Διαβάσαμε
| Η Σατραπεία- | Αναγνωρισμένα |
| Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος για τα ωραία και μεγάλα έργα η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται· να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες, και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες. Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις, (η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις), και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα, και πηαίνεις στον μονάρχην Aρταξέρξη που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του, και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια. Και συ τα δέχεσαι με απελπισία αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις. Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει· τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών, τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε· την Aγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους. Aυτά πού θα σ’ τα δώσει ο Aρταξέρξης, αυτά πού θα τα βρεις στη σατραπεία· και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις. |
| (Από τα Ποιήματα 1897-1933)
Προσωπικότητες όπως ο Θεμιστοκλής (πολιτικός και στρατηγός, νικητής στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, 480 π.Χ., που εξοστρακίστηκε από τους Αθηναίους το 471 π.Χ. και κατέφυγε στον Αρταξέρξη) και ο Δημάρατος (βασιλιάς της Σπάρτης μέχρι το 491 π.Χ., κατέφυγε στην αυλή του Δαρείου Α΄, όταν έχασε την εξουσία με την κατηγορία ότι δεν ήταν γνήσιο παιδί του Αρίστωνα). Οι Πέρσες υποδέχονταν τους Έλληνες αποστάτες και τους προσέφεραν πλούσια δώρα, με αντάλλαγμα την παροχή πολύτιμων πληροφοριών και υπηρεσιών κατά των Ελλήνων. |
Ο Καβάφης αξιοποιεί την ιστορική αυτή πραγματικότητα για να διευρύνει την επιλογή της εύκολης λύσης, του συμβιβασμού και της εγκατάλειψης των δυσεπίτευκτων ιδανικών, σε άλλους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, όπως είναι η τέχνη και η επιστήμη.
Το ποίημα αυτό είναι πολύ πιθανό να έχει γραφτεί με βάση την πολύ προσωπική εμπειρία του ποιητή, ο οποίος προκειμένου να διασφαλίσει ένα σταθερό εισόδημα, έγινε υπάλληλος του Υπουργείου Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου στο τμήμα των Αρδεύσεων. Η ανάγκη του ποιητή να αισθάνεται μια σχετική ασφάλεια ως προς τα οικονομικά του, τον οδήγησε σε μια επαγγελματική απόφαση που είχε μεγάλο κόστος στην Τέχνη του. Ό,τι ουσιαστικό είχε να προσφέρει ο Καβάφης εντοπίζεται στην ποίησή του και όχι στην εργασία του στο Υπουργείο.
«Τι ακριβά που με κόστιζαν εμένα οι μικρές μου πολυτέλειες. Για να τες αποκτήσω βγήκα απ’ την φυσική μου γραμμή κ’ έγινα ένας κυβερνητικός υπάλληλος (τι γελοίο), και ξοδιάζω και χάνω τόσες πολύτιμες ώρες την ημέρα (στες οποίες πρέπει να προστεθούν και οι ώρες καμάτου και χαυνώσεως που τες διαδέχονται). Τί ζημιά, τί ζημιά, τί προδοσία.» (Καβάφης)
Μαλαματένια λόγια- Μάνος Ελευθερίου:Το ξανάκουσα από Χαλκιά, Γαργαρουνάκη, Λέκκα κ.α και αισθάνθηκα ανάταση ψυχής!Τι τραγούδι και τι φωνές!!Παραθέτω την εκτέλεση και μια ερμηνεία του ποιήματος που το φωτίζει καλύτερα.
www.youtube.com/watch?v=FHb0V9B5f6g
και http://www.convalesco.org/blog/2014/08/04/malamatenia-logia-analuse-poiematos/
Εκείνη την πόλη δεν την κατοικούσαν άνθρωποι, όπως όλες τις άλλες πόλεις του πλανήτη. Σ’ εκείνη την πόλη κατοικούσαν πηγάδια. Πηγάδια ζωντανά … αλλά πηγάδια. Τα πηγάδια διέφεραν μεταξύ τους όχι μόνο ως προς τον τόπο όπου είχαν ανοιχτεί, αλλά και ως προς το στόμιο (το άνοιγμα που τα συνέδεε με τον εξωτερικό κόσμο).Υπήρχαν πηγάδια ευκατάστατα και πολυτελή, με στόμιο από μάρμαρο και όμορφα μέταλλα, πηγάδια ταπεινά από τούβλα και ξύλο, κι άλλα πιο φτωχά, απλές γυμνές τρύπες που ανοίγονταν στη γη.
www.attikanea.blogspot.gr
Ο χαμένος καιρός δε χάνεται
Οι ώρες που σκοτώνουμε επιζούν
Κάποιος θεός τις συμμαζεύει
Ζητά πίστη για λύτρα
Και μεις πληρώνουμε
Όλα τελικά
Επιστρέφουν σε μας
Τα δάκρυα σαν εξατμίζονται δε χάνονται
Η θλίψη που σκορπάμε επιζεί
Κάποιος θεός τη συγκεντρώνει
Ζητά δύναμη για λύτρα
Και μεις πληρώνουμε
Όλα τελικά
Επιστρέφουν σε μας
Τα όνειρα που εγκαταλείψαμε
Τα λόγια που δεν είπαμε
Τα απραγματοποίητα θαύματα
Οι γιορτές που αναβλήθηκαν
Οι αστερισμοί που αγνοήθηκαν
Τα ταξίδια που ακυρώθηκαν
Δεν χάθηκαν
Κάποιος θεός τα φροντίζει
Όλα τελικά
Επιστρέφουν σε μας
Από τη συλλογή Σάλια, μισόλογα και τρύπιοι στίχοι (1995)
Χωρίς να είμαστε
Αναπνέουμε
Περπατάμε
Μισούμε
Αγαπάμε
Αγοράζουμε
Πουλάμε
Μόνο και μόνο
Για να δικαιολογούμε
Την απουσία μας
Πώς μπορεί να ονομάζεται
Ένας κόσμος
Φτιαγμένος από σκιές
Ανύπαρκτων σωμάτων
Οι καθρέφτες αποτυπώνουν
Εντυπώσεις δυνατών ψευδαισθήσεων πόνου
Είμαστε όλοι
Ασθενικά αιμορραγούντα φαντάσματα
Μάταια προσπαθούμε ν’ αφήσουμε τα χνάρια μας
Για την εποχή των πραγμάτων
Που θα ακολουθήσει
Τη δικιά μας εποχή των σκιών
Πώς τολμάς και νοσταλγείς, τσόγλανε; (1999)
Ω! Δεν αντέχω το καλύτερο
Μα ούτε το χειρότερο μπορώ να υπομένω
Κι ελπίζοντας σε κάτι που δε θα ‘ναι πιθανό
Μα ούτε και απίθανο
Κάθομαι εδώ και περιμένω
Από τη συλλογή Πώς τολμάς και νοσταλγείς, τσόγλανε; (1999)
Πριν αρχίσουν όλα
Είχαν κιόλας αρχίσει
Πριν φτάσω ήμουν ήδη εκεί
Τα ίχνη μου και ο δρόμος προϋπήρχαν
Τ’ ακολούθησα
Βρήκα ένα σπίτι στις φλόγες
Μπήκα μέσα και του ‘βαλα φωτιά.
