Διαβάσαμε
Γιατί πιστεύετε ότι η θάλασσα αλλά και η έννοια του ταξιδιού αποτελούν σταθερή πηγή έμπνευσης για την ποίηση και την Τέχνη γενικότερα;
” Γιατί υπάρχει το χάος. Οταν είσαι σε μια ανοιχτή θάλασσα χωρίς στεριά και ταξιδεύεις αισθάνεσαι ότι είσαι στο διάστημα. Βρίσκεσαι μεταξύ νερού, αέρα και ουρανού κι εκεί αλλάζει ο ψυχισμός σου. Αλλοι φοβούνται και δεν μπορούν να το κάνουν αυτό καθόλου, πανικοβάλλονται. Αλλοι αγαλλιάζουν. Θέλει μια δύναμη για να το κάνεις αυτό και η δύναμη έρχεται από την ίδια τη θάλασσα, από αυτό τον ανοιχτό ορίζοντα κι από την αίσθηση ότι είσαι ένας άνθρωπος που μπορεί να σταθεί στην απεραντοσύνη.
Αυτό εμένα μου δίνει μεγάλη ενέργεια πληρότητα και διαύγεια. Είναι το καλύτερο ναρκωτικό…”
Αρμονία
Η τέχνη και η εργασία μου, η αρχιτεκτονική
Μπολιάστικε με αυτή την ευτυχισμένη εμμονή
Εμπλουτίστηκε από τη θάλασσα και από τα ξύλινα καϊκια που πέρασαν από τα χέρια μου.
Ψυχανεμιζόμουν και διαχειριζόμουν
Τον πλούτο των γνώσεών μου γύρω και μέσα από τα ξύλινα σκάφη
Τον τρόπο που χτίζονται
Τον τρόπο που συντηρούνται
Την εξαιρετική γλυπτική που χρειάζονται για να πραγματοποιηθούν
Τον ρόλο των υλικών
Τις απόλυτες αρμονίες που δίχως αυτές βουλιάζεις
Την ομορφιά και τη λυγεράδα που μπορεί να έχει ένα ανθρώπινο δημιούργημα
Την ημιθεϊκή ικανότητα, να φτιάχνεις έναν κόσμο
Μια μετακινούμενη κιβωτό που μπορεί να γυρίζει τη γη, κόβοντας σωστά μερικά ξύλα.
Κι ὅμως δὲν αὐτοκτόνησα.
Εἴδατε ποτὲ κανέναν ἔλατο νὰ κατεβαίνει μονάχος του στὸ πριονιστήριο;
Ἡ θέση μας εἶναι μέσα δῶ σ’ αὐτὸ τὸ δάσος
μὲ τὰ κλαδιὰ κομμένα, μισοκαμένους τοὺς κορμοὺς
μὲ τὶς ρίζες σφηνωμένες μέσ’ στὶς πέτρες.
Τρέχει μέσ’ στὰ χαράματα τὸ ἐλάφι
ποὺ εἶναι ἡ χαρά μου τόσος ἀντίλαλος
ἐδῶ ποὺ κατοικῶ
ἕνα πουλὶ ἀπὸ καπνὸ ἀνέρχεται στὸ ξημέρωμα.
Ἰδοὺ ὁ Τρέχων
ἔχει σφάξει τὸ ἀρνὶ στὶς πηγὲς τῶν ὑδάτων.
Θριαμβικὴ νεφέλη ὄχημα παλαιὸ ἰδοὺ ὁ Τρέχων
καὶ τὸ σύρουν
ἄλογα τρυπημένα στὰ λάμποντα πλευρά.
Μέσα στὸ ὄχημα βρίσκομαι καὶ πηγαίνω
πρὸς τὸν ἄγνωστο προορισμό μου.
agiazoni.gr
Ο παθιασμένος χορός, το αργεντίνικο τανγκό, αρχικά χορευόταν από ζευγάρια ανδρών. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, οι κοινωνικές συνθήκες και ο συντηρητισμός της εποχής, εμπόδιζαν τις γυναίκες να βρεθούν στην αγκαλιά των ανδρών. Ίσως η εικόνα δυο ανδρών χορευτών να δείχνει αφύσικη, αλλά η «έλλειψη» θηλυκού παρτενέρ οδήγησε τους Αργεντίνους σε αυτήν τη λύση. Έτσι, ο χορός απέκτησε μεγαλύτερη δυναμική και ένταση, αφού παρέβλεπαν το ερωτικό στοιχείο. Το τανγκό ξεκίνησε απ’ τις φτωχογειτονιές και τους οίκους ανοχής του Μπουένος Άιρες στα τέλη του 19ου αιώνα. Ήταν χορός του δρόμου, των φτωχών και των μεταναστών. Τα πρώτα χρόνια που εμφανίστηκε, θεωρούνταν ένας υπερβολικά προκλητικός χορός. Το ζευγάρι χόρευε αγκαλιασμένο σφιχτά και ο ερωτισμός ήταν διάχυτος. Όπως ήταν φυσικό, όσες γυναίκες δεν εργάζονταν σε οίκους ανοχής, απαγορευόταν να έχουν τόσο «στενή επαφή» με κάποιο άνδρα, που δεν είχαν παντρευτεί. Όσοι άνδρες, λοιπόν, επιθυμούσαν να χορέψουν, έπρεπε να βρουν εναλλακτικές λύσεις. Έτσι, ξεκίνησαν να χορεύουν μεταξύ τους. Φυσικά, αυτός ο χορόδεν είχε ερωτικό στοιχείο. Το ζευγάρι έμοιαζε να είναι «πιασμένο στα χέρια», να μάχεται. Με το πέρασμα των χρόνων, το τανγκό άρχισε σιγά σιγά να απενοχοποιείται και να χορεύεται ακόμα και σε πιο «ευυπόληπτα» μαγαζιά. Αλλά τότε εμφανίστηκαν άλλα προβλήματα. Τις πρώτες δεκαετίες του 1900, υπήρχαν πολλοί περισσότεροι άνδρες απ’ ότι γυναίκες στην Αργεντινή. Αν κάποιος άνδρας ήθελε να βρει σύζυγο, έπρεπε να κάνει τα αδύνατα δυνατά για να την διεκδικήσει από πολλούς άλλους ενδιαφερόμενους. Το τανγκό ήταν ένας εξαιρετικός τρόπος να γοητεύσει ο άνδρας την «καλή» του, με την χορευτική του δεινότητα. Όσο καλύτερος χορευτής ήταν, τόσο περισσότερες πιθανότητες είχε να την κατακτήσει. Οι άνδρες, λοιπόν, «προπονούνταν» με άλλους άνδρες και όταν έκριναν ότι είχαν φτάσει σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο, αναζητούσαν την «ντάμα» τους. Η εκμάθηση του χορού ξεκινούσε, με τον μαθητή να παρακολουθεί τους υπόλοιπους χορευτές . Στη συνέχεια, έπαιρνε τον ρόλο της γυναίκας και ακολουθούσε τα βήματα του «καβαλιέρου» του. Όταν πια αποκτούσε κάποια εμπειρία, μάθαινε τον χορό σε κάποιον άλλο νεαρό άνδρα. Η διαδικασία αυτή, μπορούσε να πάρει ακόμα και ένα χρόνο για να ολοκληρωθεί. Τελικά, κάθε τι ωραίο αποκτάται με κόπο και πάθος….
