκα θα’ ρχεται στον ύπνο σου και στον ξύπνο σου και θα λερώνει τον ύπνο σου και την ψυχή σου. Το λέω, το ξαναλέω: όποιος ξεριζώνει το ένστιχτο του ξεριζώνει τη δύναμη του’ γιατί με τον καιρό, με τον χορτασμό, με την άσκηση μπορεί η σκοτεινή αυτή ύλη να γίνει πνέμα. (σελ. 298)***********************************************************************************Ένας Κρητικός μου λεγε: ”Όταν παρουσιαστείς ομπρός στην πόρτα της Παράδεισος και δεν ανοίξει, μην πιάσεις το κρικέλι της πόρτας να χτυπήσεις. Ξεκρέμασε από τον ώμο σου το τουφέκι, ρίξε μια τουφεκιά- Θαρρείς, είπα εγώ, θα φοβηθεί ο Θεός και θ’ανοίξει; – Οχι, βρε παιδί, δε θα φοβηθείμ μα θ’ανοίξει γιατί θα καταλάβει πως γυρίζεις από πόλεμο”  (σελ.302)***********************************************************************************Αλήθεια το θάνατο δεν μπορούμε να τον νικήσουμε’ το φόβο του θανάτου μπορούμε… (σελ.303)

***********************************************************************************Λονταρίσια η τροφή που με τάισε ο Νίτσε στην πιο κρίσιμη, την πιο πεινασμένη στιγμή της νιότης’ θράσεψα, δεν μπορούσα πια να χωρέσω στο σημερινό άνθρωπο, όπως τον κατάντησαν. Α! φώναζα αγαναχτισμένος, η παμπόνηρη θρησκεία που μετατοπίζει τις αμοιβές και τιμωρίες σε μελλούμενη ζωή, για να παρηγορήσει τους σκλαβούς, τους κιότηδες, τους αδικημένους, και να μπορέσουν να βαστάξουν αγόγγυστα τη σίγουρη επίγεια ζωή και να σκύβουν υπομονετικά το σβέρκο στους αφεντάδες! Τι οβράικη Αγία Τράπεζα η θρησκεία ετούτη, που δίνεις μια πεντάρα επίγεια ζωή και εισπάττεις αθάνατα εκατομμύρια στην άλλη! Τι απλοικότητα, τι πονηριά, τι τοκογλυφία! Όχι, δεν μπορεί να’ ναι λεύτερος που ελπίζει Παράδεισο ή που φοβάται την Κόλαση! Ντροπή πια να μεθάμε στις ταβέρνες της ελπίδας! Ή κάτω στα υπόγεια του φόβου. Πόσα χρόνια και δεν το’ χα καταλάβει, κι έπρεπε να’ρθει ο άγριος ετούτος προφήτης να μου ανοίξει τα μάτια!Ως τώρα, όλη την κυβέρνηση του κόσμου την είχαμε εμπιστευτεί στο Θεό’ μπας και ήρθε η σειρά του ανθρώπου ν’αναλάβει την ευθύνη; Να δημιουργήσουμε ένα κόσμο, τον κόσμο μας, με τον ιδρώτα του προσώπου μας; (σελ.327)***********************************************************************************

Ποιος ξέρει, τέτοια πρέπει να’ ναι η προσευκή’ τέτοια κι η ψυχή του ανθρώπου. Να επιστρατεύεις τις ανθρώπινες ελπίδες και τρομάρες και να τις ρίχνεις σαν βέλος σε άφταστο υπεράνθρωπο ύψος. Ορμή και περφάνια, κραυγή μέσα στην αβάσταχτη άναντρη σιγή, λόγχη που στέκεται αλύγιστη, όρθια και δεν αφήνει τον ουρανό να πέσει απάνω στα κεφάλια μας…

Όσο κοίταζα το βέλος αυτό να’ανηφορίζει άφοβο στον ουρανό, ένιωθα την ψυχή μου να στερεώνεται, να τεντώνεται και να γίνεται βέλος.   (σελ.332)

***********************************************************************************

Ο Νίτσε μ’ έμαθε να δυσπιστώ σε κάθε αισόδοξη θεωρία΄ ήξερα πως η θηλυκιά καρδιά του ανθρώπου έχει ανάγκη πάντα από παρηγοριά. κι ο νους, ο τετραπέρατος σοφιστής, είναι πάντα έτοιμος να την εξυπηρετήσει. Κάθε θρησκεία που υπόσχεται στον άνθρωπο ο,τι αυτός επιθυμεί άρχισε να μου φαίνεται καταφύγι για τους φοβητσιάρηδες, ανάξιο του αληθινού ανδρός. Είναι ο δρόμος του Χριστού έλεγα, αυτός που φέρνει στη λευτέρωση του ανθρώπου; Ή μπας κι είναι ένα καλά οργανωμένο παραμύθι, που υπόσχεται τον Παράδεισο και την αθανασία, έξυπνα πολύ, με τέχνη πολλή, ποτέ ο πιστός να μην μπορέσει να μάθει αν δεν είναι ο  Παράδεισος ετούτος αντικαθρεφτισμός της δίψας μας΄ γιατί μονάχα μετά το θάνατο μπορείς να το κρίνεις, και κανένας δε γύρισε μήτε θα γυρίσει από τον  ΄Αδη να μας το πει. (σελ. 333)

