Διαβάσαμε
«Ο μεγαλύτερος φόβος μας δεν είναι μήπως είμαστε ανεπαρκείς.
Ο μεγαλύτερος φόβος μας είναι μήπως είμαστε απεριόριστα δυνατοί.
Το φως μας, και όχι το σκοτάδι μας, μας φοβίζει πιο πολύ απ όλα.
Αναρωτιόμαστε: Ποιος είμαι εγώ τελικά που θέλω να είμαι τόσο λαμπερός;
Γιατί; Εσύ τι είσαι; Είσαι -κι εσύ ένα παιδί του Θεού.
Δεν ωφελείς σε τίποτα τον κόσμο με το να γίνεσαι μικρός.
Το να γίνεσαι μικρός μόνο και μόνο για να μη νιώθουν
οι άλλοι ανασφαλείς γύρω σου δεν είναι καθόλου λαμπερό.
Γεννηθήκαμε για να δηλώσουμε
τη δόξα του θεού που υπάρχει μέσα μας.
Δεν υπάρχει σε ορισμένους από εμάς, αλλά σε όλους μας.
Και αν δεν αφήσουμε το φως μας να λάμψει, επιτρέπουμε έτσι
ασυναίσθητα στους άλλους να το κάνουν.
Όταν απελευθερωθούμε από το δικό μας φόβο,
η ύπαρξη μας απελευθερώνει αυτόματα και τους άλλους».
Νέλσο Μαντέλα: Ο πρώτος έγχρωμος πρόεδρος της Νότιας Αφρικής, κάτοχος του Νόμπελ Ειρήνης
(Από τον εναρκτήριο λόγο του το 1994) * 18.7.1918 στο χωριό Μβέζο, Ν. Αφρική
by enallaktikidrasi.
Η ζωή του καθενός είναι γεμάτη από ψευδαισθήσεις, ίσως επειδή η αλήθεια συχνά μας φαίνεται αβάσταχτη.
Κι όμως, η αλήθεια είναι τόσο αναγκαία, που η άγνοιά της έχει υψηλό κόστος, το οποίο μπορεί να εμφανιστεί με τη μορφή σοβαρών ασθενειών.
Μερικες απο τις καλυτερες ατακες που δημοσιευει η Ιστοσελιδα “Ο Τοιχος ειχε τη δικη του Υστερια” .
πηγη : http://hysteria.gr/
Άμυνα περί πάτρης δεν είναι οι σπασμωδικαί,
κακομελέτηται και κακοσύντακται επιστρατείαι,
ουδέ τα σκωριασμένης επιδεικτικότητος θωρηκτά.
Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών,
η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις,
η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και του πιθηκισμού,
του διαφθείροντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος,
και η πρόληψις της χρεωκοπίας. Τις ημύνθη περί πάτρης;
Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων;
Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια.
Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος…
«Κανένας καλλιτέχνης δεν είναι καλλιτέχνης και τις είκοσι τέσσερις ώρες της καθημερινότητάς του. Το ουσιαστικό του έργο, αυτό που μένει, ολοκληρώνεται πάντοτε κατά τη διάρκεια των λιγοστών και σπάνιων στιγμών της έμπνευσης. Το ίδιο συμβαίνει και με την ιστορία, τη μεγαλύτερη ποιήτρια και καλλιτέχνιδα όλων των εποχών, τη σπουδαιότερη δημιουργό. Ακόμα κι εκεί, στο “μυστικό εργαστήρι του Θεού”, όπως με δέος την αποκαλεί ο Γκαίτε, συμβαίνουν πολλά καθημερινά και ασήμαντα. Κι εκεί είναι σπάνιες οι στιγμές της έξαρσης, όπως και στην τέχνη, όπως και στη ζωή. Τις περισσότερες φορές, ακούραστη κι επίμονη, η ιστορία δένει τον ένα κρίκο μετά τον άλλο, στην ατέλειωτη αλυσίδα των αιώνων. Το ένα γεγονός μετά το άλλο στην ακολουθία των χιλιετιών. Γιατί καθετί σπουδαίο χρειάζεται προετοιμασία. Χρόνο. Εξέλιξη. Και κάθε φορά απαιτούνται εκατομμύρια άνθρωποι κοινοί και συνηθισμένοι για να έρθει στο κόσμο και μια μεγαλοφυΐα. Κάθε φορά πρέπει να περάσουν εκατομμύρια μονότονες ώρες, πριν σημάνει η αληθινή, η μεγάλη στιγμή. Αν όμως γεννηθεί κάποιος μεγαλοφυής καλλιτέχνης, τότε ξεπερνά την εποχή του και το έργο του ζει για πάντα. Κι όταν σημαίνει η μεγάλη ιστορική στιγμή, τότε χαράσσεται η μελλοντική πορεία της ανθρωπότητας για δεκαετίες ή για αιώνες. Όπως ο ηλεκτρισμός της ατμόσφαιρας μαζεύεται στην άκρη του αλεξικέραυνου, έτσι και οι συνέπειες απειράριθμων γεγονότων συμπυκνώνονται στο μικρό διάστημα λίγων ωρών ή λίγων ημερών. Πράγματα που κανονικά θα χρειάζονταν μέρες και μήνες για να γίνουν, ολοκληρώνονται σε λίγες μόνο στιγμές που καθορίζουν τα πάντα. Ένα ναι. Ένα όχι. Μια στιγμή όλη κι όλη, που αποφασίζει για τη μοίρα και τη ζωή των μελλοντικών γενεών, προδιαγράφοντας τη ζωή ενός ανθρώπου, ενός λαού, ή ολόκληρης της ανθρωπότητας».
[Πηγή: www.doctv.gr]
Να ταξιδέψω; Για να ταξιδέψω φτάνει να υπάρχω: πηγαίνω από μέρα σε μέρα, σαν από σταθμό σε σταθμό στο σιδηρόδρομο του κορμιού μου ή του πεπρωμένου μου, σκυμμένος πάνω από τους δρόμους και τις πλατείες, πάνω από τα πρόσωπα και τις χειρονομίες, πάντα ίδια και πάντα διαφορετικά, όπως τελικά είναι και τα τοπία. Εάν φαντάζομαι, βλέπω. Τι παραπάνω κάνω ταξιδεύοντας; Μόνο μια αδυναμία ακραία της φαντασίας δικαιολογεί τη μετακίνηση σαν μέσο πλήρωσης των αισθήσεων. «Κάθε δρόμος, μέχρι κι αυτός ο δρόμος του Έντεπφουλ, θα σε οδηγήσει στην άκρη του κόσμου». Αλλά η άκρη του κόσμου, από τότε που ο κόσμος εξαντλήθηκε όταν τον φέραμε όλον βόλτα, είναι το ίδιο το Έντεπφουλ απ’ όπου έφυγες. Στην πραγματικότητα η άκρη του κόσμου, όπως και η αρχή του, είναι η προσωπική μας σύλληψη του κόσμου. Μέσα μας είναι που τα τοπία έχουν τοπίο. Γι’ αυτό όταν τα φαντάζομαι, τα δημιουργώ. Αν τα δημιουργώ υπάρχουν, και εφόσον υπάρχουν, τα βλέπω όπως βλέπω και τ’ άλλα. Γιατί να ταξιδέψω; Στη Μαδρίτη, στο Βερολίνο, στην Περσία, στην Κίνα, στον καθένα από τους δύο Πόλους, πού αλλού θα βρισκόμουνα παρά μέσα σε μένα τον ίδιο, με τη δική μου ιδιαιτερότητα και το δικό μου τρόπο να αισθάνομαι. Η ζωή είναι αυτό που εμείς την κάνουμε να είναι. Τα ταξίδια είναι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε, είναι αυτό που είμαστε.
