Διαβάσαμε

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 19 Φεβρουαρίου 2015

«Ο μεγαλύτερος φόβος μας δεν είναι μήπως είμαστε ανεπαρκείς.
Ο μεγαλύτερος φόβος μας είναι μήπως είμαστε απεριόριστα δυνατοί.
Το φως μας, και όχι το σκοτάδι μας, μας φοβίζει πιο πολύ απ όλα.
Αναρωτιόμαστε: Ποιος είμαι εγώ τελικά που θέλω να είμαι τόσο λαμπερός;
Γιατί; Εσύ τι είσαι; Είσαι -κι εσύ ένα παιδί του Θεού.
Δεν ωφελείς σε τίποτα τον κόσμο με το να γίνεσαι μικρός.
Το να γίνεσαι μικρός μόνο και μόνο για να μη νιώθουν
οι άλλοι ανασφαλείς γύρω σου δεν είναι καθόλου λαμπερό.
Γεννηθήκαμε για να δηλώσουμε
τη δόξα του θεού που υπάρχει μέσα μας.
Δεν υπάρχει σε ορισμένους από εμάς, αλλά σε όλους μας.
Και αν δεν αφήσουμε το φως μας να λάμψει, επιτρέπουμε έτσι
ασυναίσθητα στους άλλους να το κάνουν.
Όταν απελευθερωθούμε από το δικό μας φόβο,
η ύπαρξη μας απελευθερώνει αυτόματα και τους άλλους».
Νέλσο Μαντέλα: Ο πρώτος έγχρωμος πρόεδρος της Νότιας Αφρικής, κάτοχος του Νόμπελ Ειρήνης
(Από τον εναρκτήριο λόγο του το 1994) * 18.7.1918 στο χωριό Μβέζο, Ν. Αφρική

by enallaktikidrasi.

Μαρία Ανδρεάδου στις 19 Φεβρουαρίου 2015

Η ζωή του καθενός είναι γεμάτη από ψευδαισθήσεις, ίσως επειδή η αλήθεια συχνά μας φαίνεται αβάσταχτη.

Κι όμως, η αλήθεια είναι τόσο αναγκαία, που η άγνοιά της έχει υψηλό κόστος, το οποίο μπορεί να εμφανιστεί με τη μορφή σοβαρών ασθενειών.

Χρειάζεται λοιπόν να προσπαθήσουμε, ακολουθώντας μια μακροχρόνια διαδικασία, να ανακαλύψουμε τη δική μας προσωπική αλήθεια, μια αλήθεια που μπορεί να μας προκαλέσει πόνο πριν μας προσφέρει μια νέα αίσθηση ελευθερίας. Αν, αντίθετα, επιλέξουμε να αρκεστούμε σε μια διανοητική γνώση, θα παραμείνουμε στη σφαίρα των ψευδαισθήσεων και της εξαπάτησης του εαυτού μας.
Δεν μπορούμε να σβήσουμε τις ζημιές που έγιναν μέσα μας κατά την παιδική μας ηλικία, αφού δεν μπορούμε να αλλάξουμε ούτε στο παραμικρό το παρελθόν μας. Μπορούμε όμως να αλλάξουμε και να αναδιοργανώσουμε τον εαυτό μας και έτσι να ξανακερδίσουμε τη χαμένη μας ενότητα, αν αποφασίσουμε να κοιτάξουμε από πολύ κοντά και να συνειδητοποιήσουμε τη γνώση που έχουμε αποθηκεύσει στο σώμα μας γι’ αυτά που έγιναν στο παρελθόν.
Αυτός ο δρόμος σίγουρα δεν είναι εύκολος, σε πολλές περιπτώσεις όμως είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσουμε επιτέλους να αφήσουμε πίσω μας την αόρατη και απάνθρωπη φυλακή της παιδικής μας ηλικίας. Μόνο έτσι μπορούμε να μετατρέψουμε τον εαυτό μας από το ανίδεο θύμα που ήταν στο παρελθόν σε υπεύθυνο άτομο, που γνωρίζει τη δική του ιστορία και μπορεί να ζήσει μαζί της.
Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Δεν θέλουν να γνωρίζουν τίποτα από την προσωπική τους ιστορία και έτσι δεν συνειδητοποιούν ότι, στην ουσία, η ιστορία τους τους καθορίζει συνεχώς στο παρόν. Συνεχίζουν να ζουν μέσα στην απωθημένη και ανεπίλυτη κατάσταση που παγιώθηκε στην παιδική τους ηλικία.
Δεν συνειδητοποιούν ότι φοβούνται και αποφεύγουν κινδύνους οι οποίοι, παρ’ όλο που κάποτε ήταν πραγματικοί, εδώ και πολύ καιρό έχουν πάψει να είναι. Καθοδηγούνται από ασυνείδητες αναμνήσεις και απωθημένα συναισθήματα και ανάγκες, τα οποία, όσο παραμένουν ασυνείδητα και αξεδιάλυτα, συχνά καθορίζουν, με σχεδόν διαστροφικό τρόπο, καθετί που κάνουν ή δεν κάνουν.
Απόσπασμα από το βιβλίο της Άλις Μίλερ, Οι Φυλακές της Παιδικής μας Ηλικίας ή το Τραύμα του Προικισμένου Παιδιού, εκδόσεις Ροές.
Η Άλις Μίλερ (2 Ιανουαρίου 1923-14 Απριλίου 2010) ήταν Ελβετίδα ψυχολόγος και συγγραφέας. Το βιβλίο της το Τραύμα του Προικισμένου Παιδιού έγινε μπεστ σέλερ με την αγγλική του έκδοση το 1981. Οι απόψεις της σχετικά με τις συνέπειες της κακοποίησης των παιδιών είχαν ιδιαίτερη επιρροή. Στα βιβλία της αναλύει εκτενώς το μοντέλο τραύματος της παιδικής ηλικίας που ακολουθεί τον άνθρωπο μέχρι την ενήλικη ζωή του, αλλά και τις δηλητηριώδεις παιδαγωγικές μεθόδους.​
[Πηγή: www.doctv.gr]
Μαρία Ανδρεάδου στις 16 Φεβρουαρίου 2015

Μερικες απο τις καλυτερες ατακες που δημοσιευει η Ιστοσελιδα “Ο Τοιχος ειχε τη δικη του Υστερια” .