***********************************************************************************Στην καρδιά του Θεού κοιμάται ένα σκουλήκι και ονειρεύεται πως δεν υπάρχει Θεός. Αν ανοίξεια την καρδιά μου, θα βρεις ένα κακοτράχαλο βουνό κι έναν άνθρωπο ολομόναχο ν’ανηφορίζει.Αν τώρα, μεσοχείμωνα, ανθίσεις, ανέμυαλη μυγδαλιά, θα’ ρθει η χιονιά να σε κάψει- Ας με κάψει! αποκρίνεταια η μυγδαλιά κάθε άνοιξη.Μου αρέσει να βλέπω το νου να χτυπάει τον ουρανό, να ζητιανεύει, και να μην του ανοίγει την πόρτα ο Θεός να του δώσει ένα κομμάτι ψωμί.Όπου πάω κι όπου σταθώ, κρατώ, ανάμεσα στα δόντια μου, σαν φύλλο δάφνη, την Ελλάδα.  (σελ.337)***********************************************************************************Μυστήριο σκοτεινό κι ανυπόταχτο η καρδιά του ανθρώπου..μια στάμνα τρυπημένη, με το στόμα πάντα ανοιχτό, κι όλοι οι ποταμοί της Γης να χυθούν μέσα της απομένει αδειανή και διψασμένη. Η πιο μεγάλη έλπίδα δεν τη γέμισε, θα τη γεμίσει τώρα η πιο μεγάλη απελπισία;   (σελ. 340)***********************************************************************************Πως μπορεί να’ ναι κανείς ευτυχισμένος μέσα στο ελεεινό ετούτο κορμί-κουβάρι αίμα, κόκαλα, μυαλό, κρέας, βλέννες, σπέρμα, ιδρώτα, δάκρυα κι ακαθαρσία; Πως μπορεί να’ ναι κανείς ευτυχίσμενος στο σώμα ετούτο που το κυβερνά η ζήλια, το μίσος, η ψευτιά, ο φόβος, η αγωνία, η πείνα, η δίψα, η αρρώστια, τα γερατιά κι ο θάνατος; Όλα τραβούνε στη φθορά, χόρτα, έντομα, ζώα, άνθρωποι.. κοίταξε πίσω σου εκείνους που δεν υπάρχουν πια.. κοίταξε πίσω σου εκείνους που δεν υπάρχουν ακόμα. Οι άνθρωποι ωριμάζουν σαν τ’αστάχυα, πέφτουν σαν τ’αστάχυα, ξαναφυτρώνουν. Οι απέραντοι ωκεανοί ξεραίνουνται, θρύβουνται τα βουνά, το άστρο το πολικό σαλεύει κι οι θεοί εξαφανίζουνται…   (σελ.342)************************************************************************************

Ανατέλνουν μέσα στο νου μου οι τέσσερις “μεγάλες άγιες Αλήθειες”: Ο κόσμος ετούτος είναι δίχτυ όπου πιαστήκαμε, ο θάνατος δε μας λυτρώνει, θα ξαναγεννηθούμε. Ας νικήσουμε τη δίψα, ας ξεριζώσουμε την πεθυμιά, ας αδειάσουμε τα σπλάχνα! Μη λέτε: ”Θέλω να πεθάνω. Δε θέλω να πεθάνω.” Να λέτε: ”Δε θέλω τίποτα”. Υψώστε το νου σας απάνω από την πεθυμιά και την ελπίδα-και τότε, και ζωντανοί ακόμα, μπορείτε να μπείτε στη μακαριότητα της ανυπαρξίας. Και με το μπράτσο σας θα σταματήσετε τον τροχό των γεννήσεων.  (σελ.343)************************************************************************************Η ψυχή του ανθρώπου είναι ένα ελατήριο φοβερό και επικίντυνο΄ μια εκρηκτικιά δύναμη μεγάλη κουβαλούμε, τυλιμένη μέσα στις σάρκες και στα ξίγκια μας, και δεν το ξέρουμε. Και το χειρότερο, δε θέμε να το ξέρουμε’ (σελ.351)