«Πρέπει εσύ να αποτελείς την αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο.»
Εάν αλλάξεις τον εαυτό σου, θα αλλάξεις τον κόσμο σου. Εάν αλλάξεις τον τρόπο σκέψης σου, τότε θα αλλάξουν οι ενέργειές σου, αλλά και το πώς αισθάνεσαι. Και με αυτόν τον τρόπο ο κόσμος γύρω σου θα αλλάξει. Όχι μόνο γιατί πλέον θα βλέπεις το περιβάλλον σου μέσω νέων «φακών» σκέψης και συναισθημάτων, αλλά και γιατί η αλλαγή μέσα σου μπορεί να σου επιτρέψει να αναλάβεις δράση με τρόπους που δεν είχες ποτέ φανταστεί.
2. «Κανείς δεν μπορεί να με πειράξει χωρίς την άδειά μου»
Το τι νιώθεις και το πώς αντιδράς σε κάτι, είναι πάντα δική σου επιλογή. Μπορεί να υπάρχει ένας «κανονικός» ή ένας κοινός τρόπος αντίδρασης σε διαφορετικά πράγματα. Το σίγουρο είναι ότι μπορείς να επιλέξεις τις δικές σου σκέψεις, αντιδράσεις και συναισθήματα σχεδόν στα πάντα. Δεν χρειάζεται να πανικοβάλλεσαι, να αντιδράς υπερβολικά ή αρνητικά. Τουλάχιστον όχι κάθε φορά και όχι άμεσα. Μερικές φορές, αντιδρούμε αντανακλαστικά και όχι συνειδητά.
3. «Ο αδύναμος δεν μπορεί ποτέ να συγχωρήσει. Η συγχώρεση είναι το χαρακτηριστικό του ισχυρού»
«Το ‘οφθαλμόν αντί οφθαλμού’ μπορεί να οδηγήσει μόνο στο να τυφλωθεί όλος ο κόσμος»
Το να καταπολεμάς το κακό με κακό δε πρόκειται να σε βοηθήσει. Μπορείς πάντα να επιλέγεις τον τρόπο αντίδρασής σου στις καταστάσεις. Όταν ενσωματώσεις αυτόν τον τρόπο σκέψης στη ζωή σου, τότε θα μπορείς να αντιδράς με ένα τρόπο που θα είναι πιο χρήσιμος για εσένα και για τους άλλους. Έχεις συνειδητοποιήσει ότι με το να συγχωρείς και να ξεχνάς το παρελθόν, θα προσφέρεις σε εσένα και τους γύρω σου μία μεγάλη υπηρεσία; Το να σπαταλάς το χρόνο σου σε αρνητικές εμπειρίες, από τη στιγμή που έχεις πάρει όλα τα μαθήματα από αυτές, δεν θα σου προσφέρει τίποτα. Το πιο πιθανό θα είναι να προκαλέσεις στο εαυτό σου περισσότερο πόνο και να τον παραλύσεις καθιστώντας τον ανίκανο να αναλάβει δράση όταν θα πρέπει.
4. «Δεν θέλω να προβλέπω το μέλλον. Είμαι αφοσιωμένος στην παρούσα στιγμή. Ο Θεός δεν μου έδωσε τον έλεγχο της επόμενης στιγμής, αλλά αυτής»
Ο καλύτερος τρόπος για να ξεπεράσεις την εσωτερική αντίσταση που συχνά σε σταματά από την ανάληψη δράσης, είναι να μείνεις στο παρόν όσο το δυνατόν περισσότερο και να είσαι δεκτικός. Γιατί; Επειδή, όταν ζεις στο παρόν, δεν ανησυχείς για την επόμενη στιγμή που ούτως ή άλλως δεν μπορείς να ελέγξεις.
5. «Μια ουγκιά δράσης αξίζει περισσότερο από ένα τόνο διαδασκαλίας »
Χωρίς δράση δεν συμβαίνει τίποτα. Το αναλάβει όμως κανείς δράση είναι πολύ δύσκολο και συνήθως υπάρχει μεγάλη εσωτερική αντίσταση. Έτσι οι περισσότεροι άνθρωποι καταφεύγουν στη διδασκαλία και επαναπαύονται νομίζοντας ότι έτσι προοδεύουν. Τα βιβλία προσφέρουν γνώση, η δράση όμως την μεταφράζει σε κατανόηση..
6. «Είναι ανόητο να είσαι πολύ σίγουρος για την σοφία σου. Είναι υγιές να υπενθυμίζεις στον εαυτό σου ότι και οι ισχυρότεροι μπορεί να αποδυναμωθούν και οι σοφότεροι μπορεί να σφάλλουν»
Όταν θεοποιείς ανθρώπους -ακόμη κι αν έχουν καταφέρει εκπληκτικά πράγματα- κινδυνεύεις να αποστασιοποιηθείς από αυτούς. Συχνά αρχίζεις να αισθάνεσαι ότι εσύ δεν θα μπορούσες ποτέ να πετύχεις παρόμοια κατορθώματα. Είναι σημαντικό να θυμάσαι ότι κι αυτοί είναι ανθρώπινα πλάσματα όπως εσύ, άσχετα με το τι έχουν καταφέρει.
7. «Πρώτα θα σε αγνοήσουν, μετά θα γελάσουν με σένα, μετά θα σε πολεμήσουν, και τότε κέρδισες»
Να είσαι ανθεκτικός στα σαμποτάζ που σου στήνει ο ίδιος σου ο εαυτός. Μόνο τότε, η εσωτερική σου αντίσταση θα ασθενήσει και θα σε επισκέπτεται όλο και λιγότερο. Βρες αυτό που πραγματικά θέλεις να κάνεις και τότε θα βρεις και το εσωτερικό κίνητρο για να συνεχίσεις. Ένας λόγος που ο Γκάντι είχε τόσο μεγάλη επιτυχία με την μέθοδό της μη βίας, ήταν ότι ο ίδιος και οι οπαδοί του δεν παραιτήθηκαν ποτέ.