Από τη συλλογή Πώς τολμάς και νοσταλγείς, τσόγλανε; (1999)
Είναι επειδή είμαστε παρέα με το παιδί κι αμέτρητες φορές- αγκαλιά απ’τη μέση μετρήσαμε τ’άμέτρητα τ’άστρα και κείνα που λέγανε για καλύτερα χρόνια τα φάγαμε βγάζοντας κουβάδες με νερό για να μπορούν να ταξιδεύουνε για πάντα τα πλοία που δεν άραξαν κι είναι επειδή μια και κάτω κατεβάσαμε όλα τα ξινισμένα κρασιά και βγάλαμε τα σωθικά μας τραγουδώντας γεμάτα παράπονο-παιδιακίσα πράγματα- τον Ιούλιο κάποτε Γι’αυτό άμα κάνει κανείς μια κίνηση έτσι για να μας χαϊδέψει κάνουμε εμείς μια κίνηση πίσω σα να μη φάμε ξύλο. Γι’αυτό αν τύχει και μ’αγαπήσεις πρόσεχε σε παρακαλώ πολύ πολύ πώς θα μ’αγκαλιάσεις. Πονάει εδώ. Κι εδώ. Κι εκεί. Μη! Κι εδώ . Κι εκεί.» http://solutioperfecta.com/articles/top_ten_poems.html
……ΟΤΑΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΝΕΟΙ, Ο,ΤΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΛΕΝΕ ΟΙ ΑΛΛΟΙ, θεωρούμε πως η ζωή είναι ατέλειωτη και χρησιμοποιούμε τον χρόνο μας απερίσκεπτα -όσο μεγαλώνουμε όμως, αρχίζουμε να κάνουμε οικονομία. Γιατί προς τα τέλη της ζωής μας, κάθε μέρα που ζούμε μας προκαλεί μια αίσθηση που μοιάζει μ’ αυτήν που έχει σε κάθε του βήμα ο εγκληματίας, όταν τον πάνε στο ικρίωμα.
ΟΣΟ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΖΟΥΜΕ, τόσο λιγότερα γεγονότα μάς φαίνονται σημαντικά, ή αρκετά σπουδαία, για να θέλουμε να τα θυμόμαστε αργότερα, να τα κρατήσουμε δηλαδή σταθερά στη μνήμη μας: γι’ αυτό και μόλις περάσουν, τα ξεχνάμε. Περνάει λοιπόν ο χρόνος έτσι, χωρίς ν’ αφήνει ίχνη.
ΟΣΟ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΜΕ, ΖΟΥΜΕ με όλο και λιγότερη συνείδηση. Τα πράγματα έρχονται και παρέρχονται χωρίς να μας κάνουν εντύπωση· σαν ένα έργο τέχνης που το έχουμε δει χιλιάδες φορές: κάνουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε και μετά δεν ξέρουμε αν το έχουμε κάνει ή όχι. Και καθώς η ζωή γίνεται όλο και πιο ασυναίσθητη, επιταχύνεται και η γενικότερη ασυνειδησία, οπότε η ζωή περνάει όλο και πιο γρήγορα.
ΓΕΝΙΚΑ ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΠΕΙ ότι τα πρώτα σαράντα χρόνια της ζωής μάς δίνουν το κείμενο, τα επόμενα τριάντα τα σχόλια πάνω στο κείμενο, τα οποία μας επιτρέπουν να καταλάβουμε για πρώτη φορά σωστά το νόημα, τις αναφορές, τα ηθικά διδάγματα και τις λεπτές έννοιες του κειμένου.
ΠΡΟΣ ΤΑ ΤΕΛΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ, συμβαίνει κάτι ανάλογο μ’ αυτό που γίνεται στο τέλος ενός χορού μεταμφιεσμένων: πέφτουν οι μάσκες. Τότε βλέπεις καθαρά ποιους ακριβώς είχες συναναστραφεί στη διάρκεια της ζωής σου. Γιατί τότε βγαίνουν οι χαρακτήρες των ανθρώπων πραγματικά στο φως, οι πράξεις έχουν επιτέλους καρποφορήσει, τα επιτεύγματα έχουν σωστά εκτιμηθεί και καθετί το ψεύτικο έχει γκρεμιστεί.
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΜΙΑ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ ότι γενικά, και ανεξάρτητα από τις επιμέρους συνθήκες και τις ιδιαιτερότητες, η νιότη χαρακτηρίζεται από μια κάποια μελαγχολία και θλίψη, ενώ τα γηρατειά αντίθετα χαρακτηρίζονται από μια σχετική ευθυμία: και ο λόγος γι’ αυτό δεν είναι άλλος απ’ το γεγονός ότι ο νέος υπηρετεί δουλικά τον δαίμονα εκείνο, που δεν τον αφήνει ούτε στιγμή ήσυχο.
ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΑΙΤΙΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΔΟΘΕΙ σχεδόν κάθε δυστυχία που καταδυναστεύει ή απειλεί τον άνθρωπο. Ο ηλικιωμένος όμως είναι χαρούμενος και γαλήνιος, μοιάζει με κάποιον που μετά από πολλά χρόνια έχει απαλλαγεί από τα δεσμά του και κινείται πια ελεύθερα. Από την άλλη μεριά ωστόσο πρέπει να ειπωθεί ότι, όταν σβήνει το σεξουαλικό ένστικτο, χάνεται ο πραγματικός πυρήνας της ζωής, και το μόνο που μένει είναι το κέλυφος· η ζωή δηλαδή μοιάζει με μια κωμωδία, που ξεκινάει με κανονικούς ηθοποιούς και μετά συνεχίζει να παίζεται μέχρι το τέλος από κούκλες που έχουν φορέσει τα ρούχα των ανθρώπων………
Στο πιο βαθυ “κοιταγμα”
μιας πραγματικοτητας
δεν μας παει ουτε το βλεπω
ουτε το θωρω ουτε το ξανοιγω
ουτε το κοιταζω!