************************************************************************************

Όμοια λόγιαζα πάντα πως πρέπει, ανάμεσα στους αντιμαχόμενους κομματιασμένους ήρωες της σημερινής τραγωδίας, να υψώνεται ακέραιη, πέρα από τις έχτρες και το πάλεμα, η μελλούμενη αρμονία. Δύσκολος πολύ, μπορεί κι ακατόρθωτος ακόμα, άθλος. Βρισκόμαστε σε μια κοσμοχαλάστρα και κοσμογονική στιγμή, όπου κι οι πιο γενναίες προσωπικές απόποιρες είναι καταδικασμένες, τις περισσότερες φορές, ν’ αποτύχουν’ μα κι οι αποτυχίες αυτές είναι γόνιμες, όχι για μας, παρά για τους ερχόμενους.. ανοίγουν δρόμο και βοηθούν το μελλούμενο να μπει. (σελ.447)

************************************************************************************

Μα περισσότερο κι από τις αγωνίες με τυρρανούσαν και με μαύλιζαν, και μάχουμουν να στερεώσω το πρόσωπο τους, οι μεγάλες αόριστες ακόμα μετατοπιζόμενες ελπίδες, που μας κάνουν και στεκόμαστε ακόμα όρθιοι και κοιτάζουμε μπροστά μας, πέρα από την καταιγίδα, τη μοίρα του ανθρώπου μ’εμπιστοσύνη (σελ. 446

************************************************************************************

Τα ζώα, τα πουλιά, οι άνθρωποι, σε κάθε στροβίλισμα του χορού πετούν τις εφήμερες μάσκες τους, και ξεσκεπάζεται, πίσω απ’ όλες τις μάσκες, το ίδιο πάντα, το αιώνιο πρόσωπο του έρωτα…  (σελ. 360)

************************************************************************************

Ποιος είναι ο Λυτρωμένος;;  Αυτός που εννοεί, αγαπάει και ζει την ολότητα… (σελ.361)

************************************************************************************

Κάποτε, στις φοβερές στιγμές του έρωτα, του μίσους ή του θανάτου, η πλανερή γοητεία αφανίζεται και βλέπουμε τη τρομαχτική όψη της αλήθειας…  (σελ.362)

************************************************************************************

Τι αλάφρωση όταν η σάρκα δεν περιπλεχτεί με ψυχικές έγνοιες παρά απομένει απάνω στη γης, αγνή, αμόλευτη, σαν το ζώο! Ο χριστιανισμός, στιγματίζοντας ως αμάρτια την ένωση αντρός και γυναικός, τη μόλεψε, κι ενώ πρωτύτερα ήταν άγια πράξη, χαρούμενη υποταγή στο θέλημα του Θεού, κατάντησε στην περίτρομη ψυχή του χριστιανού αμαρτία. Ένα μήλο κόκκινο ήταν πριν από το Χριστό ο έρωτας’ ήρθε ο Χριστός, κι ένα σκουλήκι μπήκε μέσα στο μήλο και το τρώει. (σελ. 366)

************************************************************************************

Τότε μονάχα δύο αγαπιούνται τέλεια, όταν ο ένας φωνάζει τον άλλο: ω εγώ μου! (σελ.380)

************************************************************************************

Ν’απαρνηθείς τις χαρές της ζωής, να θυσιάσεις τα μικρά μαργαριτάρια για ν’ αποχτήσεις το Μέγα Μαργαριτάρι.. να παρατήσεις το στρωτό δρόμο που οδηγάει στην εύκολη ευτυχία και να πάρεις τον  άγριο ανηφορικό δρόμο,που ανάμεσα σε δύο γκρεμούς, ανεβαίνει στη θεϊκιλα παραφορσύνη. Να διαλέξεις, με τη θέλησή σου, το αδύνατο. (σελ.380)

************************************************************************************

Μονάχα με την ελπίδα φτάνουμε στο ανέλπιδο. (σελ.381)

