Διαβάσαμε

Κυριακή Ψαρρού στις 10 Απριλίου 2015
”Ὁ T. S. Eliot ἀποφαίνεται πώς ὁ Ἀπρίλης εἶναι ὁ σκληρότερος μήνας, γιατί φέρνει τίς πασχαλιές μέσα ἀπ΄ τή νεκρή γῆ. Ὁ Σολωμός ἀπεικονίζει ποιητικά τόν Ἀπρίλη νά χορεύει μέ τόν ἔρωτα καί ἡ φύση νά βρίσκει τήν καλή καί τή γλυκειά της ὥρα. Δυό χαρακτηρισμοί ἀντιθετικοί, οἱ ὁποῖοι ἑδράζονται στό ἴδιο βάθρο, τό βάθρο τῆς ἀνθρώπινης τραγωδίας. Τό ὡραῖο γεννιέται ἀπό τή νεκρή φύση, ἀλλά καί τά ἀνθρώπινα δρώμενα. Εἴμαστε ὅλοι τέκνα τοῦ ἐνιαυτοῦ. Ἐπωάζεται ἡ ζωή μας στή θερμοκοιτίδα τοῦ χειμώνα, ἀνθοφορεῖ τήν ἄνοιξη, καρποφορεῖ τό καλοκαίρι καί ἐναποθέτεται σέ νάρθηκα τό φθινόπωρο. Αὐτή εἶναι ἡ λελογισμένη σοφή πορεία, καί ἡ ἀτομική ἀλλά καί ἡ πανανθρώπινη. Ἡ διαίρεση εἶναι καθολική. Λάμπει ἡ ὡραιότητα τῆς ἄνοιξης, ἡ ὁποία ἑστιάζεται στόν Ἀπρίλη. Αὐτή ἡ ὀμορφιά λάμπει, ἀλλά (ἰδού ἡ ἀνθρώπινη τραγωδία) ἡ λάμψη της ἀνεπαίσθητα ὁδεύει πρός τό σκότος. Τό φῶς γεννιέται καί πεθαίνει στό σκοτάδι. Μπορεῖ νά φωτίζει τό φιλιατρό τοῦ πηγαδιοῦ, ἀλλά ἀπορροφᾶται ἀπ΄ τό βυθό του. Ὅ,τι μποροῦμε νά κάνουμε εἶναι νά χαροῦμε, στό μέτρο πού μᾶς δόθηκε, αὐτό τό φῶς καί νά ὑπομείνουμε τή σκληράδα του. Τό φῶς ταυτίζεται μέ τή ζωή.

Πρέπει, λοιπόν, νά εἴμαστε ἐρωτευμένοι μέ τή ζωή. Νά ζοῦμε τήν ὀμορφιά στήν κορύφωσή της, ἀλλά νά ἔχουμε πάντα ἐντός μας τό ἀναπόφευκτό τοῦ θανάτου. Μέ αὐτό τό δεδομένο ὀφείλουμε νά ζοῦμε τή ζωή μας χωρίς νά τήν εὐτελίζουμε. Γεννιέται τό ἐρώτημα: Ζοῦμε τή ζωή μας ἤ τήν εὐτελίζουμε; Ποῦ στοχεύουν οἱ δραστηριότητές μας; Κινούμαστε γύρω ἀπό ἕνα καί μόνο ἄξονα. Νά ἀποκτήσουμε οἰκονομική ὑπερεπάρκεια γιά νά εἴμαστε σέ θέση νά ἀπολαύσουμε ὅσο περισσότερα ἀγαθά μᾶς προσφέρει ἡ καταναλωτική κοινωνία. Μεταχειριζόμαστε κάθε λογῆς μέσα γιά νά πετύχουμε αὐτή τήν ὑπερεπάρκεια. Ἀκολουθώντας τό χρόνο πού τρέχει, εἴμαστε διαρκῶς ἀγχωμένοι. Δέν μᾶς μένει καιρός γιά στάση καί περισυλλογή. Νά δοῦμε τόν ἑαυτό μας, ἀλλά καί νά κοιτάξουμε τά μάτια τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Ἀδιαφοροῦμε γιά ὅσα ὁ ἄνθρωπος δημιούργησε, τήν ἱστορία του δηλαδή. Δέν πεινοῦμε οὔτε διψοῦμε γιά τήν αἰωνιότητα. Ἡ ζωή μας εἶναι λειψή, περιορισμένη στό τώρα. Εἴμαστε ἀδιάφοροι γιά τό πρίν καί ἀποδιώχνουμε τό μετά, τή συνέχεια δηλαδή τοῦ ἑαυτοῦ μας καί συνεκδοχικά τή συνέχεια τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης.

Εἶπα προηγουμένως πώς ὁ Ἀπρίλης εἶναι σκληρός, γιατί μᾶς ὑποχρεώνει νά ἀναμετρηθοῦμε μέ τό θάνατο. Αὐτή τήν ἀναμέτρηση τήν ἀποφεύγει ὁ ἄνθρωπος. Ἀλλά, εἴτε τό θέλουμε εἴτε ὄχι, ὁ θάνατος ὑπάρχει καί ἡ ἀναμέτρηση μ΄ αὐτόν εἶναι ἀναπόφευκτη. Ἡ ζωή μας τροχιοδρομεῖται μέ κατεύθυνση αὐτή τή βεβαιότητα. Μπορεῖ νά χτίζουμε προκλητικά σπίτια γιά νά μείνουμε ἀθάνατοι. Ἔτσι ὅμως δέν ἀθανατίζουμε τή ζωή μας ἀλλά τή στεγάζουμε ὁριστικά καί τελεσίδικα σ΄ αὐτές τίς ἐπίγειες οἰκοδομές. Ὁ Ἀπρίλης εἶναι σκληρός καί ὡραῖος, ἀλλά ταυτοχρόνως μᾶς θέτει μπροστά σ΄ ἕνα ἀδυσώπητο δίλλημα. Ἤ παίρνουμε τήν ὀμορφιά του σάν κορύφωση ζωῆς τελεσίδικης ἤ ὡς σωκρατική ἀλογόμυγα μᾶς κεντρίζει, ἀκριβῶς στήν ὕψιστη στιγμή, πώς ὑπάρχει ἕνα τέλος, τό ὁποῖον ὅμως μπορεῖ νά εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ θύρα πού ὁδηγεῖ στήν αἰωνιότητα. Οἱ ἄλλες ἐποχές δέ θέτουν προκλητικά αὐτό τό δίλημμα. Ἔτσι, οὔτε εἶναι τόσο σκληρές οὔτε τόσο ὡραῖες.

agiazoni.gr
Μαρία Ανδρεάδου στις 7 Απριλίου 2015

Ο Βιτγκενστάιν και η Φωτογραφία

Μια ασυνήθιστη έκθεση φωτογραφίας με φιλοσοφικές προεκτάσεις, κάποια από τα εκθέματα και ένα κείμενο του Ρέι Μονκ, βιογράφου και μελετητή του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, όπου αποκωδικοποιείται η φιλοσοφία πίσω από τις φωτογραφίες του φιλόσοφου.