8. «Βλέπω μόνο τις αρετές των ανθρώπων. Αφού δεν είμαι αλάθητος, δεν θα αναλύσω τα λάθη των άλλων»
Όλοι έχουμε κάτι καλό μέσα μας. Αν στοχεύεις στη βελτίωση τότε είναι χρήσιμο να επικεντρώνεσαι στις καλές πλευρές των ανθρώπων. Όταν εστιάζεις στα θετικά στοιχεία των άλλων, έχεις ακόμα ένα κίνητρο για να τους βοηθήσεις. Με το να βοηθάς τους άλλους δεν κάνεις μόνο την δική τους ζωή καλύτερη. Με τον καιρό παίρνεις πίσω ότι έδωσες, ενώ οι άνθρωποι που βοήθησες τείνουν περισσότερο να βοηθήσουν άλλα άτομα. Έτσι, όλοι μαζί, δημιουργείτε μια θετική αλλαγή που δυναμώνει.
9. «Ευτυχία είναι όταν αυτά που σκέπτεσαι, αυτά που λες και αυτά που κάνεις, βρίσκονται σε αρμονία μεταξύ τους»
«Πάντα να στοχεύεις στην πλήρη αρμονία της σκέψης, των λόγων και των πράξεων. Πάντα να στοχεύεις στο να εξαγνίζεις τις σκέψεις σου και όλα θα είναι καλά».
Μία από τις καλύτερες συμβουλές για την βελτίωση των κοινωνικών δεξιοτήτων είναι να συμπεριφέρεσαι με συνέπεια και να επικοινωνείς με αυθεντικό τρόπο. Στους ανθρώπους αρέσει αυτό και ο νους γαληνεύει όταν οι σκέψεις, τα λόγια και οι πράξεις είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένες. Όταν είσαι αληθινός δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα γιατί η γλώσσα του σώματός σου και ο τόνος της φωνής σου -τα οποία κάποιοι λένε ότι είναι το 90% της επικοινωνίας- είναι συντονισμένα με τις σκέψεις σου.
10. «Η συνεχής ανάπτυξη είναι ο νόμος της ζωής. Αυτός που προσπαθεί να διατηρήσει τα δόγματά του για να φαίνεται συνεπής στους άλλους, οδηγεί τον εαυτό του σε λάθος δρόμο»
Υπάρχουν φορές που είσαι ασυνεπής ή που δίνεις την εντύπωση πως δεν ξέρεις τι κάνεις. Αυτό είναι προτιμότερο από το να προσπαθείς να διατηρείς παλιές απόψεις που ξέρεις ότι είναι λανθασμένες από φόβο μην σε κρίνουν οι άλλοι. Μην το κάνεις. Επέλεξε να αναπτύξεις την σκέψη σου και να εξελιχθείς.
ΑΝ ΕΝΙΩΣΑ ΣΤΙΓΜΕΣ ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΥ, αυτό το οφείλω στην τέχνη. Κι όμως, τι ματαιοδοξία κι αυτή η τέχνη! Να θέλεις να δώσεις ανθρώπινη μορφή σε έναν πέτρινο όγκο, ή να απεικονίσεις την ψυχή με λέξεις, τα αισθήματα με ήχους και τη φύση πάνω σ’ ένα μουσαμά! […]
ΑΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ, ΕΝΩ ΗΜΟΥΝ ΑΠΟΡΡΟΦΗΜΕΝΟΣ, από έργα μεγαλοφυή, δεμένος μ’ εκείνες τις αλυσίδες, που σε κρατούν μαζί τους, στο ξαφνικό μουρμούρισμα κάποιων φωνών, στο κολακευτικό ουρλιαχτό, σ’ αυτό το βουητό το χαριτωμένο, αναζητούσα με ζήλο τη μοίρα αυτών των ισχυρών αντρών που έχουν τη δύναμη να χειρίζονται το πλήθος σαν θήραμα και που το κάνουν να κλαίει, να στενάζει, να ποδοκροτά μ’ ενθουσιασμό. Πόσο ανοιχτή πρέπει να είναι η καρδιά σ’ εκείνους που γοητεύουν τους ανθρώπους και πόσο τούτη η ικανότητα έχει νεκρωθεί στη δική μου φύση! Πεπεισμένος για την αδυναμία και τη στειρότητά μου, κυριευόμουν από ένα ζηλόφθονο μίσος, έλεγα στον εαυτό μου πως όλα τούτα δεν ήταν τίποτα, πως η μοίρα είχε επιβάλει αυτή την κατάσταση.
ΕΡΙΧΝΑ ΛΑΣΠΗ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΑΝΩΤΕΡΑ που τα φθονούσα. Αψηφούσα τον Θεό, μπορούσα να χλευάζω τους ανθρώπους το ίδιο καλά. Εντούτοις αυτή η ζοφερή διάθεση ήταν περαστική και ξανάνιωθα αληθινή ευχαρίστηση καθώς παρατηρούσα το πνεύμα να λάμπει μέσα στις αίθουσες τέχνης σαν ένα μεγάλο λουλούδι που ανοίγει τον ευωδιαστό του ρόδακα στον καλοκαιρινό ήλιο.
Η ΤΕΧΝΗ -Η ΤΕΧΝΗ… ΟΜΟΡΦΟ ΠΡΑΓΜΑ αυτή η ματαιοδοξία! Αν υπάρχει κάτι πάνω στη γη, κι ανάμεσα στα άυλα, μια πίστη που όλοι προσκυνούν, αν υπάρχει κάποια άγια δύναμη, κάτι αγνό και μεγαλειώδες, κάτι συναφές με την απεριόριστη επιθυμία για το άπειρο και το ασαφές που ονομάζεται ψυχή, αυτό είναι η τέχνη.
ΚΑΙ ΟΠΟΙΑ ΜΕΤΡΙΟΤΗΣ! ΜΙΑ ΠΕΤΡΑ-μια λέξη-ένας ήχος, να ο συνδυασμός όλων αυτών που αποκαλούμε μεγαλείο. Θα επιθυμούσα κάτι που να μην είχε χρεία έκφρασης ή μορφής. Καθαρό σαν ένα άρωμα, δυνατό όπως η πέτρα, ασύλληπτο σαν μια ωδή· κάτι που να τα συνδυάζει όλα αυτά και να μην είναι τίποτα από αυτά συνάμα.
