Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Ιουλίου 2014

Εάν είμαι μια «ελληνική γραφή» όπως λέτε, μπορώ να πεθάνω ήσυχος. Κάθε ποιητής πραγματώνεται μέσ’ απ’ τη γλώσσα του. Κι ακόμη πιο βαθιά: μέσ’ απ’ το δεύτερο και τρίτο στρώμα της γλώσσας του. Στο κεφάλαιο αυτό, είναι αλήθεια, ο Έλληνας – ο σε όλα του άτυχος – βγαίνει τυχερός. Καμιά γλώσσα δε διαθέτει μια τέτοιαν απέραντη προοπτική προς τα πίσω  και – το κυριότερο – με αδιάσπαστη συνέχεια. Δεν το λέω με υπερηφάνεια, το λέω με δέος, αφού οι ευθύνες του ποιητή σε μια τέτοια περίπτωση, πολλαπλασιάζονται. Και με πιάνει αληθινή απόγνωση όταν βλέπω συναδέλφους μου ν’ απομακρύνονται και ν’ αδιαφορούν για αυτό που είναι η διακλάδωση των νεύρων μέσα στο σώμα της γλώσσας, ένα σώμα, που, όπως και να το κάνουμε, είναι τριών χιλιετιών και όμως αγέραστο.

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Ιουλίου 2014

Το είχε πει σε μια συνέντευξή του ο αείμνηστος Νίκος Καρούζος: «Μεταξωτοί άνθρωποι». Μιλούσε για κάποιους χωρικούς που είχε συναντήσει στη Λέσβο. Αγράμματοι ήταν, αλλά σοφοί. Και, προπάντων, τρυφεροί με τους άλλους. Απαλοί, χωρίς γωνίες που κόβουν, χωρίς καχυποψία, δίχως έπαρση και επιθετική ειρωνεία που πληγώνει. Μεταξωτοί άνθρωποι …;

 

Μου ‘μεινε αυτός ο χαρακτηρισμός. Χαράχτηκε μέσα μου. Κι από τότε ένα νέο κριτήριο λειτουργεί στις αξιολογήσεις μου για τους ανθρώπους: η συμπεριφορά και η στάση τους σε «ασήμαντα» πεδία της καθημερινότητας. Αυτά που συνήθως τα προσπερνάμε ή δεν τα παρατηρούμε, γιατί δεν μας απασχόλησαν ποτέ οι εκφάνσεις της «μεταξωτής συμπεριφοράς» …; Βέβαια οι άνθρωποι δεν συγκροτούν ως χαρακτήρες ένα συμπαγές όλον, αλλά ένα αντιφατικό σύνθεμα, στο οποίο συνυπάρχουν «μεταξωτά» στοιχεία και ακάνθινες απολήξεις. Γι’ αυτό και είναι κάπως παρακινδυνευμένα τα άμεσα και οριστικά συμπεράσματα για το «είναι» των ανθρώπων …;

Παρ’ όλα αυτά, προσωπικά, διακινδυνεύω την εξαγωγή συμπερασμάτων παρατηρώντας μικρές «ασήμαντες» κινήσεις στις παρέες, στον εργασιακό χώρο και στο «δάσος» του κάθε μέρα, όταν συγχρωτίζομαι με αγνώστους. Και συνήθως δεν πέφτω έξω. Διότι τα γνωρίσματα αυτά αποκαλύπτουν πειστικά τον εσωτερικό κόσμο του άλλου. Τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό …;

 

Φερ’ ειπείν, «σκλαβώνομαι» από εκείνους που δεν ορμάνε να πιάσουν την καλύτερη θέση στο τραπέζι μιας ταβέρνας. Θεωρώ την κίνηση αυτή απότοκο καταγωγικής ευγένειας και γενναιοδωρίας, η οποία αδιαφορεί για το ιδιωφελές και συμφέρον. Αντίθετα, οι άνθρωποι που σπεύδουν φουριόζοι για μια καλή θέση καταχωρίζονται μέσα μου σαν αρπακτικά. Και -το ‘χω παρατηρήσει- έτσι συμπεριφέρονται, σαν αρπακτικά, και σε άλλα ζωτικά και κρίσιμα πεδία… Κάποτε βρέθηκα σ’ ένα τραπέζι, στο οποίο κυριαρχούσαν οι «επώνυμοι». Απέναντί μου καθόταν ένας πολύ γνωστός καλλιτέχνης, μεγάλο όνομα, ο οποίος ούτε φλυαρούσε ούτε ακκιζόταν όπως κάποιοι άλλοι στη συντροφιά. Όταν άρχισαν να καταφθάνουν τα πρώτα κοινά πιάτα, ήταν ο μόνος που δεν επέπεσε για να εξασφαλίσει τη μερίδα του, αλλά ρωτούσε τους διπλανούς του και μοίραζε πρώτα στους άλλους και μετά, ό,τι έμενε, κρατούσε για τον εαυτό του. «Μεταξωτός άνθρωπος», σκέφτηκα…

 

Η μεταξωτή συμπεριφορά δεν παραπέμπει απαραιτήτως -ή κυρίως- στο σαβουάρ βιβρ και στους «καλούς τρόπους» εν γένει. Τέμνεται σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά δεν αποτελεί αποτύπωμα διδαχθείσης μεθόδου για το φέρεσθαι.

 

Εδώ, το «μετάξι» είναι αυτοφυές ή προϊόν δουλεμένου χαρακτήρα. Είναι ο τρόπος που ο άλλος βλέπει τους συνανθρώπους του. Είναι η θέαση του κόσμου χωρίς τα εγωιστικά γυαλιά του προσωπικού ωφελιμισμού. Είναι, ευρύτερα, η υποταγή του ατομικού συμφέροντος στη συλλογικότητα, χωρίς βέβαια η «μεταξωτή συμπεριφορά» να φτάνει σε σημείο υπονόμευσης προσωπικών δικαιωμάτων και δικαίων. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να αδικεί τον εαυτό του… Όμως, προσέξτε μια λεπτή απόχρωση: ποτέ ένας «μεταξωτός άνθρωπος» δεν νιώθει κορόιδο, όταν άλλοι τον προσπερνούν -στη σειρά μιας καντίνας ή στην ιεραρχία- χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα και μεθόδους.