Η φωτογραφική κληρονομιά του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν

–της Emma Mustich–

Ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν είναι γνωστός πάνω απ’ όλα για την πρωτοποριακή εργασία του στη φιλοσοφία του 20ούν αιώνα. Υπήρξε όμως και ενθουσιώδης ερασιτέχνης φωτογράφος που άφησε πίσω του δείγματα εξόχως ενδιαφέροντα και αποκαλυπτικά.

Εξήντα χρόνια μετά το θάνατο του αυστριακού στοχαστή, τα Αρχεία Βιτγκενστάιν (που βρίσκονται στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, όπου ο φιλόσοφος σπούδασε και δίδαξε) συγκέντρωσαν κάποιες από τις καλλιτεχνικές του προσπάθειες, μαζί με άλλες σχετικές φωτογραφίες, για μία έκθεση. Η έκθεση παρουσιάστηκε στο Κέμπριτζ (2011) και στην Atrium Gallery του London School of Economics (2012).

Οι φωτογραφίες έχουν τόσο φιλοσοφική όσο και καλλιτεχνική σημασία. Σε ένα ερμηνευτικό κείμενο που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του πανεπιστημίου διαβάζουμε:

Η σύνθετη φωτογραφία (βλ. πρώτη διαφάνεια) θα μπορούσε να πει κανείς ότι σηματοδοτεί την απαρχή της ανάπτυξης των βιτγκενσταϊνικών εννοιών «γλωσσικό παιχνίδι» και «οικογενειακή ομοιότητα». Τα πράγματα που υποτίθεται ότι συνδέονται μέσω απομονωμένων κοινών χαρακτηριστικών στην πραγματικότητα συνδέονται με μυριάδες επικαλυπτόμενες ομοιότητες που υφαίνουν πολύπλοκα δίκτυα, οι δυνατότητες των οποίων αναπαρίστανται στην προκύπτουσα ασάφεια. Ο Βιτγκενστάιν, αργότερα, στην ανάπτυξη αυτής της ιδέας χρησιμοποίησε ως παράδειγμα οικογένειες ανθρώπων, όπου «η σωματοδομή, τα χαρακτηριστικά, το χρώμα των ματιών, το βάδισμα, η ιδιοσυγκρασία, κ.λπ. κ.λπ. επικαλύπτονται και διασταυρώνονται με τον ίδιο [ασαφή] τρόπο».

Το πλήρες ερμηνευτικό κείμενο και περισσότερες πληροφορίες για τις φωτογραφίες του Βιτγκενστάιν βρίσκονται εδώ. Οι φωτογραφίες αναπαράγονται με την άδεια των Αρχείων Βιτγκενστάιν.

Το Πάθος του Βιτγκενστάιν για το «βλέπειν», όχι το «σκέπτεσθαι» 

 

–του Ray Monk*– (15/8/2012)

 

«Το να σκέφτεται κανείς με εικόνες», γράφει κάπου ο Ζίγκμουντ Φρόιντ, «βρίσκεται πιο κοντά σε ασύνειδες διαδικασίες από ό, τι το να σκέφτεται με λέξεις, και πρόκειται αναμφισβήτητα για διαδικασία παλαιότερη από τη δεύτερη, τόσο οντογενετικά όσο και φυλογενετικά.» Υπάρχει, με άλλα λόγια, κάτι αρχέγονο, κάτι θεμελιώδες στο να σκέφτεται κανείς με εικόνες.Ο Φρόιντ και η κατασκευή της εικόνας του

 

Αυτή η θεωρία προκαλεί αποτροπιασμό σε πολλούς φιλοσόφους, κυρίως σε εκείνους που πιστεύουν ότι κάθε σκέψη είναι προτασιακή, ότι το να σκέφτεσαι σημαίνει να χρησιμοποιείς λέξεις. Για μερικούς από τους πιο διακεκριμένους φιλοσόφους στην ιστορία, το να σκέφτεται και το να διατυπώνεις προτάσεις ήταν ουσιαστικά ένα και το αυτό. Ο Μπέρτραντ Ράσελ, μερικές φορές προς μεγάλη του απογοήτευση, ήταν απελπιστικός στη νοερή απεικόνιση και, λίγο-πολύ, αδιάφορος για τις εικαστικές τέχνες. Η διανοητική του ζωή έμοιαζε σχεδόν εξ ολοκλήρου αποτελούμενη από λέξεις, όχι από εικόνες. Όταν ο φίλος του Ρούπερτ Κρόσχεϊ-Ουίλιαμς τον έβαλε κάποτε να κάνει ένα τεστ νοημοσύνης όπου έπρεπε να συνταιριάζει ολοένα και πιο περίπλοκα γεωμετρικά σχήματα, ο Ράσελ τα πήγε πολύ καλά μέχρι ένα ορισμένο σημείο και εξαιρετικά άσχημα μετά από αυτό. «Τι συνέβη;» ρώτησε ο Κρόσχεϊ-Ουίλιαμς. «Δεν είχα ονόματα για τα σχήματα», απάντησε ο Ράσελ.

 

Από αυτή την άποψη, όπως και από πολλές άλλες, ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν ήταν το αντίθετο του Ράσελ. Για τον Βιτγκενστάιν, το να σκέφτεσαι, να κατανοείς, είχε να κάνει, κατά πρώτο και κύριο λόγο, με το να απεικονίζεις. Σε μια συζήτηση με φίλους του, αναφέρθηκε αρκετές φορές στον εαυτό του ως «μαθητής» και «οπαδός» του Φρόιντ, και πολλοί έκτοτε έχουν προβληματιστεί με το τι θα μπορούσε να εννοεί με αυτό. Νομίζω ότι η παρατήρηση του Φρόιντ που παρατίθεται παραπάνω ίσως να είναι το κλειδί εδώ – ίσως η αναφορά του Βιτγκενστάιν στον συμπατριώτη του να οφείλεται στην έμφαση που έδινε ο Φρόιντ στην αρχέγονη διαδικασία τού “σκέπτεσθαι με εικόνες”.

Όπως και ο Φρόιντ, ο Βιτγκενστάιν πήρε πολύ σοβαρά την ιδέα ότι τα όνειρά μας μάς παρέχουν μια σειρά από εικόνες, η ερμηνεία των οποίων θα μπορούσε να αποκαλύψει τις σκέψεις που έχουμε υποβιβαστεί στα ασυνείδητα μέρη του μυαλού μας.Αν η θεωρία του Φρόιντ σχετικά με την ερμηνεία των ονείρων αξίζει κάτι»,«αυτό έγκειται στο ότι δείχνει πόσο πολύπλοκος είναι ο τρόπος που ο ανθρώπινος νους αναπαριστά τα γεγονότα με εικόνες. Τόσο περίπλοκος, τόσο ακανόνιστος είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτά αναπαρίστανται που μόλις και μετά βίας μπορούμε να το ονομάσουμε πλέον αυτό αναπαράσταση»

Ήταν θεμελιώδες για τη σκέψη του Βιτγκενστάιν–τόσο στο πρώιμο έργο του Tractatus Logico-Philosophicus[1] όσο και στις μεταγενέστερες Φιλοσοφικές Έρευνες[2]– το ότι αυτά που μπορούμε να δούμε και ως εκ τούτου αυτά που μπορούμε να συλλάβουμε διανοητικά δεν είμαστε σε θέση να τα διατυπώσουμε όλα με λέξεις. Στο Τρακτάτους, αυτό εμφανίζεται ως η διάκριση μεταξύ του τι μπορεί να ειπωθεί και τι πρέπει να δειχθεί. «Για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς, για αυτά πρέπει να σωπαίνει»[3], λέει η διάσημη τελευταία φράση του βιβλίου, αλλά, όπως κατέστησε σαφές ο Βιτγκενστάιν σε ιδιωτικές συνομιλία και στην αλληλογραφία του, πίστευε ότι τα πράγματα για τα οποία πρέπει να σωπαίνουμε είναι τα πιο σημαντικά. (Σχετικά με το παραπάνω, ο λογικός θετικιστικής Ότο Νόιρατ, απηχώντας τον Βιτγκενστάιν, είχε δηλώσει: «Πρέπει πράγματι να σωπαίνουμε – αλλά όχι για τα πάντα».)