πηγη : http://hysteria.gr/

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Φεβρουαρίου 2015

Άμυνα περί πάτρης δεν είναι οι σπασμωδικαί,

κακομελέτηται και κακοσύντακται επιστρατείαι,

ουδέ τα σκωριασμένης επιδεικτικότητος θωρηκτά.

Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών,

η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις,

η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και του πιθηκισμού,

του διαφθείροντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος,

 

και η πρόληψις της χρεωκοπίας. Τις ημύνθη περί πάτρης;

Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων;

Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια.

Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος…

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Φεβρουαρίου 2015

«Κανένας καλλιτέχνης δεν είναι καλλιτέχνης και τις είκοσι τέσσερις ώρες της καθημερινότητάς του. Το ουσιαστικό του έργο, αυτό που μένει, ολοκληρώνεται πάντοτε κατά τη διάρκεια των λιγοστών και σπάνιων στιγμών της έμπνευσης. Το ίδιο συμβαίνει και με την ιστορία, τη μεγαλύτερη ποιήτρια και καλλιτέχνιδα όλων των εποχών, τη σπουδαιότερη δημιουργό. Ακόμα κι εκεί, στο “μυστικό εργαστήρι του Θεού”, όπως με δέος την αποκαλεί ο Γκαίτε, συμβαίνουν πολλά καθημερινά και ασήμαντα. Κι εκεί είναι σπάνιες οι στιγμές της έξαρσης, όπως και στην τέχνη, όπως και στη ζωή. Τις περισσότερες φορές, ακούραστη κι επίμονη, η ιστορία δένει τον ένα κρίκο μετά τον άλλο, στην ατέλειωτη αλυσίδα των αιώνων. Το ένα γεγονός μετά το άλλο στην ακολουθία των χιλιετιών. Γιατί καθετί σπουδαίο χρειάζεται προετοιμασία. Χρόνο. Εξέλιξη. Και κάθε φορά απαιτούνται εκατομμύρια άνθρωποι κοινοί και συνηθισμένοι για να έρθει στο κόσμο και μια μεγαλοφυΐα. Κάθε φορά πρέπει να περάσουν εκατομμύρια μονότονες ώρες, πριν σημάνει η αληθινή, η μεγάλη στιγμή. Αν όμως γεννηθεί κάποιος μεγαλοφυής καλλιτέχνης, τότε ξεπερνά την εποχή του και το έργο του ζει για πάντα. Κι όταν σημαίνει η μεγάλη ιστορική στιγμή, τότε χαράσσεται η μελλοντική πορεία της ανθρωπότητας για δεκαετίες ή για αιώνες. Όπως ο ηλεκτρισμός της ατμόσφαιρας μαζεύεται στην άκρη του αλεξικέραυνου, έτσι και οι συνέπειες απειράριθμων γεγονότων συμπυκνώνονται στο μικρό διάστημα λίγων ωρών ή λίγων ημερών. Πράγματα που κανονικά θα χρειάζονταν μέρες και μήνες για να γίνουν, ολοκληρώνονται σε λίγες μόνο στιγμές που καθορίζουν τα πάντα. Ένα ναι. Ένα όχι. Μια στιγμή όλη κι όλη, που αποφασίζει για τη μοίρα και τη ζωή των μελλοντικών γενεών, προδιαγράφοντας τη ζωή ενός ανθρώπου, ενός λαού, ή ολόκληρης της ανθρωπότητας».

[Πηγή: www.doctv.gr]

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Φεβρουαρίου 2015

Να ταξιδέψω; Για να ταξιδέψω φτάνει να υπάρχω: πηγαίνω από μέρα σε μέρα, σαν από σταθμό σε σταθμό στο σιδηρόδρομο του κορμιού μου ή του πεπρωμένου μου, σκυμμένος πάνω από τους δρόμους και τις πλατείες, πάνω από τα πρόσωπα και τις χειρονομίες, πάντα ίδια και πάντα διαφορετικά, όπως τελικά είναι και τα τοπία. Εάν φαντάζομαι, βλέπω. Τι παραπάνω κάνω ταξιδεύοντας; Μόνο μια αδυναμία ακραία της φαντασίας δικαιολογεί τη μετακίνηση σαν μέσο πλήρωσης των αισθήσεων. «Κάθε δρόμος, μέχρι κι αυτός ο δρόμος του Έντεπφουλ, θα σε οδηγήσει στην άκρη του κόσμου». Αλλά η άκρη του κόσμου, από τότε που ο κόσμος εξαντλήθηκε όταν τον φέραμε όλον βόλτα, είναι το ίδιο το Έντεπφουλ απ’ όπου έφυγες. Στην πραγματικότητα η άκρη του κόσμου, όπως και η αρχή του, είναι η προσωπική μας σύλληψη του κόσμου. Μέσα μας είναι που τα τοπία έχουν τοπίο. Γι’ αυτό όταν τα φαντάζομαι, τα δημιουργώ. Αν τα δημιουργώ υπάρχουν, και εφόσον υπάρχουν, τα βλέπω όπως βλέπω και τ’ άλλα. Γιατί να ταξιδέψω; Στη Μαδρίτη, στο Βερολίνο, στην Περσία, στην Κίνα, στον καθένα από τους δύο Πόλους, πού αλλού θα βρισκόμουνα παρά μέσα σε μένα τον ίδιο, με τη δική μου ιδιαιτερότητα και το δικό μου τρόπο να αισθάνομαι. Η ζωή είναι αυτό που εμείς την κάνουμε να είναι. Τα ταξίδια είναι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε, είναι αυτό που είμαστε.