************************************************************************************Ένας μονάχα τρόπος υπάρχει να σωθείς: να σώσεις.. ή ακόμα και αυτό φτάνει, ν’ αγωνιστείς για να σώσεις. Κι ακόμα ετούτο: πως ο κόσμος δεν είναι φάντασμα, είναι αληθινός, κι η ψυχή του ανθρώπου δεν είναι, όπως μου αρμήνευσε ο Βούδας, ντυμένη με άνεμο, είναι ντυμένη με κρέας. Μα όταν μοχτούσα να πάρω απόφαση, το μυαλό, θυμούμαι, αντιστέκουνταν πολύ.. ήταν ακόμα τυλιμένο με το κίτρινο ράσο του Βούδα: “Αυτό που σκοπεύεις να κάμεις, έλεγε στην καρδιά μου, είναι μάταιο..ο κόσμος όπως τον λαχταρίζεις, να μην πεινάει, να μην κρυώνει, να μην αδικιέται κανένας, δεν υπάρχει, δε θα υπάρξει ποτέ”  Μα η καρδιά, την άκουγα βαθιά μου να του αποκρίνεται: ”Δεν υπάρχει, μα θα υπάρξει, γιατί το θέλω.. σε κάθε χτυποκάρδι μου το πεθυμώ και το θέλω. Πιστεύω σ’ έναν κόσμο που δεν υπάρχει..μα πιστεύοντας τον, τον δημιουργώ..ΑΝΥΠΑΡΧΤΟ ΛΕΜΕ Ο,ΤΙ ΔΕΝ ΠΕΘΥΜΗΣΑΜΕ ΑΡΚΕΤΑ” Η απόκριση ετούτη της καρδιάς με ανατάραξε.. αν είναι αλήθεια αυτό που λέει, τι φοβερή ευθύνη έχει ο άνθρωπος για όλες τις αδικίες και τις ντροπές του κόσμου (σελ.381)**********************************************************************************Αν η πραγματικότητα δεν παίρνει τη μορφή που θέμε, εμείς φταίμε.. ό,τι δεν πεθυμήσαμε αρκετά, αυτό το λέμε ανύπαρχτο.. πεθύμησέ το, πότισέ το με το αίμα σου, με τον ιδρώτα και τα δάκρυα, και θα πάρει κορμί. Η πραγματικότητα τίποτ’ άλλο δεν είναι πάρα ή υποταγμένη στην πεθυμιά μας και στον πόνο μας χίμαιρα. (σελ. 386)**********************************************************************************Είχαν δίκιο οι πρώτοι χριστιανοί να μη θεν να ζωγραφίσουν την Παναγιά όμορφη..γιατί, μαυλισμένος από την ομορφιά της, ξεχνάς πως είναι μάνα του Θεού. (σελ.387)**********************************************************************************Ποιος μπορεί να ‘χει εμπιστοσύνη στη Μοίρα. Δεν είναι τυφλή, τυφλώνει. (σελ.387)**********************************************************************************”Ποιος ο σκοπός; μη ρωτάς, κανένας δεν το ξέρει, μήτε ο Θεός..γιατί κι αυτός προχωράει μαζί μας, ψάχνοντας, κιντυνεύοντας, αγωνιζόμενος. Υπάρχει πείνα, αδικία, σκοτάδι, πολύ στην καρδιά, δεν είναι ετούτα που θωράς φαντάσματα, όσο κι αν φυσήξεις δε θα σκορπίσουν, είναι σάρκα και κόκαλα, άγγιξε τα’ υπάρχουν.. δεν ακούς μια κραυγή στον αγέρα; Φωνάζουν. Τι φωνάζουν; Βοήθεια! Ποιον φωνάζουν; Εσένα! Εσένα, τον κάθε άνθρωπο! Σήκω απάνω..το χρέος μας δεν είναι να ρωτούμε παρά να πιαστούμε όλοι χέρι με χέρι και ν’ανηφορίζουμε.”   (σελ.414)

**********************************************************************************

Όλη η Γης είναι μια Πομπηία λίγη ώρα πρίν από την έκρηξη. Τι χρησιμεύει μια τέτοιαγης, με τις αδιάντροπες γυναίκες, με τους άπιστους άντρες, με τις ατιμίες, τις αδικίες, και τις αρρώστιες; Γιατί να ζούνε όλοι ετούτοι οι έξυπνοι εμπόροι, οι ανθρωποφάγοι, σακαράκες, οι μεταπράτες παπάδες, οι μαστροποί και οι σακάτηδες; Γιατί να μεγαλώσουν όλα ετούτα τα παιδιά και να καθίσουν  κι αυτά στη θέση που κάθονται οι γονέοι τους, στις ταβέρνες, στις φάπρικες, στα πορνεία; Όλη ετούτη η ύλη εμποδάει το πνέμα να περάσει. Ο,τι πνέμα είχε το ξόδεψε δημιουργώντας ένα λαμπρό πολιτισμό-ιδέες, θρησκείες, τέχνη και τέχνες, επιστήμη, πράξη. Τώρα ξεθυμάνε’ Ας έρθουν οι βάρβαροι να καθαρίσουν το φραμένο δρόμο, ν’ανοίξουν καινούρια κοίτη στο πνέμα. (σελ.415)

********************************************************************************** Πολεμώ ν’αγκαλιάσω όσο μπορώ, αλάκερο τον κύκλο της ανθρώπινης ενέργειας και να μαντέψω τον άνεμο που σπρώχνει όλα ετούτα τα κύματα των ανθρώπων προς τ’απάνω..σκύβω στο μικρό αδιόρατο τόξο του απέραντου κύκλου, στην εποχή όπου ζω και μάχουμαι να δω καθαρά το σύγχρονο χρέος.. έτσι μονάχα ο άνθρωπος μπορεί μέσα στην εφήεμερη στιγμή της ζωής του να εκτελέσει κάτι αθάνατο, γιατί συνεργάζεται μ’ έναν αθάνατο ρυθμό. (σελ.417)