Για να κατανοήσουμε αυτά τα σημαντικά πράγματα [για τα οποία πρέπει να σωπαίνουμε], δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσουμε λεκτικά, αλλά να κοιτάξουμε πιο προσεκτικά ό,τι βρίσκεται μπροστά μας. «Μην σκέφτεσαι, κοίτα!»[4] προτρέπει ο Βιτγκενστάιν στις Φιλοσοφικές Έρευνες. Η φιλοσοφική σύγχυση, υποστήριζε, έχει τις ρίζες της όχι στο σχετικά επιφανειακό σκέπτεσθαι που εκφράζεται με λέξεις αλλά σε εκείνη τη βαθύτερη περιοχή που μελετούσε ο Φρόιντ, το εικονογραφικό σκέπτεσθαι που βρίσκεται στο υποσυνείδητο και εκφράζεται μόνο αθέλητα, για παράδειγμα, στα όνειρα, στα ασυναίσθητα σκαριφήματα και στα “φροϋδικά ολισθήματα”. «Μια εικόνα μάς κρατούσε αιχμάλωτους»[5], λέει ο Βιτγκενστάιν στις Έρευνες, και πιστεύει ότι αυτό που πρέπει να κάνει ως φιλόσοφος δεν είναι να αποφαίνεται υπέρ ή κατά της αλήθειας της μίας ή της άλλης πρότασης, αλλά να ερευνά βαθύτερα και να αντικαθιστά μία εικόνα με μία άλλη. Με άλλα λόγια, θεωρεί ότι η δουλειά του είναι να μας κάνει, ή τουλάχιστον να μας δώσει τη δυνατότητα, να δούμε τα πράγματα διαφορετικά.

Η σημασία που ο Βιτγκενστάιν απέδιδε στο βλέπειν αποτυπώθηκε έντονα –σε κατάλληλα οπτική μορφή– στην έκθεση «Βιτγκενστάιν: Φιλοσοφία και Φωτογραφία» που έγινε το 2012 στο London School of Economics (επανάληψη της έκθεσης του είχε γίνει έναν χρόνο νωρίτερα στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ). Στα εκθέματα περιλαμβάνονταν συναρπαστικές φωτογραφίες: επαγγελματικά πορτρέτα της οικογένειας Βιτγκενστάιν (είχε τέσσερις αδελφούς και τις τρεις αδελφές)· φωτογραφίες στα αρχοντικά της οικογένειας στη Βιέννη· φωτογραφίες με θέμα τον ίδιο τον Βιτγκενστάιν σε διάφορες φάσεις: βρέφος, αγοράκι ντυμένο με ναυτική στολή, μαθητής, στρατιώτης και, τέλος, καθηγητής· φωτογραφίες της μοντερνιστικής οικίας στη Βιέννη που σχεδίασε για την αδελφή του Γκρετλ· φωτογραφίες από διακοπές που ο Βιτγκενστάιν τράβηξε με μια φτηνή φωτογραφική μηχανή αγορασμένη σε πολυκατάστημα· σελίδες από το άλμπουμ του που περιείχαν μικρού μεγέθους φωτογραφίες φίλων του και μελών της οικογένειάς του· και μια σειρά από (ειλικρινώς παράξενες) φωτογραφίες που ο Βιτγκενστάιν έβγαλε σε θάλαμο αυτόματων φωτογραφιών – σε αυτές εμφανίζεται να αλλάζει έκφραση και την κατεύθυνση του βλέμματός του σε κάθε λήψη, έτσι που αν τις βάλει κανείς στη σειρά και τις “τρέξει” όπως ορίζει το παιδικό παιχνίδι, θα έχει το κοντινότερο πράγμα που διαθέτουμε σε κινούμενες εικόνες του σπουδαίου φιλόσοφου.

Το πρώτο έκθεμα ήταν το πιο ενδιαφέρον όλης της έκθεσης: μια σύνθεση αποτελούμενη από τέσσερα πορτρέτα: ο Βιτγκενστάιν και οι τρεις αδελφές του (βλ. παραπάνω). Εκ πρώτης όψεως, μοιάζει με τη φωτογραφία ενός και μόνο ατόμου, αν και ακαθόριστου φύλου: είτε ενός θηλυπρεπούς άντρα είτε μιας αντρογυναίκας. Στη συνέχεια, όμως, παρατηρεί κανείς λεπτομέρειες των διαφόρων συστατικών της φωτογραφίας. Γύρω από το λαιμό, για παράδειγμα, βλέπει κανείς μια παράξενη συλλογή από αξεσουάρ: το φουλάρι της Χελένε συνδυάζεται παραδόξως με το κολιέ της Γκρετλ και τον ξεκούμπωτο γιακά του πουκάμισου του Λούντβιχ. Και όμως τα μάτια, η μύτη και το στόμα μοιάζουν σαν να ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο, γεγονός που επιτρέπει σε κάποιον να δει άμεσα την πολύ ισχυρή οικογενειακή ομοιότητα ανάμεσα στα τέσσερα αδέλφια.

Η έννοια της «οικογενειακής ομοιότητας» είναι αποφασιστικής σημασίας για τη φιλοσοφία του όψιμου Βιτγκενστάιν. Διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην προσπάθειά του να ανατρέψει την εικόνα που ο ίδιος θεωρεί ως τη ρίζα των περισσοτέρων φιλοσοφικών συγχύσεων, συγκεκριμένα την «αυγουστίνεια εικόνα του νοήματος». Οι Φιλοσοφικές Έρευνες ξεκινούν με ένα απόσπασμα όχι από κάποιο φιλοσοφικό κείμενο, αλλά από μια αυτοβιογραφία: τις Εξομολογήσεις του Αγίου Αυγουστίνου. Εκεί, ο Αυγουστίνος περιγράφει πώς έμαθε να μιλά. «Όταν εκείνοι [οι ενήλικες] ονόμαζαν κάποιο αντικείμενο», γράφει, «αντιλαμβανόμουν ότι το αντικείμενο είχε υποσήμανση τους φθόγγους που πρόφεραν όταν ήθελαν να το καταδείξουν· έτσι, ακούγοντας τις λέξεις να χρησιμοποιούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο επανειλημμένως, «σταδιακά έμαθα να καταλαβαίνω ποια πράγματα υποσήμαιναν οι λέξεις».[6]