[Πηγή: www.doctv.gr]
Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
εντάθηκα πίσω απ΄αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από΄κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από΄δω, έχασα κι από΄κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Και δεν μου ΄λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει
Μετά το 1ο άρθρο μου πάνω στη ψυχαναλυτική ματιά της Φρανσουά Ντολτό πάνω στη παραβολή του Ιησού για τον Άσωτο Υιό, συνεχίζω με το 2ο άρθρο όπου καταγράφω μέρη από το διάλογο της Ντολτό με τον Ζεράρ Σεβερέν. Υπενθυμίζω ότι ο τίτλος του βιβλίου είναι “Φρανσουάζ Ντολτό, Ζεράρ Σεβερέν, Τα Ευαγγέλια και η πίστη – Ο κίνδυνος μια ψυχαναλυτικής ματιάς”, εκδόσεις Εστία.
“ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ” ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων
δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.
Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;
Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας,
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.
Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.
“ΗΜΟΝΑΞΙΑ” ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ
Η μοναξιά…
δεν έχει το θλιμένο χρώμα στα μάτια
της συννεφένιας γκόμενας.
Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα
κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών
και στα παγωμένα μουσεία.
Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλαιών «καλών» καιρών
και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς
μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.
Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια
βοϊδίσο βλέμα κοφτούς αναστεναγμούς
κι ασορτί εσώρουχα.
Η μοναξιά.
Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά
και μετριέται πιάτο-πιάτο
μαζί με τα κομμάτια τους
στον πάτο του φωταγωγού.
Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά
Μπουρνάζι – Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά
Τούμπα – Σταυρούπολη – Καλαμαριά
Κάτω από όλους τους καιρούς
με ιδρωμένο κεφάλι.
Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ’ αλυσίδες τα τζάμια
κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής
βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία
είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές
ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες
πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα
στα σκλαβοπάζαρα της γης – εδώ κοντά είναι η Κοτζιά
ξυπνήστε πρωί.
Ξυπνήστε να τη δείτε.
Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα
το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους
και τα τελευταία
ατελείωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝ
στα γατζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.
Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο
που ξεπουλάν τη φάρα της
χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο
κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της
ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.
Η μοναξιά
η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω
είναι τσεκούρι στα χέρια μας
που πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει.
“ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ” ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ
Είμαι φτηνός, πολύ φτηνός, είμαι φτηνός για λίγα ψίχουλα μπορώ να γίνω δούλος καθενός.
Είμαι φριχτός, πολύ φριχτός, είμαι φριχτός την καταδίκη σας αξίζω να υπομένω διαρκώς.
Είμαι φτωχός, πολύ φτωχός, είμαι φτωχός για την αρρώστια μου αυτή δε θα βρεθεί ποτέ γιατρός
. Θεέ μου που μας ορίζεις κι όλους μας βλέπεις ένα δεν είναι όπως νομίζεις δεν είναι όλα όπως νομίζεις εδώ κάτω μοιρασμένα δεν είναι όλα, δεν είναι όλα, δεν είναι όλα μοιρασμένα.
Μα εσύ που μας φροντίζεις σαν πρόβατα σφαγμένα στείλε μου αν θέλεις λίγη, μόνο λίγη, τόση δα, δικαιοσύνη και για μένα.
Είμαι μικρός, πολύ μικρός, είμαι μικρός και μες στα μάτια σου φαντάζω κάθε μέρα πιο μικρός.
Είμαι νεκρός, σχεδόν νεκρός, είμαι νεκρός τη θεραπεία σας αντέχω να υπομένω διαρκώς.
Είμαι ζεστός, πολύ ζεστός, είμαι ζεστός μέσα απ’ τα στήθια μου φυσάει ένας άνεμος καυτός.
Θεέ μου που μας ορίζεις κι όλους μας βλέπεις ένα δεν είναι όπως νομίζεις, δεν είναι όλα όπως νομίζεις εδώ κάτω μοιρασμένα δεν είναι όλα, δεν είναι όλα, δεν είναι όλα μοιρασμένα.