 

Το «άφες αυτοίς» είναι ριζωμένο μέσα του. Αποτελεί μέρος του αξιακού του κώδικα. Ξέρει τι γίνεται στην «αγορά». Αλλά συνειδητά δεν συμμετέχει στο εξοντωτικό αυτό παιχνίδι. Απέχει χωρίς να κλαυθμηρίζει.

 

Γιατί, εκτός από μετάξι, τέτοιοι άνθρωποι διαθέτουν και ένα σκληρό κοίτασμα, που τους επιτρέπει να είναι ταυτόχρονα στωικοί και γρανιτένιοι. Ένας από αυτούς έγινε φίλος μου – και το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή ότι θα συμβεί αυτό. Πρώτη μέρα στη μονάδα γύρισε από τη σκοπιά και μπήκε στη σειρά για φαγητό. Ήταν τρίτος από το τέλος. Τότε ακούστηκε ο μάγειρας να λέει ότι έμειναν μονάχα δύο μερίδες. Ο Κωστής πλησίαζε, ήταν ένας από τους δύο τυχερούς. Αλλά μόλις άκουσε τον μάγειρα, έφυγε αθόρυβα παραχωρώντας τη θέση του στον επόμενο. Έτσι. Αθόρυβα, αυτοθυσιαστικά, γενναιόδωρα, χωρίς να το κάνει θέμα…

 

Οι «μεταξωτοί άνθρωποι», λοιπόν. Που μιλούν ελάχιστα για τον εαυτό τους. Που χαίρονται με τις επιτυχίες των άλλων. Που δεν σπεύδουν χαιρέκακα να «κάνουν πλάκα», δήθεν χαριεντιζόμενοι, με εξωτερικά γνωρίσματα που πονάνε τους άλλους… Εκείνοι, που δεν σπερμολογούν διακινώντας φήμες. Εκείνοι που υπερασπίζονται σθεναρά κάποιον απόντα όταν λοιδορείται σε μια παρέα, χωρίς να είναι φίλος τους, αλλά επειδή νιώθουν ότι αδικείται…

 

Οι μεταξωτοί άνθρωποι. Όσοι προσέχουν τι λες, και δεν είναι ωσεί παρόντες στην κουβέντα, με το μυαλό τους στο τι θα πουν οι ίδιοι για να εντυπωσιάσουν. Άνθρωποι με ανοιχτούς πόρους και πλατιά καρδιά… Υπεράνθρωποι; Όχι. Απλώς, μεταξωτοί… Φαίνονται από μακριά. Αρκεί να προσέξεις «μικρές», «ασήμαντες» κινήσεις στο φέρεσθαι των ανθρώπων…

 

[ Γιάννης Τριάντης ]

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Ιουλίου 2014

Ο έρωτας,

όνομα ουσιαστικόν,

πολύ ουσιαστικόν,

ενικού αριθμού,

γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,

γένους ανυπεράσπιστου.

Πληθυντικός αριθμός

οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

 

Ο φόβος,

όνομα ουσιαστικόν,

στην αρχή ενικός αριθμός

και μετά πληθυντικός:

οι φόβοι.

Οι φόβοι

για όλα από δω και πέρα.

 

Η μνήμη,

κύριο όνομα των θλίψεων,

ενικού αριθμού,

μόνο ενικού αριθμού

και άκλιτη.

Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

 

Η νύχτα,

όνομα ουσιαστικόν,

γένους θηλυκού,

ενικός αριθμός.

Πληθυντικός αριθμός

οι νύχτες.

Οι νύχτες από δω και πέρα.

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 9 Ιουλίου 2014

Η φαντασία είναι το ζακετάκι που ρίχνω στους ώμους μου όταν η ζωή μου σηκώνει ψύχρα. Και τώρα σήκωσε αγιάζι, γιαγιά.

 

Γιαγιάκα μου, η Κωνσταντινούπολη δεν υπάρχει πια. Να τα λέμε αυτά. Να τα λέμε για να ξανασυστηνόμαστε με τα χτες μας. Το χτες που αφήσατε πίσω σας ο παππούς κι εσύ. Το χτες που ποτέ δεν γνωρίσαμε η μαμά κι εγώ.

 

Η Κωνσταντινούπολη δεν υπάρχει πια. Η Ισταμπούλ, πάλι, έκτακτη! Ενα αμάλγαμα από Ανατολή, Δύση, Ευρώπη, Ασία, μιναρέδες, νερά, μνημεία, μπαχάρια, τσάντες-μαϊμού, μυρωδικά, μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα, δερβίσηδες, gay parades, κρουαζιερόπλοια που χύνουν πυρακτωμένο λάδι στον Βόσπορο του χτες. Στον Βόσπορο τριών γυναικών. Της Λουκίας. Της Σύλβας. Της Ελενας.

 

Λες και το ‘ξερα τόσα χρόνια, γιαγιά. Ολο «θα πάω “εις την Πόλιν”» κι όλο εδώ ξέμενα. Χρόνος έμπαινε, χρόνος έβγαινε. Τη μία με σταμάτησε σεισμός. Την άλλη λιμός και καταποντισμός. Τα επεισόδια στην Πλατεία Ταξίμ. Τα επεισόδια στην Πλατεία Πώς-τη-λένε. Κάτι ταραχές δικές τους, κάτι διαταραχές δικές μου, πάντα εδώ με κρατούσαν όμηρο τα αόρατα νήματα…

 

Ριζωμένα πόδια, ριζωμένες μνήμες: «Καθησυχαστικές» πληγές που δεν κακοφορμίζουν. Γιατί να ξύσεις το κακάδι, αφού το αίμα μάς τελείωσε; Η Πόλη πάντα μπροστά μου, ποτέ πίσω μου. Κι ενδόμυχα – μια λύτρωση για το εσαεί αναβληθέν. Ενα υποκριτικό «αχ τι κρίμα!» τόσο ψεύτικο όσο οι τσάντες-μαϊμού στο Καπαλί Τσαρσί: Ούτε φέτος θα πάμε στην Κωνσταντινούπολη. Του χρόνου, να ‘μαστε καλά. Θεού θέλοντος κι Ερντογάν επιτρέποντος.

