Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Φεβρουαρίου 2015

Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.

Όχι δεν είμαι λυπημένη.
 
Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.

Όχι δεν είμαι λυπημένη.
 
Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ΄αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.
 
Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από΄κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από΄δω, έχασα κι από΄κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ΄λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.
 

Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει

Μαρία Ανδρεάδου στις 4 Φεβρουαρίου 2015
«Βολικέ φόβε, φοβάμαι μη σε χάσω» [Πηγή: www.doctv.gr]
Στον συστήνουν οι γονείς σου κατά το πρώτο διάστημα της ζωής σου, τη ρυθμιστική περίοδο της γνωριμίας σου με τον πλανήτη, ενώ καθώς μεγαλώνεις, μαθαίνεις να ζεις μαζί του. Φοβάσαι το σκοτάδι, το πολύ φως, το ύψος, το κενό, το αεροπλάνο, τα κενά στο αεροπλάνο. Την ταχύτητα, φοβάσαι το άγνωστο, φοβάσαι αυτό που γνωρίζεις πολύ καλά, φοβάσαι.
Γοητευτικέ μου φόβε, περπατάς δίπλα μου. Πολλές φορές προπορεύεσαι και προηγείσαι. Αν θα μπω στο μετρό, αν θα κατέβω στο υπόγειο πάρκινγκ, αν θα καθίσω στον διάδρομο του θεάτρου ή θα φύγω από την παράσταση. Γοητευτικέ μου φόβε, έμαθα να σου μοιάζω, να σε νοιάζομαι. Έγινες η ζωή μου, όρισες τα μικρά και τα μεγάλα: από μια βόλτα με σκάφος μέχρι το ταξίδι με το αεροπλάνο. Βολικέ μου φόβε,είσαι ο λόγος που ζω, είσαι ο δίδυμος αδερφός του εγωισμού.
Εγωισμός ή φόβος; Βρίσκεσαι δίπλα στην πιο όμορφη παραλία του Ιονίου, αλλά δεν θα μπεις στο βαρκάκι για να πας. Δεν θα πάει η παρέα, δεν σε νοιάζει. «Δεν φοβάμαι ακριβώς, φοβάμαι μήπως φοβηθώ».Με την επιλογή σου ορίζεις τις επιλογές των ανθρώπων γύρω σου. Ο φόβος σου γίνεται ιστός που στολίζει τις σχέσεις σας.
Όλα περνούν από το φίλτρο του, είναι η δικαιολογία που όλοι αναγνωρίζουν και που εσύ προτάσσεις πρώτη. Βολικέ φόβε, φοβάμαι μη σε χάσω. Σε αγαπώ τόσο. Εσύ; Θα είσαι μαζί μου για πάντα; Θα μου δικαιολογείς τα λάθη; Θα με κρατήσεις στον αμνιακό σου σάκο;
Έρχονται στιγμές που ο εγωισμός θα κάνει πίσω. Ο φόβος θα κάνει πίσω. Σε μια κρίση που σε ξεπερνά, σε μια απώλεια. Σε οτιδήποτε δεν περιστρέφεται γύρω από σένα. Μια αναγκαστική διαδρομή ως συνεπιβάτης σε ασθενοφόρο στην Ντόχα, μισή μέρα σ’ ένα νοσοκομείο που άνδρες και γυναίκες δεν συναντιούνται. Εσύ έχεις την ευθύνη της γυναίκας που αναζητάς και δεν βρίσκεις. Κοιτάζεις γύρω σου κι ο φόβος δεν υπάρχει. Δεν σε παράτησε, κρύφτηκε για λίγο. Φοβάται πιο πολύ από σένα.
Τέσσερις μήνες κουβαλούσα μια κήλη στον δίσκο ανάμεσα στους σπονδύλους Ο4 και Ο5. Στις πιο όμορφες επαγγελματικές μου στιγμές, σε ταξίδι στο εξωτερικό, σε φιλικές βραδιές. Πόνος πολύς, δεν λέω,αλλά και κύριος λόγος για να ορίζω τη ζωή των άλλων: πού θα κάτσω, πώς θα πάω, πώς θα με ρωτήσουν όλοι. Φόβε, που ξέρεις ότι είσαι ο φόβος του χειρουργείου, έγινες κήλη που κατσικώθηκες στο νεύρο μου και μου απαγορεύεις το περπάτημα. Σε προτιμώ, προτιμώ να σ’ έχω, αποτελείς μια δικαιολογία. Είσαι η δικαιολογία μου για ό,τι δεν κάνω.
Αγαπημένε φόβε, να σε συστήσω με έναν επιστήμονα. Που χωρίς δεύτερη κουβέντα θα σε διώξει: το χειρουργείο θα γίνει, είναι απλό, θα διαρκέσει 4,5 ώρες. Η κήλη που θα αφαιρούσε, είχε ήδη σπάσει και κομμάτια της θα καθίσουν σε άλλα νεύρα. Το χειρουργείο ολοκληρώθηκε, κολλήθηκες, ξύπνησες, όλα πήγαν καλά. Η ενηλικίωση έρχεται όταν το επιλέξεις. Όταν αισθανθείς ότι ο φόβος δεν σε κάνει ξεχωριστό, σε διατηρεί παιδί. Ένα ναρκισσιστικό, ανώριμο και κακομαθημένο παιδί.
Φόβε, να σου συστήσω τον βράχο. Με λέει ήρωα αλλά δεν ξέρει ότι είναι η δική μου ηρωίδα. Πάντα.
Δημήτρης Παπαδόπουλος  [Πηγή: www.doctv.gr]
Κυριακή Ψαρρού στις 2 Φεβρουαρίου 2015

Μετά το 1ο άρθρο μου πάνω στη ψυχαναλυτική ματιά της Φρανσουά Ντολτό πάνω στη παραβολή του Ιησού για τον Άσωτο Υιό, συνεχίζω με το 2ο άρθρο όπου καταγράφω μέρη από το διάλογο της Ντολτό με τον Ζεράρ Σεβερέν. Υπενθυμίζω ότι ο τίτλος του βιβλίου είναι “Φρανσουάζ Ντολτό, Ζεράρ Σεβερέν, Τα Ευαγγέλια και η πίστη – Ο κίνδυνος μια ψυχαναλυτικής ματιάς”, εκδόσεις Εστία.

Ζεράρ Σεβερέν (Ζ.Σ.): Ο πρωτότοκος έχει δίκιο να είναι θυμωμένος: δεν είναι ζωή η μονότονη ζωή του. Ο πατέρας του, γεμάτος χαρά, του λέει: “Όλα τα δικά μου είναι και δικά σου”. Σπουδαίο πράγμα… θα μπορούσε να είχε δώσει στο γιο του ένα κατσικάκι, να γιορτάσει κι αυτός με τους δικούς του φίλους. Υπερβάλλει. Από την άλλη μεριά, αυτός ο γιος είναι υπόδειγμα γιου. Όπως λέει κι ο ποιητής: “Θέλει πολλήν αγάπη για να φτάσεις στην απόφαση να ζεις απλά, με έργα ταπεινά κι ανιαρά”. Ο πρωτότοκος δούλευε πάντα αδιαμαρτύρητα και τώρα έχει κάθε λόγο να είναι θυμωμένος. Αυτός είναι αληθινός γιος, έδειξε “πολλήν αγάπη” για έργα που είναι “ταπεινά κι ανιαρά”.
 