Μα εσύ που μας φροντίζεις σαν πρόβατα σφαγμένα στείλε μου αν θέλεις λίγη μόνο λίγη, τόση δα, δικαιοσύνη και για μένα..
“ΔΙΝΩ ΤΟ ΧΕΡΙ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ” ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
Μέρα στιλπνή αχιβάδα της φωνής που μ’ έπλασες γυμνόν να περπατώ στις καθημερινές μου Κυριακές ανάμεσ’ από των γιαλών τα καλωσόρισες φύσα τον πρωτογνώριστο άνεμο.
Άπλωσε μια πρασιά στοργής για να κυλήσει ο ήλιος το κεφάλι του.
Ν’ ανάψει με τα χείλια του τις παπαρούνες, τις παπαρούνες που θα δρέψουν οι περήφανοι άνθρωποι για να μην είναι άλλο σημάδι στο γυμνό τους στήθος.
Από το αίμα της αψηφισιάς που ξέγραψε τη θλίψη φτάνοντας ως τη μνήμη της ελευθερίας.
Είπα τον έρωτα την υγεία του ρόδου, την αχτίδα, που μονάχη ολόισα βρίσκει την καρδιά.
Την Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα.
Την Ελλάδα που με ταξιδεύει πάντοτε σε γυμνά χιονόδοξα βουνά.
Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη, διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή.
Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος. Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα.
Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα
…..Είναι άνοιξη. Αφέγγαρη η νύχτα στη μικρή πόλη, χωρίς αστέρια, βιβλικά μαύρη. Πέτρινοι σιωπηλοί δρόμοι και το δάσος καμπούρικο με τους ερωτευμένους, τους λαγούς, αθέατο κατεβαίνει κούτσα-κούτσα ως τη μαύρη-κορόμηλο, μαύρη-κοράκι, την ελαφροκυματούσα θάλασσα με τις ψαρόβαρκες.
ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΥΦΛΑ ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΤΥΦΛΟΠΟΝΤΙΚΕΣ (αν κι αυτοί βλέπουν καλά τη νύχτα μεσ’ απ’ τις βελούδινες τρύπες τους, ξεμυτίζοντας), τυφλά σαν τον Καπετάν Γάτο εκεί στη μέση, κοντά στη βρύση και στο ρολόι της πόλης, τα κατάκλειστα μαγαζιά, το Ίδρυμα Κοινής Ωφελείας μαυροφορεμένο στο σκοτάδι. Η νανουρισμένη, βουβαμένη πολιτεία με τους ανθρώπους της κοιμάται τώρα
. Σ…Σ…Σ… ΤΑ ΜΩΡΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ, ΟΙ ΓΕΩΡΓΟΙ, ΟΙ ΨΑΡΑΔΕΣ, οι έμποροι, οι συνταξιούχοι, ο τσαγκάρης κοιμάται, ο δάσκαλος, ο ταχυδρόμος, ο ταβερνιάρης, ο νεκροθάφτης, και η ζωηρή του χωριού, ο μέθυσος, η ράφτρα, ο παπάς, ο αστυνόμος, η γυναίκα με τα μύδια και τα παπίσια πόδια και οι ταχτικές νοικοκυρές.
ΤΑ ΝΕΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΤΑ ΜΑΛΑΚΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ γλιστρούν στ’ όνειρό τους ως το δάσος που αντηχεί σαν εκκλησιαστικό όργανο, γλιστρούν με δαχτυλίδια και προικιά κι είναι οι πυγολαμπίδες που κρατούν την ουρά της νύφης.
Τ’ ΑΓΟΡΙΑ ΚΑΝΟΥΝ ΠΟΝΗΡΑ ΟΝΕΙΡΑ, καβαλικεύουν τ’ αδάμαστα άτια της νύχτας ή αλωνίζουν κουρσεμένες θάλασσες. Ανθρακίτης τα σώματα των αλόγων κοιμισμένα στα λιβάδια, οι αγελάδες στους σταύλους, οι σκύλοι στις αυλές μ’ υγρές μουσούδες.