 

Γιαγιά. Γιαγιάκα. Ξέρω πως λογικά ένα ταξιδάκι της πλάκας δεν μετατρέπει κοτζάμ Κωνσταντινούπολη σε Ισταμπούλ. Κι όμως, αυτό έγινε. Ακριβώς όμως. Αναχώρηση για Κωνσταντινούπολη. Αφιξη στην Ισταμπούλ.

 

Οταν φύγατε το 1922, σχεδόν παιδιά με τον παππού… Οταν ξέβρασαν τα νιάτα σας στις άγονες ξέρες μιας θυμωμένης πατρίδας… Θεσσαλονίκη… Οι τουρκόσποροι τον Θερμαϊκού τρόμου…  Εσύ, γιαγιάκα, δεν έραψες στις φόδρες σου ζαφείρια και μπριλάντια. Εσύ έραψες όλα τα χτες που ζήσατε ο παππούς κι εσύ. Ολα τα χτες που δεν ζήσαμε η μαμά κι εγώ. Τα χτες από κρύσταλλο. Που δεν έσπασαν ποτέ… Τα κρύσταλλα της Λούκιας. Της Σύλβας. Της Ελενας.

 

Δεν είμαι του φολκλόρ και της εθνικίλας, γιαγιάκα: Αγια-Σοφιά, μαρμαρωμένοι βασιλιάδες, «πάλι με χρόνια με καιρούς», «αααχ, τι είχαμε και τι χάσαμε»! Ούτε γουστάρω νουβελίτσες με λάγνες προσφυγοπούλες κι έρωτες αβύσσου και Βοσπόρου γωνία… Μια παραλογοτεχνία-μαϊμού, ασορτί με τις τσάντες: Μαρία, εδώ έχει μπαχάρια. Νίτσα, από δω μπαίνεις για την Αγια-Σοφιά την Ασβεστωμένη. Σταύρο, κράτα με μη χαθούμε. Γιαγιά, κράτα με, να μη χαθούμε…

 

Γιαγιά, χαθήκαμε. Τελικά. Κι ας μην ήταν αυτές οι «χαμένες πατρίδες». Η Ροβέρτειος Σχολή που τέλειωσε ο παππούς. Το Ζάππειον Παρθεναγωγείον απ’ όπου αποφοίτησες. Κι αγαπηθήκατε. Κι εκεί που η ζωή έμοιαζε χαλί Μπουχάρας στα πόδια σας, βρεθήκατε στα καράβια της Οριστικής Απουσίας. Στοιβαγμένοι στις ουρές του αβέβαιου. Για να ξαναστήσετε ζωές. Για να βάλετε ψωμί στο τραπέζι. Για να φέρετε στον κόσμο παιδιά. Για να γεννηθεί το στερνοπούλι σας, η μαμά, πολλά χρόνια αργότερα, στη Θεσσαλονίκη, λεωφόρο Βασιλίσσης Ολγας.

 

Από το τζάμι του τουριστικού πούλμαν, περνάει μπροστά μου μια βιαστική Ισταμπούλ. Συναντιούνται ψυχρά τα βλέμματά μας. Νιώθω τη φιλενάδα μου τη θλίψη να κρούει αβρά το εντός μου ρόπτρο. Δεν της ανοίγω. Δεν είμαι εδώ. Προσπαθώ να την ξορκίσω. Με τον μοναδικό τρόπο που ξέρω: Ναι, η φαντασία είναι το ζακετάκι που ρίχνω στους ώμους μου όταν η ζωή μου σηκώνει ψύχρα. Και τώρα σήκωσε αγιάζι, γιαγιά.

 

Κι όπως διασχίζουμε ανάκτορα, παλάτια, μέγαρα, πλούτη και μεγαλεία – αρπάζομαι από το χτες σου, γιαγιά. Το ανακατεύω με το χτες της μαμάς και το δικό μου. Γρήγορες κινήσεις, σβέλτες – λες και φοβάμαι μη μου κόψει. «Με το μάτι». Τα ρίχνω στη χύτρα χωρίς συνταγές. «Με το μάτι».

 

(Δεν ήμασταν Λωξάντρες εμείς… Η Λουκία, η Σύλβα, η Ελενα – «με το μάτι» πορευόμασταν… «Με το μάτι» διαφεντεύαμε τη ζωή μας… Οχι με την πεπατημένη. Οχι με τη συνταγή. Μόνο με τη φαντασία: Που ρίχναμε στους ώμους μας όταν η ζωή μας σήκωνε ψύχρα.)

 

Κοχλάζει στη χύτρα η Ισταμπούλ, λιώνει, χάνεται στα τσακίδια. Η Κωνσταντινούπολη του τρελού μου μυαλού απόρθητη! Στα πόδια σου… Δικιά σου, γιαγιάκα μου. Ολη η Πόλη δικιά σου…

 

Από το τελευταίο κάθισμα ενός φτηνιάρικου πούλμαν, 90 χρόνια και 90 θανάτους αργότερα – η εγγονή σου σ’ τη χαρίζει όλη απ’ την αρχή. Μόνο για σένα. Αυτό το ανάκτορο, δικό σου γιαγιά. Και το διπλανό μέγαρο. Και το απέναντι αρχοντικό. Κι αυτό το παλάτι σού έλεγε ο παππούς να το αγοράσετε, αλλά δεν γουστάριζες τον Κεράτιο – μόλις τώρα το αποφάσισα αυτό. Κι εδώ σ’ αυτό το σπίτι ζούσε η κεντήστρα σου. Κι ράφτρα σου παραδίπλα. Οι μαγείρισσες κι οι καμαριέρες, οι αμαξάδες και τα λαντό, τα μετάξια και τα βελούδα, οι πορσελάνες και τα ασημικά… Ολα δικά σου, γιαγιά.