Φρανσουάζ Ντολτό (Φ.Ν.): Ναι… Είναι, όπως λένε, πολύ αξιέπαινος! Με αξίες όπως Δουλειά, Οικογένεια, Πατρίδα… Είναι καλός γιος σύμφωνα με τους τύπους και τις προσδοκίες του πατέρα του. Όντως, ένας πατέρας θέλει να είναι εργατικό το παιδί του, να έχει πνεύμα της οικογένειας και να μένει κόντά στο πατρικό του. Έτσι έκανε ο πρωτότοκος.
    Συμφωνεί σε όλα με το πατέρα του, κι εκείνος είναι πολύ δεμένος με το γιο του: “Εσύ πάντοτε ήσουν μαζί μου και όλα τα δικά μου είναι δικά σου”. Οι ζωές τους αλληλοσυμπληρώνονται, σχεδόν συγχέονται. Ο πρωτότοκος είναι, θα έλεγε κανείς, μέρος, προέκταση του πατέρα. Πάντα πειθήνιος, καμία ρήξη. Δεν διαμαρτυρόταν ποτέ. Πάντα υποταγμένος, δούλευε. Έμοιαζε ευτυχισμένος, σε αρμονία με το πεπρωμένο του. Όμως… όμως…
     Ο πατέρας του είχε σίγουρα μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, είχαν πολύ περισσότερα κοινά σημεία οι δυο τους. Σ’ αυτόν είχε στηρίξει τις ελπίδες του: “Ότι είναι δικό μου είναι και δικό σου. Είσαι ο πρωτότοκος. Σε σένα στηρίζομαι. Εσύ θα κληρονομήσεις μετά την περιουσία”.
Και ξαφνικά, ο πρωτότοκος αρχίζει να ζει τη ζωή του τη στιγμή που ο πατέρας του τον ξεχνά κάπως, ανακαλύπτοντας ότι είναι πατέρας και του μικρότερου. Είναι καταπληκτικό!
Ζ.Σ.: Μα γιατί δεν ζήτησε να πάνε να φωνάξουν και τον πρωτότοκο γιο στη γιορτή;
Φ.Ν.: Ο πρωτότοκος γιος είναι στα χωράφια, ο πατέρας στο σπίτι. Ξαναβρίσκει έναν γιο που ήταν νεκρός και τώρα ζει. Ανακαλύπτει ότι είναι πάλι πατέρας. Είναι τέτοια η ευτυχία του που δεν μπορεί να περιμένει. Θέλει να χαρεί και να γιορτάσει αμέσως με αυτόν το γιο που ήλθε να του αποκαλύψει την πατρική του “φλέβα”. Ακτινοβολεί από τη χαρά του. Τη δείχνει και τη μοιράζεται με όσους βρίσκονται εκεί.
    Ξαφνικά, φθάνει ο πρωτότοκος. Και τότε, σιγά σιγά, βγάζει το προσωπείο: στρέφεται εναντίον του πατέρα του, “του έχουν έρθει τα πάνω κάτω”, όπως λένε.
    Ως τότε, βλέπετε, ζούσε υποταγμένος στην “ανάγκη”, καλός γιος, δούλευε για να παράγει, έτρωγε για να καταναλώνει. Υπάκουος γιος.
    Με την επιστροφή του άσωτου αδελφού, αλλάζει: τον κυριεύει ο θυμός ενάντια στον πατέρα του. Είναι “εκτός εαυτού”, δηλαδή απορρίπτει ανοιχτά τον αδελφό του, τον κατηγορεί ότι ήταν συνεχώς στη καλοπέραση, σπάταλος και, για πρώτη φορά στη ζωή του, απορρίπτει ανοιχτά και τον πατέρα του.
Ξαφνικά, στη θέα του πατέρα και του μικρού αδελφού, αφήνει να ξεσπάσει η ζήλεια του. Δεν αντέχει άλλο να καταπιέζονται οι επιθυμίες του εν αναμονή μιας κληρονομιάς που δεν θα ήταν υποχρεωμένος να μοιραστεί.
    Και πάνω στο θυμό του, κατηγορεί τον πατέρα του ότι τον εκμεταλλεύτηκε, ότι ποτέ δεν του πρόσφερε ένα κατσικάκι να πάει να γιορτάσει με τους φίλους του. Αλλά μήπως το είχε ποτέ ζητήσει;
Ζ.Σ.: Άλλωστε, χρειαζόταν έγκριση; Ότι άνηκε στον πατέρα του δεν ήταν και δικό του;
Φ.Ν.: Η καρδιά του ήταν στεγνή κι εγωιστική. Δεν είχε φίλους που να τους αγαπά τόσο ώστε να “χάνει χρόνο και χρήμα” μαζί τους. Στη ζωή του, μόνο το ωφέλιμο. Καθόλου χώρος για χαρά, έκπληξη, συνάντηση με τον άλλο, κίνδυνο… ναι, τον κίνδυνο να χάσει, αλλά… να χάσει τι; Τη ζωή του; (Ξαφνικά, αντιλαμβάνεται ότι έχει περάσει δίπλα της).
Ζ.Σ.: Ο μικρός αδελφός παίρνει την ελευθερία του. Και τι την κάνει:
Φ.Ν.: Καταστρέφεται, ξοδεύεται, παραστρατεί, ρημάζεται, χαραμίζεται, καταρρέει. Απαρνιέται τον πατέρα του, απαρνιέται την οικογένειά του, απαρνιέται όλη την περασμένη του ζωή. Είναι κρίση, ένας παροξυσμός απάρνησης. Γι’ αυτό ήταν νεκρός για τον πατέρα του.
   Πήρε την ελευθερία του, ο πατέρας το δέχτηκε, το σεβάστηκε. Η πράξη του θα μπορούσε να τον βοηθήσει να σταθεί υπεύθυνα στη ζωή του, δίχως να μείνει πανομοιότυπο του μεγάλου του αδελφού ή πιστό αντίγραφο του πατέρα του. Όμως βαθιά στην καρδιά του, η ελευθερία που έπαιρνε ήταν από αντίδραση, από άρνηση. Αφήνοντας την παιδική ηλικία του, απορρίπτει ότι έχει σχέση με την οικογένειά του, ότι παράδειγμα του έχει δοθεί.
Ζ.Σ.: Ο νεαρός αυτός άσωτος έφτασε ως την “κόλαση” του ίδιου του του εαυτού!
Φ.Ν.: Ναι, έχουμε ανάγκη την ευχαρίστηση, αλλά αυτό που μας διαμορφώνει είναι η οδύνη, όχι η ευχαρίστηση. Το ίδιο συμβαίνει με όλους μας: πρέπει να πεθάνουμε σε κάτι για να φθάσουμε στην υπόσταση του επιθυμούντος με πραγματική επιθυμία, πέραν της ανάγκης, και με την αγάπη μόνο οδηγό.
   Έτσι, το παιδί αφήνει το μαστό που του δίνει η μητέρα, για να ανακαλύψει το χαμόγελό της, την παρουσία της, την αγάπη αυτής που το περιβάλλει.
   Έτσι, σιγά σιγά, ανακαλύπτει ένα πρόσωπο, τη μητέρα του, και συγχρόνως αναγνωρίζει τον εαυτό του παιδί της, συγχρόνως γεννιέται, γίνεται πρόσωπο κι αυτό το ίδιο. Θα ανακαλύψει ότι, από την κατανάλωση, τις ανάγκες και από την περιορισμένη ευχαρίστηση που προσφέρουν, πιο ισχυρές είναι η λεπτή ψυχική ευαισθησία και η ζεστασιά των συναισθημάτων που κάνει να συντονίζονται οι καρδιές.
Ζ.Σ.: Έτσι ο γιος γίνεται, θα λέγαμε, πατέρας του εαυτού του. Παύει να είναι το προκομμένο παιδί που ξεπατικώνει τη ζωή των άλλων. Κι αυτό διότι ανακάλυψε έναν πατέρα που του έδωσε τη δυνατότητα να μη μένει παιδί, να ζήσει την εμπειρία που του υπαγόρευε η επιθυμία του.
Φ.Ν.: Λέτε ότι είναι ιδιοτελής! Ξέρετε όμως ότι ένας αδελφός δεν “οφείλει” να αγαπά τον αδελφό του, το παιδί δεν “οφείλει” να αγαπά τους γονείς του, ο δεκάλογος απαιτεί να τους τιμά. Οι υγιείς γονείς αγαπούν τα παιδιά τους, αλλά τα παιδιά δεν έχουν καμία υποχρέωση να αγαπούν τους γονείς τους. Όταν γίνουν κι αυτά γονείς, θα αγαπήσουν με τη σειρά τους τα δικά τους παιδιά. Τότε, με τον πόνο που θα τους προκαλέσει αυτή η αγάπη, ίσως καταλάβουν τους γονείς τους…
    Κατά τη γνώμη μου, μία είναι η αμαρτία: η αμαρτία απέναντι στην επιθυμία μας. Αυτό είναι το αμάρτημα του πρωτότοκου.
     Ο μικρός αδελφός δεν είχε αμαρτήσει απέναντι στο πατέρα του ούτε απέναντι στο Θεό φεύγοντας από το πατρικό. Αισθάνθηκε όμως αμαρτωλός, αμάρτησε στη συνέχεια διότι, ζώντας την επιθυμία του, υπέκυψε στους πειρασμούς και έδρεψε αποτυχία και απόγνωση.
    Είχε φύγει θριαμβευτικά, με το μερίδιό του από την πατρική περιουσία, με σχέδια και με ελπίδες. Τώρα, επιστρέφει γεμάτος ντροπή. Και το “βουλώνει”. Αμαρτάνοντας, βουλώθηκε έξω από τον ουρανό και από τον πατέρα του, έξω από την ηθική και τη γεννετική τάξη: ως προς αυτό, μέσα στη χαρά του που τον ξαναβρήκε, ο πατέρας εξαγοράζει την αξιοπρέπεια του γιου του, του γιου που τα έπαιξε όλα για όλα και τα έχασε. Αυτό προκαλεί τον οργή του άλλου γιου, που δεν είχε ρισκάρει τίποτα.
    Το ξαναλέω, για μένα η μόνη “αμαρτία” είναι να μην τολμά κάποιος να ζήσει την επιθυμία του. Η άλλη αμαρτία, περισσότερο αφέλεια παρά “αμαρτία”, είναι να αμφισβητούμε την αγάπη που τρέφει για εμάς ο Θεός όταν δεν αγαπάμε πια τον εαυτό μας, και να εξοργιζόμαστε με την αγάπη του Θεού για τους αντίζηλούς μας που δεν την αξίζουν.
    Τα παιδιά οφείλουν να απελευθερωθούν, να εμφανίσουν,όπως λέμε στη φωτογραφία, τον δικό τους εαυτό για να προσθέσουν τη δική τους, μοναδική αλήθεια στη αργή ωρίμανση του σύμπαντος.
www.miaallilogiki.blogspot.gr
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Φεβρουαρίου 2015

“ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ” ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας

πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών

στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε

χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα

ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.

Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων

δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα

μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.

 

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας

πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα

από λιμάνι σε λιμάνι;

 

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας

τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,

κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας

κι εκείνης της θάλασσας,

χωρίς αφή

χωρίς ανθρώπους

μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας

ούτε δική σας.

 

Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά

κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε

λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά

ένα ελάχιστο διάστημα.

 

“ΗΜΟΝΑΞΙΑ” ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ

Η μοναξιά…

δεν έχει το θλιμένο χρώμα στα μάτια

της συννεφένιας γκόμενας.

Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα

κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών

και στα παγωμένα μουσεία.

Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλαιών «καλών» καιρών

και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς

μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.

Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια

βοϊδίσο βλέμα κοφτούς αναστεναγμούς

κι ασορτί εσώρουχα.

Η μοναξιά.

Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά

και μετριέται πιάτο-πιάτο

μαζί με τα κομμάτια τους

στον πάτο του φωταγωγού.

Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά

Μπουρνάζι – Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά

Τούμπα – Σταυρούπολη – Καλαμαριά

Κάτω από όλους τους καιρούς

με ιδρωμένο κεφάλι.

Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ’ αλυσίδες τα τζάμια

κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής

βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία

είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές

ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες

πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα

στα σκλαβοπάζαρα της γης – εδώ κοντά είναι η Κοτζιά

ξυπνήστε πρωί.

Ξυπνήστε να τη δείτε.

Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα

το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους

και τα τελευταία

ατελείωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝ

στα γατζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.

Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο

που ξεπουλάν τη φάρα της

χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο

κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της

ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.

Η μοναξιά

η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω

είναι τσεκούρι στα χέρια μας

που πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει.

 

 

“ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ” ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ

 

Είμαι φτηνός, πολύ φτηνός, είμαι φτηνός για λίγα ψίχουλα μπορώ να γίνω δούλος καθενός.

Είμαι φριχτός, πολύ φριχτός, είμαι φριχτός την καταδίκη σας αξίζω να υπομένω διαρκώς.

Είμαι φτωχός, πολύ φτωχός, είμαι φτωχός για την αρρώστια μου αυτή δε θα βρεθεί ποτέ γιατρός

. Θεέ μου που μας ορίζεις κι όλους μας βλέπεις ένα δεν είναι όπως νομίζεις δεν είναι όλα όπως νομίζεις εδώ κάτω μοιρασμένα δεν είναι όλα, δεν είναι όλα, δεν είναι όλα μοιρασμένα.

Μα εσύ που μας φροντίζεις σαν πρόβατα σφαγμένα στείλε μου αν θέλεις λίγη, μόνο λίγη, τόση δα, δικαιοσύνη και για μένα.

Είμαι μικρός, πολύ μικρός, είμαι μικρός και μες στα μάτια σου φαντάζω κάθε μέρα πιο μικρός.

Είμαι νεκρός, σχεδόν νεκρός, είμαι νεκρός τη θεραπεία σας αντέχω να υπομένω διαρκώς.

Είμαι ζεστός, πολύ ζεστός, είμαι ζεστός μέσα απ’ τα στήθια μου φυσάει ένας άνεμος καυτός.

Θεέ μου που μας ορίζεις κι όλους μας βλέπεις ένα δεν είναι όπως νομίζεις, δεν είναι όλα όπως νομίζεις εδώ κάτω μοιρασμένα δεν είναι όλα, δεν είναι όλα, δεν είναι όλα μοιρασμένα.

Μα εσύ που μας φροντίζεις σαν πρόβατα σφαγμένα στείλε μου αν θέλεις λίγη μόνο λίγη, τόση δα, δικαιοσύνη και για μένα..

 

 

“ΔΙΝΩ ΤΟ ΧΕΡΙ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ” ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Μέρα στιλπνή αχιβάδα της φωνής που μ’ έπλασες γυμνόν να περπατώ στις καθημερινές μου Κυριακές ανάμεσ’ από των γιαλών τα καλωσόρισες φύσα τον πρωτογνώριστο άνεμο.

Άπλωσε μια πρασιά στοργής για να κυλήσει ο ήλιος το κεφάλι του.