[Πηγή: www.doctv.gr]

Μαρία Ανδρεάδου στις 11 Φεβρουαρίου 2015
«ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΡΟΜΑΖΕΤΕ ΟΤΑΝ ΚΑΠΟΙΑ ΘΛΙΨΗ ορθώνεται μπροστά σας, ακόμα κι αν είναι πιο τρανή απ’ όλες τις θλίψεις που περάσατε ως τα σήμερα, όταν μια ανησυχία, όμοια με φως και συννεφοσκιά, περνάει πάνω απ’ τα χέρια σας και πάνω από κάθε σας πράξη.
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΟΣΑΣΤΕ, ΤΟΤΕ, πως κάτι γίνεται εντός σας, πως η ζωή δεν σας ξέχασε, πως σας κρατάει στα χέρια της και δεν θα σας παρατήσει.
ΓΙΑΤΙ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΔΙΩΞΕΤΕ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΣΑΣ κάποιες ανησυχίες, κάποιους πόνους, κάποιες βαρυθυμίες, ενώ δεν ξέρετε τι έργο πραγματώνουν μέσα σας; Γιατί να αυτοβασανιζόσαστε με το ερώτημα: από πού έρχονται όλ’ αυτά και πού πηγαίνουν; Μια και ξέρετε καλά πως βρισκόσαστε πάνω στην εξέλιξή σας και πως, πάνω απ’ όλα, ένα ποθείτε: να μεταμορφωθείτε.
ΑΝ ΚΑΤΙ ΕΝΤΟΣ ΣΑΣ ΜΟΙΑΖΕΙ ΑΡΡΩΣΤΙΑΡΙΚΟ, αναλογιστείτε τότε πως η αρρώστια είναι ένα μέσο για να λυτρωθεί ο οργανισμός από ό,τι του είναι ξένο κι ενάντιο· πρέπει, λοιπόν, να βοηθήσετε την αρρώστια αυτή ν’ ακολουθήσει την πορεία της ως το τέλος. Έτσι μονάχα θα μπορέσει κι ο οργανισμός να συνεχίσει την προοδευτική εξέλιξή του».
«ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ‘ΣΑΣΤΕ ΥΠΟΜΟΝΕΤΙΚΟΣ, όπως οι άρρωστοι, και γεμάτος εμπιστοσύνη, όπως εκείνοι που βρίσκονται σε ανάρρωση· γιατί ίσως να ‘σαστε και τα δυο. Και κάτι παραπάνω: είσαστε και γιατρός και πρέπει εσείς ο ίδιος να νοιαστείτε για τη γιατρειά σας. Σ’ όλες όμως τις αρρώστιες υπάρχουν μέρες που ο γιατρός ένα μονάχα μπορεί: να περιμένει. Και αυτό, ίσα-ίσα, πρέπει όσο είσαστε γιατρός του εαυτού σας, να κάνετε τώρα».
[Πηγή: www.doctv.gr]
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Φεβρουαρίου 2015

Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.

Όχι δεν είμαι λυπημένη.
 
Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.

Όχι δεν είμαι λυπημένη.
 
Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ΄αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.
 
Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από΄κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από΄δω, έχασα κι από΄κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ΄λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
 
Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.
 

Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει

Μαρία Ανδρεάδου στις 4 Φεβρουαρίου 2015
«Βολικέ φόβε, φοβάμαι μη σε χάσω» [Πηγή: www.doctv.gr]
Στον συστήνουν οι γονείς σου κατά το πρώτο διάστημα της ζωής σου, τη ρυθμιστική περίοδο της γνωριμίας σου με τον πλανήτη, ενώ καθώς μεγαλώνεις, μαθαίνεις να ζεις μαζί του. Φοβάσαι το σκοτάδι, το πολύ φως, το ύψος, το κενό, το αεροπλάνο, τα κενά στο αεροπλάνο. Την ταχύτητα, φοβάσαι το άγνωστο, φοβάσαι αυτό που γνωρίζεις πολύ καλά, φοβάσαι.
Γοητευτικέ μου φόβε, περπατάς δίπλα μου. Πολλές φορές προπορεύεσαι και προηγείσαι. Αν θα μπω στο μετρό, αν θα κατέβω στο υπόγειο πάρκινγκ, αν θα καθίσω στον διάδρομο του θεάτρου ή θα φύγω από την παράσταση. Γοητευτικέ μου φόβε, έμαθα να σου μοιάζω, να σε νοιάζομαι. Έγινες η ζωή μου, όρισες τα μικρά και τα μεγάλα: από μια βόλτα με σκάφος μέχρι το ταξίδι με το αεροπλάνο. Βολικέ μου φόβε,είσαι ο λόγος που ζω, είσαι ο δίδυμος αδερφός του εγωισμού.
Εγωισμός ή φόβος; Βρίσκεσαι δίπλα στην πιο όμορφη παραλία του Ιονίου, αλλά δεν θα μπεις στο βαρκάκι για να πας. Δεν θα πάει η παρέα, δεν σε νοιάζει. «Δεν φοβάμαι ακριβώς, φοβάμαι μήπως φοβηθώ».Με την επιλογή σου ορίζεις τις επιλογές των ανθρώπων γύρω σου. Ο φόβος σου γίνεται ιστός που στολίζει τις σχέσεις σας.
Όλα περνούν από το φίλτρο του, είναι η δικαιολογία που όλοι αναγνωρίζουν και που εσύ προτάσσεις πρώτη. Βολικέ φόβε, φοβάμαι μη σε χάσω. Σε αγαπώ τόσο. Εσύ; Θα είσαι μαζί μου για πάντα; Θα μου δικαιολογείς τα λάθη; Θα με κρατήσεις στον αμνιακό σου σάκο;
Έρχονται στιγμές που ο εγωισμός θα κάνει πίσω. Ο φόβος θα κάνει πίσω. Σε μια κρίση που σε ξεπερνά, σε μια απώλεια. Σε οτιδήποτε δεν περιστρέφεται γύρω από σένα. Μια αναγκαστική διαδρομή ως συνεπιβάτης σε ασθενοφόρο στην Ντόχα, μισή μέρα σ’ ένα νοσοκομείο που άνδρες και γυναίκες δεν συναντιούνται. Εσύ έχεις την ευθύνη της γυναίκας που αναζητάς και δεν βρίσκεις. Κοιτάζεις γύρω σου κι ο φόβος δεν υπάρχει. Δεν σε παράτησε, κρύφτηκε για λίγο. Φοβάται πιο πολύ από σένα.
Τέσσερις μήνες κουβαλούσα μια κήλη στον δίσκο ανάμεσα στους σπονδύλους Ο4 και Ο5. Στις πιο όμορφες επαγγελματικές μου στιγμές, σε ταξίδι στο εξωτερικό, σε φιλικές βραδιές. Πόνος πολύς, δεν λέω,αλλά και κύριος λόγος για να ορίζω τη ζωή των άλλων: πού θα κάτσω, πώς θα πάω, πώς θα με ρωτήσουν όλοι. Φόβε, που ξέρεις ότι είσαι ο φόβος του χειρουργείου, έγινες κήλη που κατσικώθηκες στο νεύρο μου και μου απαγορεύεις το περπάτημα. Σε προτιμώ, προτιμώ να σ’ έχω, αποτελείς μια δικαιολογία. Είσαι η δικαιολογία μου για ό,τι δεν κάνω.
Αγαπημένε φόβε, να σε συστήσω με έναν επιστήμονα. Που χωρίς δεύτερη κουβέντα θα σε διώξει: το χειρουργείο θα γίνει, είναι απλό, θα διαρκέσει 4,5 ώρες. Η κήλη που θα αφαιρούσε, είχε ήδη σπάσει και κομμάτια της θα καθίσουν σε άλλα νεύρα. Το χειρουργείο ολοκληρώθηκε, κολλήθηκες, ξύπνησες, όλα πήγαν καλά. Η ενηλικίωση έρχεται όταν το επιλέξεις. Όταν αισθανθείς ότι ο φόβος δεν σε κάνει ξεχωριστό, σε διατηρεί παιδί. Ένα ναρκισσιστικό, ανώριμο και κακομαθημένο παιδί.
Φόβε, να σου συστήσω τον βράχο. Με λέει ήρωα αλλά δεν ξέρει ότι είναι η δική μου ηρωίδα. Πάντα.
Δημήτρης Παπαδόπουλος  [Πηγή: www.doctv.gr]
Κυριακή Ψαρρού στις 2 Φεβρουαρίου 2015