Αλλα αυτο που μας
Παει
με ακριβεια
σ αυτη την “α ν α γ ν ω σ η”
ειναι
το
“Νοιωθω”και το
“αισθανομαι” !
Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι.
Θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία.
Αυτή (και ο μύθος κρύπτει
νουν αληθείας*) επτέρωσε
τον Ίκαρον· και αν έπεσεν
ο πτερωθείς κ’ επνίγη
θαλασσωμένος
Αφ’ υψηλά όμως έπεσε,
και απέθανεν ελεύθερος.
Αν γένης σφάγιον άτιμον
ενός τυράννου, νόμιζε
φρικτόν τον τάφον.
Κάθε πρωί
καταργούμε τα όνειρα
χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια
τα ρούχα μας είναι μια φωλιά από σίδερο
κάθε πρωί
χαιρετάμε τους χτεσινούς φίλους
οι νύχτες μεγαλωνουν σαν αρμόνικες
– Ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά.
(Ασήμαντες
απαριθμήσεις
– Τίποτα, λέξεις μόνο για τους άλλους.
Μα πού τελειώνει η μοναξιά; )
www.phorum.gr
Νάναι σά νά μάς σπρώχνει ένας αέρας μαζί
πρός έναν δρόμο φιδωτό πού σβεί στά χάη,
καί σένα τού καπέλου σου πλατειά καί φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά νά χαιρετάει.
Και νάν’ σάν κάτι νά μού λές, κάτι ωραίο κοντά
γι’ άστρα, τή ζώνη πού πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αύτός ο άνεμος τρελά-τρελά νά μάς σκουντά
όλο πρός τή γραμμή των οριζόντων.
Κι όλο νά λές, νά λές, στά βάθη τής νυκτός
γιά ένα – μέ γυάλινα πανιά – πλοίο πού πάει
Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο πού πέφτει εκτός:
έξω απ’ τόν κύκλο των νερών – στά χάη.
Κι όλο νά πνέει, νά μάς ωθεί αύτός ο άνεμος μαζί
πέρ’ από τόπους καί καιρούς, έως ότου – φως μου –
(καθώς τρελά θά χαιρετάει κείν’ η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ’ τήν τρικυμία αύτού τού κόσμου . . .
Στη γιορτή των ανέμων
ανθός
σαν ψυχάρι που πάει
στο φως
η αγάπη μόνο μπορεί
το νερό μεσ’ στην πέτρα να βρει.
Το αρχαίο σου στέμμα
κοιτώ
τα ρουμπίνια που λείπουν
θα βρω
η αγάπη μόνο μπορεί
σε ανίκητα κάστρα να μπει.
Η αγάπη μόνο μπορεί.
Στιχοι – Μουσικη : ΛΟυδοβικος των Ανωγειων
Οσο λες σε όλα «ναι», σε μια σχέση προβληματική, σε μια φιλία τοξική, σε μια δουλειά τυραννική, είναι μονόδρομος η ίδια η ύπαρξή σου να θεωρηθεί δεδομένη. Και όσων χρόνων και αν μαρτυρά η ταυτότητά σου ότι είσαι, στα μάτια όσων επωφελούνται από τα αναντίρρητα «ναι» που τους χαρίζεις, θα θεωρείσαι πάντα το παιδί για όλες τις δουλειές. Με το που θα καταφέρεις να πεις και να εννοείς το πρώτο σου «όχι», ανοίγεται μπροστά σου ο δρόμος του σεβασμού.
Αν το καλοσκεφτούμε, το «όχι» είναι ουσιαστικά μια πρώτης τάξεως ασπίδα ενάντια στην εκμετάλλευση – ένα εργαλείο για να ανακτήσεις τη χαμένη, ή έστω συρρικνωμένη, αξιοπρέπειά σου. Χρειάζεται θάρρος για να το ξεστομίσεις, και ούτε είναι εύκολο να το αποδεχτείς όταν κάποιος άλλος το λέει σε εσένα. Το «όχι» είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον περίφημο φόβο της απόρριψης, από τον οποίο υποφέρουν εδώ και αιώνες οι δυτικές κοινωνίες. Ομως μόνο θέτοντας τα όριά σου νιώθεις πραγματικά ελεύθερος.
Ερχεται μια στιγμή στη ζωή σου που λες «μη με ξαναπάρεις ποτέ τηλέφωνο» και επιτέλους το εννοείς. Είναι τότε που επιστρέφεις το φαινομενικά γοητευτικό δώρο μιας φιλίας ή μιας ερωτικής σχέσης στον αποστολέα του, αφού κατάφερες τελικά να δεις τα αόρατα σχοινιά που ήταν δεμένα επάνω του και σιγά σιγά σου στερούσαν τον αέρα που αναπνέεις.
Οπως σε όλες τις μεγάλες αλλαγές που καλείσαι να κάνεις στη ζωή σου, έτσι και στη συγκεκριμένη, δεν χρειάζεται να τινάξεις τα πάντα στον αέρα. Τα «όχι» βγαίνουν σε πολλές εκφάνσεις και αποχρώσεις: δεν αποδέχεσαι ένα αίτημα φιλίας στο Facebook από κάποιον γνωστό σου ο οποίος και στην πραγματική ζωή σού φαίνεται αδιάφορος ή αντιπαθητικός. Επίσης, επιλέγεις να διαγράψεις από φίλο ή ακόμη και να μπλοκάρεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κάποιον που κάνει κακό στην αισθητική ή στην ψυχολογία σου – σοκάροντας την παγκόσμια και τόσο καθωσπρέπει κοινότητα των social media, που θεωρεί το πάτημα του unfriend πράξη σχεδόν αναρχική. Απορρίπτεις ευγενικά κάποιον φίλο που σου ζητάει για πολλοστή φορά βοήθεια και κάθε φορά που το κάνει νιώθεις ότι κρέμεται από πάνω σου. Ακόμη και η απαίτηση του έφηβου γιου σου να είναι το φαγητό σερβιρισμένο στο τραπέζι ακριβώς τη στιγμή που πεινάει, λες και τον έχεις αφήσει νηστικό επί ημέρες, μπορεί να χαλιναγωγηθεί. Και κάπως έτσι, όταν αρχίσει να καταλαγιάζει η σκόνη που άφησε ο καλπασμός των πρώτων σου «όχι», ξεπροβάλλουν τα δικά σου σχέδια, ανάγκες και απωθημένα, που τόσον καιρό είχες αφήσει στο περιθώριο.