Ν’ ανάψει με τα χείλια του τις παπαρούνες, τις παπαρούνες που θα δρέψουν οι περήφανοι άνθρωποι για να μην είναι άλλο σημάδι στο γυμνό τους στήθος.

Από το αίμα της αψηφισιάς που ξέγραψε τη θλίψη φτάνοντας ως τη μνήμη της ελευθερίας.

Είπα τον έρωτα την υγεία του ρόδου, την αχτίδα, που μονάχη ολόισα βρίσκει την καρδιά.

Την Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα.

Την Ελλάδα που με ταξιδεύει πάντοτε σε γυμνά χιονόδοξα βουνά.

Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη, διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή.

Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος. Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα.

Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα

 

 

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Φεβρουαρίου 2015

 

…..Είναι άνοιξη. Αφέγγαρη η νύχτα στη μικρή πόλη, χωρίς αστέρια, βιβλικά μαύρη. Πέτρινοι σιωπηλοί δρόμοι και το δάσος καμπούρικο με τους ερωτευμένους, τους λαγούς, αθέατο κατεβαίνει κούτσα-κούτσα ως τη μαύρη-κορόμηλο, μαύρη-κοράκι, την ελαφροκυματούσα θάλασσα με τις ψαρόβαρκες.

ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΥΦΛΑ ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΕΣ (αν κι αυτοί βλέπουν καλά τη νύχτα μεσ’ απ’ τις βελούδινες τρύπες τους, ξεμυτίζοντας), τυφλά σαν τον Καπετάν Γάτο εκεί στη μέση, κοντά στη βρύση και στο ρολόι της πόλης, τα κατάκλειστα μαγαζιά, το Ίδρυμα Κοινής Ωφελείας μαυροφορεμένο στο σκοτάδι. Η νανουρισμένη, βουβαμένη πολιτεία με τους ανθρώπους της κοιμάται τώρα

. Σ…Σ…Σ… ΤΑ ΜΩΡΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ, ΟΙ ΓΕΩΡΓΟΙ, ΟΙ ΨΑΡΑΔΕΣ, οι έμποροι, οι συνταξιούχοι, ο τσαγκάρης κοιμάται, ο δάσκαλος, ο ταχυδρόμος, ο ταβερνιάρης, ο νεκροθάφτης, και η ζωηρή του χωριού, ο μέθυσος, η ράφτρα, ο παπάς, ο αστυνόμος, η γυναίκα με τα μύδια και τα παπίσια πόδια και οι ταχτικές νοικοκυρές.

ΤΑ ΝΕΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΑ ΜΑΛΑΚΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ γλιστρούν στ’ όνειρό τους ως το δάσος που αντηχεί σαν εκκλησιαστικό όργανο, γλιστρούν με δαχτυλίδια και προικιά κι είναι οι πυγολαμπίδες που κρατούν την ουρά της νύφης.

Τ’ ΑΓΟΡΙΑ ΚΑΝΟΥΝ ΠΟΝΗΡΑ ΟΝΕΙΡΑ, καβαλικεύουν τ’ αδάμαστα άτια της νύχτας ή αλωνίζουν κουρσεμένες θάλασσες. Ανθρακίτης τα σώματα των αλόγων κοιμισμένα στα λιβάδια, οι αγελάδες στους σταύλους, οι σκύλοι στις αυλές μ’ υγρές μουσούδες.

ΚΙ ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΛΑΓΟΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΓΩΝΙΕΣ ή με πονηρές δρασκελιές, σαν αστραπή, χώνονται στο σύννεφο το μοναδικό της στέγης. Μπορείς ν’ ακούσεις τη δροσούλα να πέφτει και την πόλη σε σιγή ν’ ανασαίνει.

ΜΟΝΟ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΜΑΤΙΑ ΜΕΝΟΥΝ ΑΝΟΙΧΤΑ και βλέπουν τη μαύρη πολιτεία βυθισμένη, τυλιγμένη σε ύπνο αργό. Και μόνο εσύ μπορείς ν’ ακούσεις την αόρατη πτώση των άστρων, τη θάλασσα στην πιο σκοτεινή της στιγμή, την πριν απ’ την αυγή……..

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 31 Ιανουαρίου 2015

“Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;” Όλοι φοβόμαστε. Τα γερατειά, τις ρυτίδες, τη μοναξιά, την αρρώστια, την απόρριψη, τη ματαίωση, την προδοσία, το σκοτάδι, τον αμείλικτο συνοδοιπόρο μας, τον θάνατο.

Όλοι φοβόμαστε. Το αβέβαιο μέλλον, το άγνωστο τοπίο, τους αυθάδεις έρωτες, τα βαθιά νερά, το κρύο σπίτι, τα “τιποτένια ομοιώματα”, τις μέρες που “δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις”, που “δεν βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου”.
Όλοι φοβόμαστε. Που “δεν προφταίνουμε ν’ αγαπήσουμε έναν άνθρωπο κι ύστερα τον χάνουμε”, που “πλήθος ενέδρες της ζωής παραμονεύουν την πτώση σου”.
Όλοι φοβόμαστε. Τα ανεξόφλητα χρέη, της τράπεζας και της Ιστορίας, τη βαριά σκιά της κληρονομιάς που μας έλαχε, την κοινή γνώμη των κοινών φίλων, τα μάτια των παιδιών μας, που μας κοιτάζουν με δυσπιστία για τα τόσα χρόνια και χρόνια στον τροχό χωρίς το κληροδότημα μιας ουτοπίας.
Όλοι φοβόμαστε. Τα “χαμόγελα των καθαρμάτων”, που πληθαίνουν καιροφυλακτώντας, την υποκρισία στο μάτι του αρπακτικού της διπλανής πόρτας, τη φωνασκία εκείνων που δεν αντέχουν μέσα στους πολλούς, τους σαλταδόρους του καινούργιου τρένου της εξουσίας, την τύχη μας που ίσως ενδίδει πια και τα έργα της ζωής μας, μήπως προκύψουν όλα πλάνες.

Όλοι φοβόμαστε, γιατί ξέρουμε πως οι μόνοι που δεν έχουν ούτε μια άσπρη τρίχα στην ψυχή τους είναι αυτοί που σκοτώθηκαν νωρίς.
Όλοι φοβόμαστε. Και τα μισά απ’ αυτά που φοβόμαστε ότι θα κάνουν οι άλλοι τα έχουμε κάνει κι εμείς. Ή θα τα κάναμε αν μας δινόταν η ευκαιρία.
Όλοι φοβόμαστε. Αλλά ο μοναδικός τρόπος για να διαπιστώσεις “τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν” είναι να το απλώσεις κι εσύ. Ο μοναδικός τρόπος για να ζήσεις, είναι να ρισκάρεις. Αν έχεις βέβαια κάτι κι εσύ να δώσεις, που σημαίνει ότι έχεις κι εσύ κάτι να χάσεις.
Όλοι φοβόμαστε… “Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους” και ο Ουρανός περιμένει.
“Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
Να ψηλαφήσω το σφυγμό σου
Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
Ν’ αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Πού στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζί
Να τα μετρήσουμε ένα-ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή.
Το δικό μας δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.
Δεν περνούν από ‘δω ξυλοκόποι”.
~ Μανόλης Αναγνωστάκης
_________
Πηγή: avgi.gr
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Κυριακή Ψαρρού στις 30 Ιανουαρίου 2015

Γυαλιστερό κι ωραίο το κουκούλι

Τι κρύβεται κει μέσα αγνοώ

Μ’ ένα ψαλίδι απαλά θα χειρουργήσω

Κλωστή κλωστή να φτιάξω το στιχάριον

Άσπρο ν’ αστράφτει με τον ήλιο

Μαύρο με το φως του φεγγαριού.

Κι ύστερα τίποτα – σιωπή

Αναμονή ως την κατάλληλη στιγμή

Η πεταλούδα σαν θα βγει

Να ‘ναι ψυχή.

από το poiein.gr

Στιχάρι, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2014, σ.15.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιανουαρίου 2015

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΕΣΥ ΗΛΙΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΦΩΤΙΣΕΙΣ τους σβησμένους ήλιους των άλλων. Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει».

«ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΥΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι…»

«ΝΑ ΜΗΝ ΑΡΝΙΕΣΑΙ ΤΗ ΝΙΟΤΗ ΣΟΥ ΩΣ ΤΑ ΒΑΘΙΑ ΓΕΡΑΜΑΤΑ, να μάχεσαι σε όλη σου τη ζωή να μετουσιώσεις σε κατάκαρπο δέντρο την εφηβική σου άνθηση, αυτός, θαρρώ, είναι ο δρόμος του ολοκληρωμένου ανθρώπου».

«ΕΧΟΥΝ ΝΑ ΠΟΥΝ ΠΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΖΩΟ που συλλογιέται το θάνατο. Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία».

 

«ΝΙΩΘΩ ΣΑΝ ΝΑ ΧΤΥΠΑΜΕ ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΜΑΣ στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα».

«ΑΣΤΡΑ, ΠΟΥΛΙΑ, ΣΠΟΡΟΙ, ΟΛΑ ΥΠΑΚΟΥΟΥΝ. Και μόνο ο άνθρωπος σηκώνει κεφάλι και θέλει να παραβεί το νόμο και να μετατρέψει την υπακοή σε ελευτερία. Γι’ αυτό κι απ’ όλα τα πλάσματα του Θεού αυτός μονάχα μπορεί κι αμαρταίνει. Τι θα πει αμαρταίνει; χαλνάει την αρμονία».

«ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΥΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι…»

«ΔΕΝ ΔΙΑΛΕΓΕΙΣ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ. Αυτά διαλέγουν εσένα».

«ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΑ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΑ, ΕΦΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ που πήρε ο Θεός στους αιώνες και ξεκρίνω, πίσω από την άπαυτη ροή του, την απόλυτη ενότητα».

«ΠΟΤΕ ΜΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΙΣ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ Τ’ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου».

«ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΛΕΣ: Θάνατος δεν υπάρχει».

«ΕΝΑΣ ΔΡΟΜΟΣ, ΕΝΑΣ ΜΟΝΑΧΑ οδηγάει στον Θεό, ο ανήφορος»

“ΑΝ ΔΕ ΔΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΧΕΡΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, δε βάζει μήτε κι αυτός το δικό του».

«ΣΚΥΒΩ ΑΠΑΝΩ ΣΤΟ ΜΕΡΜΗΓΚΙ, θωρώ μέσα στο γυαλιστερό μαύρο μάτι του το πρόσωπο του Θεού».

«ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΚΑΤΑΛΥΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΠΟΥ μεταμορφώνει την ύλη σε πνέμα. Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα κομμάτι από το θεϊκό αυτό στρόβιλο και γι’ αυτό κατορθώνει να μετουσιώνει το ψωμί και το νερό και το κρέας και να το κάνει στοχασμό και πράξη».

«ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΟΥ ΧΡΕΟΣ, ΕΚΤΕΛΩΝΤΑΣ ΤΗ ΘΗΤΕΙΑ ΣΟΥ στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει

[Πηγή: www.doctv.gr]

Κυριακή Ψαρρού στις 21 Ιανουαρίου 2015
  Η Βαγγελίτσα, ένα ορφανό κοριτσάκι, δυσκίνητο, δειλό και περιορισμένων δυνατοτήτων, είναι παραμερισμένη από τους συμμαθητές της, που άλλοτε την κοροϊδεύουν και άλλοτε τη λυπούνται. Η μόνη που επιμένει να βλέπει τη Βαγγελίτσα ίδια με τα άλλα παιδιά είναι η δασκάλα της, που καταβάλλει συνεχώς προσπάθειες για τη βελτίωση της, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι ένα ενδιαφέρον τμήμα του διηγήματος «Η Βαγγελίτσα», από το βιβλίο της Έλλης Αλεξίου Σκληροί αγώνες για μικρή ζωή.
image175πρώτος περίπατος που γίνηκε ήτανε σε μιαν αμμουδερή ακρογιαλιά. Άμα φτιάξανε τα παιδιά φούρνους και ψωμιά στην άμμο, και παίξανε κυνηγητό με τα κύματα, καθίσανε αποσταμένα να φάνε. Μόνο η Βαγγελίτσα καθισμένη μακριά από τις άλλες, κατάντικρυ στον ήλιο, που βασίλευε και της χρύσιζε τα ολόξανθα μαλλιά (είχανε φουντώσει με τον αέρα και της σκέπαζαν το πρόσωπο), έτρωγε το ψωμί και τις σταφίδες που είχε χυμένες στην ποδιά της.

—  Γιατί είσαι μόνη σου, Βαγγελίτσα, τη ρώτησε η δασκάλα της, και δεν πας με καμιά παρέα;

—  Δε με θέλουνε, γιατί δεν ξέρω να παίζω και τους τα χαλνώ.

Αυτό το έλεγε φυσικά, δίχως παράπονο. Το ‘ξερε κι εκείνη πως υστερούσε από τις άλλες και το ‘χε πάρει απόφαση. Μόνο η δασκάλα δεν εννοούσε να το πάρει απόφαση και να πάψει να τη βασανίζει. Κι έπρεπε αλήθεια να την αφήσει τη Βαγγελίτσα πια ήσυχη, γιατί για το χατίρι της αδικούσε τ’ άλλα παιδιά, τα πολλά, γι’ αυτήν που ήτανε μια. Πόσες φορές δεν ξόδευε και τη μισή ώρα του μαθήματος για λόγου της!

—  Βγάλε, Βαγγελίτσα, πάνω στο θρανίο σου τέσσερα φασόλια!

—  Τέσσερα, απαντούσε η Βαγγελίτσα από μέσα της και δίχως να σηκώνει το κεφάλι.

—  Πες το δυνατά! Φωναχτά!

Μα η Βαγγελίτσα ακούγοντας τη φωνή της δασκάλας τα ‘χανε και ξεχνούσε τι την ρωτούσε.

—  Τέσσερα, είπαμε. Μέτρα και βγάλε τα! Ένα, δύο…

Αρχινούσε κι έβγαζε, έβγαζε, ξεπερνώντας τα τέσσερα και μετρώντας μηχανικά.

—  Μόνο τέσσερα! Πολλά έβγαλες. Άφησέ τα τώρα αυτά τα τέσσερα κατά μέρος και μέτρησε χώρια άλλα πέντε!

Η Βαγγελίτσα κοίταζε αφηρημένη.

—  Όπως μέτρησες τα τέσσερα, τώρα να μετρήσεις πέντε και να τα βάλεις δίπλα στα τέσσερα.

Τα μετρούσε, πέντε σωστά.

—  Πόσα ήταν τούτα που πρωτοβγάλαμε; Κι έδειχνε η δασκάλα τα τέσσερα.

Μιλιά.

—  Δεν πειράζει. Ξαναμέτρησέ τα και πες μου! Πόσα είναι τούτα; Κι έδειχνε τα πέντε.

Η Βαγγελίτσα κοίταζε πάλι σα χαμένη.

Και δώσ’ του η ιστορία αυτή να ξαναρχινά τρεις και τέσσερις φορές, να θυμώνουνε τα παιδιά, και το περισσότερο ο Πυθαγόρας, που συχνά δεν κρατιότανε ως το τέλος, μόνο σηκωνότανε ορθός και λάβαινε μέρος βοηθώντας τη δασκάλα στη διδασκαλία της:

—  Μα, βρε Βαγγελίτσα, δεν ξέρεις αν είναι τα τέσσερα πιο πολλά από τα πέντε; Για να σου χαρίζανε καραμέλες; Τέσσερις θέλεις να σου χαρίσουνε ή πέντε;

* * *

Όπου μια μέρα τής γίνηκε της δασκάλας εξαιτίας της Βαγγελίτσας σωστή αποκάλυψη. Και να πώς: Η Βαγγελίτσα καθότανε σ’ ένα μικρό, πάντα φρεσκοασπρισμένο σπιτάκι πιο πάνω από το δικό της, που της ήτανε πια οικείο*, γιατί το περνούσε τέσσερις φορές την ημέρα, βρέχει λιάζει*, να πηγαίνει και να γυρίζει από το σκολειό στο σπίτι της.

Είχε και μια αυλίτσα γεμάτη λουλούδια και εκεί αντίκριζε κάθε μέρα, συμπαθητικό, τυλιγμένο στο μαύρο τσεμπέρι*, το πρόσωπο της μητέρας της Βαγγελίτσας. Όπως ήτανε σκυμμένη στο ράψιμο της, με το ανδρικό σακάκι απλωμένο στην ποδιά —φραγκοράφτισσα* ήτανε— ταρασσότανε στο πέρασμα της δασκάλας και μόλις πρόφτανε να περιμαζέψει ψαλίδια και κουβαρίστρες, για να σηκωθεί και ορθή να απαντήσει στο χαιρετισμό της.

—  Καλημέρα σου, κυρία δασκάλα! Αν πρόφτανε, έκοβε και κανένα κλαράκι βασιλικό ή βάρσαμο* και της το πρόσφερνε, για να τον έχει να τον μυρίζεται.

Την ημέρα λοιπόν εκείνη της αποκάλυψης δεν καθότανε κανείς στην αυλή. Μόνο ο γάτος κοιμότανε ξαπλωμένος στο κατώφλι. Από μέσα όμως από το σπίτι έβγαινε μια φωνή, ένα παιδιάτικο τραγούδι δυνατό και γεμάτο και τόσο γλυκό, που η δασκάλα ξαφνιάστηκε.

Θες να ‘ναι η Βαγγελίτσα; Είπε και έσκυψε το κεφάλι της από την πόρτα να δει ποιος τραγουδεί. Και πραγματικά ήταν εκείνη. Καθισμένη σ’ ένα σκαμνάκι στο κλειστό φύλλο της πόρτας τραγουδούσε η Βαγγελίτσα. Δεν μπορούσε η δασκάλα να πιστέψει ούτε τ’ αυτιά της ούτε τα μάτια της. Αυτό το περίφημο τραγούδι έβγαινε από το λαρύγγι της Βαγγελίτσας! Και να μην το ξέρει τόσον καιρό! Μα μήπως άνοιγε και ποτέ το στόμα της; Για να πει ένα «ναι» έπρεπε όλη η τάξη να της δίνει κουράγιο.

Από κείνη τη μέρα πήρε η Βαγγελίτσα άλλη θέση ανάμεσα στα παιδιά. Δεν ήτανε πια το χειρότερο παιδί, που δεν έχει καμιά χάρη απάνω του. Από τώρα κι έπειτα ξεπερνούσε κι αυτή τις άλλες σε κάτι. Στο μάθημα της ωδικής προσκαλιότανε πάντα πρώτη να πει τη μουσική φράση που διδασκότανε, και γρήγορα επιβλήθηκε.

—  Ποιος θα το τραγουδήσει αυτό πρώτος;

—  Η Βαγγελίτσα! Φώναζαν όλα τα παιδιά μαζί.

Εκείνη σηκωνότανε. Στη φυσιογνωμία της χυνόταν ένα φως, άγνωστο ως τότε, και δυνατά, δίχως να διστάζει, άρχιζε και δεν ελάθευε ποτέ. Μα και τι τραγούδι ήταν εκείνο! Σου άγγιζε τα φύλλα της καρδιάς. Και τα παιδιά, που έχουν διαβολεμένο κριτήριο, φώναζαν μόλις τελείωνε:

— Να χαρείτε, κυρία, αφήσετέ την να το πει άλλη μια φορά!

* της ήτανε οικείο: της ήταν γνωστό, συνηθισμένο * βρέχει λιάζει: και με βροχή και με λιακάδα, καθημερινά * (το) τσεμπέρι:μαντίλι με το οποίο τύλιγαν το κεφάλι τους οι γυναίκες στα χωριά * φραγκοράφτες και φραγκοράφτρες ή φραγκοράφτισσες:έτσι έλεγαν τους επαγγελματίες άντρες και γυναίκες αντίστοιχα, που κατασκεύαζαν ενδυμασίες με ευρωπαϊκό (όπως στις μέρες μας) και όχι παραδοσιακό τρόπο * (το) βάρσαμο: ρετσίνι με ωραία μυρωδιά, που παράγεται από τον κορμό διάφορων δέντρων

ebooks.edu.gr

 

 

Κυριακή Ψαρρού στις 21 Ιανουαρίου 2015

«Το τελευταίο φράγκο
τ’ άλλαξα στο ταξί.
-Πότε φεύγουμε για τη Μασσαλία;-
Τρέχει
το Παρίσι
στο μεταξύ
αποχαιρετώντας με
μ’ όλη του τη μαγεία.
Κύμα του αποχαιρετισμού
έλα
στα μάτια μου υγρό
και με συναισθηματισμό
γέμισέ μου την καρδιά.
Να ζήσω θα ‘θελα
και να πεθάνω
εδώ,
αν δεν υπήρχε
η Μόσχα
να με καρτερά.»

www.itzikas.wordpress.com

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Ιανουαρίου 2015

“Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου

 

χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα

 

θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ

 

Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι’ αυτό που αξίζουν, αλλά γι’ αυτό πουσ ημαίνουν.

 

Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε

 

εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν

 

οι άλλοι κοιμόταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα

 

Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο,

 

αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.

 

 

 

εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν

 

οι άλλοι κοιμόταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα

 

Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο,

 

αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.

Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος.

 

Θα ζωγράφιζα μ’ ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του

 

Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη

 

σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από

 

τ’ αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους…

 

Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή… Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους

 

ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να

 

πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.

 

Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν,

 

χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται!

 

Στο μικρό παιδίθα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα

 

έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη.

 

Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους… Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή

 

του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που

 

κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή

 

παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.

 

Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει

 

να σηκωθεί. Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν

 

θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σ’ αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.

 

Να λες πάντα αυτόπου νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν

 

η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ’ αγκάλιαζα σφιχτά και θα

 

προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα

 

ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να βγαίνεις απ’ την πόρτα, θα

 

σ’ αγκάλιαζα και θα σου ‘δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι

 

άλλα. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα

 

ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι

 

αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ’ έβλεπα, θα έλεγα “σ’ αγαπώ” και δεν

 

θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη.

 

Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μάς δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως

 

πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα ‘θελα

 

να σου πω πόσο σ’ αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.