ΚΙ ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΛΑΓΟΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΓΩΝΙΕΣ ή με πονηρές δρασκελιές, σαν αστραπή, χώνονται στο σύννεφο το μοναδικό της στέγης. Μπορείς ν’ ακούσεις τη δροσούλα να πέφτει και την πόλη σε σιγή ν’ ανασαίνει.
ΜΟΝΟ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΜΑΤΙΑ ΜΕΝΟΥΝ ΑΝΟΙΧΤΑ και βλέπουν τη μαύρη πολιτεία βυθισμένη, τυλιγμένη σε ύπνο αργό. Και μόνο εσύ μπορείς ν’ ακούσεις την αόρατη πτώση των άστρων, τη θάλασσα στην πιο σκοτεινή της στιγμή, την πριν απ’ την αυγή……..
“Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;” Όλοι φοβόμαστε. Τα γερατειά, τις ρυτίδες, τη μοναξιά, την αρρώστια, την απόρριψη, τη ματαίωση, την προδοσία, το σκοτάδι, τον αμείλικτο συνοδοιπόρο μας, τον θάνατο.
Όλοι φοβόμαστε. Το αβέβαιο μέλλον, το άγνωστο τοπίο, τους αυθάδεις έρωτες, τα βαθιά νερά, το κρύο σπίτι, τα “τιποτένια ομοιώματα”, τις μέρες που “δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις”, που “δεν βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου”.
Όλοι φοβόμαστε. Που “δεν προφταίνουμε ν’ αγαπήσουμε έναν άνθρωπο κι ύστερα τον χάνουμε”, που “πλήθος ενέδρες της ζωής παραμονεύουν την πτώση σου”.
Όλοι φοβόμαστε. Τα ανεξόφλητα χρέη, της τράπεζας και της Ιστορίας, τη βαριά σκιά της κληρονομιάς που μας έλαχε, την κοινή γνώμη των κοινών φίλων, τα μάτια των παιδιών μας, που μας κοιτάζουν με δυσπιστία για τα τόσα χρόνια και χρόνια στον τροχό χωρίς το κληροδότημα μιας ουτοπίας.
Όλοι φοβόμαστε. Τα “χαμόγελα των καθαρμάτων”, που πληθαίνουν καιροφυλακτώντας, την υποκρισία στο μάτι του αρπακτικού της διπλανής πόρτας, τη φωνασκία εκείνων που δεν αντέχουν μέσα στους πολλούς, τους σαλταδόρους του καινούργιου τρένου της εξουσίας, την τύχη μας που ίσως ενδίδει πια και τα έργα της ζωής μας, μήπως προκύψουν όλα πλάνες.
Όλοι φοβόμαστε, γιατί ξέρουμε πως οι μόνοι που δεν έχουν ούτε μια άσπρη τρίχα στην ψυχή τους είναι αυτοί που σκοτώθηκαν νωρίς.
Όλοι φοβόμαστε. Και τα μισά απ’ αυτά που φοβόμαστε ότι θα κάνουν οι άλλοι τα έχουμε κάνει κι εμείς. Ή θα τα κάναμε αν μας δινόταν η ευκαιρία.
Όλοι φοβόμαστε. Αλλά ο μοναδικός τρόπος για να διαπιστώσεις “τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν” είναι να το απλώσεις κι εσύ. Ο μοναδικός τρόπος για να ζήσεις, είναι να ρισκάρεις. Αν έχεις βέβαια κάτι κι εσύ να δώσεις, που σημαίνει ότι έχεις κι εσύ κάτι να χάσεις.
Όλοι φοβόμαστε… “Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους” και ο Ουρανός περιμένει.
“Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
Να ψηλαφήσω το σφυγμό σου
Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
Ν’ αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Πού στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζί
Να τα μετρήσουμε ένα-ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή.
Το δικό μας δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.
Δεν περνούν από ‘δω ξυλοκόποι”.
