Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Αυγούστου 2015

Μια από τις μεγαλύτερες λαχτάρες της ζωής μου στάθηκε πάντα το ταξίδι΄ να δω,ν’αγγίξω άγνωρα χώματα,να μπω να κολυμπήσω σε άγνωρες θάλασσες,να γυρίσω τη γης,να βλέπω,να βλέπω και να μη χορταίνω καινούριες στεριές και θάλασσες κι ανθρώπους κι ιδέες και να τα βλέπω όλα για πρώτη φορά,να τα βλέπω όλα για τελευταία φορά,με μακρόσερτη ματιά,κι έπειτα να σφαλνώ τα μάτια και να νιώθω τα πλούτη να κατασταλάζουν μέσα μου ήσυχα,τρικυμιστά,όπως θέλουν,ωσότου να τα περάσει από την ψιλή κρισάρα ο καιρός,να κατασταλάξει απ’όλες τις χαρές και τις πίκρες το ξαθέρι-τούτη η αλχημεία της καρδιάς είναι,θαρρώ,μια μεγάλη,αντάξια του ανθρώπου ηδονή.

 

 

Και το φως ορκίστηκε να μην παραδοθεί, μα το ξέρει, σωτηρία δεν υπάρχει, δεν θα παραδοθεί, μα θα σβήσει.

 

 

Κάθε άνθρωπος άξιος να λέγεται γιος του ανθρώπου σηκώνει το  σταυρό του κι ανεβαίνει το Γολγοθά του. Πολλοί, οι πιο πολλοί, φτάνουν στο πρώτο, στο δεύτερο σκαλοπάτι, λαχανιάζουν, σωριάζονται στη μέση της πορείας και δε φτάνουν στην κορφή του Γολγοθά –θέλω να πω στην

κορφή του χρέους τους– να σταυρωθούν, ν’ αναστηθούν, και να σώσουν  την ψυχή τους. Λιποψυχούν, φοβούνται να σταυρωθούν, και δεν ξέρουν πως η σταύρωση είναι ο μόνος δρόμος της ανάστασης. Άλλον δεν έχει.

 

 

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύομαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι.

 

Λίγα πράγματα καταλάβαινα από τα καινούρια τούτα συναξάρια, μα καταστάλαζε βαθιά στην ψυχή μου η ουσία. Άνοιγε το μυαλό μου και γέμιζε τώρα μεσαιωνικούς πύργους και ξωτικά τοπία και νησιά μυστηριώδη που μύριζαν μοσκοκάρφι και κανέλα. Έμπαιναν μέσα μου άγριοι, με κόκκινα φτερά, άναβαν πυρές, έψηναν ανθρώπους, χόρευαν, και τα νησιά γύρα τους χαμογελούσαν σα βρέφη. Κι οι καινούριοι ετούτοι άγιοι δε ζητιάνευαν· ό,τι ήθελαν το ’παιρναν με το σπαθί τους· να μπορούσε, λέει, να μπει κανείς έτσι, σαν τους ιππότες τούτους, καβαλάρης στην Παράδεισο! Ήρωας κι άγιος, να ο τέλειος άνθρωπος, συλλογίζουμουν.

 

 

Για να λυτρωθείς, θα πρέπει πρώτα να λυτρωθείς από την ιδέα της λύτρωσης.

 

 

Σε ποιόν να πω πόσες φορές σκαρφαλώνοντας, με τα πόδια, με τα χέρια, τον κακοτράχαλο ανήφορο του Θεού,  γλίστρησα κι έπεσα, πόσες φορές σηκώθηκα, όλο αίματα, και ξανάρχισα ν’ ανηφορίζω; Πού να βρω μιάν ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;

 

 

Aὐτὸ θὰ πει ανθρωπος: νὰ πονας, ν’ ἀδικιέσαι, νὰ παλεύεις καὶ νὰ μὴν τὸ βάνεις κάτω.