 

Η Ισταμπούλ ξεμακραίνει. Η Κωνσταντινούπολη είναι και πάλι εδώ. Η μαμά κι εγώ στην απλώνουμε προσεκτικά στο καρό κουβερτάκι των τελευταίων σου χρόνων. Γιατί για μας τις δυο η μόνη χαμένη πατρίδα ήταν η φωνή σου… H φωνή σου που έσβησε ξερίζωσε την κόρη και την εγγονή σου… Και τώρα όλα επιστρέφουν εδώ. Ολα στη θέση τους. Τα χτες της Λουκίας, της Σύλβας, της Ελενας. Εδώ. Δίπλα στην Αϊντα μας, γιαγιάκα!

 

 

ΥΓ.: Αφιερωμένο στον Κωνσταντίνο και στη Λουκία Γιαβάσογλου.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Ιουλίου 2014

Ώσπου τέλος ένιωσα κι ας πα’  να μ’ έλεγαν τρελό, από ‘να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος…

Κυριακή Ψαρρού στις 27 Ιουνίου 2014
Προχωρούσαμε με το Δημήτρη αμίλητοι προς το μικρό
σταθμό. Αφήναμε τη Βέροια πίσω μες στην καταχνιά
και κοιτάζαμε άφωνοι τους καπνούς στο μισοφώτιστο βράδυ

Εκεί, μες στην ερημωμένη έκταση, ακούγαμε τα εκκοκκιστήρια
να κελαϊδούνε. Υπόκωφη στην αρχή, η βουή
δυνάμωνε με τον καιρό, μας είχε σχεδόν παρασύρει.
Φώτα και μηχανές μεσ’ απ’ τα τζαμωτά μάς άφηναν
να ιδούμε τον αποχωρισμό. Ο καθαρός καρπός γλιστρούσε
και σωριάζονταν δίπλα μας μέσα σ’ ένα σύννεφο
άσπρης σκόνης. Ακόμα θυμάμαι τα μάτια του,
σα να είχαν δακρύσει

Τότε κατάλαβα πως πέρασε πια η εποχή της συγκομιδής.
Και πως ό,τι μπορούσαμε να δώσουμε το είχαμε
σχεδόν σκορπίσει

(από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)

 

snhell.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 27 Ιουνίου 2014

 

Κυριακή Ψαρρού στις 24 Ιουνίου 2014
Ἐπιστήμονες τοῦ Ἰνστιτούτου Ἐγκεφαλικῶν Ἐρευνῶν ἰσχυρίζονται πώς ἐπιβεβαίωσαν τήν ὕπαρξη τῆς ἠθικῆς συνείδησης στόν ἀνθρώπινο ἐγκέφαλο.

Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἠθική καί συνείδηση, σύμφωνα μέ ἔρευνα Ρώσων ἐπιστημόνων τοῦ Ἰνστιτούτου Ἐγκεφαλικῶν Ἐρευνῶν, οἱ ὁποῖοι ὁδηγήθηκαν στό συμπέρασμα αὐτό ἐνῶ διεξήγαγαν ἔρευνα πάνω στήν ἐγκεφαλική διαδικασία τοῦ «ψεύδεσθαι». Ὅπως φάνηκε, ὁ ἐγκέφαλος «διαμαρτύρεται» ὅταν κάποιος λέει ψέματα, παρουσιάζοντας μιά ἀντίδραση ἡ ὁποία μπορεῖ νά φανεῖ στούς ὑπολογιστές καί τά μέσα τῶν παρατηρητῶν.

Κατά τή μελέτη, δέν ὑπάρχουν «ἀνήθικοι» ἄνθρωποι, καθώς ὅλοι ἔχουν αὐτό πού θά ἀποκαλούσαμε ὡς συνείδηση: τό νά πεῖ κάποιος ψέματα κάνει τόν ἐγκέφαλο νά ἀντιδράσει, ἑπομένως- συμπέραναν οἱ ἐρευνητές- ἡ ἐν λόγῳ διαδικασία εἶναι ἀφύσικη/ ἐξαναγκασμένη γιά τήν ἀνθρώπινη φύση.