 

Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η

 

τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι’ αυτό μην περιμένεις

 

άλλο, κάν’ το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα

 

για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και

 

ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία.

 

 

Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι,

 

αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις “συγνώμη”,

 

“συγχώρεσέ με”, “σε παρακαλώ”, “ευχαριστώ” κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις.

 

Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ’ τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία

 

για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα.

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Ιανουαρίου 2015

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Λεό Μπουσκάλια «Ο Πατέρας μου», στο οποίο περιγράφει πώς ως μικρό αγόρι από την Ιταλία βιώνει τη διαφορετικότητα στην Αμερική.

 

” Δεν είναι εύκολο να είναι κανείς διαφορετικός, ιδίως όταν είναι παιδί. Η φυσική διαδικασία του μεγαλώματος παρουσιάζει ήδη αρκετά προβλήματα, τα οποία επιτείνονται αν ανακαλύψουμε ότι κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο αποκλίνουμε από το μέσο όρο.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η οικογένειά μου ήταν διαφορετική. Οι γονείς μου μιλούσαν λίγα αγγλικά και αυτά με μια βαριά ιταλική προφορά. Το στυλ της ζωής μας ήταν ολοφάνερα διαφορετικό, ένα μικρό κομμάτι Μεσογείου στις ακτές της Αμερικής. Τρώγαμε διαφορετικά εξωτικά φαγητά. Οι συζητήσεις μας ήταν πιο ζωντανές και οι φωνές μας λίγο πιο δυνατές. Οι κινήσεις μας πιο έντονες. Ο κόσμος στον οποίο ζούσαμε ήταν σίγουρα πιο ξένος.

 

Σαν μικρό παιδί, ούτε ήξερα, ούτε με ενδιέφεραν, οι πολλές διαφορές μας. Τα παιδιά, από τη φύση τους, παραδέχονται τα πράγματα όπως είναι, λιγότερο έτοιμα να προσέξουν και πολύ περισσότερο να κρίνουν τις διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους. Εκτός κι” αν έχουν επηρεαστεί από τους μεγάλους. Αυτό, όμως, άλλαξε όταν μπήκα στο Γυμνάσιο και ήμουν πια έφηβος.

 

Εκείνο τον καιρό ο πατέρας και η μητέρα, τους οποίους μέχρι τότε αγαπούσα χωρίς καμιά αμφισβήτηση, ξαφνικά με ενοχλούσαν. Γιατί δεν μπορούσαν να είναι σαν τους άλλους γονείς; Γιατί μιλούσαν με αυτή την αποκαλυπτική προφορά; Γιατί δεν μπορούσα να τρώω κορνφλέικς για πρωινό, αντί για φραντζολάκια και καφέ με γάλα; Γιατί δεν μπορούσα να παίρνω μαζί μου στο σχολείο, για κολατσιό, φυστικοβούτυρο και σάντουιτς με μαρμελάδα, αντί για καλαμαράκια; («Μπλιαξ», έλεγαν τα άλλα παιδιά, «Ο Μπουσκάλια τρώει τα πόδια του χταποδιού!»). Δεν υπήρχε κανένας τρόπος να γλιτώσω από το επώδυνο στίγμα να είμαι Ιταλός και γιος του Τούλιο και της Ρόζας Μπουσκάλια, ακόμη και το όνομά μου έγινε πηγή στενοχώριας για μένα.

 

Ήταν συνηθισμένο εκείνο τον καιρό να μας κολλάνε τις ταμπέλες «μακαρονάς» και «μετανάστης». Ποτέ δεν ήμουν απολύτως σίγουρος για το τι σήμαιναν αυτές οι δυο λέξεις, παρ” όλα αυτά ένιωθα το κεντρί τους. Πρωτόνιωσα αυτόν τον πόνο μια μέρα καθώς έφευγα από το σχολείο. Βρέθηκα ξαφνικά περικυκλωμένος από μια ομάδα παιδιών που μου φώναζαν αυτά τα λόγια.

 

Ένα απ” αυτά τα παιδιά μού πέταξε ένα κέικ. Η κρέμα και η ζάχαρή του έσκασαν πάνω στο πρόσωπο, τα μαλλιά και τα ρούχα μου. «Βρωμομετανάστη», φώναζαν. «Ο πατέρας σου είναι γκάνγκστερ στο Σικάγο και η μητέρα σου μασάει σκόρδα και συ είσαι γιος μακαρονά! Γιατί δεν τα μαζεύετε να πάτε από κει που ήρθατε;»

 

Μου φάνηκε ότι πέρασε μια αιωνιότητα ώσπου να απελευθερωθώ από τον κύκλο τους, αφού είχα φάει αρκετές σπρωξιές και μπουνιές. Ταπεινωμένος και κλαίγοντας έσπασα τον κλοιό και όρμησα σπίτι μου. Καθώς έτρεχα γεμάτος θυμό και πικρία, έκπληκτος και μπερδεμένος, ανακάλυψα ότι δεν είχα κάνει την παραμικρή προσπάθεια να τους ανταποδώσω τα χτυπήματα.

 

Μόλις έφτασα στο σπίτι κλειδώθηκα στο μπάνιο για να μη με δουν. Δεν μπορούσα ν” αντέξω την πιθανότητα να με δουν οι γονείς μου σ” αυτή την έξαλλη κατάσταση. Έπλυνα τις κρέμες που είχαν κολλήσει επάνω μου. Δεν μπορούσα να σταματήσω τα κλάματα και τα δάκρυά μου ανακατεύονταν με το αίμα στο πρόσωπο μου. Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που μου συνέβη. Όλα φαίνονταν τόσο λάθος κι όμως τελικά ήμουν ανίκανος να κάνω ο,τιδήποτε γι” αυτό.

 

Τελικά ο πατέρας χτύπησε την πόρτα του μπάνιου. «Τι κάνεις εκεί μέσα; τι συμβαίνει;», με ρώτησε. Μόνο αφού εξάντλησε όλη του την ευγένεια και την πειθώ άνοιξα επιτέλους την πόρτα και τον άφησα να μπει.

 

«Τι συνέβη;», με ρώτησε αγκαλιάζοντάς με, «τι έχεις; τι σου συμβαίνει;». Μέσα στα προστατευτικά του χέρια, επέτρεψα στον εαυτό μου την ανακούφιση, που τόσο πολύ χρειαζόμουν. Έκλαψα με λυγμούς χωρίς να μπορώ να σταματήσω. Κάθησε μαζί μου στην άκρη της μπανιέρας και περίμενε ώσπου να ξαναβρώ τον έλεγχο μου. Ένα συντετριμμένο «εγώ» χρειάζεται πολύ περισσότερο χρόνο να γιατρευτεί από μια ανοιγμένη μύτη. «Τώρα πες μου τι συνέβη», μου είπε.

 

Του εξήγησα. Τελείωσα την ιστορία και περίμενα. Περίμενα ότι ο πατέρας μου θα έκανε ένα σχόλιο που θα με γιάτρευε αυτομάτως, ή ότι με μια άμεση ενέργεια θα με γαλήνευε και θα έλυνε το πρόβλημα. Τον φανταζόμουν να φεύγει αμέσως για να βρει τους ψευτοπαλικαράδες που με είχαν πληγώσει ή το λιγότερο για να βρει τους γονείς τους και να ζητήσει την τιμωρία τους. Αλλά ο πατέρας μου δεν κουνήθηκε.

 

«Εντάξει», είπε ήσυχα, «έγινε κι αυτό. Σε βρήκαν και σένα οι άνθρωποι που μας πληγώνουν και μας κάνουν να κλαίμε. Δεν μας ξέρουν κι” όμως μας μισούν. Οι δειλοί, που κάνουν τους δυνατούς μόνο όταν είναι πολλοί και τα βάζουν μαζί μας, γιατί ξέρουν ότι είμαστε λίγοι και δεν είμαστε σε θέση να τους αντιμετωπίσουμε. Ξέρω ότι σε πλήγωσαν, αλλά αυτό που έγινε δεν είχε εσένα σαν στόχο. Εσύ απλώς έτυχε να βρίσκεσαι εκεί. Μπορούσε να συμβεί στον καθένα μας.»

 

«Μισώ που είμαι Ιταλός», του εξομολογήθηκα θυμωμένα, «θα ήθελα να είμαι ο,τιδήποτε άλλο!».

 

Ο πατέρας μου με κράτησε σφιχτά και η φωνή του ήταν τώρα δυνατή και απειλητική. «Να μη σε ξανακούσω να το λες αυτό ποτέ! Έπρεπε να είσαι περήφανος γι” αυτό που είσαι. Σκέψου λιγάκι ότι η Αμερική ανακαλύφθηκε και πήρε το όνομά της από ένας Ιταλό! Οι Ιταλοί κάνουν γλυκιά μουσική, τραγουδούν υπέροχα, ζωγραφίζουν τους ωραιότερους πίνακες, γράφουν αριστουργήματα και κτίζουν όμορφα κτίρια. Πώς μπορεί να μην είσαι περήφανος που είσαι Ιταλός; Και είσαι ακόμα πιο τυχερός, γιατί είσαι επίσης και Αμερικανός».

 

«Όμως όλ” αυτά δεν τα ξέρουν οι άλλοι», του αντιμίλησα, «θα προτιμούσα να είμαι σαν όλους τους άλλους».

 

«Ε λοιπόν, δεν είσαι! Ο θεός δεν θέλησε να μας κάνει όλους ίδιους. Μας έκανε διαφορετικούς για να μπορεί ο καθένας να είναι ο εαυτός του. Ποτέ να μη φοβάσαι τις διαφορές. Η διαφορά είναι καλό. Θα σου άρεσε να είσαι σαν τα παιδιά που σ” έδειραν και σου φώναζαν αυτά τα πράγματα; Θα σου άρεσε να κάνεις τους άλλους να υποφέρουν και να κλαίνε; Δεν χαίρεσαι που διαφέρεις απ” αυτούς;» Θυμάμαι ότι το επιχείρημά του μου είχε φανεί αδύνατο, αλλά έμεινα σιωπηλός.

«Λοιπόν θα σου άρεσε;», επέμενε ο πατέρας μου, «θα ήθελες να είσαι σαν κι” αυτούς, σαν κι” αυτούς που σε πλήγωσαν;»

 

«Όχι».

 

«Τότε σκούπισε τα δάκρυά σου και να είσαι περήφανος γι” αυτό που είσαι. Μπορείς να είσαι βέβαιος ότι δεν θα είναι αυτή η τελευταία φορά που θα συναντήσεις τέτοιους ανθρώπους. Υπάρχουν παντού. Να τους λυπάσαι, αλλά να μην τους φοβάσαι. Πρέπει να είμαστε δυνατοί και πάντα περήφανοι για το ποιοι και το τι είμαστε, τότε κανείς δεν μπορεί να μας κάνει κακό».

 

Μου σκούπισε τα μάτια, έπλυνε το πρόσωπο μου, και μου είπε: «έλα τώρα, πάμε να πάρουμε λίγο ψωμί με βούτυρο και να το φάμε στον κήπο».