**********************************************************************************

Μεγάλη σημασία δεν έχει τι πρόβλημα σε τυραννάει-μικρό ή μεγάλο-σημασία έχει μονάχα να τυραννιέσαι..να βρεις αφορμή να τυραννιέσαι! Δηλαδή να γυμνάζεις το νου σου, να μη σε αποβλακώνει η βεβαιότητα, να βρίσκεις μπροστά σου μια πόρτα κλειστή και να μάχεσαι να την ανοίξεις. “Δεν μπορώ να ζω χωρίς βεβαιότητα”, λέει ο άνθρωπος που βιάζεται να βολευετεί, να βρεί σίγουρο χώμα να πατήσει, να τρώει και να μη βλέπει πίσω απο το ψωμί που τρώει αρίφνητα στόματα ανοιχτά που πεινούνε.”Δε θέλω, δε μπορώ να ζω χωρίς αβεβαιότητα” φωνάζουν άλλοι, δεν τρων με αναπαμένη τη συνείδηση, δεν κοιμούνται χωρις βραχνά, δεν λεν: ”Ο κόσμος ετούτος δεν έχει ψεγάδι,ας μην αλλάξει στον αιώνα τον άπαντα!”Αυτοί, ας είναι καλά, είναι το αλάτι του Θεού και δεν αφήνουν τη ψυχή να σαπίσει. (σελ.424-25)

**********************************************************************************

”Τα δάκρυα των ανθρώπων μπορούν να γυρίσουν όλους τους νερόμυλους της γης, μα το νερόμυλο του Θεού δεν τον γυρίζουν”…

Η αγάπη και η συμπόνια είναι θυγατέρες του ανθρώπου, όχι του Θεού!

Μα ας είναι καλά ο καιρός, αυτός μας λυπάται..ένα σφουγγάρι είναι ο καιρός και σβήνει..και γρήγορα το νέο ανοιξιάτικο χορτάρι θα σκεπάσει τις ταφόπετρες, κι η ζωή θα ξαναπάρει, αγκομαχώντας, τον ανήφορο. (σελ.428)

**********************************************************************************

Γιατί πιστεύοντας με πάθος κάτι που δεν υπάρχει ακόμα, το δημιουργούμε..ανύπαρχτο είναι ο,τι δεν πεθυμήσαμε αρκετά, ο,τι δε ποτίσαμε αρκετά με το αίμα μας, για να μπορέσει να πάρει ανάκαρα να δρασκελίσει το σκοτεινό κατώφλι της ανυπαρξίας. (σελ.429)

**********************************************************************************

Έρωτας ελευτερίας, να μην καταδέχεσαι, μήτε για τον παράδεισο ακόμα, να σκλαβώνεις τη ψυχή σου..παιχνίδι παλικαρίσιο απάνω από την αγάπη και τον πόνο, απάνω από το θάνατο.. να συντρίβεις τα παλιά καλούπια, και τα πιο ιερά, όταν πια δε σε χωρούν..(σελ.436)

**********************************************************************************

Κοιτάζοντας τους Κρητικούς, ξέρεις πως αν δεν γίνεις άνθρωπος φταίς εσύ μονάχα.. γιατί το αψηλό είδος αυτό, ο Άνθρωπος, υπάρχει, παρουσιάστηκε στη γης, και δεν έχει δικαιολογητικό ο ξεπεσμός και η αναντρία.

Στην Κρήτη, μια ψυχή που δεν καταδέχεται να ξεγελάσει τον εαυτό της ή τους άλλους αντικρίζει πρόσωπο με πρόσωπο όσο πουθενά αλλού, τη μονοβύζα θεά που δεν κάνει χατίρια, που δεν κάθεται στα γόνατα κανενούς, μήτε θεού, μήτε ανθρώπου, την Ευθύνη. (σελ.437)

*******************************************************************

Δεν μπορεί ο άνθρωπος, έλεγα, να νικήσει τις κακομοιριές και τις ατέλειες του; μπορεί!! ντροπή να δέχουμαι παθητικά ο,τι μου’ δωκε η φύση.. θα σηκώσω κεφάλι! (σελ.439)

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Μαΐου 2014

Φαντασία

«Κέντρο της κοινωνίας, όπως και κέντρο της ιστορίας, είναι το ριζικό φαντασιακό της ανθρωπότητας που αυτοανελίσσεται και αυτοαναπτύσσεται»