«Τό τέστ ἔχει ὡς ἑξῆς: κάποιος βλέπει βέλη πού δείχνουν πρός τά πάνω καί πρός τά κάτω σέ μιά ὀθόνη καί μετά καλεῖται νά παίξει ἕνα ἡλεκτρονικό παιχνίδι. Τό μόνο πρᾶγμα πού ἔχει νά κάνει εἶναι νά λέει ψέματα: νά λέει ὅτι ἕνα βελάκι δείχνει πρός τά κάτω ὅταν στήν πραγματικότητα δείχνει πρός τά πάνω καί τό ἀντίθετο…ἔχουμε τή δυνατότητα νά παρατηρήσουμε τίς ἐγκεφαλικές ἀντιδράσεις ὅταν κάποιος λέει τήν ἀλήθεια ἤ ὅταν λέει ψέματα. Ἀλλά μποροῦμε ἐπίσης νά συγκρίνουμε καί τίς προθέσεις τοῦ ὑπό ἐξέτασιν ἀτόμου, ἄν σκοπεύει νά πεῖ ψέματα ἤ νά πεῖ τήν ἀλήθεια. Ἀκόμα καί ἄν κάποιος ἁπλά προτίθεται νά πεῖ ψέματα, (χωρίς νά τό ἔχει κάνει ἀκόμα), ὁ ἐγκέφαλός του ἀρχίζει νά ‘διαμαρτύρεται’ πρίν τό κάνει. Ἐκείνη εἶναι ἡ στιγμή πού ‘ξυπνάει’ ἡ συνείδηση» εἶπε ὁ Μαξίμ Κιρέεφ, ἕνα ἀπό τά μέλη τῆς ὁμάδας πού διεξήγαγε τήν ἔρευνα.
Κατά τό Σβιατοσλάβ Μεντβέντεφ, διευθυντή τοῦ Κέντρου Ἐγκεφαλικῆς Ἔρευνας τῆς Ρωσικῆς Ἀκαδημίας Ἐπιστημῶν: «Ὑπάρχει ἕνας μηχανισμός στόν ἐγκέφαλό μας, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐνημερώνει πώς ἔχουμε κάνει κάτι λάθος. Ὁ μηχανισμός αὐτός εἶναι πού προκαλεῖ τό φαινόμενο πού θά χαρακτηρίζαμε ὡς συμπόνια – τό ὁποῖο φαινόμενο καί εἶναι ὁ βασικός λόγος πού πολλοί ἄνθρωποι δέν βλέπουν εὐμενῶς τήν ὕπαρξη συνείδησης – γιά αὐτό καί εἶναι πολλοί αὐτοί πού προσπαθοῦν νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό αὐτήν. Καί ὁ πιό δημοφιλής καί εὔκολος τρόπος νά ἀπαλλαγεῖ κάποιος ἀπό τή συνείδησή του εἶναι νά τό κάνει μέσω τῆς κατανάλωσης ἀλκοόλ».

www.kathimerini.gr μέ πληροφορίες ἀπό www.pravda.ru

ΑGIAZONI.GR

Κυριακή Ψαρρού στις 12 Ιουνίου 2014

Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν

Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιὸ πολύ,
ὅμως ἡ δική σου τρυφερότητα πόσο καιρὸ ἀκόμα θὰ βαστάξει;
Ὅ,τι μᾶς γλύκανε, τὸ ξέπλυνε ὁ χρόνος κι ἡ συναλλαγή,
ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς χαμογέλασαν βουλιάξαν σὲ βαθιὰ πηγάδια
καὶ μείναν μόνο κεῖνοι ποὺ μᾶς πλήγωσαν,
ἐκεῖνοι ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ τοὺς ὑποταχτοῦμε.
Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν πιὸ πολύ…

(1955)

 

Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας

Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
ποτὲ δὲ λένε τὴν ἀλήθεια
ὁ κόσμος ὑποφέρει καὶ πονᾷ
κι ἐσεῖς τὰ ἴδια παραμύθια

Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
εἶναι πολὺ ζαχαρωμένα
ταιριάζουν σὲ σοκολατόπαιδα
μὰ δὲ ταιριάζουνε γιὰ μένα

 

Ποιήματα
ἔκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, 1992

 

Από το uoa.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 10 Ιουνίου 2014

 

Καλημέέέρααα σε όόόλους!!!

 
Κυριακή Ψαρρού στις 10 Ιουνίου 2014

Ο υγιής άνθρωπος δεν βασανίζει τους άλλους. Γενικά είναι οι βασανισμένοι που εξελίσσονται σε βασανιστές.
Karl Jung, 1875-1961, Ελβετός ψυχίατρος

 

“Μην ξεχνάς πως όταν δείχνεις με το δάχτυλό σου σε κάποιον, τα τρία σου δάχτυλα δείχνουν τον εαυτό σου.”
Λ. Νάιζερ

 

Πρώτα σε αγνοούν, μετά σε κοροϊδεύουν, μετά σε πολεμούν, μετά τους νικάς.

Μαχάτμα Γκάντι, 1869-1948, Ινδός ηγέτης

 

Το να αγαπιέσαι πολύ από κάποιον σου δίνει δύναμη, ενώ το να αγαπάς πολύ κάποιον σου δίνει θάρρος.

Λάο Τσε, 6ος αιώνας π.χ., Κινέζος φιλόσοφος

 

Δεν υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, έξυπνοι και χαζοί, όμορφοι και άσχημοι, υπάρχουν μόνο άνθρωποι που αγαπήθηκαν και άνθρωποι που δεν αγαπήθηκαν

Μαλβίνα Καράλη, 1954-2002, Συγγραφέας & Δημοσιογράφος

 

Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ανακαλύψει νέους ωκεανούς αν δεν έχει το θάρρος να απομακρυνθεί από την ακτή.

André Gide, 1869-1951, Γάλλος συγγραφέας, Νόμπελ 1947

 

Είδα στα μάτια τους ότι θα τους νικούσαμε.

Νίκος Γκάλης, Μπασκετμπωλίστας

 

(Μετά τον αγώνα με την Ιταλία, στο Ευρωμπάσκετ του 1987)

 

Αν θες να πας γρήγορα, πήγαινε μόνος.
Αν θες να πας μακριά, πήγαινε με άλλους.

 

Αφρικανική Παροιμία

 

Η πείρα είναι μια φλόγα που φωτίζει μόνο εκείνους που καίει.

 

Ανώνυμος

Ζούμε σε μια εποχή με την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να έχουμε όλες τις απαντήσεις, για όλα τα προβλήματα ΜΟΝΟΜΙΑΣ.

Σε έναν κόσμο που δεν μας έχει συνηθίσει σε στερήσεις & ελλείψεις, ζητάμε από την καθημερινότητά μας ΑΜΕΣΑ αποτελέσματα & ΓΡΗΓΟΡΗ ικανοποίηση.

Θέλουμε απαντήσεις πιο γρήγορα, χωρίς να εξετάζουμε εάν είμαστε έτοιμοι να τις πάρουμε.

Ένα κλειδί για την ευτυχία είναι η ΥΠΟΜΟΝΗ.