 

Αν και δεν βρήκα την εξήγηση του πατέρα μου πολύ ικανοποιητική, κατά κάποιο τρόπο μ” έκανε να νιώσω καλύτερα. Ίσως το γεγονός ότι με πήρε στην αγκαλιά του, με άκουσε και με αγαπούσε να ήταν αρκετό. Ήμουν ακόμη απογοητευμένος από τους ανθρώπους που είχαν την ικανότητα να είναι τόσο σκληροί, που επέμεναν να χρησιμοποιούν τους άλλους σαν αποδιοπομπαίους τράγους για τις δικές τους ανεπάρκειες, και ακόμη περισσότερο γιατί τους αφήναμε ατιμώρητους.

 

Αργότερα, η εμπειρία μου μού δίδαξε ότι δεν ήμουν μόνος, ότι αυτές οι επώδυνες συγκρούσεις, και ακόμη χειρότερες, είχαν συμβεί και στους Εβραίους φίλους μου, τους Μεξικανούς φίλους μου, τους Μαύρους, τους Καθολικούς, τους Προτεστάντες και τους ανάπηρους φίλους μου.

 

Ο πατέρας μου είχε δίκιο, όταν μου μάθαινε ότι όσο υπάρχει άγνοια θα υπάρχει και αδικία, όσο υπάρχουν αυτοί που ασυνείδητα μισούν τον εαυτό τους θα υπάρχουν και διώξεις. Έτσι είναι δυστυχώς η ζωή, οι αποδιοπομπαίοι τράγοι ανήκουν συνήθως σε μια μειονότητα.

 

Όμως ο πατέρας θεωρούσε σαν τη μεγαλύτερη πρόκληση να μπορείς να αγαπάς τους εχθρούς σου. «Φέρ” τους στο σπίτι Φελίτσε», μου έλεγε, «όταν μας γνωρίσουν δεν θα μπορούν να μην μας αγαπούν».

 

Βεβαίως ο πατέρας μου δεν έλυσε το πρόβλημα της μισαλλοδοξίας, εκείνο το ηλιόλουστο καλιφορνέζικο απόγευμα που τρώγαμε ψωμί με βούτυρο στον κήπο. Αλλά κάτι στην εξήγησή του, στη δύναμη και την αποφασιστικότητά του, συνέχισε πάντα να με βοηθά να δω τη μισαλλοδοξία και τις διακρίσεις όπως πραγματικά είναι: ένα καταφύγιο για την αδυναμία και την άγνοια. Την παραδοχή και την κατανόηση τις περιμένουμε μόνο από τους δυνατούς.

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Ιανουαρίου 2015

Απόσπασμα απο το βιβλίο ….  “Ο κάθε άνθρωπος επάνω στον πλανήτη είναι ένα από τα θαύματα αυτού του κόσμου. Ο κάθε ένας από μας είναι ένας ήρωας, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Ο καθένας μας έχει τη δυνατότητα για εξαιρετικά κατορθώματα. Το μόνο που χρειάζεται είναι συνεχή μικρά βήματα προς την κατεύθυνση των ονείρων μας. Όπως το Τάζ Μαχάλ, έτσι και μια ζωή ξέχειλη από θαύματα μπορεί να κτιστεί μέρα με τη μέρα, κομμάτι-κομμάτι. Οι μικρές νίκες οδηγούν σε μεγάλες νίκες. Μικρές, προστιθέμενες αλλαγές και βελτιώσεις σαν αυτές που σου πρότεινα θα εδραιώσουν τελικά θετικές συνήθειες. Οι θετικές συνήθειες θα δημιουργήσουν θετικά αποτελέσματα. Και τα θετικά αποτελέσματα θα σε εμπνεύσουν να επιδιώξεις ακόμη μεγαλύτερη προσωπική αλλαγή. Άρχισε να ζεις την κάθε σου μέρα σαν να ήταν η τελευταία σου. Ξεκινώντας από σήμερα, μάθε περισσότερα, γέλα περισσότερο και κάνε αυτό που αληθινά αγαπάς να κάνεις”

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 12 Ιανουαρίου 2015

Απόσπασμα από το μπεστ σέλερ “Βάλσαμο για την ψυχή” Εκδόσεις Διόπτρα.

Η τέταρτη τάξη της Ντόνα έμοιαζε με πολλές άλλες τάξεις που είχα δει στο παρελθόν. Οι μαθητές κάθονταν σε πέντε σειρές θρανίων, με έξι θρανία κάθε σειρά. Η έδρα του δασκάλου ήταν μπροστά κι έβλεπε προς τους μαθητές. Στον πίνακα ανακοινώσεων ήταν γραμμένη η μαθητική εργασία. Από πολλές απόψεις φαινόταν ένα συνηθισμένο, παραδοσιακό δημοτικό σχολείο. Ωστόσο, κάτι έδειχνε διαφορετικό εκείνη τη μέρα που μπήκα μέσα για πρώτη φορά. Κάποια έξαψη φαινόταν να υποβόσκει.
Η Ντόνα ήταν παλιά δασκάλα σε μια μικρή πόλη του Μίτσιγκαν και συμμετείχε εθελοντικά στο πανεθνικό πρόγραμμα επιμόρφωσης του προσωπικού που είχα ξεκινήσει και προωθήσει εγώ ο ίδιος. Η σχετική εκπαίδευση επικεντρωνόταν σε θέματα γλωσσικής έκφρασης που θα έκαναν τους μαθητές να νιώθουν ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους και ν’ αναλαμβάνουν την ευθύνη της ζωής τους. Η δουλειά της Ντόνα ήταν να παρευρίσκεται στα μαθήματα και να εποπτεύει την εφαρμογή των όσων διδάσκονταν. Η δική μου δουλειά ήταν να επισκέπτομαι τις τάξεις και να ενθαρρύνω την εφαρμογή.
Κάθισα σε μια άδεια θέση στο πίσω μέρος της τάξης και παρακολουθούσα. Τα παιδιά προσπαθούσαν να κάνουν αυτό που τους είχε ανατεθεί, να συμπληρώσουν μια σελίδα τετραδίου με διάφορες σκέψεις και ιδέες. Η δεκάχρονη μαθήτρια που βρισκόταν δίπλα μου, γέμιζε τη σελίδα της με τη φράση «Δεν Μπορώ».
«Δεν μπορώ να κλοτσήσω ψηλά την μπάλα του ποδοσφαίρου».
«Δεν μπορώ να κάνω διαίρεση με μεγαλύτερους από τριψήφιους αριθμούς».
«Δεν μπορώ να κερδίσω τη συμπάθεια της Ντέμπι».
Η σελίδα της είχε γεμίσει κατά το ήμισυ και δεν έδειχνε πρόθεση να σταματήσει. Συνέχιζε να γράφει με αποφασιστικότητα και επιμονή.
Περπάτησα κατά μήκος του διαδρόμου, ρίχνοντας ματιές στα γραφόμενα των μαθητών. Έγραφαν όλοι προτάσεις που αναφέρονταν σε πράγματα που δεν μπορούσαν να κάνουν.
«Δεν μπορώ να κάνω δέκα κάμψεις ».
«Δεν μπορώ να βάλω καλάθι από την αριστερή άκρη του γηπέδου».
«Δεν μπορώ να φάω μόνο ένα μπισκότο».
Η όλη ιστορία μου άναψε την περιέργεια κι έτσι αποφάσισα να ρωτήσω τη δασκάλα τι συνέβαινε. Όταν την πλησίασα, είδα πως κι αυτή ήταν απασχολημένη γράφοντας κάτι. Θεώρησα καλό να μην τη διακόψω.
«Δεν μπορώ να πείσω τη μητέρα του Τζον να παρευρεθεί στη συνεδρίαση των δασκάλων».
«Δεν μπορώ να πείσω την κόρη μου να βάζει βενζίνη στο αυτοκίνητο».
«Δεν μπορώ να πείσω τον Άλαν να χρησιμοποιεί λόγια κι όχι τις γροθιές του».
Αφού ματαιώθηκε η προσπάθεια μου να μάθω γιατί οι μαθητές και η δασκάλα ασχολούνταν με την αρνητική φράση “Δεν Μπορώ” κι όχι με τη θετική “Μπορώ”, γύρισα στη θέση μου και συνέχισα να παρατηρώ και να περιμένω. Οι μαθητές έγραφαν για αλλά δέκα λεπτά. Μερικοί γέμισαν μια σελίδα και σταμάτησαν. Άλλοι άρχισαν να γράφουν σε δεύτερη.
«Συμπληρώστε την πρόταση που γράφετε και σταματήστε», ήταν η εντολή που έδωσε η Ντόνα για να δηλώσει το τέλος της συγκεκριμένης εργασίας. Μετά, τους είπε να διπλώσουν τις κόλλες τους στη μέση και να τις φέρουν στην έδρα. Όταν οι μαθητές έφτασαν στην έδρα, έβαλαν τις προτάσεις τους με τα “Δεν Μπορώ” σ’ ένα άδειο κουτί παπουτσιών.
‘Οταν τελείωσαν όλα τα γραπτά των μαθητών, η Ντόνα έβαλε και το δικό της. Έκλεισε το κουτί με το καπάκι του, το έβαλε κάτω από τη μασχάλη της και βγαίνοντας από την αίθουσα άρχισε να προχωρεί στο διάδρομο. Οι μαθητές ακολούθησαν τη δασκάλα τους κι εγώ ακολούθησα τους μαθητές.
Στα μισά του διαδρόμου, η πομπή σταμάτησε. Η Ντόνα μπήκε στο δωμάτιο του φύλακα, έψαξε εκεί λίγη ώρα και μετά βγήκε μ’ ένα φτυάρι. Με το φτυάρι στο ένα χέρι και το κουτί των παπουτσιών στο άλλο, οδήγησε τους μαθητές έξω από το σχολείο και τους πήγε στην πιο απόμακρη γωνία της αυλής. Εκεί άρχισαν να σκάβουν.
Επρόκειτο να θάψουν τα “Δεν Μπορώ” τους. Το σκάψιμο πήρε πάνω από δέκα λεπτά, γιατί οι περισσότεροι από τους μαθητές ήθελαν να σκάψουν κι αυτοί. ‘Οταν ο λάκκος κόντευε να φτάσει το ένα μέτρο βάθος, το σκάψιμο σταμάτησε. Το κουτί με τα “Δεν Μπορώ”, τοποθετήθηκε στο βάθος του λάκκου και σκεπάστηκε γρήγορα με χώμα.
Τριάντα ένα δεκάχρονα και εντεκάχρονα παιδιά στάθηκαν γύρω από τον φρεσκοσκαμμένο τάφο. Το καθένα απ’ αυτά είχε τουλάχιστον μια σελίδα με “Δεν Μπορώ” στο κουτί που ήταν θαμμένο σ’ ένα μέτρο βάθος. Το ίδιο και η δασκάλα τους.
Εκείνη τη στιγμή η Ντόνα είπε: «Αγόρια και κορίτσια, παρακαλώ πιαστείτε χέρι χέρι και υποκλιθείτε». Οι μαθητές υπάκουσαν. Σχημάτισαν αμέσως έναν κύκλο γύρω από τον τάφο με τα χέρια τους ενωμένα. Χαμήλωσαν τα κεφάλια και περίμεναν. Η Ντόνα άρχισε να λέει τον επικήδειο.
«Αγαπητοί φίλοι, συγκεντρωθήκαμε όλοι εδώ σήμερα για να τιμήσουμε τη μνήμη του “Δεν Μπορώ”. Όσο βρισκόταν μαζί μας πάνω στη γη άγγιξε τη ζωή του καθενός μας, μερικών πιο πολύ απ’ ότι άλλων. Το όνομα του, δυστυχώς, έχει αναφερθεί σε κάθε δημόσιο κτίριο —σε σχολεία, σε δημαρχεία, στις αίθουσες της Βουλής και, ναι, ακόμα και στο Προεδρικό Μέγαρο.
»Δώσαμε στο “Δεν Μπορώ” ένα τελευταίο τόπο ανάπαυσης και μια ταφόπετρα με επιτύμβια επιγραφή. Μένουν ζωντανά τ’ αδέρφια του: “Μπορώ”, “Θα το κάνω”, και “Ξεκινώ τώρα αμέσως”. Δεν είναι τόσο πολύ γνωστά, όσο το διάσημο αδέρφι τους και σίγουρα δεν είναι ακόμα τόσο δυνατά και ρωμαλέα. Ίσως κάποια μέρα, με τη δική σας βοήθεια, να ασκήσουν μεγαλύτερη επίδραση στον κόσμο. Ας αναπαυτεί το “Δεν Μπορώ” εν ειρήνη και όλοι οι παρόντες ας συνεχίσουν τη ζωή τους, τραβώντας μπροστά χωρίς αυτό. Αμήν».
Καθώς παρακολουθούσα τον επικήδειο, σκεφτόμουν ότι αυτά τα παιδιά δε θα ξεχνούσαν ποτέ αυτήν τη μέρα. Η ενέργεια ήταν συμβολική, μια μεταφορά από τη ζωή. Ήταν μια εμπειρία που θα έμενε στο συνειδητό και στο υποσυνείδητο τους για πάντα.
Η καταγραφή ενός αριθμού “Δεν Μπορώ”, η ταφή και ο επικήδειος ήταν σπουδαία ενέργεια από μέρους της δασκάλας. Και δεν τελείωσε ακόμα. Με το τέλος του επικήδειου πήγε τους μαθητές πίσω στην τάξη όπου είχαν γιορτή.
Γιόρτασαν το θάνατο του “Δεν Μπορώ” με μπισκότα, ποπκόρν και χυμούς φρούτων. Ως μέρος της τελετουργίας, η Ντόνα έκοψε ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί, απ’ αυτό που χρησιμοποιούν οι κρεοπώλες και το χρησιμοποίησε σαν ταφόπετρα. Έγραψε πάνω πάνω “Δεν Μπορώ” και στη μέση “Αναπαύσου Eν ειρήνη”. Μετά, πρόσθεσε την ημερομηνία στο κάτω μέρος.
Η χάρτινη ταφόπετρα έμεινε κρεμασμένη στην τάξη της Ντόνα μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς. Στις σπάνιες περιπτώσεις που ένας μαθητής ξεχνούσε κι έλεγε: “Δεν Μπορώ”, η Ντόνα απλά έδειχνε το “Δεν Μπορώ” στη “χάρτινη ταφόπετρα”. Τότε ο μαθητής θυμόταν πως το “Δεν Μπορώ” είχε πεθάνει κι άλλαζε διατύπωση της πρότασης του.
Δεν ήμουν ένας από τους μαθητές της Ντόνα. Αυτή ήταν μαθήτρια μου. Εκείνη τη μέρα όμως, πήρα απ’ αυτήν ένα μάθημα που δε θα το ξεχάσω ποτέ.
Τώρα, χρόνια μετά, κάθε φορά που ακούω τη φράση “Δεν μπορώ”, έρχεται στο νου μου εκείνη η κηδεία που έκαναν οι μαθητές της τετάρτης δημοτικού. Όπως και οι μαθητές, έτσι κι εγώ, θυμάμαι πως το “Δεν μπορώ” είναι νεκρό.
Chick Moorman
by enallaktikidrasi.com