 

 

Ο δημιουργός παλεύει με ουσία σκληρή, αόρατη, ανώτερη του, κι ο πιο μεγάλος νικητής βγαίνει νικημένος. Για πάντα το πιο βαθύ μας μυστικό, το μόνο που άξιζε να ειπωθεί, μένει ανείπωτο. Δεν υποτάσεται ποτέ αυτό στο υλικό περίγραμμα της τέχνης. Πλαντούμε στην κάθε λέξη, βλέπουμε ένα δέντρο ανθισμένο, έναν ήρωα, μια γυναίκα, το άστρο της αυγής και φωνάζουμε: Αχ! και τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να χωρέσει τη χαρά μας. Όταν το Αχ! αυτό θελήσουμε, αναλύοντάς το να το μεταδώσουμε στους ανθρώπους, να το σώσουμε απο την ίδια μας τη φθορά, πως εξευτελίζεται σε λόγια αδιάντροπα, βαμμένα γεμάτα αέρα και φαντασία.

 

 

“Είσαι κατσίκα” έλεγα συχνά στην ψυχή μου και μάχουμουν να γελάσω,για να μην αρχίσω το θρήνο. “Είσαι κατσίκα, κακόμοιρη ψυχή μου. Πεινάς, κι αντί να φας κρέας και ψωμί και να πιεις κρασί, παίρνεις μια κόλλα άσπρο χαρτί και γράφεις: κρέας, ψωμί, κρασί. Και τρως το χαρτί.

 

 

Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει μα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.

 

 

Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος.

 

 

Δεν υπάρχουν ιδέες – υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες – κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τους κουβαλάει.

 

 

«Ε κακομοίρη άνθρωπε», είπε δυνατά, «μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ να βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις – το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα ‘ναι πολύ αργά. Ας ανασκουμπωθούμε εμείς που το ξέρουμε, ας σύρουμε μπορεί να μας ακούσουν!

 

 

Ερχόμαστε απο μία σκοτεινή άβυσσο. Καταλήγουμε σε μία σκοτεινή άβυσσο. Το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Ευθύς ως γεννηθούμε, αρχίζει και η επιστροφή, ταυτόχρονα το ξεκίνημα και ο γυρισμός. Κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν. Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.

 

 

Μπας και βρίσκεται στον πάτο της Κόλασης, Κύριε, η πόρτα του Παραδείσου;

 

 

Η καρδιά σμίγει ό,τι ο νους χωρίζει, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη.

 

 

Μαζεύω τα σύνεργά μου: Όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδυασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε.

 

 

Χαρά στο νέο που θαρρεί πως έχει χρέος να ξαναδημιουργήσει τον κόσμο, να τον κάμει πιο σύμφωνο με την αρετή και τη δικαιοσύνη, πιο σύμφωνο με την καρδιά του, αλίμονο σε όποιον αρχίζει τη ζωή του χωρίς παραφροσύνη.

 

 

Πολύ συχνά δεν αντέχει ο άνθρωπος να κρατήσει αλάκερη του την ανθρωποσύνη, κουτσουρεύεται. Πότε θέλει ν’απαλλαχτεί απ’τη ψυχή του, πότε από το σώμα του και τα δύο μαζί να τα χαίρεται του πέφτει βαρύ. Μα εδώ στην Ελλάδα τα δύο αιώνια τούτα χαριτωμένα στοιχεία μπορούν να συγκεραστούν, να πάρει η ψυχή από το σώμα και το σώμα απο την ψυχή και να φιλιώσουν κι έτσι να μπορεί ο άνθρωπος στο Θείο αλώνι της Ελλάδας να ζει και να πορεύεται ακέραιος.

 

 

Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: “Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;” Πολέμα!

 

 

Έχεις ευθύνη. Δεν κυβερνάς πια μονάχα τη μικρή ασήμαντη ύπαρξή σου. Είσαι μια ζαριά όπου για μια στιγμή παίζεται η μοίρα του σογιού σου.

 

 

Ζούμε μόνοι, πεθαίνουμε μόνοι, το ενδιάμεσο φωτεινό σημείο το λέμε ζωή.