Η ΠΡΩΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ. Απομένει να μάθουμε ποια είναι η τελευταία. Η αίσθηση του «γυρισμού των πραγμάτων» μου είναι οικεία, ίδια καθώς το κύμα της Ποίησης που έλεγα πριν ότι τ’ αφήνω να χτυπά μακριά στην πρώτη μου νεότητα και να ξαναγυρίζει εκεί που περιμένω λιγοστεμένος κάθε φορά και περισσότερο, αλλ’ ορθός -καθώς το θέλησα
.EΝΑΣ ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΑ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ· που πηγαίνω πάντα νωρίτερα στο σημείο το κρυφό της συνάντησης, με την ίδια λαχτάρα, το ίδιο σφίξιμο στο λαιμό, το ίδιο βημάτισμα επάνω-κάτω και περιμένω… Τι; Ίσως αυτό, θα έλεγα, που αν δεν ανέβει να γίνει δάκρυο, πήζει στο στήθος και βαραίνει και ο κόσμος όλος άξαφνα φαίνεται τόσο γλυκός και τόσο πικρός μαζί. Κάποτε είναι μια κοπέλα· κάποτε, πάλι, δυο-τρεις στίχοι· πολλές φορές, απλά και μόνον το καλοκαίρι.
ΤΑ ΠΙΟ ΑΝΕΠΑΙΣΘΗΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ, ΤΑ ΠΙΟ ΑΟΡΑΤΑ -ο τρόπος που γέρνει λίγο πιο λοξά ένα πουλί, που φωνάζει λίγο πιο δυνατά ο γιαουρτάς το δειλινό στον κατηφορικό δρόμο, που μπαίνει απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο αναπάντεχα μια μυρωδιά καμένου χόρτου (που βρέθηκε; από πού να ’ρχεται;), παίρνουν ολάκερη τη σημασία τους, λες κι έχουν αποστολή τους μοναδική να με πείσουν ότι, όπου να ’ναι, σήμανε ο ερχομός της αγαπημένης.
ΝΑ ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΩ. ΓΙΑΤΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΑΡΧΙΖΕΙ από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο Θάνατος. Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη αλλά που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε να ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται. Η ατελεύτητη φορά προς το φως το Φυσικό, που είναι ο Λόγος, και το φως το Άκτιστον, που είναι ο Θεός.
ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΓΡΑΦΩ. ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΓΟΗΤΕΥΕΙ ΝΑ ΥΠΑΚΟΥΩ σ’ αυτόν που δε γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός -που ανεβοκατεβαίνει τους δρόμους και «φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου». Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει· να γιατί πρέπει να γράφουμε. Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε: τον κόσμο της φθοράς, που έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο Θάνατος είναι η μόνη οδός για την Ανάσταση. Μιλώ, το καταλαβαίνω, σα να μην έχω το δικαίωμα, σα να ντρέπομαι σχεδόν που αγαπώ τη ζωή.
ΚΑΠΟΤΕ, ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ, Μ’ ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΑΝΕ και σ’ αυτό. Κανείς δεν ξέρει, δεν ανακάλυψε ποτέ, από πού κρατάει το πάθος του ανθρώπου να μισεί τη δυνατότητα της ίδιας του της σωτηρίας. Είναι που ίσως θα ήθελε να μην το ξέρει άλλα παρ’ όλ’ αυτά το ξέρει πως υπάρχει· και πως είναι αυτός η αιτία που δεν μπορεί μήτε να την πλησιάσει μήτε να την υπερβεί. Θέλουμε δε θέλουμε, είμαστε όλοι μας δέσμιοι μιας ευτυχίας, που από δικό μας λάθος αποστερούμαστε. Να από πού ξεπηδά η προαιώνια λύπη της αγάπης.
ΕΤΣΙ, ΑΝΑΜΕΣ’ ΑΠΟ ΤΟ ΑΔΙΑΦΟΡΟ «ΜΕΓΑΛΟ ΚΟΙΝΟΝ» και τις «εχθρικές Εξουσίες» πέρασα όπως ανάμεσ’ απ’ τις Συμπληγάδες. Κι ότι δεν υπάρχει χρυσόμαλλο δέρας είναι ψέματα· ο καθένας από μας είναι το χρυσόμαλλο δέρας του εαυτού του. Κι ότι δεν αφήνει ο θάνατος να το δούμε, και να τ’ αναγνωρίσουμε, είναι απάτη· πρέπει ν’ αδειάσουμε το θάνατο απ’ αυτά που τον έχουν παραγεμίσει, να τον φτάσουμε στην απόλυτη καθαρότητα, για ν’ αρχίσουν να ξεχωρίζουν μέσ’ απ’ αυτόν τ’ αληθινά βουνά και η αληθινή χλόη, ο γδικιωμένος κόσμος γιομάτος δροσοσταλίδες που λάμπουν καθαρότερες από τα πιο πολύτιμα δάκρυα.
ΝΑ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ, με μια ρυτίδα περισσότερο στο μέτωπο, μια ρυτίδα λιγότερο στην ψυχή: την πλήρη αντιστροφή, την απόλυτη διαφάνεια.
Aπό το δοκίμιο “Ανοιχτά χαρτιά”
Για να ανέβει ο κισσός, να διπλωθεί, να σκαρφαλώσει, να δεθεί, να δοθεί, να πάρει, να αγκαλιάσει, να φτιάξει το σχήμα του, πόσο χρόνο θέλει;
Το Κυπαρίσσι στο προαύλιο; Πόσος άνεμος χρειάζεται για να ανέβει ψηλά, να πάρει τη χάρη, την ευλογία, την ευτυχία και να τη σκύψει επάνω σου;
Η πέτρα στη γωνία, πόσο νερό, πόσο χιόνι, πόσος ήλιος, πόσο χοντρό αλάτι;
Έτσι φτιάχνονται, έτσι χτίζονται οι εκκλησίες. Τι νόμισες;
πηγη : http://www.paschalis.gr
Μία νεαρή κοπέλα πήγε στον πατέρα της και του μίλησε για τη ζωή της και πώς τα πράγματα είχαν γίνει πολύ δύσκολα για εκείνη. Δεν ήξερε πώς να φτιάξει την κατάσταση και ήθελε να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια και να τα παρατήσει . Είχε κουραστεί να προσπαθεί και να παλεύει. Της φαινόταν πως μόλις λυνόταν ένα πρόβλημα, εμφανιζόταν ένα άλλο.