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Ιανουαρίου 2015

ΤΟΜΑΣ ΕΝΤΙΣΟΝ: Ο Τόμας Έντισον πήγε στο σχολείο σε ηλικία οκτώ χρονών και έμεινε τρεις μήνες. Ήταν ο τελευταίος στην τάξη και ο δάσκαλος «δεν τον χώνευε». Ο πατέρας του Έντισον πίστευε ότι ο γιος του ήταν κουτός (μάλλον εκείνος δεν ήταν ιδιαίτερα ευφυής). Κάποια μέρα ο δάσκαλος είπε στον Έντισον -μπροστά σε όλη την τάξη- ότι είναι αδειοκέφαλος. Ο Τόμας, που δεν ήταν το πιο πειθήνιο παιδί, εγκατέλειψε αμέσως στην τάξη και στο σπίτι είπε ξεκάθαρα στη μητέρα του ότι δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ στο σχολείο. Και πράγματι έτσι έκανε (το σχολείο δεν ήταν υποχρεωτικό το 1855). Έμεινε να διαβάζει στο σπίτι, έχοντας ως δασκάλα τη μητέρα του. Εκείνη μπόρεσε να του μάθει μόνο τα βασικά (κολλυβογράμματα, όπως έλεγαν κι οι παλιοί). Σε ηλικία δεκαεννιά χρονών ο Έντισον έγραφε τις επιστολές χωρίς να χρησιμοποιεί καθόλου σημεία στίξης. Κι αυτό μπορεί να μη μας φαίνεται περίεργο στον Οδυσσέα του Τζόις, αλλά τι εντύπωση θα μας έκανε αν κάποιος μάς έστελνε ένα γράμμα χωρίς κόμματα και τελείες; Ο μικρός Έντισον, πέρα από τα σημεία στίξης, έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για το διάβασμα. Διάβαζε ολημερίς Σαίξπηρ, Ντίκενς και ό,τι άλλο έπεφτε στα χέρια του. Μέχρι που μια μέρα η μητέρα του έφερε το βιβλίο «Σχολή της φυσικής», και τότε ουσιαστικά γεννήθηκε ο εφευρέτης Έντισον. Έστησε ένα μικρό εργαστήριο στο υπόγειο του σπιτιού και όλη μέρα έκανε πειράματα. Σε ηλικία δώδεκα χρονών, ενώ είχε συναρμολογήσει μόνος του έναν τηλέγραφο και είχε φτιάξει μια ηλεκτρική παγίδα για ποντίκια, κατάλαβε ότι χρειαζόταν λεφτά για να βελτιώσει το εργαστήριό του και ξεκίνησε να ψάχνει για δουλειά. Βρήκε σε μια γειτονική πόλη. Για να πηγαίνει ως εκεί έπρεπε να ταξιδεύει με το τρένο τρεις ώρες καθημερινά. Ο Έντισον εκμεταλλεύτηκε αυτό τον χρόνο για να διαβάζει και για να κερδίζει χρήματα, αφού πουλούσε στους επιβάτες φρούτα, ξηρούς καρπούς και καραμέλες. Λίγο μετά ξεκίνησε να πουλάει στους επιβάτες και την εφημερίδα του! Αγόρασε από κάποιον παλαιοπώλη ένα παλιό χειροκίνητο πιεστήριο και κατά τον πηγαιμό έγραφε, στοιχειοθετούσε και τύπωνε μια μικρή εφημερίδα που είχε ως ύλη τα δρομολόγια των τρένων και μερικά πολιτικά νέα. Στον γυρισμό την πουλούσε. Ο Έντισον συνέχισε έτσι (να κερδίζει χρήματα και να τα επενδύει στο εργαστήριό του) και έκανε μερικές από τις σημαντικότερες εφευρέσεις: Το μικρόφωνο, τον φωνογράφο, την ηλεκτρική λυχνία, το μπετόν και τελειοποίησε το τηλέφωνο, τη μηχανή λήψης φωτογραφιών, την ηλεκτρική γεννήτρια. Το 1882, σε ηλικία 35 χρονών, έθεσε σε λειτουργία το πρώτο εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρισμού (στη Νέα Υόρκη). Δυόμισι χιλιάδες διπλώματα ευρεσιτεχνίας φέρουν το όνομα του -και έχουν και σημεία στίξης. Ας θυμηθούμε και την πιο γνωστή του φράση: «Η ιδιοφυία είναι 1% έμπνευση και 99% εφίδρωση».

ΑΒΡΑΑΜ ΛΙΝΚΟΛΝ: Ένας άλλος «αμόρφωτος» ήταν ο Αβραάμ Λίνκολν (άραγε ο Ντάνιελ Ντέι Λούις ήταν καλός μαθητής;) Ο Λίνκολν, με την «emancipation proclamation», έδωσε την ελευθερία στους μέχρι τότε σκλάβους της Αμερικής. Γι’ αυτό και δολοφονήθηκε τρία χρόνια μετά. Ο Άμπε ήταν γιος ξυλοκόπου και δεν πήγε ούτε ένα χρόνο δημοτικό σχολείο. Όμως ενώ εργαζόταν ως υποτακτικός σε κάποιον κτηματία, εκμεταλλευόταν κάθε ελεύθερη στιγμή για να μάθει να διαβάζει (αυτός διάβαζε κυρίως εφημερίδες). Σε ηλικία είκοσι έξι χρονών ξεκίνησε να μελετάει μόνος νομικά συγγράμματα και δύο χρόνια αργότερα κατάφερε να του δοθεί η άδεια για την άσκηση δικηγορίας. Σε όλη του την πολιτική σταδιοδρομία οι αντίπαλοί του στόχευαν διαρκώς στη φτωχική του καταγωγή και την έλλειψη επίσημης μόρφωσης, αλλά ο Λίνκολν δεν αισθανόταν μειονεκτικά γι’ αυτό.

ΜΑΡΚ ΤΟΥΕΪΝ: Αφήνοντας τις εφευρέσεις και την πολιτική θα περάσουμε στο χώρο της λογοτεχνίας, όπου θα συναντήσουμε δύο «μεγάλους» που επίσης ήταν αυτοδίδακτοι. Ο πρώτος είναι ένας από τους πιο αγαπητούς συγγραφείς, αφού ο «Τομ Σόγιερ» και ο «Χικλμπέρι Φιν» είναι μπεστ σέλερ τα τελευταία 150 χρόνια. Ο Μάρκ Τουέιν (αληθινό όνομα Σάμουελ Λάνχορν Κλέμενς) θα είχε χαρακτηριστεί υπερκινητικό παιδί και θα τον είχαν μπουκώσει στα φάρμακα, αν είχε γεννηθεί στην εποχή μας. Η μητέρα του και η δασκάλα του πολύ πρόθυμα θα το είχαν κάνει, αφού όπως φαίνεται ο Σαμ ήταν αδύνατο να μείνει ακίνητος πάνω από ένα δευτερόλεπτο. Έκανε λίγα μαθήματα, λίγες εβδομάδες σύνολο. Δώδεκα χρονών -και ενώ μόλις που είχε μάθει να διαβάζει-, πέθανε ο πατέρας του και ο Κλέμενς αναγκάστηκε να εργαστεί. Έκανε ό,τι δουλειά μπορούσε να βρει ταξιδεύοντας στην Αμερική από άκρη σε άκρη. Δούλεψε σε ποταμόπλοιο απ’ όπου πήρε και το ψευδώνυμό του (Μάρκ Τουέιν= Σημείωσε δύο οργιές βάθος). Δούλεψε σε τυπογραφείο και λίγο καιρό αργότερα ανέλαβε τη σύνταξη μιας μικρής αγροτικής εφημερίδας, με 50-100 αναγνώστες. Ο Τουέιν ξεκίνησε να γράφει τα αγροτικά νέα με το χιούμορ που χαρακτήριζε τα βιβλία του. Έλεγε, για παράδειγμα, ότι ο καιρός ήταν κατάλληλος για να κλαδέψουν τα πατατόδεντρα. Η εφημερίδα του είχε τεράστια επιτυχία και σύντομα ξεκίνησε να γράφει άρθρα και σε άλλες. Έκανε ταξιδιωτικά ρεπορτάζ απ’ όλο τον κόσμο -είχε περάσει και από την Ελλάδα- κι όταν εκδόθηκαν τα βιβλία του κατέκτησε παγκόσμια διασημότητα και αναγνώριση. Σε ηλικία εξήντα επτά χρονών το υπερκινητικό παιδί με την ελλιπή μόρφωση έγινε διδάκτορας στο πανεπιστήμιο του Μιζούρι, καθώς και σε εκείνο της Οξφόρδης.