Για τον Καστοριάδη, η φαντασία είναι το χαρακτηριστικό το οποίο διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα ζώα. Ο άνθρωπος δομεί και δομείται όχι βάσει φυσικών σημασιών, δηλαδή των ενστίκτων (όπως συμβαίνει με τα υπόλοιπα ζώα) αλλά βάσει φαντασιακών σημασιών. Το «περιβάλλον» το οποίο δομεί (και δομείται και ο ίδιος σε αυτό) «λειτουργεί» με τρόπο που ικανοποιεί τις ζωτικές του ανάγκες, οι οποίες δεν είναι μόνο οι ενστικτώδεις ανάγκες (τροφή, αναπαραγωγή, μηχανισμοί άμυνας), αλλά κυρίως φαντασιακές δημιουργίες (έρωτας, δόξα, πλούτος, εξουσία).Στην φαντασία οφείλεται η δημιουργία του πολιτισμού, όπως είναι η τέχνη, η φιλοσοφία και η επιστήμη, εκφάνσεις της πνευματικής φαντασιακής ιδιότητας του ανθρώπου, αλλά και της κοινωνίας, καθώς μέσω των θεσμών που είναι φαντασιακά αντικείμενα, οι κοινωνίες συντηρούνται και δι’ αυτών πορεύονται και αλλάζουν. Δεν μπορούμε να αφεθούμε πλήρως στην φαντασία μας, καθώς «δεν θα είχαμε επιβιώσει ως είδος»[2]. Με την δημιουργία των κοινωνιών των θεσμών η φαντασία «οριοθετήθηκε», αλλά και καταστάλθηκε.Η φαντασία, λοιπόν στη σκέψη του Καστοριάδη, συλλαμβάνεται ως μια πρωτογενής δύναμη με κύρια χαρακτηριστικά τον απεριόριστο εγωισμό και τον ναρκισσισμό και έκφανσή της, τη δημιουργία.

Ριζικό και κοινωνικό φαντασιακό

Ο Καστοριάδης συλλαμβάνει την φύση του ανθρώπου με βάση την ικανότητα του να δημιουργεί. Αυτή την ικανότητα του για δημιουργία και αυτοδημιουργία την αναγάγει στην φαντασία και στο φαντασιακό. Δημιουργία νέων μορφών, ανάδυση του καινούριου, μέσω και δια μέσω του ήδη υπάρχοντος. Το ριζικό φαντασιακό ως άτομο είναι ψυχή αλλά και κοινωνία. Υπάρχει μόνο εντός και δια της κοινωνίας, κάνοντας έτσι λόγο μόνο για κοινωνικό άτομο. Έτσι ο Καστοριάδης, εισάγει μια οντολογία του ανθρώπου με βάση την φαντασία και το φαντασιακό, το ριζικό και το κοινωνικό.Το ριζικό φαντασιακό καθορίζεται από την κοινωνία, καθώς στην κοινωνικό-ιστορική δημιουργία συναντώνται έννοιες όπως θεσμοί, ήθη, έθιμα που δεν είναι δοσμένες από έναν εξωγενή παράγοντα αλλά αποτελούν την κοινωνικό-ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας. Το άτομο κοινωνικοποιείται στο  βαθμό που εσωτερικεύει τους θεσμούς της κοινωνίας, που αποτελεί δομικό της στοιχείο (εκκοινωνισμός της ψυχής). Η φαντασία του καθορίζεται από ένα φαντασιακό, δημιουργία της κοινωνικής θέσμισης, η οποία περιλαμβάνει κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που καθορίζουν το φαντασιακό της κοινωνίας, δηλαδή το κοινωνικό φαντασιακό – η θεσμίζουσα κοινωνία. «το ριζικό φαντασιακό είναι ως κοινωνικο-ιστορικό και ως ψυχή/σώμα. Ως κοινωνικό – ιστορικό είναι ανοιχτός ποταμός του ανώνυμου συλλογικού· ως ψυχή/σώμα, είναι ρους παραστασιακός/αισθηματικός/προθεσιακός. Ότι μέσα το κοινωνικό ιστορικό είναι θέση, δημιουργία, οντοπραξία, το καλούμε κοινωνικό φαντασιακό με την πρώτη έννοια του όρου ή θεσμίζουσα κοινωνία. Ότι στην ψυχή/σώμα είναι γι’ αυτή θέση, δημιουργία, οντοπραξία, το καλούμε ριζική φαντασία»[3] .Στη σκέψη του φιλοσόφου, το μάγμα σημασιών διαμορφώνει την ψύχη/σώμα του ατόμου, «Αυτός ο ιστός είναι αυτό που ονομάζω μάγμα των κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, που φέρονται από την, και ενσαρκώνονται στην, θέσμιση της δεδομένης κοινωνίας και που όντως ειπείν της δίνουν ζωή»[4]. Αυτό το οποίο «δίνει» η κοινωνία στα «μέλη» της –θεσμοί, θεός, κράτος, έθνος κτλ- και που διαμορφώνει τον ψυχικό κόσμο του ατόμου, αλλά και το άτομο δύναται να αλλοιώσει το μάγμα των κοινωνικών σημασιών.Το μάγμα σημασιών[5] δομείται και αναδομείται συνεχώς με διαφορετική ένταση και αυτή η αλλοίωση είναι εξαιρετικά σπάνια. Όπως προαναφέρθηκε, η φαντασία «περιορίζεται» αλλά και «καταπνίγεται» από το μάγμα των κοινωνικών σημασιών. Η αλλοίωση του θα επιτευχθεί με την απελευθέρωση της ριζικής φαντασίας της ψυχής από την επίδραση του μάγματος σημασιών. Αυτή η πράξη αποτελεί μια διαυγασμένη δραστηριότητα, μια αναστοχαστική λειτουργία του ατόμου και της κοινωνίας, εν τέλει και την αυτογνωσία τους.[6] Ο ίδιος ο Καστοριάδης «αναζήτησε» αυτή την αυτογνωσία σε συλλογικές δραστηριότητες που δύνανται να δημιουργήσουν έναν διαφορετικό τύπο κοινωνίας και έναν διαφορετικό τύπο ανθρώπου μια αυτόνομη ψυχική μονάδα εντός και δια μιας αυτόνομης/αυτοθεσμισμένης κοινωνίας. Στη σκέψη του τέτοιες μορφές ατομικής και συλλογικής διαυγασμένης δραστηριότητας είναι η ψυχανάλυση, η δημοκρατία και η φιλοσοφία .