 

 

Αν δεν ξεχειλίσει η καρδιά του ανθρώπου από αγάπη ή από θυμό, τίποτα δεν μπορεί να γίνει στον κόσμο.

 

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 14 Αυγούστου 2015

του σκηνοθέτη Βασίλη Λουλέ
Εικόνα: Μαρία Ανδρεάδου

 

 

Σα νότες ακουστικής κιθάρας που παίζει σόλο σε αργή ταχύτητα τη «Μισιρλού», σε μια εκτέλεση που δεν έχει ακόμα γραφτεί — παρά τις εκατοντάδες που υπάρχουν σε όλο τον κόσμο. Ή σαν οι ίδιες νότες να ακούγονται τώρα από σόλο βιμπράφωνο. Ή από μακρυνή τρομπέτα, σόλο κι αυτή.
Νότες που ολοένα και απομακρύνονται η μια από την άλλη, σα να ξεκολλάνε. Μέχρι να σταματήσει, να μείνει μετέωρη η μελωδία.

Ο ήχος της μοτοσυκλέτας που τρέχει σα σφαίρα δεν ακούγεται μέσα στη νύχτα —η σκηνή είναι βουβή—, μόνο εικόνα υπάρχει, με γρήγορα cut. Όταν όλα γίνονται τόσο αστραπιαία μόνο η εικόνα, το φως, προλαβαίνει να φτάσει, ο ήχος καθυστερεί πολύ — νόμοι της Φυσικής. Ούτε μαρσάρισμα ακούγεται ούτε γκάζωμα ούτε φρενάρισμα ούτε σύγκρουση στον τοίχο ούτε πτώση στην άσφαλτο ούτε πρόσωπα που μαζεύονται από πάνω και σου μιλάνε ούτε το ασθενοφόρο που έφτασε αργά (πάντα αργούν) ούτε οι ομιλίες των νοσοκόμων — κάτι κάνουν με σένα, «Μα τι θέλουν όλοι αυτοί από μένα;», απόρησες, ίσως.
Μαύρο.

Στο μαύρο του δικού μου ύπνου το τηλέφωνο χτύπαγε επίμονα, εκκωφαντικά στις 5 τα ξημερώματα — μού τρύπαγε τ’ αυτιά, δεν ήθελα να το ακούω, λες και ήξερα: «Έλα αμέσως, ο αδελφός σου δεν είναι καλά». «Στις 3 και είκοσι». «Τρίκαλα».

Το ξημέρωμα της 6ης Ιουλίου 1991 μπήκε στη ζωή μου απότομα. Κι έμεινε.
Στης μάνας μου και του πατέρα καρφώθηκε στην καρδιά.
Σε μένα έμειναν και οι μεγεθυμένοι ήχοι που ήρθαν με καθυστέρηση, σαν τη βροντή μετά την αστραπή: οι θρήνοι και οι κραυγές, τα τραίνα που σφύριζαν την ώρα του οριστικού αποχωρισμού περνώντας δίπλα απ΄ το κοιμητήριο όπου θάβαμε τον Παναγιώτη, οι φτυαριές και το χώμα, τα ασθενοφόρα που ουρλιάζουν στις αθηναϊκές λεωφόρους — και τ’ ακούω πρώτος από μακρυά.