Αυτό το απόσπασμα, λέει ο Βιτγκενστάιν, μας δίνει «μια ορισμένη εικόνα της ουσίας της ανθρώπινης γλώσσας»[7], μια εικόνα που αναπαριστά το νόημα ως τη σχέση μεταξύ μιας λέξης κι ενός αντικειμένου. Αυτή η εικόνα είναι σχετικά ακίνδυνη, όταν περιοριζόμαστε σε λέξεις όπως “τραπέζι”, “καρέκλα” και ούτω καθεξής, αλλά όταν εφαρμόζεται στις πιο σύνθετες έννοιες που χρησιμοποιούν οι φιλόσοφοι –νους, ψυχή, δικαιοσύνη, αλήθεια, νόημα– οδηγεί σε σύγχυση. Ρωτάμε, «Τι είναι ο νους;» και περιμένουμε η απάντηση να λάβει τη μορφή της αναγνώρισης κάποιου πράγματος στο οποίο αναφέρεται η λέξη “νους”.

Για να ξεπεραστεί αυτό, ο Βιτγκενστάιν προτείνει να αντιλαμβανόμαστε τις λέξεις όχι ως αντιστοιχούσες σε ένα και μόνο αντικείμενο, αλλά σε μια ομάδα αντικειμένων που δεν είναι απαραίτητο να έχουν κάτι κοινό. Αντίθετα, όπως και τα μέλη της ίδιας οικογένειας, θα μπορούσαν να έχουν μια σειρά από ομοιότητες και διαφορές που επικαλύπτονται και διασταυρώνονται με διάφορους περίπλοκους τρόπους. Μερικοί Βιτγκενστάιν (όπως ο Λούντβιχ και τις αδελφές του) μπορεί να έχουν την ίδια μύτη, το ίδιο στόμα, τα ίδια μάτια, αλλά, ας πούμε, διαφορετικά μέτωπα. Δεν χρειάζεται να υπάρχει ένα πράγμα που όλα τα μέλη της οικογένειας να το έχουν κοινό. Ομοίως, δεν χρειάζεται να υπάρχει ένα πράγμα (όποιο κι αν είναι αυτό) κοινό σε όλες οι εμφανίσεις της λέξης «αλήθεια». Σε αυτή την περίπτωση, το φιλοσοφικό έργο τού να ψάχνει κανείς την ουσία της αλήθειας είναι ατελείωτο, όχι γιατί η έννοια είναι βαθιά, αλλά επειδή αποτελεί ένα παράδειγμα των τρόπων με τους οποίους είναι σε θέση μία εικόνα να μας αιχμαλωτίσει.

Κατά συνέπεια, στην καρδιά της φιλοσοφίας του Βιτγκενστάιν βρίσκεται αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «η κατανόηση που συνίσταται στο να “βλέπεις συνδέσεις”». Εδώ το “βλέπειν” εννοείται όχι μεταφορικά, αλλά κυριολεκτικά. Αυτός είναι ο λόγος που, προς το τέλος των Ερευνών, αφιερώνει τόσο πολύ χώρο πραγματευόμενος το φαινόμενο του να βλέπει κανείς διφορούμενες εικόνες, όπως η πάπια-κουνέλι. Όταν “αλλάζουμε την οπτική γωνία” υπό την οποία κοιτάμε την εικόνα, βλέποντας πότε μία πάπια, πότε ένα κουνέλι, τι αλλάζει; Δεν είναι η εικόνα που αλλάζει, αυτή παραμένει η ίδια. Αυτό που αλλάζει δεν είναι το αντικείμενο, αλλά ο τρόπος που το βλέπουμε· το βλέπουμε με διαφορετικό τρόπο, ακριβώς όπως όταν βλέπουμε ένα πρόσωπο διαφορετικά αν “διαβάσουμε”, αρχικά, στην έκφρασή του ευτυχία και, στη συνέχεια, υπεροψία.

10257993_872950692747341_594814882780430346_n

 

«Δεν προσέχεις αρκετά τα πρόσωπα των ανθρώπων», επέπληξε κάποτε ο Βιτγκενστάιν τον φίλο του Μόρις Ντρούρυ. «Είναι ένα ελάττωμα που πρέπει να διορθώσεις». Η μεγάλη αξία της έκθεσης «Βιτγκενστάιν: Φιλοσοφία και Φωτογραφία» ήταν ότι μας έδωσε την ευκαιρία να ακολουθήσουμε τη συμβουλή του.

πηγη : http://dimartblog.com

–επιμέλεια, υποσημειώσεις, μετάφραση για το dim/art: Γιώργος Θεοχάρης–

 

«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα,

Ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος

 

Ζωής απ’ ότι έχω ζήσει έως τώρα….

 

Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες:

 

Τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι

 

του απέμεναν

 

λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.

 

Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται ,

 

καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί,

 

γνωρίζοντας ότι δε θα

 

καταλήξει κανείς πουθενά.

 

Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη

 

Χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.

 

Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.

 

Δεν θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν

 

παραφουσκωμένοι εγωισμοί.

 

Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.

 

Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους

 

ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα

 

επιτεύγματα τους.

 

Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα

 

Μεγαλοπρεπές αξίωμα.

 

Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… μετά βίας για την

 

Επικεφαλίδα.

 

Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις

 

επικεφαλίδες.

 

Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται…

 

Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα…

 

Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.

 

Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.

 

Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.

 

Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.

 

Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.

 

Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια

 

Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια

 

και την ειλικρίνεια.

 

Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.

 

Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την

 

καρδιά των ανθρώπων….

 

Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν

 

πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.

 

Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η

 

ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.

 

Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμία από τις καραμέλες που μου

 

απομένουν…..

 

Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ΄ όσες έχω ήδη

 

φάει.

 

Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με

 

τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.

 

Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα

 

φτάσεις κι εσύ….»

 

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 4 Απριλίου 2015

«Η συμφορά με βρήκε απροετοίμαστη
Κι ό,τι τα είχα συμφωνήσει με τον εαυτό μου

 

Έφτιαξα σχέδιο εξοντώσεως των τρελών μου ονείρων
Πολέμησα με λύσσα την επιμονή της μνήμης

 

Στραγγάλισα το παραμιλητό του υποσεινήδητου
Προσπέρασα αγέρωχα τη μανία της δίνης που σε παρασύρει στην άβυσσο

 

Έκανα πλαστική στα σημάδια της παραμορφωμένης εφηβείας μου
Κήδεψα μ΄ όλους τους τρόπους το κουφάρι του παίκτη
παρέα με τις νότες του παλιού γνώριμου ήχου

 

Κι έγινε η ζωή μου δρόμος μονής κατευθύνσεως
Ξάφνου όμως μες΄ στην νύχτα με ξύπνησε η καρδιά σου που χτυπούσε.»