Δημιουργία

Για τον Καστοριάδη η  δημιουργία ανάγεται στο Χάος, στην Άβυσσο, το Απύθμενο (το Χάος, η Άβυσσος και το Απύθμενο είναι τα συστατικά του είναι, είναι το είναι ). Τη φιλοσοφική διάσταση του Χάους την συναντά για πρώτη φορά στην «Θεογονία» του Ησίοδου και αργότερα στον «Τιμαίο» του Πλάτωνα[7].Για  τον Καστοριάδη χάος είναι η δημιουργία εκ του μηδενός (ex nihilo) και δεν συμβαίνει εν τω μηδενί (in nihilo) ούτε με το μηδέν (cum nihilo). Το ριζικά καινούργιο, η ανάδυση νέας μορφής συντελείται σε ένα ήδη καθορισμένο περιβάλλον, χρησιμοποιεί στοιχεία που υπάρχουν ήδη αλλά αυτή η νέα μορφή είναι εκ του μηδενός δημιουργία. Ο ίδιος γράφει «Και ονομάζω χάος ή άβυσσο αυτόν τον βασικό προσδιορισμό του είναι, που είναι, από την μια μεριά, το ανεξάντλητο του είναι και, από την άλλη η ικανότητα δημιουργίας »[8].Το Χάος λοιπόν είναι το είναι αλλά ταυτόχρονα είναι και κόσμος, αλλά «ο κόσμος της ζωής είναι ο κόσμος του νοήματος»[9] και εισερχόμαστε στην εσώτερη «ζωή», στην ψυχή. Το νόημα που δημιουργεί κάθε έμβιο όν είναι λειτουργικό, μια αλληλουχία με λειτουργικό νόημα που τείνει συνεχώς σε έναν σκοπό π.χ. την αυτοσυντήρηση. Στην ψυχή εξακολουθεί να υφίσταται το νόημα αλλά παύει να είναι λειτουργικό, καθώς η διαφορά έγκειται στο ότι στην ζωή αν υπάρχει νόημα υπάρχει και ταύτιση νοήματος σκοπού, ενώ στην ψυχή δεν υφίσταται η ταύτιση αυτή καθώς για την ψυχή νόημα έχει το φαντασιακό, δηλαδή οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που ενσταλάζονται στην ψυχή του ατόμου, οι οποίες δημιουργούν και δημιουργούνται εντός και δια αυτής. «Η ανθρωπότητα αναδημιουργεί αυτό από το οποίο αναδύεται. Χάος ψυχικό. Απύθμενο της ριζικής φαντασίας της ψυχής. Άβυσσος  κοινωνική»[10].Η δημιουργία, σύμφωνα με τον ίδιο, ανάγεται και στον χρόνο. Στον ποιητικό-φαντασιακό χρόνο όπως τον ονομάζει και όχι στον συνολιστικό-ταυτιστικό χρόνο. Διακρίνει αρχικά δυο είδη πολλαπλότητας που εκδηλώνονται είτε ως διαφορά είτε ως ετερότητα-δημιουργία. [11] Η πολλαπλότητα ως διαφορά, χαρακτηρίζεται από επανάληψη και καθορισμό, αυτό που ο Καστοριάδης ονομάζει συνολιστικό-ταυτιστικό. Ως ετερότητα, η πολλαπλότητα χαρακτηρίζεται από δημιουργία, ανάδυση νέων μορφών – ειδών, ενταγμένη στα πλαίσια αυτού που ονομάζει ποιητικό-φαντασιακό[12].Κατ’ αυτό τον τρόπο διακρίνει και δύο είδη χρόνου, τον συνολιστικό-ταυτιστικό χρόνο, ο οποίος αποτελεί καθορισμό, και τον ποιητικό-φαντασιακό χρόνο, πηγή της δημιουργίας και καταστροφής. «ο Χρόνος δεν είναι τίποτε – ή είναι δημιουργία»[13]. Κάθε άτομο βιώνει τον χρόνο διαφορετικά, και ποιοτικά και εντατά. Ο χρόνος αποτελεί συστατικό του είναι καθώς το είναι, σύμφωνα με την καστοριαδική σκέψη, είναι δημιουργία και αλλοίωση. «Ως ανάδυση ετερότητας, το είναι αποτελεί δημιουργία του εαυτού του, και δημιουργία του χρόνου ως ετερότητας και του είναι […] Ο χρόνος είναι το είναι εφόσον αποτελεί ετερότητα, δημιουργία, καταστροφή»[14].