Ο πατέρας της, χωρίς να της πει τίποτα, την πήγε στην κουζίνα. Γέμισε τρεις κατσαρόλες με νερό και τις έβαλε στην ηλεκτρική κουζίνα και τις τρεις. Γρήγορα, τα νερό στις κατσαρόλες άρχισε να βράζει. Τότε, στην πρώτη κατσαρόλα έβαλε καρότα, στη δεύτερη έβαλε αυγά και στην τρί τη έβαλε μερικούς κόκκους καφέ και τα άφησε όλα να βράσουν λίγο χωρίς να πει ούτε μια λέξη.
Περίπου σε είκοσι λεπτά έκλεισε τα τρία μάτια της ηλεκτρικής κουζίνας. Έβγαλε τα καρότα έξω από το νερό και τα έβαλε σ’ ένα μπολ. Έβγαλε έξω τα αυγά και τα έβαλε σ’ ένα μπολ. Μετά έβγαλε έξω τον καφέ και τον έβαλε σε ένα φλιτζάνι. Γυρνώντας στην κόρη του την ρώτησε: «Πες μου τι βλέπεις».
«Καρότα, αυγά και καφέ», του απάντησε η κόρη του. Ο πατέρας της την έφερε πιο κοντά και της ζήτησε να αγγίξει τα καρότα και να του πώς είναι. Εκείνη το έκανε και του είπε ότι ήταν μαλακά. Μετά ο πατέρας ζήτησε από την κόρη του να πάρει ένα αυγό και να το σπάσει και να πει πάλι τι παρατήρησε. Εκείνη αφού έβγαλε τα τσόφλια, είπε ότι παρατήρησε πως το αυγό μέσα ήταν σφιχτό. Στο τέλος, ο πατέρας ζήτησε από την κόρη του να πιει μια γουλιά από τον καφέ. Η κόρη του το έκανε και χαμογέλασε καθώς μύρισε το πλούσιο άρωμα του καφέ. Μετά ρώτησε: «Τι σημαίνουν όλα αυτά μπαμπά»;
Ο πατέρας της τής εξήγησε ότι το καθένα από αυτά τα τρία διαφορετικά πράγματα – τα καρότα, τα αυγά και οι κόκκοι καφέ – είχε αντιμετωπίσει τις ίδιες συνθήκες, δηλαδή το βραστό νερό. Το καθένα, όμως, από αυτά τα τρία, αντέδρασε διαφορετικά: Τα καρότα όταν μπήκαν μέσα στο νερό ήταν δυνατά και σκληρά, αλλά, από τη στιγμή που μπήκαν στο βραστό νερό, μαλάκωσαν και έγιναν αδύναμα. Τα αυγά, ενώ ήταν εύθραυστα με υγρό εσωτερικό, το λεπτό εξωτερικό τσόφλι τους, προστάτεψε το εσωτερικό του κάθε αυγού μετά που μπήκε στο βραστό νερό και το εσωτερικό του σκλήρυνε. Οι κόκκοι του καφέ, όμως, έκαναν κάτι μοναδικό: Μετά που μπήκαν στο βραστό νερό, άλλαξαν το νερό!
«Και τώρα πες μου, ποιο απ’ αυτά είσαι εσύ;» ρώτησε ο πατέρας την κόρη του. «Όταν κάποια δυσκολία χτυπάει την πόρτα σου, πώς αντιδράς; Σαν καρότο, σαν αυγό, ή σαν κόκκος καφέ; Σκέψου το λίγο. Ποιο απ’ αυτά είσαι εσύ; Είσαι το καρότο που φαίνεται σκληρό και δυνατό, αλλά με τον πόνο και τις δυσκολίες λυγίζεις και μαλακώνεις και χάνεις τη δύναμή σου; Είσαι το αυγό που ξεκινάει με μαλακή καρδιά, αλλά αλλάζει με τη θερμότητα; Μήπως έτσι κι εσύ με έναν θάνατο, μ΄ έναν χωρισμό, ή μία άλλη δοκιμασία, σκληραίνει το μέσα σου, η καρδιά σου, κι ενώ το «έξω σου» μοιάζει το ίδιο, μέσα σου έχεις πίκρα και σκληράδα κι έχει σκληρύνει η καρδιά σου; Ή μήπως είσαι σαν τον κόκκο του καφέ; Ο κόκκος του καφέ είναι ο μόνος που εκείνος αλλάζει πραγματικά το καυτό νερό, δηλαδή τις ίδιες τις συνθήκες που του προκαλούν τον πόνο. Όταν το νερό ζεσταίνεται, ο κόκκος απελευθερώνει το άρωμα και τη γεύση του.
Εάν είσαι σαν τους κόκκους του καφέ, όταν τα πράγματα στη ζωή σου δεν πάνε καλά, εσύ έχεις τη δύναμη να αλλάζεις την κατάσταση γύρω σου; Όταν περνάς δοκιμασίες, δυναμώνεις μέσα σου ακόμα πιο πολύ; Πώς αντιμετωπίζεις τις αντιξοότητες; Σαν το καρότο, σαν το αυγό ή σαν τον κόκκο του καφέ;
Ελπίζω στη ζωή σου παιδί μου, να νοιώσεις αρκετή ευτυχία για να σε κάνει γλυκιά, αλλά και αρκετές δοκιμασίες για να σε κάνουν δυνατή, όπως και αρκετό πόνο για να παραμείνεις ανθρώπινη και να σου δώσει αρκετή εσωτερική δύναμη για να σε κάνει ευτυχισμένη. Στους πιο ευτυχισμένους ανθρώπους, δεν τους συμβαίνουν πάντα και τα καλύτερα. Απλώς εκείνοικάνουν το καλύτερο που μπορούν με αυτά που τους συμβαίνουν στη ζωή τους. Ένα λαμπρό αύρ ιο, βασίζεται πάντα πάνω σε ένα σβησμένο χθες, σε ξεχασμένο παρελθόν. Δεν μπορείς να προχωρήσεις στη ζωή αν δεν αφήσεις πίσω σου τις αποτυχίες σου, τα βάσανά σου και τους πόνους σου, αλλά και τις χαρές σου.
Όταν γεννήθηκες εσύ έκλαιγες και όλοι γύρω σου χαμογελούσαν. Ζήσε τη ζωή σου παιδί μου έτσι ώστε στο τέλος, ενώ θα φεύγεις πια από τη ζωή, εσύ να είσαι εκείνη που θα χαμογελάει, ενώ όλοι γύρω σου θα κλαίνε.
(πηγη: Ο Παραμυθάς)
Η γιαγιά…γυρνούσε από την εκκλησία κι έπεϕτα επάνω της, αγκαλιάζοντας την από τη μέση. Ρουϕούσα την μυρωδιά των κεριών και του θυμιατού πάνω στο μαύρο μπουκλέ παλτό. Άνοιγε τότε την τσάντα της, την καλή τη μαύρη, που κρατούσε μόνο σαν ϕορούσε μαζί και τα καλά της μαύρα παπούτσια. Σε γιορτές, επισκέψεις και Κυριακές.