Μετά το 1ο άρθρο μου πάνω στη ψυχαναλυτική ματιά της Φρανσουά Ντολτό πάνω στη παραβολή του Ιησού για τον Άσωτο Υιό, συνεχίζω με το 2ο άρθρο όπου καταγράφω μέρη από το διάλογο της Ντολτό με τον Ζεράρ Σεβερέν. Υπενθυμίζω ότι ο τίτλος του βιβλίου είναι “Φρανσουάζ Ντολτό, Ζεράρ Σεβερέν, Τα Ευαγγέλια και η πίστη – Ο κίνδυνος μια ψυχαναλυτικής ματιάς”, εκδόσεις Εστία.

Ζεράρ Σεβερέν (Ζ.Σ.): Ο πρωτότοκος έχει δίκιο να είναι θυμωμένος: δεν είναι ζωή η μονότονη ζωή του. Ο πατέρας του, γεμάτος χαρά, του λέει: “Όλα τα δικά μου είναι και δικά σου”. Σπουδαίο πράγμα… θα μπορούσε να είχε δώσει στο γιο του ένα κατσικάκι, να γιορτάσει κι αυτός με τους δικούς του φίλους. Υπερβάλλει. Από την άλλη μεριά, αυτός ο γιος είναι υπόδειγμα γιου. Όπως λέει κι ο ποιητής: “Θέλει πολλήν αγάπη για να φτάσεις στην απόφαση να ζεις απλά, με έργα ταπεινά κι ανιαρά”. Ο πρωτότοκος δούλευε πάντα αδιαμαρτύρητα και τώρα έχει κάθε λόγο να είναι θυμωμένος. Αυτός είναι αληθινός γιος, έδειξε “πολλήν αγάπη” για έργα που είναι “ταπεινά κι ανιαρά”.
 