Ο χρόνος αποκτά οντολογικό χαρακτήρα, άρρηκτα συνδεδεμένος με την ριζική φαντασία της ψυχής[15], αλλά και με το θεσμίζον κοινωνικό φαντασιακό. Η σκέψη του Καστοριάδη απλώνεται στο κοινωνικό φαντασιακό, δηλαδή στην σχέση ατόμου χρόνου, αλλά και κοινωνίας χρόνου. Το άτομο κατά την διαδικασία του εκκοινωνισμού, εσωτερικεύει τον θεσμισμένο από την κοινωνία χρόνο[16]. Το άτομο βιώνει τον κοινωνικό (συνολιστικό-ταυτιστικό) χρόνο, αλλά υπάρχει και ο φαντασιακός κοινωνικός χρόνος, «χρόνος της σημασίας»[17], ο οποίος, δημιουργία της κοινωνίας, δημιουργεί και δημιουργείται εντός και δι’ εαυτής. Η δημιουργία του φαντασιακού χρόνου απαιτεί διαύγαση καθ’ αυτήν και δι’ αυτήν, η συγκρότηση του οποίου πραγματοποιείται δια της κοινωνίας (των φαντασιακών κοινωνικών σημασιών-ο χρόνος είναι συνυπόστατος με τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες) αναφερόμενος στο κείμενο του Θουκυδίδη, για την διαφορά βίωσης του χρόνου, των κοινωνιών της αρχαίας Αθήνας και της αρχαίας Σπάρτης[18].Ο πραγματικός χρόνος είναι πηγή του είναι, είναι πηγή ετερότητας και αλλοίωσης, πηγή του ριζικά νέου μέσα στον παραστασιακό ρου της ψυχής και της κοινωνίας, και μόνο ως τέτοιος πρέπει να λογίζεται, «ως έκρηξη, επιτολή της δημιουργίας»[19].Ο χρόνος ως διάσταση του ριζικού φαντασιακού, αποτελεί επιτολή νέων μορφών-ειδών, στο ιστορικο-κοινωνικό πλαίσιο, αποτελώντας την ετερότητα και την αλλοιωσή τους «και πρωταρχικά και πυρηνικά-δεν είναι παρά μόνο αυτό»[20].Η κοινωνία αποτελεί και η ίδια την «θέσμιση» μιας υπόρρητης χρονικότητας «την οποία κάνει να είναι όντας η ίδια, και η οποία, όντας την κάνει να είναι»[21], «απαιτώντας» μια ρητή θέσμιση του χρόνου, μια βαθύτερη σχέση ταυτιστικού και φαντασιακού-σημασιακού χρόνου, η οποία είναι αναπόφευκτη.

 

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 21 Μαΐου 2014

Ποιο είναι το αγαπημένο σας ταξίδι; 
Απ’ την ψυχή μου στην ψυχή αγαπημένου προσώπου και πάλι πίσω.

Γιάννης Ευθυμιάδης

πηγή : http://www.lifo.gr/team/proust/38378

Κυριακή Ψαρρού στις 21 Μαΐου 2014

“Η ιστορία των γονιών του, κληρονομήθηκε από τον ίδιο. Συνεχίζει να τη βιώνει χωρίς να του ανήκει. Νοιώθει πως κουβαλά κάτι ξένο, χωρίς να ξέρει τι είναι αυτό και χωρίς να καταλαβαίνει ποιός είναι ο λόγος που δε μπορεί να το ξεφορτωθεί. Οι αλυσίδες δε σπάζουν… μόνο η αποδοχή της ύπαρξής τους, μπορεί να είναι το 1ο βήμα για να τις αποτινάξει κανείς.

Μόνο τότε αρχίζει το μαγικό ταξίδι, του να γίνει κανείς αυτό που πραγματικά είναι…”

http://enallaktikidrasi.com/2014/05/na-gineis-ayto-pou-eisai/#ixzz31fuK0p1k

από την Αρχοντούλα