Μέσα σε μια χαρτοπετσέτα προσεκτικά τυλιγμένο είχε πάντα το αντίδωρο και κάποιες ϕορές κι ένα μικρό άσπρο, πλαστικό μπουκαλάκι με αγιασμό… Ξετρελαινόμουν τότε. Έπινα τρεις γουλιές δροσερές και μικρές κι ένιωθα το “καθαρό, άγιο νεράκι” να μου δίνει δύναμη και ϕώτιση, όπως εκείνη μου έλεγε.
Πόση εμπιστοσύνη της είχα…
Μέσα στην σχεδόν άδεια της τσάντα, ένα μαντήλι, το μικρό πορτοϕολάκι με τα ψιλά της κι εκεί στο βάθος… μια καραμέλα. Ροζ μεγάλη και μαλακή. Τυλιγμένη σε λευκό διάϕανο ρυζόχαρτο και μοσχοβολιστή σαν την ίδια την Άνοιξη. Την έβγαζε με ένα αχνό χαμόγελο στα καταπράσινα γατίσια μάτια της. Δεν ήταν ποτέ πληθωρική στις αγκαλιές της. Δεν πολυϕιλούσε, δεν πολυαγκάλιαζε… μα μου έδινε αυτή την καραμέλα με τόση αγάπη που δεν χρειαζόμουν τίποτε παρά μόνο να την κοιτώ. Μέσα από την γλύκα της καραμέλας θαρρείς και περνούσε όλη η λατρεία της για εμένα. Χοροπηδούσα για λίγο τρισευτυχισμένη… και τρώγοντας πάντα πρώτα το αντίδωρο, μύριζα την γλυκιά μυρωδιά της κρατώντας την σϕιχτά στα χέρια μου… Τριαντάϕυλλο…
Την κρατούσα και την κρατούσα. Την ζέσταινα με τα δάχτυλα μου, νιώθοντας αυτή τη υπέροχη γλυκιά αναμονή… κι ύστερα ευλαβικά, άνοιγα το ντελικάτο χαρτάκι που έκανε εκείνο τον λεπτό χαρτένιο ήχο και έκοβα ένα μαλακό κομμάτι. Το άϕηνα να λιώσει στο στόμα μου κι ύστερα ένιωθα τους κριτσανιστούς κόκκους ζάχαρης να γεμίζουν το στόμα μου… κι ήταν σαν η ευτυχία όλη να ήταν μαζεμένη εκείνη την ώρα σε αυτούς τους κόκκους ζάχαρης που έλιωναν αργά στην παιδική μου γλώσσα, κλειδώνοντας για πάντα αυτή την μνήμη στο σώμα μου και στο μυαλό μου…
Μυρωδιά Τριαντάϕυλλου, καραμέλες Τσάρλεστον, Κυριακές μετά την εκκλησία… και γιαγιά! Λατρεμένη, αξέχαστη γιαγιά. Ίσια και λεπτή, με το μαύρο μπουκλέ παλτό, την μαύρη τσάντα περασμένη στον αγκώνα, μια ιδέα μυρωδιάς λεμονιού από την Μυρτώ πάνω στα μαλλιά της, τον λευκό καλοχτενισμένο κότσο και τα ματάκια τα καταπράσινα τα τόσο λαμπερά, γεμάτα με τόση θλίψη… Πάντα την ένιωθα τη θλίψη της αυτή. Γιατί δεν ξέρω, μα με πονούσε, με πονούσε βαθιά κι ήθελα να την κάνω να γελά. Κι εκείνη μου έκανε πάντα το χατήρι. Μια ευτυχία ξέϕρενη, παιδική, που την απλότητα της δεν την βρήκα πουθενά στη ζωή, παρά μόνο στα μάτια των παιδιών μου…
Η μνήμη αυτή ήρθε σαν κύμα, λίγο καιρό πριν, σαν κάποια άλλη αγαπημένη, σε μια της επίσκεψη μου έφερε δώρο, αυτό το μαγικό βαζάκι που έντυσε με fumo και το μεταμόρφωσε.
Το κοίταξα με λαχτάρα σχεδόν παιδική. Ενθουσιάστηκα κι όταν το άνοιξα, γύρισα μέσα σε δευτερόλεπτα, σε εκείνα τα παιδικά πρωινά της Κυριακής να σφίγγω με τα μικρά κοριτσίστικα χέρια μου τη μέση της γιαγιάς και να μυρίζω αυτή την μυρωδιά…
Τριαντάφυλλο…Γιαγιά…
Το βαζάκι άδειασε, μα μέσα του τώρα πια, ανάβω ένα κεράκι που φέγγει στο μαγικό σπιτάκι, σύμβολο της παιδικής μου ασφάλειας και πίσω σπό τα μικρά του παραθυράκια ανάβει ένα μικρό φως.
Μια φλογίτσα για όλες τις μαγικές παιδικές μνήμες, για όλες τις αξέχαστες γιαγιάδες, για όλα τα πρωινά Κυριακής με το αντίδωρο και τις γλυκές καραμέλες Τσάρλεστον.
Για εσένα γιαγιά…γιαγιούλα μου αξέχαστη…
Ο παππούς μου ήταν φυσικός. Ήταν και 96 χρονών. Όταν τον ρωτούσαν πόσων χρονών είναι απαντούσε «χοντρικά. λίγο πριν πεθάνω».
Το καλύτερο είναι ότι χαμογελούσε όταν το ‘λεγε. Γνήσια, όχι μ’ αυτό το χαμόγελο-μορφασμό-κάλυμμα τρόμου.
Ο παππούς μου χώρισε από τη γιαγιά μου όταν ήταν 75 χρονών. Όχι γιατί βρήκε γκόμενα αυτός. Όχι επειδή βρήκε γκόμενο η γιαγιά.
Χώρισε γιατί δεν ήθελε να πηγαίνει εκδρομές σε μοναστήρια μαζί της. Σιχαινόταν επίσης τις φίλες της, που αφού γλεντοκόπησαν με συζύγους και εραστές στις Μυκόνους και τα Καζίνα της Ευρώπης, αποφάσισαν να κάνουν πλέον Πάσχα στον πανάγιο τάφο μόνο και μόνο γιατί φοβήθηκαν ότι έχουν πάρει την άγουσα για τον δικό τους τον τάφο.
«Αυτές παιδί μου είναι συνηθισμένες να τα ρυθμίζουν όλα ζητώντας ρουσφέτια από τους βουλευτάδες τους», μου είπε τότε.