Μία καλή άσκηση είναι να αρχίσεις να αντιδράς σε συμπεριφορές ανθρώπων που δεν σημαίνουν τίποτα για σένα, που δεν πρόκειται να τους ξαναδείς. Θυμάμαι ότι όταν είχα αρχίσει να κάνω ψυχοθεραπεία, εκείνο που άκουγα συνέχεια είναι ότι φοβάμαι να μαλώνω με κοντινούς μου ανθρώπους, από φόβο μην τους χάσω. Και έτσι άρχισα να μαλώνω με ταξιτζήδες που θα μου έβαζαν τις φωνές επειδή ζητούσα να ανοίξω το πίσω παράθυρο ή επειδή δεν είχαν ρέστα από εικοσάευρο ή με άτομα που μιλούσαν δυνατά στο σινεμά. Ηταν μια καλή αρχή.
Πολλά μπορούν να ειπωθούν για το αντίπαλο δέος του «όχι», για την ολοφάνερη γοητεία του «ναι»: είναι πολύ δημοφιλές στην ποπ κουλτούρα, ή μάλλον σε κάθε κουλτούρα, καθώς έχει συνδυαστεί με το μαζικό ντοπάρισμα περί θετικής ενέργειας και ανεξίτηλου χαμόγελου. Σίγουρα, τα καλά του «ναι» δεν είναι λίγα: υποδηλώνει και προϋποθέτει θάρρος, σημαίνει ότι παίρνεις ρίσκο με ανοιχτή καρδιά και όλα αυτά δεν είναι διόλου ανάξια λόγου.
Το «όχι» όμως; Το «όχι» έχει μια σκοτεινή, ανυπέρβλητη γοητεία. Νιώθεις τους πόρους του κρανίου σου να διαστέλλονται και να σε συνεπαίρνει μια άγρια χαρά, λες και δεν είσαι εσύ που το έχεις μόλις ξεστομίσει. Το «όχι» έχει μεταλλικό ήχο. Είναι το ηχηρό χτύπημα της πόρτας που μέχρι πρότινος άφηνε την τυφλή επιρροή των άλλων να αλωνίζει στη ζωή σου. Ομως σπανίως πανηγυρίζουμε για τα «όχι» της ζωής μας. Συνήθως συνοδεύονται από φόβο ή από κάτι πολύ χειρότερο: από ενοχή. Το ότι ξέρεις να λες «όχι» τραβώντας τη διαχωριστική γραμμή δεν είναι από τις αρετές που διαλαλείς σε ένα τραπέζι με φίλους, σε μια συνέντευξη για δουλειά ή σε ένα πρώτο ραντεβού. Πολύ συχνά ούτε εμείς οι ίδιοι δεν συνειδητοποιούμε τη δύναμη που αντλούμε από τα «όχι» μας, επειδή η κοινή γνώμη, λανθασμένα, το συγχέει με τον αρνητισμό. Σε έναν κόσμο που το «σκέψου θετικά» είναι ψυχαναγκαστικό σλόγκαν τυπωμένο σε χιλιάδες μπλουζάκια, είναι δύσκολο να εξηγήσεις ότι υπάρχει και άλλος δρόμος προς την προσωπική ολοκλήρωση.
Η τεράστια διαφορά ανάμεσα στον αρνητισμό και στη «δύναμη του όχι» είναι ότι ο πρώτος συνιστά μια διαρκή συμπεριφορά και στάση ζωής, ενώ η δεύτερη είναι μια αναλαμπή αγνής και καθαρής προσωπικής επιλογής. Με άλλα λόγια: δεν έχει νόημα να λες «όχι» όλη την ώρα, αλλά όταν και όπου πρέπει.
Οπως επισημαίνει η Νέτη Φίλια, σύμβουλος ψυχικής υγείας και δημοσιογράφος, με ειδίκευση στη Γνωσιακή – Συμπεριφορική Θεραπεία, «το “όχι”, μια μικρή αλλά τόσο σημαντική λέξη, μοιάζει για μερικούς βαριά και εκτός προσωπικού ρεπερτορίου. Αν αρνηθούμε να ξαναδώσουμε εκείνα τα δανεικά – και για ακόμη μία φορά αγύριστα – που μας ζητάει ο φίλος μας, φοβόμαστε πως θα τον χάσουμε. Αν αρνηθούμε να φάμε Κυριακή μεσημέρι με τους γονείς ενώ έχουμε σχέδια με τον σύντροφό μας, θα υποστούμε την γκρίνια και τα μούτρα τους. Αν αρνηθούμε να εξυπηρετήσουμε εκείνη τη συνάδελφο την ώρα που σχολάμε ενώ έχουμε ήδη αργήσει στο ραντεβού μας, φοβόμαστε πως θα σκεφτεί κάτι κακό για εμάς. Και καταλήγουμε να λέμε “ναι” σε όλα, να συμφωνούμε σε κάτι που αρχικά δεν θέλαμε. Επειδή θα μας κακοχαρακτηρίσουν, θα μας θεωρήσουν αγενείς, εγωιστές, επιθετικούς. Και λέμε συνέχεια “ναι”, για να μας αποδεχτούν και να μας αγαπήσουν περισσότερο. Θα είμαστε τα καλά παιδιά, οι αγαπητοί φίλοι, οι δοτικοί σύντροφοι, οι εξυπηρετικοί συνάδελφοι. Αλλά θα είμαστε και πολύ θυμωμένοι».
Και συμπληρώνει: «Με την αυτοπεποίθηση σε θερμοκρασίες υπό το μηδέν, δυσκολευόμαστε να αρνηθούμε και ουσιαστικά να τοποθετηθούμε με ειλικρίνεια απέναντι στους άλλους και κυρίως απέναντι στον εαυτό μας. Ενώ το “ναι” επιβεβαιώνει πρόσκαιρα την πεποίθησή μας ότι παραμένουμε δημοφιλείς, το “όχι” μάς απελευθερώνει και μακροπρόθεσμα ενισχύει την αυτοεικόνα μας. Μας κάνει να νιώθουμε πιο ικανοί, συντονισμένοι με τις επιθυμίες μας και ότι επιτέλους οι άλλοι δεν μας επιβάλλονται. Τελικά, με τα “όχι” διώχνουμε τον φόβο της απόρριψης, ενώ με τα πιεσμένα μας “ναι” εντείνουμε τη δυσφορία και τον θυμό».