 

Τζένη Σκλαβούνου, 2013 / Τζένη Σκλαβούνου. (2009). «Κ» 13+ 1 ποιητικά σχεδιάσματα και επίλογος σε δύο πράξεις. Εκδόσεις – Κέντρο Ευρωπαικών Εκδόσεων Χάρη Πάτση

πηγη : http://animartists.com

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Απριλίου 2015

…Το αγόρι εξακολουθούσε ν’ ακούει την καρδιά του, ενώ προχωρούσαν στην έρημο. Σιγά σιγά έμαθε τις πονηριές και τα κόλπα της, έμαθε να τη δέχεται όπως ήταν. Τότε το αγόρι έπαψε να φοβάται, γιατί ένα απόγευμα η καρδιά του του είπε ότι ήταν ευχαριστημένη.

 

“Μπορεί να διαμαρτύρομαι μερικές φορές”, έλεγε η καρδιά του , “επειδή είμαι μια καρδιά ανθρώπου και οι καρδιές των ανθρώπων είναι έτσι. Φοβούνται να πραγματοποιήσουν τα μεγαλύτερα τους όνειρα επειδή νομίζουν ότι δεν το αξίζουν η ότι δεν θα τα καταφέρουν. Εμείς οι καρδιές πεθαίνουμε από το φόβο μόνο και μόνο που σκεφτόμαστε αγάπες που έφυγαν για πάντα, στιγμές που θα μπορούσαν να είναι καλές και δεν ήταν, θησαυρούς που θα μπορούσαν να είχαν ανακαλυφθεί κ’ όμως έμειναν για πάντα θαμμένοι στην άμμο. Γιατί όταν κάτι τέτοιο συμβαίνει στο τέλος υποφέρουμε πολύ.”

 

-Η καρδιά μου φοβάται τον πόνο, είπε το αγόρι

 

-Πες της ότι ο φόβος του πόνου είναι χειρότερος και από τον ίδιο τον πόνο. Και ότι καμία καρδιά δεν υπέφερε ποτέ όταν ξεκίνησε να αναζητήσει τα όνειρα της, γιατί κάθε στιγμή αναζήτησης είναι μια στιγμή συνάντησης με την αιωνιότητα.”…

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 4 Απριλίου 2015

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΜΕ τον σουγιά χαράξαν τον φεγγίτη και μια βραδιά, σαν τα θεριά, σε πήραν απ΄ το σπίτι – Α πα πα πα πα πα! Θεός οΓκάτσος αλλά πολύ αγριεύεσαι, ρε πουλάκι μου. Θες η λιακάδα έξω; Θες ο ήλιος που λάμπει και τα πουλάκια κελαηδούν γλυκά, τσίου τσίου μες στο όζον; Θες που ανήκουμε σε μια γενιά που- με μεγαλειώδη τρόπο- συνδύαζε ανέκαθεν μια χαζοχαρούμενη αφέλεια με ένα στρες μέχρι τα μπούνια;

 

Θες δεν θες, έτσι είχαν τα πράγματα. Παιδικά χρόνια, μέσα στη χούντα τη μαύρη και την άραχλη, μικρά κοριτσάκια πλέκανε μικρά όνειρα με πρωτομαγιάτικες γιρλάντες λουλουδιών. Ενας τεχνικολόρ μικρόκοσμος, κόντρα στον ζόφο των καιρών. Εαρινά μπαλκόνια και βεραντούλες. Στους μπαξέδες και τους ανθισμένους κήπους- σαν άλλοτε «θα στήναμε χορό». Εξω παιάνιζαν τα εμβατήρια. Κόβανε βόλτες των εχθρών τα φουσάτα σαν τον λίβα που καίει τα σπαρτά! Οι συνταγματάρχες αποφάσιζαν και διέταζαν! Ο φόβος ήταν τόσο συμπαγής που τον έκοβες φέτες! Ενα σίχαμα η ζωή μας! Ενα τεράστιο «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» που αναβόσβηνε – ως νέον – μέσα στη βαθύτατη νύχτα αυτού του τόπου.

 

Πρωτομαγιά με τον σουγιά χαράξαν τον φεγγίτη και μια βραδιά, σαν τα θεριά σε πήραν απ΄ το σπίτι Πού το θυμήθηκα ύστερα από τόσα χρόνια; Σαν αναστάσιμη καμπάνα, η δωρική λαλιά της Βίκυς. Ναι, χαρά μου, φυσικά της Μοσχολιού! Υπήρξε άλλη Βίκυ στην Ελλάδα; Σέρνεται ο ήχος της θεάς σαν χαλί κάτω από τα πόδια των αναμνήσεων.

 

Πρωτομαγιά με τον σουγιά… Σε μικρά κοριτσίστικα δωμάτια, κούκλες ασάλευτες άκουγαν τα μυστικά μας. Μουντζουρωμένα τετράδια. Βιβλία με ζωγραφιές στο περιθώριο. Το περιθώριο της σελίδας. Το περιθώριο του αιώνα που περιμέναμε να χτυπήσει το κουδούνι του δεκάλεπτου διαλείμματος. Τα ονόματά μας πλαισιωμένα με μικρές ανόητες καρδούλες. Το αγόρι απέναντι: Του αγοριού απέναντι πείτε του πως το θέλω μεν, ντρέπομαι να του μιλήσω δε…

 

Πρωτομαγιά με τον σουγιά, μαζεύαμε λουλούδια για το στεφάνι. Μιλάμε για μια εποχή που υπήρχαν λουλούδια, υπήρχαν στεφάνια, υπήρχαν εξοχές, υπήρχαν αγροί. Οι συνταγματάρχες δεν είχαν κατορθώσει να ποινικοποιήσουν τη φύση. Αυτό έγινε πολλά χρόνια αργότερα.

 

ΒΑΖΑΜΕ ΤΑ λουλούδια σε μεγάλα καλάθια- τι τρελό φολκλόρ, θυμάμαι, αλήθεια;- και με τη μαμά φτιάχναμε το πρωτομαγιάτικο στεφάνι. Το κρεμάγαμε κι έμενε εκεί μέρες, βδομάδες. (Ακόμα και σήμερα δεν το έχω ψάξει αυτό το έθιμο. Γιατί έπρεπε να μένει τόσες μέρες μετά την Πρωτομαγιά το μαραμένο στεφάνι τούκα προ στην είσοδο;)

 

Πρωτομαγιά με τον σουγιά χαράξαν τον φεγγίτη και μια βραδιά, σαν τα θεριά σε πήραν απ΄ το σπίτι Χρόνια σαν μισοσβησμένη κιμωλία… Απόγευμα Πρωτομαγιάς, τα κορίτσια με τις πλαστικές πασχαλίτσες στα μαλλιά μαζεύονταν στα κοριτσίστικα δωμάτια να μοιραστούν τα «αβυσσαλέα» μυστικά τους. Εκεί, στις παρυφές της δεκαετίας του ΄70, τα παλιά ινδάλματα καλά κρατούν. Η Σίσσυ, η πονεμένη αυτοκράτειρα από τη γενιά της μαμάς. Η Βουγιουκλάκη και ηΚαρέζη. Το προαιώνιο φιλοσοφικό ερώτημα αντιστεκόταν στη φθορά του χρόνου: Αλίκη ή Τζένη;

 

ΟΤΑΝ ΠΑΙΖΑΜΕ κρυφτό, τραγουδούσαμε στη μικρή πλατεία: «Αλίκη Βουγιουκλάκη, Κώστας Κακκαβάς, Τζένη Καρέζη, βγαίνεις και τα φυλάς!». Και στο περίπτερο, ο κυρ Μιχάλης μας έδινε τις σοκολάτες των δυο δραχμών (ναι, μάγκες, υπήρχε ΚΑΙ αυτό το νόμισμα κάποτε). Εσκιζες το ασημόχαρτο και μέσα έβρισκες κάρτες σταρ του σινεμά, ποδοσφαιριστών του συρμού ή την Κρουέλα Ντε Βιλ από τα 101 σκυλιά της Δαλματίας.