Aυτή κατακτάται με την πεποίθηση (που στην πορεία γίνεται γνώση), ότι όλα θα πάνε καλά (με την πίστη ότι υπάρχει ένα σχέδιο, που πολύ συχνά δεν συμβαδίζει με το σχέδιο που έχουμε “σφηνωμένο” στο κεφάλι μας ως το «σωστό σχέδιο»).
ΔΥΣΤΥΧΩΣ αυτό εύκολα το ξεχνάμε, κι έτσι πολλοί από εμάς προσπαθούμε ΕΝΑΓΩΝΙΩΣ να ελέγξουμε καταστάσεις, για να λειτουργήσουν έτσι όπως «θα έπρεπε» να λειτουργήσουν (στον «τέλειο» χρόνο & με τον «ιδανικό» τρόπο).
Στην πραγματικότητα, όλοι μας είμαστε ικανοί να χαλαρώσουμε με τις συνθήκες που υπάρχουν ΤΩΡΑ στη ζωή μας… γνωρίζοντας ότι η βαθιά υπομονή & η αυτο-αποδοχή, θα μας δώσει την γαλήνη & την ψυχο-σωματική ίαση που ζητάμε.

Read more: http://enallaktikidrasi.com/2014/06/i-psychologia-tis-eytyxias-ta-pragmata-einai-etsi-akrivos-opos-tha-eprepe-na-einai/#ixzz33r52MbSN

από την Αρχοντούλα
Κυριακή Ψαρρού στις 9 Ιουνίου 2014
Αυτοκαταστροφικές σκέψεις;
Ήρθε η ώρα να βαδίσουμε ανάποδα τον «δρόμο» (να βαδίσουμε την «λύση» που μας προτείνει ο φόβος). Τώρα… σκεφτόμαστε πως κάνουμε ακριβώς το αντίθετο απ’ αυτό που μας προτείνει ο φόβος μας.
Πώς καταλήγουμε να νιώθουμε μέσα σ’ αυτό το ΥΠΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ;
Καθώς βαδίσαμε δύο αντίθετους δρόμους (δύο επιλογές που οδηγούν σε εκ διαμέτρου διαφορετικές κατευθύνσεις)… η ΨΥΧΗ μας (με αλάνθαστο γνώμονα τα ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ μας & τις σωματικές μας ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ)… ανέδειξε το μονοπάτι που χρειαζόμαστε για να την συναντήσουμε. Σε κάθε περίπτωση… η ΨΥΧΗ μας (μέσα από ΕΝΤΟΝΕΣ διλημματικές καταστάσεις)… επιμένει να μας οδηγεί στη μέγιστη ασφάλεια της ΑΥΘυπέρβασης & της χαράς!
από την Αρχοντούλα
Συμπτώματα στην συμπεριφορά μας, από ενοχικά συναισθήματα:

ΥΠΟΧΟΝΔΡΙΑ
ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΑ
ΜΑΤΑΙΩΜΕΝΗ ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ
ΑΝΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ
Χειριζόμαστε τα ίδια “όπλα”, που χρησιμοποίησαν εναντίον μας όταν ήμαστε παιδιά.
Στο ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ, διαδραματίζεται η μόνιμη σκηνή της εκδίκησης: «Αφού δεν μου δίνεις σημασία εσύ, δεν θα σου δώσω ούτε κι εγώ».
Όσο δεν παραιτούμαστε & δεν παραδινόμαστε η αγανάκτηση παραμένει.
Η παραίτηση οφείλεται, σε βαθιά κατανόηση του προβλήματος και άρα σε ωριμότητα… ΔΥΣΤΥΧΩΣ πολύ σπάνια.

Read more: http://enallaktikidrasi.com/2014/05/enoxes-pos-epireazoun-ti-sou-xoris-na-to-katalavaineis/#ixzz33klNMl8b

Από την Αρχοντούλα

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Ιουνίου 2014

Φαντασία

«Κέντρο της κοινωνίας, όπως και κέντρο της ιστορίας, είναι το ριζικό φαντασιακό της ανθρωπότητας που αυτοανελίσσεται και αυτοαναπτύσσεται”

Για τον Καστοριάδη, η φαντασία είναι το χαρακτηριστικό το οποίο διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα ζώα. Ο άνθρωπος δομεί και δομείται όχι βάσει φυσικών σημασιών, δηλαδή των ενστίκτων (όπως συμβαίνει με τα υπόλοιπα ζώα) αλλά βάσει φαντασιακών σημασιών. Το «περιβάλλον» το οποίο δομεί (και δομείται και ο ίδιος σε αυτό) «λειτουργεί» με τρόπο που ικανοποιεί τις ζωτικές του ανάγκες, οι οποίες δεν είναι μόνο οι ενστικτώδεις ανάγκες (τροφή, αναπαραγωγή, μηχανισμοί άμυνας), αλλά κυρίως φαντασιακές δημιουργίες (έρωτας, δόξα, πλούτος, εξουσία).Στην φαντασία οφείλεται η δημιουργία του πολιτισμού, όπως είναι η τέχνη, η φιλοσοφία και η επιστήμη, εκφάνσεις της πνευματικής φαντασιακής ιδιότητας του ανθρώπου, αλλά και της κοινωνίας, καθώς μέσω των θεσμών που είναι φαντασιακά αντικείμενα, οι κοινωνίες συντηρούνται και δι’ αυτών πορεύονται και αλλάζουν. Δεν μπορούμε να αφεθούμε πλήρως στην φαντασία μας, καθώς «δεν θα είχαμε επιβιώσει ως είδος»[2]. Με την δημιουργία των κοινωνιών των θεσμών η φαντασία «οριοθετήθηκε», αλλά και καταστάλθηκε.Η φαντασία, λοιπόν στη σκέψη του Καστοριάδη, συλλαμβάνεται ως μια πρωτογενής δύναμη με κύρια χαρακτηριστικά τον απεριόριστο εγωισμό και τον ναρκισσισμό και έκφανσή της, τη δημιουργία.