«Ε, δεν μπορώ να τις βλέπω να μετατρέπουν και το θεό σε βουλευτή. Ανάβουν κεριά, κάνουν τάματα, φτιάχνουν φανουρόψωμα, φιλάνε οστά και κάρες αγίων, γιατί αυτή τη φορά είναι γιγάντιο το ρουσφέτι: ρετιρέ στον παράδεισο. Καλύτερα μόνος μου.»
Και πράγματι. Έζησε άλλα 20 χρόνια καλύτερα μόνος του. Ο θεός του έδωσε υγεία – ίσως επειδή δεν το ζήτησε φιλώντας στα ξεκούδουνα την κάρα του Αγίου Μηνά. Επισκεύασε και αποσύρθηκε στο σπίτι της μάνας του σ’ ένα χωριό με δέκα σπίτια κάπου στη νότια Πίνδο.
Το πρωί έκανε μια μεγάλη βόλτα στο βουνό και μετά διάβαζε, έφτιαχνε το φαγάκι του και έπαιρνε ένα υπνάκι.
Το απόγευμα πήγαινε στο καφενείο-μπακάλικο-ταβέρνα-πρόχειρο ιατρείο και συναντούσε τους άλλους 16 κατοίκους του χωριού.
Έπιναν το κρασάκι που έφερνε αυτός (είχε τρελές προμήθειες σαββατιανού που ήταν η αδυναμία του), έτρωγαν ομελέτα με αυγά απ’ το κοτέτσι της κυρά Μάγδας και μανιτάρια που μαζεύει ο ανιψιός του Θωμά. Μετά το τρίτο ποτηράκι παίζανε μπιρίμπα ή τάβλι.
Όταν ο παππούς ήταν στα μεγάλα κέφια του τους εξηγούσε τους νόμους που διέπουν τον κόσμο μετά παραδειγμάτων.
Η αντοχή των υλικών λ.χ. εξηγήθηκε με το διαζύγιό του. «Μαλώνεις, μαλώνεις για χρόνια και νομίζεις ότι δεν πειράζει. Τα βρίσκεις και συνεχίζεις.
Όμως η σχέση έχει κουραστεί. Και όταν μια μέρα ξαφνικά χωρίζεις, απορείς αφού δεν έγινε τίποτα σπουδαίο.
Αλλά δεν χρειάζεται να γίνει ένα σπουδαίο. Η καταπόνηση για χρόνια κάποια στιγμή θα φέρει το σπάσιμο.
Έτσι και το πανί που το βλέπει ο ήλιος καθημερινά κάποια στιγμή ξαφνικά θα διαλυθεί».
Μετά γυρνούσε σπίτι του, διάβαζε λίγο ακόμα και πήγαινε για ύπνο. Ήταν ήρεμος κι ευτυχισμένος. Η μόνη με την οποία μιλούσε στην οικογένεια ήμουν εγώ.
Χτες με ειδοποίησε η κυρά Μάγδα ότι δεν είναι καλά. Πέταξα κι έφτασα δίπλα του σε μισή μέρα.
Όταν μπήκα σπίτι του τον βρήκα στο κρεβάτι χάλια αλλά με καθαρές ριγέ μπυτζάμες, τριζάτα σεντόνια, μια κούπα χαμομήλι και ένα βιβλίο στο χέρι.
Χαμογέλασε με όλο του το μούτρο όταν με είδε. Και μετά με μάλωσε που άφησα τις δουλειές μου και ήρθα.
-Τι κάνεις παππού; τον ρώτησα προσπαθώντας να κρύψω άτσαλα την αγωνία μου.
-Προσπαθώ να καταλάβω ποιες από τις 8 άγνωστες διαστάσεις του σύμπαντος είναι η πιο ωραία για να μετεγκατασταθώ, μου είπε και ανέμισε το βιβλίο.
Το πήρα στα χέρια μου. Ήταν ένα βιβλίο που ανέλυε τη θεωρία των υπερχορδών, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της οποίας υπάρχουν, όπως μου εξήγησε, παράλληλα σύμπαντα αόρατα για μας που ζούμε στις τρεις διαστάσεις.
-Σοβαρά τώρα παππού, λες να αληθεύει αυτό; Λες να είμαστε κλεισμένοι σε μια γυάλα σαν ψάρια και να νομίζουμε ότι αυτό είναι όλο, ενώ έξω είναι το σπίτι, η πόλη, ο κόσμος, ο γαλαξίας; Λες να είμαστε κοντόφθαλμοι σαν χρυσόψαρα;
-Θα σου πω σε λίγο μετά λόγου γνώσεως, μου είπε και γέλασε περιπαικτικά. Με ξέρεις εμένα τι ψαχτήρι είμαι.
Θα βρω τρόπο, θα βρω ταχυδρόμο με άδεια κυκλοφορίας μεταξύ συμπάντων και θα σε ειδοποιήσω. Υπόσχεση!
Σκάσαμε στα γέλια και αγκαλιαστήκαμε. Το βράδυ πέθανε ήσυχα στον ύπνο του.
Και ξαφνικά κατάλαβα τι θα πει ακριβώς «θανάτω θάνατον πατήσας» και τον ζήλεψα.
Καλό ταξίδι παππού. Θα χω το νου μου για τον ταχυδρόμο σου.
“Έπρεπε να γεράσω , αγόρι μου, για να μάθω τι είναι ευτυχία.
Τελικά ευτυχία είναι ένα ζευγάρι χέρια, δύο χέρια.
Αυτά που θα σε αγκαλιάσουν, θα σε κρατήσουν, θα σε κοιμήσουν, θα σε
περιποιηθούν, θα σου μαγειρέψουν, θα σε χαιδέψουν και στο τέλος θα σου
κλείσουν τα μάτια.
Τα πολλά χέρια απλά σε κατσιάζουν. Χάσιμο χρόνου. Θα το δείς κι εσύ όσο
μεγαλώνεις. ”
Θανάσης Βέγγος
Το μικρό μου παιδί
Το μικρό μου παιδί
σοβαρή αταξία έκανε πάλι.
Στο πεζούλι του σύμπαντος σκαρφάλωσε
σκούντηξε με το χέρι του
το κρεμασμένο
στον τοίχο τ’ ουρανού
κόκκινο πιάτο,
κι έχυσε όλο το φως επάνω του.
Ο Θεός απόρησε
που είδε τον ήλιο
ντυμένο με ρούχα παιδικά
να κατεβαίνει τρέχοντας
της φαντασίας μου τη σκάλα
και να έρχεται σ’ εμένα.