 

Πρωτομαγιά με τον σουγιά χαράξαν τον φεγγίτη και μια βραδιά, σαν τα θεριά σε πήραν απ΄ το σπίτι. Τα παλιά. Τα παιδικά. Τα κοριτσάκια που έγιναν γυναίκες. Οι κολλητές που χάθηκαν από τη ζωή μας. Οι φιλενάδες που μοιραστήκαμε μυστικά και ψέματα. Και που αν συναντιόμασταν σήμερα στον δρόμο θα προσπερνούσαμε η μια την άλλη.

 

Γιατί σήμερα αυτή η επωδός; Γιατί σήμερα αυτό το τραγούδι; Ισως, γιατί από εκεί αρχίζουν όλα.

 

Ξεχασμένη παιδική ηλικία. Χαμένο κοριτσίστικο όνειρο. Πρωτομαγιά με τον σουγιά, μου χτύπησες το θυροτηλέφωνο. Εσύ. Που…

 

Νυν και αεί μες στη ζωή σε είχα αραξοβόλι.

 

Από “ΤΑ ΝΕΑ”

Μαρία Ανδρεάδου στις 1 Απριλίου 2015

«Ένστικτο εδαφικότητας» το ονόμασαν. Όταν απειλείται με διείσδυση ένας ζωτικός, ατομικός σου χώρος, εκλύεται πάντα επιθετικότητα. Όσο πιο στριμωγμένος και ασφυκτικός ο χώρος, τόσο μεγαλύτερη η επιθετικότητα. Οι ηθολόγοι το επιβεβαίωσαν στη συμπεριφορά των ζώων και οι ανθρωπολόγοι στη συμπεριφορά των ανθρώπων. Το κλειστό ίδρυμα της φυλακής υπήρξε ένα κατάλληλο φυσικό εργαστήριο για την πειραματική διερεύνηση του φαινομένου αυτού.

Έτσι κάπως γεννιέται η έχθρα για τον ξένο. Έτσι κάπως προσλαμβάνεται ο «άλλος» ως «εχθρός» έτοιμος να οικειοποιηθεί τον δικό σου χώρο. Και ορθώνονται σύνορα και εκλογικεύονται τα στεγανά. Και εκλύεται μιά ολόκληρη φαντασμαγορία πανικού. Ο χώρος ως προέκταση του εαυτού. Όποιος δεν ανήκει στον μικρόκοσμό μου, υποθάλπτει τον αφανισμό μου. Ας τον κρατήσουμε, λοιπόν, μακριά. Ας υψώσουμε απαραβίαστα οχυρά. Ας είμαστε μονίμως σε επιφυλακή. Ο «άλλος», ο τσιγγάνος, ο πρόσφυγας, ο Εβραίος, γίνεται απειλητικός «άλλος».

Ομογενής-αλλογενής, ομόφυλος – αλλόφυλος είναι οι μοιραίες διακρίσεις που δομούν τον κόσμο μας. Από τα βάθη των αιώνων, από την εποχή του διάχυτου φόβου για τον λεπρό, τον τερατόμορφο, τον μάγο, τον αλχημιστή, το ίδιο παιχνίδι ατέρμονα επαναλαμβάνεται.

Αυτό που άλλαξε στο διάβα των αιώνων, δεν είναι η μάγισσα, αλλά ο περίγυρός της. Στ’ όνομα της «ιερής κοινότητας» εξακολουθεί να συντελείται ο αποκλεισμός του άλλου. Άλλοτε χάριν της Εκκλησίας και της διασφάλισης του αγίου θρησκευτικού συναισθήματος, σήμερα χάριν του έθνους συνήθως και της διασφάλισης μιας αγνής εθνικής ομοιογένειας.

Όσο ασήμαντη κι αν είναι η δύναμή της, η μειονότητα είναι εξ ορισμού ύποπτη και ικανή για κάθε ανίερη οικειοποίηση. Οτιδήποτε αποκλίνει από το πανίσχυρο ιδεώδες της πλειονότητας, μετασχηματίζεται ταχυδακτυλουργικά σε εστία κινδύνου και θανάσιμη απειλή για τον δικό μας χώρο. Έτσι, ο συμπυκνωμένος φόβος σταθερά ελλοχεύει πίσω από την παρουσία του «άλλου».

Κι όμως ο ένας φόβος κρύβει τον άλλον. Για άλλον τρόμο πάντα πρόκειται. Ο τωρινός δεν είναι παρά η μάσκα, το άλλοθι, το προσωπείο του άλλου τρόμου. Ενός βαθύτερου, σχεδόν αβυσσαλέου τρόμου, που έχει να κάνει μ’ ένα ασφυκτικό, μικρό κελί κι ένα κλειστό ίδρυμα υψίστης ασφαλείας. Εκεί είναι η ζωή μας. Ενάντια σ’ αυτόν τον τρόμο οχυρωνόμαστε, χρίζοντας εισβολείς τους «άλλους». Ο θεατός και εντοπίσιμος φόβος, είναι πάντα πιο ανακουφιστικός. Τον Εβραίο μπορείς να τον κάψεις, πώς όμως να πυρπολήσεις το κελί σου; Πώς να μείνεις άστεγος στην παγωνιά; Το κελί πνίγει αλλά και προστατεύει, συνθλίβει αλλά και καθησυχάζει.

Αυτός είναι, όμως, ο τρόπος που ο κόσμος τελειώνει, αυτός είναι ο τρόπος που ο κόσμος τελειώνει όχι μ’ έναν πάταγο, ούτε μ’ ένα λυγμό, όπως θα ‘λεγε ο Έλιοτ, αλλά με μία σιωπή σε ένα λευκό κελί.

Φωτεινή Τσαλίκογλου, Ψυχο-λογικά: Οι παγίδες του αυτονόητου (εκδ. Πλέθρον) – απόσπασμα. Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 15/12/1992.

Μαρία Ανδρεάδου στις 29 Μαρτίου 2015

Όμως υπάρχουν ακόμα

λίγοι άνθρωποι

που δεν είναι κόλαση

η ζωή τους

 

υπάρχει το μικρό πουλί ο κιτρινολαίμης

η Fräulein Ramser

και πάντοτε του ήλιου οι απομείναντες

οι ερωτευμένοι με ήλιο ή με φεγγάρι

 

ψάξε καλά

βρες τους, Ποιητή!