Πώς, όμως, μπορείς να ρισκάρεις να πεις «όχι», όταν σε όλα σχεδόν τα επίπεδα ζεις σε ένα καθεστώς διαρκούς ανασφάλειας; Φοβάσαι μη χάσεις τη δουλειά σου και μείνεις άφραγκος, φοβάσαι μη χάσεις τον σύντροφο και τους φίλους σου και μείνεις ολομόναχος. Το τίμημα φαντάζει μεγάλο. Αρχικά, όλοι σε αντιμετωπίζουν σαν τον τρελό του χωριού. Οι συνάδελφοι επειδή τολμάς να αντιμιλήσεις στον προϊστάμενο ενώ στην πραγματικότητα και εκείνοι του τα έχουν μαζεμένα. Οι φίλοι επειδή τους λες «δεν έχω όρεξη να βγω απόψε» χωρίς να σκαρφιστείς κάθε λογής δικαιολογίες. Και ο σύντροφος που ξαφνικά του ανακοινώνεις «δεν μου αρέσει ο τρόπος που μου φέρεσαι όταν είμαστε μπροστά σε τρίτους» ή «δεν με ικανοποιεί η ερωτική μας ζωή».
Και τελικά, ενώ τόσα χρόνια φοβόσουν ότι αν θέτεις τα όριά σου όλοι θα σε μισούν, προς μεγάλη σου έκπληξη συνειδητοποιείς ότι όχι μόνο αρχίζουν να σε σέβονται, αλλά και να σε θαυμάζουν για την τόλμη που οι ίδιοι δεν έχουν καταφέρει να εντοπίσουν μέσα τους. Η επιτυχία, σε οποιονδήποτε τομέα, είναι κάτι που δημιουργείται με τα «ναι». Δεν μπορείς να πας σε μια νέα δουλειά και με το καλημέρα να αρχίσεις να διαφωνείς με όσα σου αναθέτουν, χρειάζεται πρώτα να εδραιώσεις τη θέση σου, να αποδείξεις την αξία σου. Αλλά κατόπιν τούτου, η επιτυχία συντηρείται με τα «όχι». Οταν θα δηλώσεις την πρώτη σου ηχηρή άρνηση και θα συνειδητοποιήσεις ότι είτε σε επαγγελματικό είτε σε προσωπικό επίπεδο όλοι θα αρχίσουν να σε ακούν με μεγαλύτερη προσοχή, η αδρεναλίνη που θα εκκριθεί στο σώμα σου θα σε κρατάει σε εγρήγορση για πολλές ακόμη πτώσεις και πτήσεις, χωρίς το ντεμοντέ αλεξίπτωτο του «θέλω να τα έχω καλά με όλους».
Εξίσου σημαντικό, και ίσως ακόμη πιο δύσκολο, είναι το «όχι» που πρέπει να λέμε στον ίδιο μας τον εαυτό. Οταν θέλουμε να κάνουμε άλλο ένα «τελευταίο» τσιγάρο ενώ έχουμε πει ότι θα το κόψουμε. Οταν δεν πρέπει να ξανακυλήσουμε στην ίδια αδιέξοδη σχέση. Ή όταν είναι καλύτερα να κάνουμε, έστω προσωρινά, μια δουλειά εκτός του αντικειμένου μας, αφού όσες άλλες μάς έχουν προταθεί θα μας κάνουν με μαθηματική ακρίβεια να μισήσουμε αυτό για το οποίο είμαστε προορισμένοι.
Εχει ενδιαφέρον ότι μεγαλώνοντας ψελλίζουμε τα «όχι» στους άλλους, ενώ όταν ήμασταν παιδιά τα φωνάζαμε με όλη μας τη δύναμη. Το «όχι» είναι μια πολιτική πράξη που εξασκούμε σε καθημερινή βάση, αλλά εκείνο το άναρχο «όσι» που λέγαμε ως μπόμπιρες είναι η πρώτη διακήρυξη της ανεξαρτησίας ενός νεοαφιχθέντος ανθρώπου, απέναντι στα δεσμά του κόσμου όλου: όχι, δεν θα φάω τον πουρέ, δεν θα κοιμηθώ από τις οκτώ, δεν θα φύγουμε ακόμη από το πάρκο. Εγκαταλείποντας την κούνια, μπαίνεις σιγά σιγά στη φυλακή. Και αυτό επειδή αρχίζεις να φοβάσαι τους πάντες και τα πάντα.
Ενας μύθος που καταδιώκει το «όχι» είναι ότι δεν εμπεριέχει διαλλακτικότητα. Λάθος. Τα «όχι» σου μπορεί να είναι κεκαλυμμένα «ναι», να έχουν θετική χροιά. Αν, για παράδειγμα, πεις στον εργοδότη σου «δεν θέλω να ασχοληθώ με αυτό το κομμάτι δουλειάς επειδή δεν μου ταιριάζει, αλλά είμαι πολύ καλύτερος σε κάτι άλλο και μπορώ να δουλέψω διπλά και τριπλά για να το αποδείξω». Ή αν πεις σε έναν φίλο ή εραστή ενώ η σχέση σας περνάει κρίση: «Σου τα λέω όλα αυτά επειδή πραγματικά ενδιαφέρομαι για σένα και θέλω να το λύσουμε. Αλλιώς θα είχα φύγει». Περνάμε παραπάνω από το μισό της ζωής μας λέγοντας «ναι» για να αρέσουμε στους άλλους και ξαφνικά συνειδητοποιούμε ότι λέγοντας «όχι» επιτέλους αρέσουμε στον πιο αυστηρό κριτή όλων, τον εαυτό μας.
Η δυσμένεια της άρνησης εξηγείται και επιστημονικά: οι νευρολόγοι υποστηρίζουν ότι το «όχι» καταγράφεται στον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου με ανεξίτηλο τρόπο. Ενα «ναι» μπορεί να ξεχαστεί. Ενα «όχι», ποτέ. Το ανθρώπινο μυαλό είναι ρυθμισμένο να αντιδρά πιο έντονα σε ένα αρνητικό, παρά σε ένα θετικό σήμα. Μια προσβολή ισοδυναμεί με δέκα κομπλιμέντα.