ΤΣΑΡΛΣ ΝΤΙΚΕΝΣ: Ένας άλλος «ελλιπής» που έγινε ένας από τους σημαντικότερους μυθιστοριογράφους όλων των εποχών ήταν ο Τσαρλς Ντίκενς. Αυτός πήγε μέχρι τα έντεκα στο σχολείο, αλλά εκεί γνώρισε τη φρίκη, όπως την περιγράφει στον «Δαβίδ Κόπερφηλντ». Γράφει για τον δάσκαλό του, τον κύριο Κρικ, που μάλλον απολάμβανε τον ξυλοδαρμό των μαθητών: «Αλήθεια, σκέφτομαι σήμερα όταν κοιτάζω πίσω μου, τι φοβερό ξεκίνημα για τη ζωή, να εξευτελίζεσαι και να σέρνεσαι από έναν τόσο ανίκανο και θρασύ άνθρωπο.» Έντεκα χρονών ο Κάρολος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο για να προσέχει τα πέντε μικρότερα αδέλφια του και να εργάζεται σε μια βιοτεχνία βερνικιών, αφού οι γονείς του ήταν παρόντες-απόντες. Λίγο καιρό μετά όλη η οικογένεια συνελήφθη και τους έκλεισαν σε φυλακή χρεωστών! (Σύντομα και στην Ελλάδα). Μόνο ο Κάρολος κατάφερε να αποφύγει τη φυλακή και έμεινε σε ένα δωμάτιο μόνος, έχοντας κληρονομήσει μοναχά μια κασέλα με βιβλία. Διάβαζε τον «Ροβινσόνα Κρούσο» και «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» και ονειρευόταν να γράψει κάτι ανάλογο. Τελικά κατάφερε να γράψει πολύ καλύτερα από αυτούς.

ΤΣΑΡΛΙ ΣΠΕΝΣΕΡ ΤΣΑΠΛΙΝ (ΣΑΡΛΟ): Η πιο εντυπωσιακή περίπτωση αυτοπραγμάτωσης είναι πιθανότατα εκείνη του Τσάρλι Σπένσερ, ο οποίος ως Σαρλό έμελε να γίνει η πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα του εικοστού αιώνα (μαζί με τον Αδόλφο Χίτλερ, με τον οποίο είχε μόλις τέσσερις μέρες διαφορά). Ο Τσάρλι δεν πήγε ποτέ σχολείο. Μόνη του επιδίωξη στα παιδικά του χρόνια, όπως λέει ο ίδιος, ήταν: «Πώς θα χορτάσω την πείνα μου». Ζούσε στο Λονδίνο με τη μητέρα του και τον ετεροθαλή αδελφό του, σε απερίγραπτη φτώχεια. Ο πατέρας του, ένας ηθοποιός που είχε γίνει αλκοολικός, τους είχε εγκαταλείψει από νωρίς. (Τελευταία έγινε γνωστό ότι ο Τσάπλιν είχε τσιγγάνικη καταγωγή, αλλά αυτό δεν είναι επιβεβαιωμένο). Πολύ νωρίς η μητέρα του, πρώην πιανίστα που εργαζόταν ως ράφτρα, κατέρρευσε ψυχοσωματικά και κλείστηκε στο φρενοκομείο, ενώ τα παιδιά πήραν τη θέση τους στο ορφανοτροφείο. Γράφει ο γιος του Τσάπλιν: «Τα παιδιά στο ορφανοτροφείο δεν είχαν ποτέ αρκετό φαγητό και ζεστά ρούχα. Για το αδίκημά τους, που δεν ήταν άλλο από τη φτώχεια, τους μεταχειρίζονταν σαν εγκληματίες.» Ο Τσάπλιν έμεινε αρκετό καιρό εκεί. Μεγαλώνοντας, και με τη μεσολάβηση του πατέρα του, πήρε τους πρώτους ρόλους, ως κομπάρσος, στο θέατρο. Μόλις κέρδισε κάποια χρήματα πήρε το δρόμο του για την Αμερική. Εκεί, 21 χρονών, άρχισε να τον ανησυχεί η ελλιπής σχολική του μόρφωση. «Ήθελα», έγραφε, «να ξέρω τόσα όσα και οι άλλοι, για να μπορώ να αμύνομαι ενάντια στην περιφρόνηση που δείχνει ο κόσμος στους αμόρφωτους και αδαείς.» Το πρώτο βιβλίο που αγόρασε ήταν η αγγλική γραμματική και μετά ένα αγγλολατινικό λεξικό. Νομίζετε ότι τα απομνημόνευσε σε λίγες μέρες; Όχι, τα βιβλία έμειναν σε μια βαλίτσα έτσι όπως αγοραστήκανε. Το επόμενο βιβλίο που αγόρασε ήταν το «Ο κόσμος σαν βούληση και σαν παράσταση», του Σοπενχάουερ. Αυτό το βιβλίο, λέει ο Τσάπλιν, το διάβαζε για σαράντα χρόνια, κάθε τόσο και πάλι από την αρχή, «χωρίς ποτέ να εμβαθύνει στο νόημά του». Αυτό ήταν το σύνολο της μόρφωσης του ανθρώπου που άλλαξε τον κινηματογράφο κι έκανε τόσους ανθρώπους σε κάθε γωνιά του πλανήτη να γελάσουν και να κλάψουν.

ΧΑΪΝΡΙΧ ΣΛΗΜΑΝ: Και θα τελειώσουμε τον κατάλογο των «αμόρφωτων» με έναν άνθρωπο που είχε αποφασίσει από οκτώ χρονών τι θέλει να κάνει -και μέχρι να το κάνει έμαθε και δεκάξι γλώσσες. Ο Χάινριχ Σλήμαν, σε ηλικία οκτώ χρονών, είδε σ ένα περιοδικό μια αναπαράσταση από τη φλεγόμενη Τροία, και αποφάσισε ότι έπρεπε να την ανακαλύψει. Ο πατέρας του προσπάθησε να τον πείσει ότι η Τροία ήταν μια μυθική πόλη -έτσι πίστευαν τότε. Το παιδί όμως είχε βάλει στόχο. Σε ηλικία δεκατεσσάρων χρονών, κι έχοντας μάθει πολύ λίγα «γράμματα» από τον πατέρα του, ο Σλήμαν αναγκάζεται να γίνει μαθητευόμενος σε έναν έμπορο. Επειδή κατάλαβε ότι για να κάνει τις ανασκαφές θα χρειαζόταν πολλά λεφτά, ο Χάινριχ βρήκε μια καινούρια δουλειά σε ένα καράβι, με το οποίο θα έφτανε ως την Αμερική, «τη χώρα των ευκαιριών». Δυστυχώς το καράβι ναυάγησε στις ολλανδικές ακτές και ο Χάινριχ έμεινε στην Ολλανδία. Εκεί, και ενώ δούλευε ως κλητήρας σε εμπορική επιχείρηση, φάνηκε η γλωσσική του μεγαλοφυΐα. Σε τρία χρόνια έμαθε να γράφει και να διαβάζει: Ολλανδικά, αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά και πορτογαλικά. Αργότερα βρέθηκε στην Πετρούπολη, όπου έμαθερωσικά και ξεκίνησε να εμπορεύεται ινδικά χρώματα, νίτρο, θειάφι κ.ά. Σε ηλικία 26 χρονών ήταν εκατομμυριούχος και ξεκίνησε για την Αμερική. Στη διάρκεια του ταξιδιού (έξι εβδομάδες) έμαθε πολωνικά και σουηδικά. Κέρδισε πολλά ακόμα χρήματα κάνοντας εμπόριο χρυσού και μόλις είχε μαζέψει αρκετά ξεκίνησε για το παιδικό του όνειρο: Να ανακαλύψει το Ίλιον του Ομήρου. Οι τελευταίες γλώσσες που έμαθε ήταν αραβικά και ελληνικά. Ταξίδεψε στην Ανατολή (Εγγύς, Μέση και Άπω) και τελικά εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα (όπου παντρεύτηκε και Ελληνίδα). Στα 48 του χρόνια και βασιζόμενος κυρίως στην Ιλιάδα ξεκίνησε τις ανασκαφές στη Μικρά Ασία. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα βρήκε πράγματι την πόλη των ονείρων του (και μερικές ακόμα μετά). Άλλοι αμόρφωτοι ήταν ο Σουηδός Άλφρεντ Νόμπελ, που εννιά χρονών αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο και να πουλάει σπίρτα για να επιβιώσει, ο Σκωτσέζος Άντριου Κάρνετζυ, που ως παιδί δούλευε σε υφαντουργεία και ως θερμαστής, και ο Μπέντζαμιν Φράνκλιν που πήγε για ενάμιση χρόνο σε σχολείο. Σας κράτησα λίγο παραπάνω στην τάξη, το ξέρω. Στην επόμενη ώρα θα μάθουμε για τους αριστούχους στο σχολείο και στη ζωή -και θα συναντήσουμε τους τρεις της Οκτωβριανής επανάστασης: Λένιν, Τρότσκι, Στάλιν.

(Επί του πιεστηρίου: Κι ο Ζοζέ Σαραμάγκου ελάχιστα «γράμματα» έμαθε. Εγγονός ακτήμονων χωρικών και γιος αστυνομικού, τέλειωσε το δημοτικό κι ύστερα γράφτηκε σε τεχνικό γυμνάσιο. Σαν τέλειωσε, ξεκίνησε να δουλεύει ως μηχανικός αυτοκινήτων. Το πώς κατάφερε να γράψει κάποια από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα, καθώς και να δημιουργήσει ένα στυλ γραφής καθαρά προσωπικό είναι κάτι που μόνο ο ίδιος ο Σαραμάγκου θα μπορούσε να μας εξηγήσει. Ίσως ούτε κι αυτός να μπορούσε. Η ζωή είναι αναπόφευκτη και απρόβλεπτη. Ευχαριστώ τον Alex del P, που μου επισήμανε την περίπτωση Σαραμάγκου.)

[Πηγή: www.doctv.gr]