κατάγραψέ τους προσεχτικά

γιατί όσο παν και λιγοστεύουν

λιγοστεύουν

Μαρία Ανδρεάδου στις 28 Μαρτίου 2015

“H γυναίκα και ο άντρας της νέας εποχής είναι σύντροφοι σε ένα ταξίδι πνευματικής ανάπτυξης.

Θέλουν να κάνουν το ταξίδι.

Η αγάπη και η εμπιστοσύνη τους τους κρατούν μαζί.

Η διαίσθησή τους τους οδηγεί.

Συμβουλεύουν ο ένας τον άλλο.

Είναι φίλοι.

Γελάνε πολύ.

Είναι ίσοι.

Αυτό συνιστά μια πνευματική συντροφικότητα: μια συντροφικότητα μεταξύ ίσων για τους σκοπούς της πνευματικής ανάπτυξης».  Gary Zukav

πηγη : http://psychografimata.com / Ευγενια Δουβαρα

Μαρία Ανδρεάδου στις 25 Μαρτίου 2015

 

photo Petros Paraschis

photo Petros Paraschis

Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ κι ο

χτίστης, ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι.

Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας,
πάντα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας.
εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης·
του μακρεμένου αγναντευτής, κι ο κλέφτης κι ο απελάτης

και με το καριοφίλι μου και με τ’ απελατίκι
την πολιτεία την κάνω ερμιά, γη χέρσα το χωράφι.
Κάλλιο φυτρώστε, αγκριαγκαθιές, και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι, κάλλιο φουσκώστε, πόταμοι και κάλλιο ανοίχτε τάφοι,

και, δυναμίτη, βρόντηξε και σιγοστάλαξε αίμα,
παρά σε πύργους άρχοντας και σε ναούς το Ψέμα.
Των πρωτογέννητων καιρών η πλάση με τ’ αγρίμια
ξανάρχεται. Καλώς να ρθή. Γκρεμίζω τη ασκήμια.

ΠΗΓΗ : http://www.magikokouti.gr

Μαρία Ανδρεάδου στις 25 Μαρτίου 2015

Γιώργη Παυλόπουλου, Η στάχτη

Φύσαγε ὁ ἀγέρας
ἀνέβαζε τὴ στάχτη τους
τὴν πήγαινε στὸν οὐρανὸ
φοβόταν ἐκείνη φοβόταν
οὐὰ φοβιτσιάρα τῆς φώναζε.

Πάψε τρελέ του ἔλεγε
δὲν εἴμαστε πιὰ στὴ γῆ
δὲν ἔχουμε πιὰ δέρμα
δὲν ἔχουμε μαλλιὰ
δὲν ἔχουμε μήτε μάτια.

Γίναμε στάχτη τῆς ἔλεγε
ὅμως μὲ βλέπεις καὶ σὲ βλέπω
καὶ μένει ἀκόμα ἡ ἀγάπη
ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει στάχτη
καὶ μένει ἀκόμα ἡ ἀγάπη.

Εἶμαι ἡ στάχτη σου τοῦ ἔλεγε
καὶ εἶσαι ἡ στάχτη μου
μὰ ποῦ ἀνεβαίνουμε ποῦ πᾶμε
κι ὅλο φυσάει κι ὅλο σὲ χάνω
οὐὰ φοβιτσιάρα τῆς φώναζε.

Πάψε τρελέ του ἔλεγε.

Mark Chagal, over the city 1914-1918

Mark Chagal, over the city 1914-1918

πηγη : http://annagelopoulou.blogspot.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Μαρτίου 2015

Ζητώ συγνώμη που δεν απαντώ

Αλλά λάθος δικό μου δεν είναι

Που δεν αντιστοιχώ Σ’ αυτόν που σε ’μένα αγαπάτε.

Ο καθένας μας είναι πολλοί Εγώ είμαι αυτός που νομίζω πως είμαι.

Άλλοι με βλέπουν αλλιώς Και πάλι λάθος κάνουν. Μη με παίρνετε γι’ άλλον

Κι αφήστε με ήσυχο. Αν εγώ δεν θέλω. Να βρω τον εαυτό μου Γιατί οι άλλοι για μένα να ψάχνουν;»

Κυριακή Ψαρρού στις 22 Μαρτίου 2015

… «Αλλά από που ν’ αρχίσω; Ο κόσμος είναι τόσο τεράστιος, θ’ αρχίσω με τη χώρα που γνωρίζω καλύτερα, τη δική μου. Η χώρα μου όμως είναι τόσο μεγάλη! Θα ‘ταν καλύτερα ν’ αρχίσω με την πόλη μου. Η πόλη μου όμως είναι κι αυτή μεγάλη. Θα ‘ταν καλύτερα ν’ αρχίσω με το δρόμο που μένω. Όχι: με το σπίτι μου. Όχι: με την οικογένεια μου. Δεν πειράζει, θ’ αρχίσω με τον εαυτό μου».

WWW.SKALATIMES.COM

Κυριακή Ψαρρού στις 22 Μαρτίου 2015

“Εάν ένα δέντρο το τσακίσει η καταιγίδα, εάν το δέντρο μαραζώσει από την έλλειψη του ήλιου, εάν μείνει καχεκτικό από τη φτώχεια του εδάφους, ποτέ δεν θα πούμε πως αυτή ήταν η πραγματική του φύση… Πιστεύουμε, ότι οι εποικοδομητικές δυνατότητες του ανθρώπου πηγάζουν από την πραγματική του φύση, από τον βαθύτερο πυρήνα της υπαρξής του, από εκείνο που ονομάζουμε γνήσιο εαυτό…Και δεχόμαστε, ότι ο άνθρωπος γίνεται μη εποικοδομητικός και καταστροφικός, μόνον εάν δεν μπορέσει να ολοκληρώσει τον εαυτό του.”

WWW.PERIPSIXIS.GR

Μαρία Ανδρεάδου στις 22 Μαρτίου 2015

Διαβαζοντας το αρθρο “Οι Ιάπωνες εργάτες που ζουν σε ίντερνετ καφέ” στην ιστοελιδα http://www.provo.gr , θυμηθηκα απευθειας εκεινο το στιχο του Ελυτη “.. παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά “. Δυστυχως, στη συγκεκριμενη περιπτωση ο στιχος παραφραζεται , αφου “καποιοι, σε καποιο καμαρακι κλεισμενοι, αγωνιζονται να επιβιωσουν” :

Για 10 μήνες, ο Fumiya, ένας 26χρονος Ιάπωνας που δουλεύει ως σεκιουριτάς, ζει σε ένα 24ωρο ίντερνετ καφέ. Σε ένα μικροσκοπικό δωμάτιο που μετά βίας μπορεί να χωρέσει, κάθεται σκυφτός μπροστά από μια αναμμένη οθόνη, καπνίζοντας και πίνοντας σόδα μεταξύ των βαρδιών του. Όταν είναι σε θέση να κοιμηθεί, τοποθετεί μια κουβέρτα στο κεφάλι του για να μην τον ενοχλούν τα φθοριούχα φώτα.