Φρανσουάζ Ντολτό (Φ.Ν.): Ναι… Είναι, όπως λένε, πολύ αξιέπαινος! Με αξίες όπως Δουλειά, Οικογένεια, Πατρίδα… Είναι καλός γιος σύμφωνα με τους τύπους και τις προσδοκίες του πατέρα του. Όντως, ένας πατέρας θέλει να είναι εργατικό το παιδί του, να έχει πνεύμα της οικογένειας και να μένει κόντά στο πατρικό του. Έτσι έκανε ο πρωτότοκος.
    Συμφωνεί σε όλα με το πατέρα του, κι εκείνος είναι πολύ δεμένος με το γιο του: “Εσύ πάντοτε ήσουν μαζί μου και όλα τα δικά μου είναι δικά σου”. Οι ζωές τους αλληλοσυμπληρώνονται, σχεδόν συγχέονται. Ο πρωτότοκος είναι, θα έλεγε κανείς, μέρος, προέκταση του πατέρα. Πάντα πειθήνιος, καμία ρήξη. Δεν διαμαρτυρόταν ποτέ. Πάντα υποταγμένος, δούλευε. Έμοιαζε ευτυχισμένος, σε αρμονία με το πεπρωμένο του. Όμως… όμως…
     Ο πατέρας του είχε σίγουρα μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, είχαν πολύ περισσότερα κοινά σημεία οι δυο τους. Σ’ αυτόν είχε στηρίξει τις ελπίδες του: “Ότι είναι δικό μου είναι και δικό σου. Είσαι ο πρωτότοκος. Σε σένα στηρίζομαι. Εσύ θα κληρονομήσεις μετά την περιουσία”.
Και ξαφνικά, ο πρωτότοκος αρχίζει να ζει τη ζωή του τη στιγμή που ο πατέρας του τον ξεχνά κάπως, ανακαλύπτοντας ότι είναι πατέρας και του μικρότερου. Είναι καταπληκτικό!
Ζ.Σ.: Μα γιατί δεν ζήτησε να πάνε να φωνάξουν και τον πρωτότοκο γιο στη γιορτή;
Φ.Ν.: Ο πρωτότοκος γιος είναι στα χωράφια, ο πατέρας στο σπίτι. Ξαναβρίσκει έναν γιο που ήταν νεκρός και τώρα ζει. Ανακαλύπτει ότι είναι πάλι πατέρας. Είναι τέτοια η ευτυχία του που δεν μπορεί να περιμένει. Θέλει να χαρεί και να γιορτάσει αμέσως με αυτόν το γιο που ήλθε να του αποκαλύψει την πατρική του “φλέβα”. Ακτινοβολεί από τη χαρά του. Τη δείχνει και τη μοιράζεται με όσους βρίσκονται εκεί.
    Ξαφνικά, φθάνει ο πρωτότοκος. Και τότε, σιγά σιγά, βγάζει το προσωπείο: στρέφεται εναντίον του πατέρα του, “του έχουν έρθει τα πάνω κάτω”, όπως λένε.
    Ως τότε, βλέπετε, ζούσε υποταγμένος στην “ανάγκη”, καλός γιος, δούλευε για να παράγει, έτρωγε για να καταναλώνει. Υπάκουος γιος.
    Με την επιστροφή του άσωτου αδελφού, αλλάζει: τον κυριεύει ο θυμός ενάντια στον πατέρα του. Είναι “εκτός εαυτού”, δηλαδή απορρίπτει ανοιχτά τον αδελφό του, τον κατηγορεί ότι ήταν συνεχώς στη καλοπέραση, σπάταλος και, για πρώτη φορά στη ζωή του, απορρίπτει ανοιχτά και τον πατέρα του.
Ξαφνικά, στη θέα του πατέρα και του μικρού αδελφού, αφήνει να ξεσπάσει η ζήλεια του. Δεν αντέχει άλλο να καταπιέζονται οι επιθυμίες του εν αναμονή μιας κληρονομιάς που δεν θα ήταν υποχρεωμένος να μοιραστεί.
    Και πάνω στο θυμό του, κατηγορεί τον πατέρα του ότι τον εκμεταλλεύτηκε, ότι ποτέ δεν του πρόσφερε ένα κατσικάκι να πάει να γιορτάσει με τους φίλους του. Αλλά μήπως το είχε ποτέ ζητήσει;
Ζ.Σ.: Άλλωστε, χρειαζόταν έγκριση; Ότι άνηκε στον πατέρα του δεν ήταν και δικό του;
Φ.Ν.: Η καρδιά του ήταν στεγνή κι εγωιστική. Δεν είχε φίλους που να τους αγαπά τόσο ώστε να “χάνει χρόνο και χρήμα” μαζί τους. Στη ζωή του, μόνο το ωφέλιμο. Καθόλου χώρος για χαρά, έκπληξη, συνάντηση με τον άλλο, κίνδυνο… ναι, τον κίνδυνο να χάσει, αλλά… να χάσει τι; Τη ζωή του; (Ξαφνικά, αντιλαμβάνεται ότι έχει περάσει δίπλα της).
Ζ.Σ.: Ο μικρός αδελφός παίρνει την ελευθερία του. Και τι την κάνει:
Φ.Ν.: Καταστρέφεται, ξοδεύεται, παραστρατεί, ρημάζεται, χαραμίζεται, καταρρέει. Απαρνιέται τον πατέρα του, απαρνιέται την οικογένειά του, απαρνιέται όλη την περασμένη του ζωή. Είναι κρίση, ένας παροξυσμός απάρνησης. Γι’ αυτό ήταν νεκρός για τον πατέρα του.
   Πήρε την ελευθερία του, ο πατέρας το δέχτηκε, το σεβάστηκε. Η πράξη του θα μπορούσε να τον βοηθήσει να σταθεί υπεύθυνα στη ζωή του, δίχως να μείνει πανομοιότυπο του μεγάλου του αδελφού ή πιστό αντίγραφο του πατέρα του. Όμως βαθιά στην καρδιά του, η ελευθερία που έπαιρνε ήταν από αντίδραση, από άρνηση. Αφήνοντας την παιδική ηλικία του, απορρίπτει ότι έχει σχέση με την οικογένειά του, ότι παράδειγμα του έχει δοθεί.
Ζ.Σ.: Ο νεαρός αυτός άσωτος έφτασε ως την “κόλαση” του ίδιου του του εαυτού!
Φ.Ν.: Ναι, έχουμε ανάγκη την ευχαρίστηση, αλλά αυτό που μας διαμορφώνει είναι η οδύνη, όχι η ευχαρίστηση. Το ίδιο συμβαίνει με όλους μας: πρέπει να πεθάνουμε σε κάτι για να φθάσουμε στην υπόσταση του επιθυμούντος με πραγματική επιθυμία, πέραν της ανάγκης, και με την αγάπη μόνο οδηγό.
   Έτσι, το παιδί αφήνει το μαστό που του δίνει η μητέρα, για να ανακαλύψει το χαμόγελό της, την παρουσία της, την αγάπη αυτής που το περιβάλλει.
   Έτσι, σιγά σιγά, ανακαλύπτει ένα πρόσωπο, τη μητέρα του, και συγχρόνως αναγνωρίζει τον εαυτό του παιδί της, συγχρόνως γεννιέται, γίνεται πρόσωπο κι αυτό το ίδιο. Θα ανακαλύψει ότι, από την κατανάλωση, τις ανάγκες και από την περιορισμένη ευχαρίστηση που προσφέρουν, πιο ισχυρές είναι η λεπτή ψυχική ευαισθησία και η ζεστασιά των συναισθημάτων που κάνει να συντονίζονται οι καρδιές.
Ζ.Σ.: Έτσι ο γιος γίνεται, θα λέγαμε, πατέρας του εαυτού του. Παύει να είναι το προκομμένο παιδί που ξεπατικώνει τη ζωή των άλλων. Κι αυτό διότι ανακάλυψε έναν πατέρα που του έδωσε τη δυνατότητα να μη μένει παιδί, να ζήσει την εμπειρία που του υπαγόρευε η επιθυμία του.
Φ.Ν.: Λέτε ότι είναι ιδιοτελής! Ξέρετε όμως ότι ένας αδελφός δεν “οφείλει” να αγαπά τον αδελφό του, το παιδί δεν “οφείλει” να αγαπά τους γονείς του, ο δεκάλογος απαιτεί να τους τιμά. Οι υγιείς γονείς αγαπούν τα παιδιά τους, αλλά τα παιδιά δεν έχουν καμία υποχρέωση να αγαπούν τους γονείς τους. Όταν γίνουν κι αυτά γονείς, θα αγαπήσουν με τη σειρά τους τα δικά τους παιδιά. Τότε, με τον πόνο που θα τους προκαλέσει αυτή η αγάπη, ίσως καταλάβουν τους γονείς τους…
    Κατά τη γνώμη μου, μία είναι η αμαρτία: η αμαρτία απέναντι στην επιθυμία μας. Αυτό είναι το αμάρτημα του πρωτότοκου.
     Ο μικρός αδελφός δεν είχε αμαρτήσει απέναντι στο πατέρα του ούτε απέναντι στο Θεό φεύγοντας από το πατρικό. Αισθάνθηκε όμως αμαρτωλός, αμάρτησε στη συνέχεια διότι, ζώντας την επιθυμία του, υπέκυψε στους πειρασμούς και έδρεψε αποτυχία και απόγνωση.
    Είχε φύγει θριαμβευτικά, με το μερίδιό του από την πατρική περιουσία, με σχέδια και με ελπίδες. Τώρα, επιστρέφει γεμάτος ντροπή. Και το “βουλώνει”. Αμαρτάνοντας, βουλώθηκε έξω από τον ουρανό και από τον πατέρα του, έξω από την ηθική και τη γεννετική τάξη: ως προς αυτό, μέσα στη χαρά του που τον ξαναβρήκε, ο πατέρας εξαγοράζει την αξιοπρέπεια του γιου του, του γιου που τα έπαιξε όλα για όλα και τα έχασε. Αυτό προκαλεί τον οργή του άλλου γιου, που δεν είχε ρισκάρει τίποτα.
    Το ξαναλέω, για μένα η μόνη “αμαρτία” είναι να μην τολμά κάποιος να ζήσει την επιθυμία του. Η άλλη αμαρτία, περισσότερο αφέλεια παρά “αμαρτία”, είναι να αμφισβητούμε την αγάπη που τρέφει για εμάς ο Θεός όταν δεν αγαπάμε πια τον εαυτό μας, και να εξοργιζόμαστε με την αγάπη του Θεού για τους αντίζηλούς μας που δεν την αξίζουν.
    Τα παιδιά οφείλουν να απελευθερωθούν, να εμφανίσουν,όπως λέμε στη φωτογραφία, τον δικό τους εαυτό για να προσθέσουν τη δική τους, μοναδική αλήθεια στη αργή ωρίμανση του σύμπαντος.
www.miaallilogiki.blogspot.gr
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Φεβρουαρίου 2015

“ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ” ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας

πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών

στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε

χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα

ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.

Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων

δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα

μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.

 

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας

πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα

από λιμάνι σε λιμάνι;

 

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας

τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,

κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας

κι εκείνης της θάλασσας,

χωρίς αφή

χωρίς ανθρώπους

μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας

ούτε δική σας.

 

Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά

κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε

λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά

ένα ελάχιστο διάστημα.

 

“ΗΜΟΝΑΞΙΑ” ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ

Η μοναξιά…

δεν έχει το θλιμένο χρώμα στα μάτια

της συννεφένιας γκόμενας.

Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα

κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών

και στα παγωμένα μουσεία.

Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλαιών «καλών» καιρών

και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς

μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.

Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια

βοϊδίσο βλέμα κοφτούς αναστεναγμούς

κι ασορτί εσώρουχα.

Η μοναξιά.

Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά

και μετριέται πιάτο-πιάτο

μαζί με τα κομμάτια τους

στον πάτο του φωταγωγού.

Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά

Μπουρνάζι – Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά

Τούμπα – Σταυρούπολη – Καλαμαριά

Κάτω από όλους τους καιρούς

με ιδρωμένο κεφάλι.

Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ’ αλυσίδες τα τζάμια

κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής

βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία

είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές

ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες

πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα

στα σκλαβοπάζαρα της γης – εδώ κοντά είναι η Κοτζιά

ξυπνήστε πρωί.

Ξυπνήστε να τη δείτε.

Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα

το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους

και τα τελευταία

ατελείωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝ

στα γατζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.

Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο

που ξεπουλάν τη φάρα της

χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο

κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της

ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.

Η μοναξιά

η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω

είναι τσεκούρι στα χέρια μας

που πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει.

 

 

“ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ” ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ

 

Είμαι φτηνός, πολύ φτηνός, είμαι φτηνός για λίγα ψίχουλα μπορώ να γίνω δούλος καθενός.

Είμαι φριχτός, πολύ φριχτός, είμαι φριχτός την καταδίκη σας αξίζω να υπομένω διαρκώς.

Είμαι φτωχός, πολύ φτωχός, είμαι φτωχός για την αρρώστια μου αυτή δε θα βρεθεί ποτέ γιατρός

. Θεέ μου που μας ορίζεις κι όλους μας βλέπεις ένα δεν είναι όπως νομίζεις δεν είναι όλα όπως νομίζεις εδώ κάτω μοιρασμένα δεν είναι όλα, δεν είναι όλα, δεν είναι όλα μοιρασμένα.

Μα εσύ που μας φροντίζεις σαν πρόβατα σφαγμένα στείλε μου αν θέλεις λίγη, μόνο λίγη, τόση δα, δικαιοσύνη και για μένα.

Είμαι μικρός, πολύ μικρός, είμαι μικρός και μες στα μάτια σου φαντάζω κάθε μέρα πιο μικρός.

Είμαι νεκρός, σχεδόν νεκρός, είμαι νεκρός τη θεραπεία σας αντέχω να υπομένω διαρκώς.

Είμαι ζεστός, πολύ ζεστός, είμαι ζεστός μέσα απ’ τα στήθια μου φυσάει ένας άνεμος καυτός.