Ριζικό και κοινωνικό φαντασιακό

Ο Καστοριάδης συλλαμβάνει την φύση του ανθρώπου με βάση την ικανότητα του να δημιουργεί. Αυτή την ικανότητα του για δημιουργία και αυτοδημιουργία την αναγάγει στην φαντασία και στο φαντασιακό. Δημιουργία νέων μορφών, ανάδυση του καινούριου, μέσω και δια μέσω του ήδη υπάρχοντος. Το ριζικό φαντασιακό ως άτομο είναι ψυχή αλλά και κοινωνία. Υπάρχει μόνο εντός και δια της κοινωνίας, κάνοντας έτσι λόγο μόνο για κοινωνικό άτομο. Έτσι ο Καστοριάδης, εισάγει μια οντολογία του ανθρώπου με βάση την φαντασία και το φαντασιακό, το ριζικό και το κοινωνικό.Το ριζικό φαντασιακό καθορίζεται από την κοινωνία, καθώς στην κοινωνικό-ιστορική δημιουργία συναντώνται έννοιες όπως θεσμοί, ήθη, έθιμα που δεν είναι δοσμένες από έναν εξωγενή παράγοντα αλλά αποτελούν την κοινωνικό-ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας. Το άτομο κοινωνικοποιείται στο  βαθμό που εσωτερικεύει τους θεσμούς της κοινωνίας, που αποτελεί δομικό της στοιχείο (εκκοινωνισμός της ψυχής). Η φαντασία του καθορίζεται από ένα φαντασιακό, δημιουργία της κοινωνικής θέσμισης, η οποία περιλαμβάνει κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που καθορίζουν το φαντασιακό της κοινωνίας, δηλαδή το κοινωνικό φαντασιακό – η θεσμίζουσα κοινωνία. «το ριζικό φαντασιακό είναι ως κοινωνικο-ιστορικό και ως ψυχή/σώμα. Ως κοινωνικό – ιστορικό είναι ανοιχτός ποταμός του ανώνυμου συλλογικού· ως ψυχή/σώμα, είναι ρους παραστασιακός/αισθηματικός/προθεσιακός. Ότι μέσα το κοινωνικό ιστορικό είναι θέση, δημιουργία, οντοπραξία, το καλούμε κοινωνικό φαντασιακό με την πρώτη έννοια του όρου ή θεσμίζουσα κοινωνία. Ότι στην ψυχή/σώμα είναι γι’ αυτή θέση, δημιουργία, οντοπραξία, το καλούμε ριζική φαντασία»[3] .Στη σκέψη του φιλοσόφου, το μάγμα σημασιών διαμορφώνει την ψύχη/σώμα του ατόμου, «Αυτός ο ιστός είναι αυτό που ονομάζω μάγμα των κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, που φέρονται από την, και ενσαρκώνονται στην, θέσμιση της δεδομένης κοινωνίας και που όντως ειπείν της δίνουν ζωή»[4]. Αυτό το οποίο «δίνει» η κοινωνία στα «μέλη» της –θεσμοί, θεός, κράτος, έθνος κτλ- και που διαμορφώνει τον ψυχικό κόσμο του ατόμου, αλλά και το άτομο δύναται να αλλοιώσει το μάγμα των κοινωνικών σημασιών.Το μάγμα σημασιών[5] δομείται και αναδομείται συνεχώς με διαφορετική ένταση και αυτή η αλλοίωση είναι εξαιρετικά σπάνια. Όπως προαναφέρθηκε, η φαντασία «περιορίζεται» αλλά και «καταπνίγεται» από το μάγμα των κοινωνικών σημασιών. Η αλλοίωση του θα επιτευχθεί με την απελευθέρωση της ριζικής φαντασίας της ψυχής από την επίδραση του μάγματος σημασιών. Αυτή η πράξη αποτελεί μια διαυγασμένη δραστηριότητα, μια αναστοχαστική λειτουργία του ατόμου και της κοινωνίας, εν τέλει και την αυτογνωσία τους.[6] Ο ίδιος ο Καστοριάδης «αναζήτησε» αυτή την αυτογνωσία σε συλλογικές δραστηριότητες που δύνανται να δημιουργήσουν έναν διαφορετικό τύπο κοινωνίας και έναν διαφορετικό τύπο ανθρώπου μια αυτόνομη ψυχική μονάδα εντός και δια μιας αυτόνομης/αυτοθεσμισμένης κοινωνίας. Στη σκέψη του τέτοιες μορφές ατομικής και συλλογικής διαυγασμένης δραστηριότητας είναι η ψυχανάλυση, η δημοκρατία και η φιλοσοφία .