Οι προσκλήσεις του γάμου σου έχουν πάρει τον δρόμο του ταχυδρομείου, αλλά μια καταναγκαστική ένωση ισούται με κάτεργο και ποτέ δεν είναι αργά να την αποτρέψεις. Η δουλειά σου μοιάζει αξιοζήλευτη σε μια εποχή με τόση ανεργία, αλλά εσένα σου προκαλεί έναν αφόρητο κόμπο στο στομάχι. Οι γονείς σου έκαναν θυσίες για να σε σπουδάσουν, αλλά η Νομική δεν σε εκφράζει καθόλου και τώρα ήρθε η ώρα να ρητορεύσεις ενώπιον ενόρκων για εκείνο που πραγματικά θέλεις να κάνεις στη ζωή σου. Οταν βρίσκεις τον εαυτό σου σε λάθος δρόμο, το «όχι» είναι απαραίτητο αν δεν θέλεις να εκτροχιαστείς. Ολοι έχουμε ένα μικρό ανθρωπάκι μέσα μας που λέει «ναι» σε όλα, που πάσχει από το σύνδρομο της μαζορέτας και θέλει να είναι αρεστό σε όλους. Ηρθε η ώρα να κάνεις μια μεγάλη κουβέντα μαζί του.
*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014
Τηλέφωνο είχε ή σε κανένα θάλαμο του ΟΤΕ με κερματοδέκτη με εκείνες τις μάρκες τις χαραγμένες, ή στο περίπτερο της γειτονιάς, που είχε κρεμασμένα με μανταλάκια τα περιοδικά μας ο Μικρός Ηρωας κι ο Μικρός Σερίφης, κι ακόμα το Ρομάντζο, το Πάνθεον, το Ντομινό, η Βεντέττα, το Πρώτο, το Εμπρός.
Ακόμα ζητάω τη σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου του ταλήρου, ή τις πρώτες γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, ακόμα θυμάμαι το Γλυφιτζούρι κοκοράκι, το μαλλί της γριάς στα πρόχειρα λούνα παρκ, το φρεσκοψημένο ποπ κορν , τις καραμέλες γάλακτος τις τυλιγμένες στο χρυσό χαρτί, τις κατακόκκινες καραμέλες τσάρλεστον ,το πεστίλι πέτσα βερίκοκο , το αυθεντικό παστέλι, και το κάτασπρο μαντολάτο. Ακόμα θυμάμαι τη γεύση απ το καλαμπόκι και τα κάστανα και συγκινούμαι όταν βλέπω καστανάδες, λίγους πια και καλαμποκάδες σε κανα πανηγύρι.
Τα αστικά λεωφορεία Σκανια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish Leyland και ΗΙΝΟ, είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη με μπλέ δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Βόγκαγαν κάθε φορά που ο οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Καμμιά φορά είχε και μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη μηχανή που ήταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα. Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το κλασσικό γκρί καπέλο με το γείσο, ένα πρωτόγονο μικρόφωνο κι έλεγε τις στάσεις ή φώναζε τέρμα τα μία και είκοσι. Θυμάστε εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα και που τώρα τελευταία ξανάγιναν της μόδας;
Τα κίτρινα τρόλευ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές, κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλλα που έκοβε τα εισιτήρια.
Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες. Κι οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Σύνταγμα» τους έκοβαν το μεροκάματο.
Ποιος να έχει τότε Ι.Χ Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή μεταχειρισμένα Consoul Cortina, Hansa, Wartburg, FIAT 1100, Opel Olympia. Θυμάστε τα Anglia , τα Peugeot 403, τα Renault 10 ή το Simca 1000, με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα.
Το γάλα μας το έφερνε ο γαλατάς ή μέσα σε γυάλινα μπουκάλια με αλουμινένια καπάκια ή μας το άδειαζε από μεγάλες καρδάρες στην κατσαρόλα στην εξώπορτα.
Οι κολώνες του πάγου που τις έφερνε ο παγοπώλης με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του και τις κουβάλαγε με εκείνο το περίεργο εργαλείο γάντζο, αργοέλιωναν στο κεφαλόσκαλο. Και η βρύση του ψυγείου είχε στο στόμιο της τυλιγμένο ένα λευκό τουλπάνι σα φίλτρο. Που ηλεκτρικά ψυγεία. Αργότερα θυμάμαι κάτι ΠΙΤΣΟΣ ΙΖΟΛΑ και ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ.
απο : http://www.psychologynow.gr
Τα πρώτα χρόνια μετά το 1950, μερικοί ερευνητές από το επιτελείο ενός μεγάλου ψυχιατρικού νοσοκομείου ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα για ορισμένη παρατήρηση, που έκαναν σχετικά με τη συμπεριφορά σχιζοφρενών ασθενών του ιδρύματος. Ενώ πιστεύεται, γενικά, πως ο σχιζοφρενής αντιδρά στη δική του κλειστή εσωτερική εικόνα του κόσμου και πως βρίσκεται εκτός επαφής με την πραγματικότητα, οι παρατηρητές αυτοί πρόσεξαν ότι συχνά ο ασθενής, που δέχεται την επίσκεψη της μητέρας του στο νοσοκομείο, δείχνει μεγάλη αναστάτωση για πολλές ημέρες. Αναρωτήθηκαν τι γίνεται ανάμεσα στον ασθενή και στη μητέρα. Προφανώς η οξεία διαταραχή δεν προερχόταν από τη φανταστική ζωή του αρρώστου. Στο νοσοκομείο λοιπόν, έβαλαν μαζί μερικούς σχιζοφρενείς με τις μητέρες τους και παρατήρησαν για ένα διάστημα την αλληλεπίδρασή τους.
Είδαν κάτι συγκλονιστικό. Ο άρρωστος όχι μόνο δεν ήταν «εκτός επαφής», αλλά συμμετείχε ολόψυχα σε ένα πολύπλοκο και διαταραγμένο τύπο επικοινωνίας με τη μητέρα του. Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις τους ήταν πως, ενώ η επικοινωνία ανάμεσα στο σχιζοφρενή και στη μάνα του φαινόταν να πραγματοποιείται σε δύο πεδία, το ρηματικό και το βουβό, τα μηνύματα του ενός πεδίου έρχονταν πολλές φορές σε σύγκρουση με τα μηνύματα του άλλου.