Θεέ μου που μας ορίζεις κι όλους μας βλέπεις ένα δεν είναι όπως νομίζεις, δεν είναι όλα όπως νομίζεις εδώ κάτω μοιρασμένα δεν είναι όλα, δεν είναι όλα, δεν είναι όλα μοιρασμένα.

Μα εσύ που μας φροντίζεις σαν πρόβατα σφαγμένα στείλε μου αν θέλεις λίγη μόνο λίγη, τόση δα, δικαιοσύνη και για μένα..

 

 

“ΔΙΝΩ ΤΟ ΧΕΡΙ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ” ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Μέρα στιλπνή αχιβάδα της φωνής που μ’ έπλασες γυμνόν να περπατώ στις καθημερινές μου Κυριακές ανάμεσ’ από των γιαλών τα καλωσόρισες φύσα τον πρωτογνώριστο άνεμο.

Άπλωσε μια πρασιά στοργής για να κυλήσει ο ήλιος το κεφάλι του.

Ν’ ανάψει με τα χείλια του τις παπαρούνες, τις παπαρούνες που θα δρέψουν οι περήφανοι άνθρωποι για να μην είναι άλλο σημάδι στο γυμνό τους στήθος.

Από το αίμα της αψηφισιάς που ξέγραψε τη θλίψη φτάνοντας ως τη μνήμη της ελευθερίας.

Είπα τον έρωτα την υγεία του ρόδου, την αχτίδα, που μονάχη ολόισα βρίσκει την καρδιά.

Την Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα.

Την Ελλάδα που με ταξιδεύει πάντοτε σε γυμνά χιονόδοξα βουνά.

Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη, διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή.

Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος. Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα.

Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα

 

 

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Φεβρουαρίου 2015

 

…..Είναι άνοιξη. Αφέγγαρη η νύχτα στη μικρή πόλη, χωρίς αστέρια, βιβλικά μαύρη. Πέτρινοι σιωπηλοί δρόμοι και το δάσος καμπούρικο με τους ερωτευμένους, τους λαγούς, αθέατο κατεβαίνει κούτσα-κούτσα ως τη μαύρη-κορόμηλο, μαύρη-κοράκι, την ελαφροκυματούσα θάλασσα με τις ψαρόβαρκες.

ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΥΦΛΑ ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΕΣ (αν κι αυτοί βλέπουν καλά τη νύχτα μεσ’ απ’ τις βελούδινες τρύπες τους, ξεμυτίζοντας), τυφλά σαν τον Καπετάν Γάτο εκεί στη μέση, κοντά στη βρύση και στο ρολόι της πόλης, τα κατάκλειστα μαγαζιά, το Ίδρυμα Κοινής Ωφελείας μαυροφορεμένο στο σκοτάδι. Η νανουρισμένη, βουβαμένη πολιτεία με τους ανθρώπους της κοιμάται τώρα

. Σ…Σ…Σ… ΤΑ ΜΩΡΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ, ΟΙ ΓΕΩΡΓΟΙ, ΟΙ ΨΑΡΑΔΕΣ, οι έμποροι, οι συνταξιούχοι, ο τσαγκάρης κοιμάται, ο δάσκαλος, ο ταχυδρόμος, ο ταβερνιάρης, ο νεκροθάφτης, και η ζωηρή του χωριού, ο μέθυσος, η ράφτρα, ο παπάς, ο αστυνόμος, η γυναίκα με τα μύδια και τα παπίσια πόδια και οι ταχτικές νοικοκυρές.

ΤΑ ΝΕΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΑ ΜΑΛΑΚΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ γλιστρούν στ’ όνειρό τους ως το δάσος που αντηχεί σαν εκκλησιαστικό όργανο, γλιστρούν με δαχτυλίδια και προικιά κι είναι οι πυγολαμπίδες που κρατούν την ουρά της νύφης.

Τ’ ΑΓΟΡΙΑ ΚΑΝΟΥΝ ΠΟΝΗΡΑ ΟΝΕΙΡΑ, καβαλικεύουν τ’ αδάμαστα άτια της νύχτας ή αλωνίζουν κουρσεμένες θάλασσες. Ανθρακίτης τα σώματα των αλόγων κοιμισμένα στα λιβάδια, οι αγελάδες στους σταύλους, οι σκύλοι στις αυλές μ’ υγρές μουσούδες.

ΚΙ ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΛΑΓΟΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΓΩΝΙΕΣ ή με πονηρές δρασκελιές, σαν αστραπή, χώνονται στο σύννεφο το μοναδικό της στέγης. Μπορείς ν’ ακούσεις τη δροσούλα να πέφτει και την πόλη σε σιγή ν’ ανασαίνει.

ΜΟΝΟ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΜΑΤΙΑ ΜΕΝΟΥΝ ΑΝΟΙΧΤΑ και βλέπουν τη μαύρη πολιτεία βυθισμένη, τυλιγμένη σε ύπνο αργό. Και μόνο εσύ μπορείς ν’ ακούσεις την αόρατη πτώση των άστρων, τη θάλασσα στην πιο σκοτεινή της στιγμή, την πριν απ’ την αυγή……..

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 31 Ιανουαρίου 2015

“Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;” Όλοι φοβόμαστε. Τα γερατειά, τις ρυτίδες, τη μοναξιά, την αρρώστια, την απόρριψη, τη ματαίωση, την προδοσία, το σκοτάδι, τον αμείλικτο συνοδοιπόρο μας, τον θάνατο.