Κι εγώ κάθομαι τώρα
και μαλώνω αυστηρά
το μικρό μου παιδί
ενώ κλέβω κρυφά
τον χυμένο επάνω του ήλιο.
Κική Δημουλά
—
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να του χαρίζεις αγκαλιές και χάδια και να τον φροντίζεις. Για να ξέρει τι επιτρέπεται στους άλλους, όχι λιγότερα, και σε αυτούς να δίνει τα πιο πολλά, τα πιο ιδιαίτερα και τα πιο ξεχωριστά.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να του προσφέρεις ταξίδια, από αυτά που κάνεις με κλειστά μάτια.
Να τον αφήνεις να ταξιδεύει με όλες του τις αισθήσεις.
Να μυρίζει μυρωδιές, να γεύεται γεύσεις, να βλέπει εικόνες, να αγγίζει σώματα και να ακούει μελωδίες που κανείς δεν μύρισε, δεν γεύτηκε, δεν είδε, δεν άγγιξε και δεν άκουσε… γιατί είναι ο μόνος που κατάφερε να ταξιδέψει ως εκεί.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην τον σκορπίζεις στα χθες και τα αύριο.
Να τον αφήνεις να απολαμβάνει το τώρα. Μην δίνεις χώρο σε κανένα νοσταλγικό παρελθόν και σε κανένα φοβισμένο μέλλον. Να τον αγαπάς για το «εδώ» του και το «τώρα».
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να του δίνεις ευκαιρίες και ανάσες . Ευκαιρίες ακατόρθωτες για τους άλλους και ανάσες βαθιές, κοφτές, της έκπληξης και του θάρρους.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να τον αφήνεις να παίζει σε γειτονιές με άλλα παιδιά και αν δεν βρίσκεις παιδιά να ψάχνεις να του βρεις για νέες γειτονιές .
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να του επιτρέπεις να ονειρεύεται και όταν τα όνειρα του παύουν να έχουν χρώμα να του αλλάζεις βλέμματα και όψεις.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην τον χαραμίζεις σε αγκαλιές που είναι αλλού από το «εκεί» του. Ευκαιριακές και επιφανειακές αγκαλιές να μην του προσφέρεις.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να του μαθαίνεις συναισθήματα. Να ξέρει τι είναι πόνος, τι είναι γέλιο, τι είναι ερωτάς και δάκρυ. Και να μάθαίνει να επιλέγει από μόνος του τι θέλει και για τι ψάχνει.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην τον κουράζεις στις σκέψεις και τα ενδεχόμενα.
Να του χαρίζεις αυθόρμητες στιγμές χωρίς δεύτερες και τρίτες σκέψεις.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην του σβήνεις τα σημάδια, τις πληγές και τις ρυτίδες.
Γιατί αυτά είναι οι αναμνήσεις που έζησε, οι χαρές και τα πάθη που ένιωσε, οι άνθρωποι που συνάντησε. Όλα αυτά τον έφεραν στο «σήμερα» του.
Μην του τα σβήνεις.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην του κρατάς μυστικά. Μοιράσου μαζί του την δική σου «αλήθεια». Να του λες τους φόβους σου, τις σκέψεις σου, τους στόχους σου, όλα όσα η καρδιά θα ακούσει και θα σε πάει εκεί που θες.
Να αγαπάς τον εαυτό σου. Να μην τον βολεύεις σε στριμωγμένες γωνιές και σε καλούπια. Να τον περπατείς σε αλάνες και σε δρόμους που ο αέρας είναι καθαρός και οι άνθρωποι αλητεύουν κάτω από αστέρια και ήλιους.
Να αγαπάς τον εαυτό σου, να του το λες κάθε μέρα πόσο πολύ τον αγαπάς. Να τα ακούει, να το θυμάται για να μπορείς και εσύ να θυμάσαι πως αν δεν αγαπήσεις εσύ τον εαυτό σου, κανένας δε θα βρεθεί να το κάνει για εσένα.
Σε αγαπάς;
Να αγαπάς τον εαυτό σου για να σε Αγαπάς…
ΜΑΡΩ ΒΕΡΛΗ
Όσοι δουλεύουν, φοβούνται μη χάσουν τη δουλειά τους. Όσοι δεν δουλεύουν, φοβούνται μη δεν βρουν ποτέ δουλειά.
Όποιος δεν φοβάται την πείνα, φοβάται το φαγητό. Οι οδηγοί αυτοκινήτων φοβούνται να περπατήσουν και οι πεζοί φοβούνται μην τους πατήσουν τα αυτοκίνητα.
Η δημοκρατία φοβάται να θυμηθεί και η γλώσσα φοβάται να τα πει. Οι πολίτες φοβούνται τους στρατιωτικούς, οι στρατιωτικοί φοβούνται την έλλειψη όπλων, τα όπλα φοβούνται την έλλειψη πολέμων.
Ζούμε στα χρονια του φοβου. Φοβάται η γυναίκα τη βία του άντρα και ο άντρας την άφοβη γυναίκα. Φόβος των κλεφτών, φόβος της αστυνομίας.
Φόβος της πόρτας χωρίς κλειδαριά, του χρόνου χωρίς ρολόγια, του παιδιού χωρίς τηλεόραση, φόβος της νύχτας χωρίς υπνωτικά χάπια και φόβος της ημέρας χωρίς διεγερτικά χάπια.
Φόβος του πλήθους, φόβος της μοναξιάς, φόβος απ’ όσα έγιναν και για όσα θα γίνουν, φόβος του θανάτου, φόβος της ζωής.
*Ο μεγάλος Ουρουγουανός δημοσιογράφος και συγγραφέας έφυγε στις 13 Απριλίου του 2015.
Κυνηγημένος από τις περισσότερες δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ου αιώνα αλλά και σύμβουλος, μαζί με τον Ταρίκ Αλί, στο δίκτυο Telesur.Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο ήταν συγγραφέας, χρονικογράφος και δημοσιογράφος. Από τα πιο γνωστά έργα του είναι: Οι ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής, Μέρες και νύχτες αγάπης και πολέμου, Ένας κόσμος ανάποδα. Ο Γκαλεάνο είναι επίσης θερμός υπερασπιστής των κοινωνικών και πολιτικών ελευθεριών, και ενώνει τη φωνή του με νομπελίστες συγγραφείς όπως οι Gabriel Garcia Marquez, Marco Benedetti, Mayra Montero. Έχει τιμηθεί με το βραβείο Casa de las Americas, το American Book Award και με το Βραβείο για την Πολιτισμική Ελευθερία του Ιδρύματος Λάναν.
πηγη : http://www.o-klooun.com