Έτσι, την ημέρα του επισκεπτηρίου στο νοσοκομείο ο σχιζοφρενής βλέπει τη μάνα του να έρχεται κοντά του και χαμογελάει πλατιά από τη χαρά του. Ανοίγει τα μπράτσα του για να την αγκαλιάσει. Η μητέρα τον αφήνει να την αγκαλιάσει, αλλά αισθάνεται δυσφορία από τη σωματική επαφή και συμμαζεύεται λίγο, ενώ του μιλάει θερμά όπως και εκείνος, καθώς την υποδέχεται. Ο γιος, νιώθοντας τη βουβή απόρριψη του από τη μητέρα του, αποτραβιέται. Κι εκείνη του λέει ψυχρά: «Τι έπαθες; Δε χαίρεσαι που με βλέπεις;» Σαστίζει τότε ο γιος και κοιτάζει σαν χαμένος.
Στην περίπτωση αυτή ο γιος βρέθηκε σε διπλή πίεση, όπως την ονόμασαν από τότε, παγιδευμένος δηλαδή ανάμεσα σε δύο αλληλοσυγκρουόμενα μηνύματα. Αν ανταποκρινόταν στα θερμά λόγια της μάνας, θα αναγκαζόταν να αγνοήσει τη βουβή ψυχρότητα. Ανταποκρίθηκε στο βουβό μήνυμα, που το κύρος του όμως αρνήθηκε η μητέρα. Δεν μπορούσαν να μιλήσουν για το διφορούμενο στοιχείο στη σχέση τους και δεν μπορούσε ο γιός να αποφύγει να ανταποκριθεί με τρόπο που του προκαλούσε σύγκρουση. Έτσι έπαθε σύγχυση στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει τη διφορούμενη θέση του.
Κι οι ερευνητές μπήκαν σε μία συναρπαστική περιοχή, όπου τη σχιζοφρενική συμπεριφορά άρχισαν να τη βλέπουν κυρίως σαν μία πολύ διαταραγμένη μορφή επικοινωνίας ανάμεσα στη μάνα και στο παιδί. Ενώ αυτή η συγκεκριμένη έρευνα εξελισσόταν στη γνωστή πια σήμερα σχολή επικοινωνίας των οικογενειακών θεραπευτών και ερευνητών, ορισμένες άλλες θεωρητικές προσεγγίσεις συγκεντρώθηκαν την ίδια εποχή στη σχέση μητέρας και παιιδού. «Ανακαλύψαμε», λέει ο Τζέι Χέιλυ, ένας από τους πιο οξυδερκείς ερευνητές στον τομέα της οικογένειας, «πως οι σχιζοφρενείς έχουν μητέρα!». Και για μεγάλο διάστημα έβλεπαν τη σχέση μάνας παιδιού σαν τον καθαυτό ένοχο για τη «φρενοβλάβεια». Κάποιος ψυχίατρος μεταχειρίστηκε τον όρο «σχιζοφρενογόνος μητέρα» – δηλαδή μάνα δημιουργός σχιζοφρενούς παιδιού – κι ένας άλλος την είπε «διεστραμμένη μάνα». Οι μητέρες βέβαια πολύ αγάπησαν αυτήν την περιόδο της ψυχιατρικής…
Ωστόσο, οι ερευνητές ανακάλυψαν πως είχαν ιδιαίτερη σημασία και οι διαταραχές στη σχέση του πατέρα με το παιδί. Στις οικογένειες αυτές κατά κανόνα οι πατεράδες κρατούσαν τα παιδιά τους σε μεγάλη απόσταση και δεν συνδέονταν μαζί τους, αφήνοντας να κυριαρχεί η μητέρα με την υπερβολική της ανάμιξη στη ζωή των παιδιών. Γιατί οι πατεράδες έμεναν τόσο μακριά από τα παιδιά και τόσο άβουλοι σε ό,τι τα αφορούσε; Οι ερευνητές δεν το ξεκαθάρισαν, πάντως όμως διαπιστώθηκε πως «οι σχιζοφρενείς είχαν και πατέρα», όπως είπε ο Χέιλυ.
Τότε η έρευνα έφτασε σε μία πολύ ενδιαφέρουσα διαπίστωση. Από τη μελέτη των οικογενειών των σχιζοφρενών φάνηκε καθαρά, ότι σχεδόν σε κάθε περίπτωση προϋπήρχαν από καιρό σοβαρότατες δυσκολίες στη συζυγική ζωή των γονέων. Και μάλιστα τα ψυχωτικά επεισόδια του «αρρώστου» φαίνονταν να συνδέονται με τους κύκλους της συζυγικής σύγκρουσης. Όταν οι γονείς μπλέκονταν σε μία μάχη ακόμα μεταξύ τους και καθώς αυτή φούντωνε, ο γιος (ή η κόρη) άρχιζε να παρουσιάζει ψυχωσικά συμπτώματα. Μόλις κλεινόταν σε νοσοκομείο, οι δικοί του σταματούσαν τις εχθροπραξίες για να γίνουν και πάλι γονείς «ενός άρρωστου παιδιού». Η ψύχωση του παιδιού, έμοιαζε να ‘χει ένα πολύ πρακτικό αποτέλεσμα: βοηθούσε τους δύο γονείς να ξεπεράσουν τη σύγκρουση τους προσφέροντας και στους δύο έναν τρόπο για να την αποφύγουν. Με τις περιοδικές υποτροπές της «νόσου» φαινόταν να διατηρείται η σταθερότητα της οικογένειας.
Συνεχίζοντας αυτή την έρευνα οι επιστήμονες άρχισαν να σκέφτονται διαφορετικά για την οικογένεια. Δεν την κοίταζαν πια σαν σύναξη ατόμων, αλλ΄άρχισαν να την αντικρίζουν σαν να έχει την ίδια περίπου ολοκληρωμένη οργάνωση με ένα βιολογικό οργανισμό. Η οικογένεια λειτουργούσε σαν ενότητα, σαν «σύνολο» με δική της δομή, δικούς της κανόνες και στόχους.