Όλοι φοβόμαστε. Το αβέβαιο μέλλον, το άγνωστο τοπίο, τους αυθάδεις έρωτες, τα βαθιά νερά, το κρύο σπίτι, τα “τιποτένια ομοιώματα”, τις μέρες που “δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις”, που “δεν βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου”.
Όλοι φοβόμαστε. Που “δεν προφταίνουμε ν’ αγαπήσουμε έναν άνθρωπο κι ύστερα τον χάνουμε”, που “πλήθος ενέδρες της ζωής παραμονεύουν την πτώση σου”.
Όλοι φοβόμαστε. Τα ανεξόφλητα χρέη, της τράπεζας και της Ιστορίας, τη βαριά σκιά της κληρονομιάς που μας έλαχε, την κοινή γνώμη των κοινών φίλων, τα μάτια των παιδιών μας, που μας κοιτάζουν με δυσπιστία για τα τόσα χρόνια και χρόνια στον τροχό χωρίς το κληροδότημα μιας ουτοπίας.
Όλοι φοβόμαστε. Τα “χαμόγελα των καθαρμάτων”, που πληθαίνουν καιροφυλακτώντας, την υποκρισία στο μάτι του αρπακτικού της διπλανής πόρτας, τη φωνασκία εκείνων που δεν αντέχουν μέσα στους πολλούς, τους σαλταδόρους του καινούργιου τρένου της εξουσίας, την τύχη μας που ίσως ενδίδει πια και τα έργα της ζωής μας, μήπως προκύψουν όλα πλάνες.

Όλοι φοβόμαστε, γιατί ξέρουμε πως οι μόνοι που δεν έχουν ούτε μια άσπρη τρίχα στην ψυχή τους είναι αυτοί που σκοτώθηκαν νωρίς.
Όλοι φοβόμαστε. Και τα μισά απ’ αυτά που φοβόμαστε ότι θα κάνουν οι άλλοι τα έχουμε κάνει κι εμείς. Ή θα τα κάναμε αν μας δινόταν η ευκαιρία.
Όλοι φοβόμαστε. Αλλά ο μοναδικός τρόπος για να διαπιστώσεις “τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν” είναι να το απλώσεις κι εσύ. Ο μοναδικός τρόπος για να ζήσεις, είναι να ρισκάρεις. Αν έχεις βέβαια κάτι κι εσύ να δώσεις, που σημαίνει ότι έχεις κι εσύ κάτι να χάσεις.
Όλοι φοβόμαστε… “Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους” και ο Ουρανός περιμένει.
“Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
Να ψηλαφήσω το σφυγμό σου
Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
Ν’ αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Πού στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζί
Να τα μετρήσουμε ένα-ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή.
Το δικό μας δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.
Δεν περνούν από ‘δω ξυλοκόποι”.
~ Μανόλης Αναγνωστάκης
_________
Πηγή: avgi.gr
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Κυριακή Ψαρρού στις 30 Ιανουαρίου 2015

Γυαλιστερό κι ωραίο το κουκούλι

Τι κρύβεται κει μέσα αγνοώ

Μ’ ένα ψαλίδι απαλά θα χειρουργήσω

Κλωστή κλωστή να φτιάξω το στιχάριον

Άσπρο ν’ αστράφτει με τον ήλιο

Μαύρο με το φως του φεγγαριού.

Κι ύστερα τίποτα – σιωπή

Αναμονή ως την κατάλληλη στιγμή

Η πεταλούδα σαν θα βγει

Να ‘ναι ψυχή.

από το poiein.gr

Στιχάρι, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2014, σ.15.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιανουαρίου 2015

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΕΣΥ ΗΛΙΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΦΩΤΙΣΕΙΣ τους σβησμένους ήλιους των άλλων. Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει».

«ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΥΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι…»

«ΝΑ ΜΗΝ ΑΡΝΙΕΣΑΙ ΤΗ ΝΙΟΤΗ ΣΟΥ ΩΣ ΤΑ ΒΑΘΙΑ ΓΕΡΑΜΑΤΑ, να μάχεσαι σε όλη σου τη ζωή να μετουσιώσεις σε κατάκαρπο δέντρο την εφηβική σου άνθηση, αυτός, θαρρώ, είναι ο δρόμος του ολοκληρωμένου ανθρώπου».

«ΕΧΟΥΝ ΝΑ ΠΟΥΝ ΠΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΖΩΟ που συλλογιέται το θάνατο. Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία».

 

«ΝΙΩΘΩ ΣΑΝ ΝΑ ΧΤΥΠΑΜΕ ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΜΑΣ στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα».

«ΑΣΤΡΑ, ΠΟΥΛΙΑ, ΣΠΟΡΟΙ, ΟΛΑ ΥΠΑΚΟΥΟΥΝ. Και μόνο ο άνθρωπος σηκώνει κεφάλι και θέλει να παραβεί το νόμο και να μετατρέψει την υπακοή σε ελευτερία. Γι’ αυτό κι απ’ όλα τα πλάσματα του Θεού αυτός μονάχα μπορεί κι αμαρταίνει. Τι θα πει αμαρταίνει; χαλνάει την αρμονία».

«ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΥΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι…»

«ΔΕΝ ΔΙΑΛΕΓΕΙΣ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ. Αυτά διαλέγουν εσένα».

«ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΑ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΑ, ΕΦΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ που πήρε ο Θεός στους αιώνες και ξεκρίνω, πίσω από την άπαυτη ροή του, την απόλυτη ενότητα».

«ΠΟΤΕ ΜΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΙΣ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ Τ’ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου».

«ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΛΕΣ: Θάνατος δεν υπάρχει».

«ΕΝΑΣ ΔΡΟΜΟΣ, ΕΝΑΣ ΜΟΝΑΧΑ οδηγάει στον Θεό, ο ανήφορος»

“ΑΝ ΔΕ ΔΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΧΕΡΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, δε βάζει μήτε κι αυτός το δικό του».

«ΣΚΥΒΩ ΑΠΑΝΩ ΣΤΟ ΜΕΡΜΗΓΚΙ, θωρώ μέσα στο γυαλιστερό μαύρο μάτι του το πρόσωπο του Θεού».

«ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΚΑΤΑΛΥΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΠΟΥ μεταμορφώνει την ύλη σε πνέμα. Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα κομμάτι από το θεϊκό αυτό στρόβιλο και γι’ αυτό κατορθώνει να μετουσιώνει το ψωμί και το νερό και το κρέας και να το κάνει στοχασμό και πράξη».

«ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΟΥ ΧΡΕΟΣ, ΕΚΤΕΛΩΝΤΑΣ ΤΗ ΘΗΤΕΙΑ ΣΟΥ στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει

[Πηγή: www.doctv.gr]