Δημιουργία

Για τον Καστοριάδη η  δημιουργία ανάγεται στο Χάος, στην Άβυσσο, το Απύθμενο (το Χάος, η Άβυσσος και το Απύθμενο είναι τα συστατικά του είναι, είναι το είναι ). Τη φιλοσοφική διάσταση του Χάους την συναντά για πρώτη φορά στην «Θεογονία» του Ησίοδου και αργότερα στον «Τιμαίο» του Πλάτωνα[7].Για  τον Καστοριάδη χάος είναι η δημιουργία εκ του μηδενός (ex nihilo) και δεν συμβαίνει εν τω μηδενί (in nihilo) ούτε με το μηδέν (cum nihilo). Το ριζικά καινούργιο, η ανάδυση νέας μορφής συντελείται σε ένα ήδη καθορισμένο περιβάλλον, χρησιμοποιεί στοιχεία που υπάρχουν ήδη αλλά αυτή η νέα μορφή είναι εκ του μηδενός δημιουργία. Ο ίδιος γράφει «Και ονομάζω χάος ή άβυσσο αυτόν τον βασικό προσδιορισμό του είναι, που είναι, από την μια μεριά, το ανεξάντλητο του είναι και, από την άλλη η ικανότητα δημιουργίας »[8].Το Χάος λοιπόν είναι το είναι αλλά ταυτόχρονα είναι και κόσμος, αλλά «ο κόσμος της ζωής είναι ο κόσμος του νοήματος»[9] και εισερχόμαστε στην εσώτερη «ζωή», στην ψυχή. Το νόημα που δημιουργεί κάθε έμβιο όν είναι λειτουργικό, μια αλληλουχία με λειτουργικό νόημα που τείνει συνεχώς σε έναν σκοπό π.χ. την αυτοσυντήρηση. Στην ψυχή εξακολουθεί να υφίσταται το νόημα αλλά παύει να είναι λειτουργικό, καθώς η διαφορά έγκειται στο ότι στην ζωή αν υπάρχει νόημα υπάρχει και ταύτιση νοήματος σκοπού, ενώ στην ψυχή δεν υφίσταται η ταύτιση αυτή καθώς για την ψυχή νόημα έχει το φαντασιακό, δηλαδή οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που ενσταλάζονται στην ψυχή του ατόμου, οι οποίες δημιουργούν και δημιουργούνται εντός και δια αυτής. «Η ανθρωπότητα αναδημιουργεί αυτό από το οποίο αναδύεται. Χάος ψυχικό. Απύθμενο της ριζικής φαντασίας της ψυχής. Άβυσσος  κοινωνική»[10].Η δημιουργία, σύμφωνα με τον ίδιο, ανάγεται και στον χρόνο. Στον ποιητικό-φαντασιακό χρόνο όπως τον ονομάζει και όχι στον συνολιστικό-ταυτιστικό χρόνο. Διακρίνει αρχικά δυο είδη πολλαπλότητας που εκδηλώνονται είτε ως διαφορά είτε ως ετερότητα-δημιουργία. [11] Η πολλαπλότητα ως διαφορά, χαρακτηρίζεται από επανάληψη και καθορισμό, αυτό που ο Καστοριάδης ονομάζει συνολιστικό-ταυτιστικό. Ως ετερότητα, η πολλαπλότητα χαρακτηρίζεται από δημιουργία, ανάδυση νέων μορφών – ειδών, ενταγμένη στα πλαίσια αυτού που ονομάζει ποιητικό-φαντασιακό[12].Κατ’ αυτό τον τρόπο διακρίνει και δύο είδη χρόνου, τον συνολιστικό-ταυτιστικό χρόνο, ο οποίος αποτελεί καθορισμό, και τον ποιητικό-φαντασιακό χρόνο, πηγή της δημιουργίας και καταστροφής. «ο Χρόνος δεν είναι τίποτε – ή είναι δημιουργία»[13]. Κάθε άτομο βιώνει τον χρόνο διαφορετικά, και ποιοτικά και εντατά. Ο χρόνος αποτελεί συστατικό του είναι καθώς το είναι, σύμφωνα με την καστοριαδική σκέψη, είναι δημιουργία και αλλοίωση. «Ως ανάδυση ετερότητας, το είναι αποτελεί δημιουργία του εαυτού του, και δημιουργία του χρόνου ως ετερότητας και του είναι […] Ο χρόνος είναι το είναι εφόσον αποτελεί ετερότητα, δημιουργία, καταστροφή»[14].Ο χρόνος αποκτά οντολογικό χαρακτήρα, άρρηκτα συνδεδεμένος με την ριζική φαντασία της ψυχής[15], αλλά και με το θεσμίζον κοινωνικό φαντασιακό. Η σκέψη του Καστοριάδη απλώνεται στο κοινωνικό φαντασιακό, δηλαδή στην σχέση ατόμου χρόνου, αλλά και κοινωνίας χρόνου. Το άτομο κατά την διαδικασία του εκκοινωνισμού, εσωτερικεύει τον θεσμισμένο από την κοινωνία χρόνο[16]. Το άτομο βιώνει τον κοινωνικό (συνολιστικό-ταυτιστικό) χρόνο, αλλά υπάρχει και ο φαντασιακός κοινωνικός χρόνος, «χρόνος της σημασίας»[17], ο οποίος, δημιουργία της κοινωνίας, δημιουργεί και δημιουργείται εντός και δι’ εαυτής. Η δημιουργία του φαντασιακού χρόνου απαιτεί διαύγαση καθ’ αυτήν και δι’ αυτήν, η συγκρότηση του οποίου πραγματοποιείται δια της κοινωνίας (των φαντασιακών κοινωνικών σημασιών-ο χρόνος είναι συνυπόστατος με τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες) αναφερόμενος στο κείμενο του Θουκυδίδη, για την διαφορά βίωσης του χρόνου, των κοινωνιών της αρχαίας Αθήνας και της αρχαίας Σπάρτης[18].Ο πραγματικός χρόνος είναι πηγή του είναι, είναι πηγή ετερότητας και αλλοίωσης, πηγή του ριζικά νέου μέσα στον παραστασιακό ρου της ψυχής και της κοινωνίας, και μόνο ως τέτοιος πρέπει να λογίζεται, «ως έκρηξη, επιτολή της δημιουργίας»[19].Ο χρόνος ως διάσταση του ριζικού φαντασιακού, αποτελεί επιτολή νέων μορφών-ειδών, στο ιστορικο-κοινωνικό πλαίσιο, αποτελώντας την ετερότητα και την αλλοιωσή τους «και πρωταρχικά και πυρηνικά-δεν είναι παρά μόνο αυτό»[20].Η κοινωνία αποτελεί και η ίδια την «θέσμιση» μιας υπόρρητης χρονικότητας «την οποία κάνει να είναι όντας η ίδια, και η οποία, όντας την κάνει να είναι»[21], «απαιτώντας» μια ρητή θέσμιση του χρόνου, μια βαθύτερη σχέση ταυτιστικού και φαντασιακού-σημασιακού χρόνου, η οποία είναι αναπόφευκτη.

Από anti-texni.blogspot