Με άλλα λόγια, οι παρατηρητές άρχισαν να βλέπουν την οικογένεια σαν σύστημα. Και τι είναι σύστημα; Η θεωρητικός της οικογενειακής θεραπείας Λυν Χόφμαν σχολιάζει: «Το ερώτημα, τι είναι σύστημα, είναι αρκετά ενοχλητικό. Σύμφωνα με τον πιο συνηθισμένο, καθώς φαίνεται ορισμό του, σύστημα είναι κάθε ενιαίο σύνολο, που τα μέρη του συμμεταβάλλονται σε εξάρτηση μεταξύ τους και που κρατάει την ισορροπία του με αδιάκοπες επανορθωτικές ενέργειες». Πραγματικά ενοχλητικό: είναι «κάτι» που αποτελείται από διάφορα μέρη και αυτά τα μέρη συμπεριφέρονται ακολουθώντας ορισμένη, γνωστή σχέση μεταξύ τους, δημιουργώντας ένα πλέγμα, που διατηρεί μία σταθερή ισορροπία κάνοντας αλλαγές στον εαυτό του.
Ίσως ένα παράδειγμα, παρμένο από έναν οικογενειακό θεραπευτή, τον Πολ Βατζλάβικ, να δείξει πιο καθαρά, τι σημαίνει σύστημα. Ας υποθέσουμε ότι μελετάμε τον πληθυσμό των λαγών σε μία περιοχή. Ύστερα από μετρήσεις για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, σημειώνουμε περιοδικές διακυμάνσεις στην καμπύλη της πυκνότητας. Τη μία υπάρχει αφθονία λαγών, την άλλη έλλειψη. Οι διακυμάνσεις εμφανίζονται τόσο κανονικές, ώστε οφείλουμε να αναζητήσουμε τους λόγους. Για να τους βρούμε, μπορούμε ή να συνεχίσουμε τη μελέτη των λαγών ή να κοιτάξουμε να βρούμε άλλες μεταβλητές, άλλες επιδράσεις γύρω από αυτά τα τρωκτικά, οι οποίες ίσως να αυξομειώνουν τον πληθυσμό τους.
Έπειτα από σχετικές αναζητήσεις, μας έρχεται κάποτε η ιδέα να σχηματίσουμε το διάγραμμα του πληθυσμού των αλεπούδων στην ίδια περιοχή. Και φτάνουμε στην ενδιαφέρουσα διαπίστωση μίας παρόμοιας κίνησης του πληθυσμού, μόνο που όταν οι αλεπούδες φθονούν ο πληθυσμός των λαγών αραιώνει και το αντίστροφο. Τελικά, καταλαβαίνουμε τι γίνεται. Καθώς οι άφθονοι λαγοί θερίζονται από τις αλεπούδες, ελαττώνεται η κατάλληλη για αυτούς τροφή και έτσι ελαττώνεται και ο πληθυσμός τους. Η ελάττωση των αλεπούδων επιτρέπεται να μεγαλώσει ξανά ο πληθυσμός των λαγών, αλλά τότε αυξάνονται και πάλι οι αλεπούδες, καθώς βρίσκουν περισσότερη τροφή. Και ο κύκλος επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά.
Στο παράδειγμα αυτό σημειώνεται μία ενδιαφέρουσα μετατόπιση του συλλογισμού, παρόμοια με εκείνη που έγινε στον τρόπο με τον οποίο οι ερευνητές σκέπτονταν για την προέλευση της σχιζοφρένειας. Και στις δύο περιπτώσεις οι ερευνητές προχώρησαν από τη μελέτη του συγκεκριμένου ατόμου ή είδους στη μελέτη των σχέσεων, που φαίνονταν να επηρεάζουν το θέμα της έρευνας. Αντί να σκεφτόμαστε ένα είδος, το λαγό, βαλθήκαμε να εξετάζουμε τις σχέσεις τις διαμορφωμένες μέσα στο οικολογικό σύστημα. Κι οι ερευνητές στο νοσοκομείο μετατόπισαν το επίκεντρο της έρευνάς τους από το σχιζοφρενικό άτομο στα πλέγματα αλληλεπιδράσεων μες στην οικογένειά του και ανακάλυψαν ότι το διάγραμμα οξείας διαταραχής του αρρώστου – όπως οι διακυμάνσεις του πληθυσμού των λαγών – γινόταν πολύ πιο ευνόητο, όταν εξεταζόταν σε σχέση με άλλες, «εξωτερικές» δυνάμεις.
Φυσικά, ο κύκλος αλεπούς-λαγού στο λιβάδι αποτελεί μέρος ενός πολύ ευρύτερου συστήματος, όπου περιλαμβάνονται το έδαφος, ο καιρός, τα έντομα και τα άλλα ζώα και φυτά της περιοχής. Και η οικογένεια είναι σύστημα πολύ πιο πολύπλοκο από το τρίγωνο άντρας-γυναίκα-παιδιού. Υπάρχει όμως, σαν κοινό σημείο αναγωγής, η ιδέα του συστήματος, ιδέα αληθινά συναρπαστική.
———————————–
Πηγή: Οικογένεια μαζί όμως αλλιώτικα, κεφ. “Η έννοια του συστήματος”, Αύγουστος Υ. Νάπιερ – Καρλ Χουίτεκερ, Εκδόσεις Κέδρος, 1987
Ο “Άρτος Ζωής” προσφέρει δωρεάν συστηματική διδασκαλία της βιβλικής εβραϊκής και γλωσσών της χριστιανικής Μέσης Ανατολής (συριακή και κλασική αρμενική) και τη φετινή χρονιά.
Από το ακαδημαϊκό έτος 2011-12 και κάθε χρόνο, από τον Οκτώβριο έως τον Μάιο, τα μαθήματα βιβλικής εβραϊκής γλώσσας συνεχίζονται, σε δύο πλέον επίπεδα, για αρχάριους και προχωρημένους. Από τον Ιανουάριο του 2014 προσφέρονται μαθήματα συριακής γλώσσας. Επίσης, από το καλοκαίρι του 2013 προσφέρονται δωρεάν καθημερινά υπερεντατικά μαθήματα συριακής και βιβλικής εβραϊκής γλώσσας (Ιούλιος 2013 και Ιούλιος 2014) και κλασικής αρμενικής (Ιούλιος 2013).
Για πληροφορίες σχετικά με τα μαθήματα (πρόγραμμα, προϋποθέσεις παρακολούθησης, αιτήσεις συμμετοχής) δείτε τον σύνδεσμο http://www.artoszois.gr/index.php/2014-06-30-14-42-35
Από το www.greek-language.gr