~ Μανόλης Αναγνωστάκης
_________
Πηγή: avgi.gr
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Γυαλιστερό κι ωραίο το κουκούλι
Τι κρύβεται κει μέσα αγνοώ
Μ’ ένα ψαλίδι απαλά θα χειρουργήσω
Κλωστή κλωστή να φτιάξω το στιχάριον
Άσπρο ν’ αστράφτει με τον ήλιο
Μαύρο με το φως του φεγγαριού.
Κι ύστερα τίποτα – σιωπή
Αναμονή ως την κατάλληλη στιγμή
Η πεταλούδα σαν θα βγει
Να ‘ναι ψυχή.
από το poiein.gr
Στιχάρι, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2014, σ.15.
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΕΣΥ ΗΛΙΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΦΩΤΙΣΕΙΣ τους σβησμένους ήλιους των άλλων. Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει».
«ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΥΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι…»
«ΝΑ ΜΗΝ ΑΡΝΙΕΣΑΙ ΤΗ ΝΙΟΤΗ ΣΟΥ ΩΣ ΤΑ ΒΑΘΙΑ ΓΕΡΑΜΑΤΑ, να μάχεσαι σε όλη σου τη ζωή να μετουσιώσεις σε κατάκαρπο δέντρο την εφηβική σου άνθηση, αυτός, θαρρώ, είναι ο δρόμος του ολοκληρωμένου ανθρώπου».
«ΕΧΟΥΝ ΝΑ ΠΟΥΝ ΠΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΖΩΟ που συλλογιέται το θάνατο. Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία».
«ΝΙΩΘΩ ΣΑΝ ΝΑ ΧΤΥΠΑΜΕ ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΜΑΣ στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα».
«ΑΣΤΡΑ, ΠΟΥΛΙΑ, ΣΠΟΡΟΙ, ΟΛΑ ΥΠΑΚΟΥΟΥΝ. Και μόνο ο άνθρωπος σηκώνει κεφάλι και θέλει να παραβεί το νόμο και να μετατρέψει την υπακοή σε ελευτερία. Γι’ αυτό κι απ’ όλα τα πλάσματα του Θεού αυτός μονάχα μπορεί κι αμαρταίνει. Τι θα πει αμαρταίνει; χαλνάει την αρμονία».
«ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΥΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι…»
«ΔΕΝ ΔΙΑΛΕΓΕΙΣ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ. Αυτά διαλέγουν εσένα».
«ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΑ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΑ, ΕΦΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ που πήρε ο Θεός στους αιώνες και ξεκρίνω, πίσω από την άπαυτη ροή του, την απόλυτη ενότητα».
«ΠΟΤΕ ΜΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΙΣ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ Τ’ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου».
«ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΛΕΣ: Θάνατος δεν υπάρχει».
«ΕΝΑΣ ΔΡΟΜΟΣ, ΕΝΑΣ ΜΟΝΑΧΑ οδηγάει στον Θεό, ο ανήφορος»
“ΑΝ ΔΕ ΔΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΧΕΡΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, δε βάζει μήτε κι αυτός το δικό του».
«ΣΚΥΒΩ ΑΠΑΝΩ ΣΤΟ ΜΕΡΜΗΓΚΙ, θωρώ μέσα στο γυαλιστερό μαύρο μάτι του το πρόσωπο του Θεού».
«ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΚΑΤΑΛΥΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΠΟΥ μεταμορφώνει την ύλη σε πνέμα. Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα κομμάτι από το θεϊκό αυτό στρόβιλο και γι’ αυτό κατορθώνει να μετουσιώνει το ψωμί και το νερό και το κρέας και να το κάνει στοχασμό και πράξη».
«ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΟΥ ΧΡΕΟΣ, ΕΚΤΕΛΩΝΤΑΣ ΤΗ ΘΗΤΕΙΑ ΣΟΥ στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει
[Πηγή: www.doctv.gr]