Ο Fumiya είναι εκεί γιατί δεν μπορούσε να πληρώσει για ένα διαμέρισμα με το μισθό που βγάζει σαν ημιαπασχολούμενος. Τώρα, για ένα αντίτιμο των 15 δολαρίων/βραδιά, μένει σε ένα μικρό δωμάτιο στο καφέ και θεωρεί τον εαυτό του τυχερό που έχει βρει ένα φθηνό μέρος για να μένει, αποκαλώντας το μαγαζί «καλά εξοπλισμένο» μιας και έχει ντουζιέρες και πλυντήρια.

Άνθρωποι σαν τον Fumiya, που μένουν σε ίντερνετ καφέ, είναι το θέμα του νέου ντοκυμανταίρ της φωτορεπόρτερ Shiho Fukada, Net Café Refugees (Πρόσφυγες των Ίντερνετ Καφέ).
Σύμφωνα με αυτό, τα εξοντωτικά ωράρια εργασίας στην Ιαπωνία και η άνοδος της επισφαλούς εργασίας έχουν δημιουργήσει αναρίθμητους «πρόσφυγες» που δεν έχουν την δυνατότητα να πληρώνουν για διαμερίσματα και ζουν σε αυτά τα καφέ.

http://www.provo.gr/

Σύμφωνα με μια έρευνα του 2007  του υπουργείου Υγείας,Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας της Ιαπωνίας, περίπου 5400 άνθρωποι ζούσαν σε ίντερνετ καφέ μακροπρόθεσμα, εξαιτίας του πολύ χαμηλού εισοδήματός τους.

Αυτοί οι πρόσφυγες των ίντερνετ καφέ άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους στο τέλος των 90s και έχουν αυξηθεί σε αριθμούς σε μεγάλο βαθμό την τελευταία δεκαετία, σύμφωνα με το ντοκιμαντέρ. Το φαινόμενο είναι μέρος μιας γενικότερης κρίσης για την εργατική τάξη στην Ιαπωνία, εν μέρει εξαιτίας της μερικής νομιμοποίησης των συμβάσεων εργασίας προσωρινής απασχόλησης το 1986, που νομιμοποιήθηκε πλήρως το 1999. Έκτοτε, το ποσοστό των εργατών που έχουν συμβάσεις εργασίας μερικής απασχόλησης έχει αυξηθεί στο 38%, σύμφωνα με έναν εκπρόσωπο συνδικάτου που μιλάει στο ντοκιμαντέρ. Με αυτό τον τρόπο οι εργολάβοι έχουν αυξήσει τα κέρδη τους, γιατί απασχολούν σαν υπαλλήλους πλήρους απασχόλησης, λιγότερους από τους μισούς υπαλλήλους τους.

«Αυτή η ανομοιότητα οδηγεί απευθείας στην φτώχεια»

Αλλά και οι εργαζόμενοι πλήρους απασχόλησης έχουν προβλήματα. Ένας πρώης salaryman (μισθωτός απασχολούμενος σε μεγάλη εταίρεια, που ανήκει στην λεγόμενη «μεσαία τάξη»- τα λεγόμενα “white collar”) που εμφανίζεται στο φιλμ, ο Tadayuki Sakai, ζούσε σε ένα ίντερνετ καφέ για 4 μήνες. Προηγουμένως είχε μια δουλειά πλήρους απασχόλησης σε εταιρεία πιστωτικών καρτών, αλλά έπεσε γρήγορα σε κατάθλιψη, καθώς δούλευε από 120 έως 200 ώρες υπερωρία κάθε μήνα. Ο Sakai είπε ότι δεν είχε χρόνο να πάει σπίτι και έτσι αναγκαζόταν να κοιμάται στο γραφείο εώς ώτου αρχίσει ξανά το ωράριο του. Όταν οι συνάδελφοί του και το αφεντικό του άρχισαν να τον κουτσομπολεύουν και να διαδίδουν ότι είναι «αδύναμος», τελικά παραιτήθηκε.

«Πιστεύω ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που ζουν έτσι στην Ιαπωνία», μιλώντας ο ίδιος για την κατάθλιψή του. Ο Sakai έχει δίκιο. Η χώρα έχει από τα μεγαλύτερα ποσοστά αυτοκτονίας στον κόσμο, όσον αφορά τις αυτοκτονίες λόγω εργασίας. Στην πραγματικότητα, αυτού του τύπου οι αυτοκτονίες έχουν γίνει τόσο σύνηθες φαινόμενο, που χρησιμοποιείται μια συγκεκριμένη ορολογία: τις αποκαλούν “karōshi”, που στην κυριολεξία μεταφράζεται σαν «θάνατος από υπερβολική εργασία». Η κυβέρνηση της Ιαπωνίας πέρασε σχετικό νόμο για την αποφυγή περαιτέρω “karōshi” το 2014.

Η σκηνοθέτης του φιλμ, Fukada, είπε ότι τέτοια ζητήματα στην Ιαπωνία είναι ουσιαστικά σαν 2 όψεις του ίδιου νομίσματος.

«Υπάρχει τεράστια ανισομέρεια στην αγορά εργασίας όπου κάποιοι αισθάνονται ότι πρέπει να δουλέψουν μέχρι θανάτου, ενώ άλλοι δεν έχουν αρκετή δουλειά για να επιβιώσουν».
«Οι άνεργοι θέλουν να δουλέψουν οτιδήποτε κι αν είναι η δουλειά-πλήρους απασχόλησης ή όχι.
Η επισφαλής εργασία δεν παρέχει ούτε σταθερότητα ούτε και μελλοντική δυνατότητα καριέρας, οπότε θέλουν να έχουν εργασία πλήρους απασχόλησης. Αλλά όταν τελικά την αποκτήσουν, αυτό που τους περιμένει είναι πολλές υπερωρίες και πολύ άγχος. Οπότε ουσιαστικά ό,τι και να επιλέξουν, είναι παγιδευμένοι».

Η Fukada σκέφτηκε ότι η ιστορία ήταν σημαντική και έπρεπε να την καταγράψει γιατί οι Ιάπωνες σπάνια μοιράζονται τα προβλήματά τους με άλλους, προτιμώντας να «υποφέρουν κατ΄ιδίαν».

«Αποφάσισα να κάνω αυτή την σειρά γιατί ήθελα να δείξω μερικές από τις ακραίες συνθήκες στις οποίες οι άνθρωποι αναγκάζονται να δουλέψουν στην Ιαπωνία και ήθελα να αναδείξω το πώς συμπεριφέρονται στους ανθρώπους σαν αναλώσιμες μηχανές»

Ενώ η Ιαπωνία αντιμετωπίζει μια οικονομική ύφεση από το 2014 που είναι χειρότερη απ’ ότι αναμενόταν αρχικά, τα ντοκιμαντέρ της Fukuda καταγράφουν τα οικονομικά καθώς και άλλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η εργατική τάξη της χώρας. «Οι πρόσφυγες των ίντερνετ καφέ» είναι ένα από τα φιλμ της σειράς που ονομάζεται “Οι αναλώσιμοι εργάτες της Ιαπωνίας».

Μπορειτε να δειτε σχετικο αποσπασμα φιλμ της Fukada εδω : Οι Ιάπωνες εργάτες που ζουν σε ίντερνετ καφέ

πηγη και φωτογραφιες : http://www.provo.gr