Έμεινε και μια μελωδία μακρινή, που μου κόλλησε ξαφνικά στο μυαλό τότε, εκείνη την 6η Ιουλίου 1991. Μια μελωδία ακουστικής κιθάρας, βιμπράφωνου ή τρομπέτας, σα φύσημα μοιάζει, σαν πνοή — άλλες φορές την παίρνει ο αέρας και χάνεται δεν υπάρχει, σα να μην υπήρξε ποτέ, κι άλλες φορές τη φέρνει απότομα σε μια μόνη στιγμή δυνατά μέσα στα αυτιά μου πολύ δυνατά. Και πονάνε πολύ.
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Η «Μισιρλού» (που είχα την λάθος εντύπωση ότι είχε πρωτογραφτεί από τον συμπατριώτη μου Βασίλη Τσιτσάνη) μού κόλλησε τότε, έτσι, χωρίς να είναι το αγαπημένο τραγούδι του Παναγιώτη — δεν ξέρω καν αν το είχε ποτέ σιγοσφυρίξει στα 28 του χρόνια. Ανάμεσα στις εκατοντάδες εκτελέσεις ανά τον κόσμο δεν βρήκα ούτε μία που να ταιριάζει με αυτή που ακούω μέσα μου — ίσως πρέπει να τη γράψω εγώ πλέον με τη βοήθεια φίλων.
Διάλεξα όμως μια που έχει κάτι λίγο από αυτό που φαντάζομαι.
Αυτή η συγκεκριμένη «Μισιρλού» μού αρέσει γιατί είναι BossaNova, και ξέρω πως πολύ θα του άρεσε να τη χορεύει όλη νύχτα αγκαλιά με μια κοπέλλα.

Ας αρχίσει η μουσική λοιπόν!
Μέρα της γιορτής σου η Κοίμηση, ο Δεκαπενταύγουστος, Γιώτη μου.

Misirlou

 

πηγη :  http://www.parallaximag.gr/parallax-view/koimisi#sthash.5Ed0oG4J.dpuf

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Αυγούστου 2015

Οι δρόμοι του μέλλοντος θα «μυρίζουν» ανακύκλωση, υποστηρίζουν οι ειδικοί της ολλανδικής εταιρείας VolkerWessels. Σύμφωνα με το πρότζεκτ τους PlasticRoad, η άσφαλτος στους δρόμους θα μπορούσε μελλοντικά να αντικατασταθεί από οικολογικά «πλακάκια» κατασκευασμένα από ανακυκλωμένα πλαστικά μπουκάλια. Στη λογική των Lego, κατά τους ειδικούς από το Ρότερνταμ, τα ειδικά πλαστικά πλακάκια θα τοποθετούνται το ένα δίπλα στο άλλο, γεγονός που σημαίνει ότι σε περίπτωση φθοράς η αντικατάστασή τους θα είναι παιχνιδάκι. Οπως αναφέρει η μελέτη τους, το νέο υλικό θα αντέχει σε αντίξοες συνθήκες όπως π.χ. θερμοκρασίες μεταξύ -40 και 80 βαθμών Κελσίου. Η άσφαλτος η οποία στρώνεται στους δρόμους, υποστηρίζουν οι ειδικοί, απελευθερώνει περί τους 1,6 εκατ. τόνους διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα ετησίως σε παγκόσμιο επίπεδο, αριθμός που μεταφράζεται στο 2% των ρύπων που προέρχονται από τις μετακινήσεις των πολιτών. «Το πλαστικό θα μπορούσε να ανοίξει νέους δρόμους ως προς την κατασκευή οδικών δικτύων» αναφέρει ο επικεφαλής της εταιρείας Ρολφ Μαρς. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι «πλαστικοί δρόμοι» θα είναι ελαφρύτεροι μειώνοντας έτσι σημαντικά το βάρος που δέχεται το έδαφος και θα επιτρέπουν την εύκολη πρόσβαση για την τοποθέτηση καλωδίων ή σωλήνων κάτω από την επιφάνειά τους.

Κυψελωτές αεροπορικές θέσεις εν όψει Την επόμενη φορά που θα παραπονεθείτε για την έλλειψη χώρου στην οικονομική θέση, σκεφθείτε ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να γίνουν και… χειρότερα. Ή τουλάχιστον αυτό αποκαλύπτει πρόσφατη αίτηση για δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που είχε καταθέσει η βρετανική εταιρεία κατασκευής αεροπορικών καθισμάτων Zodiac Seats, η οποία κάνει λόγο για «κυψελωτές» αεροπορικές θέσεις με στόχο την αύξηση της χωρητικότητας των επιβατών στο αεροσκάφος. Η πατέντα με τίτλο Economy Class Cabin Hexagon ουσιαστικά ακολουθεί τη λογική μιας ζιγκ-ζαγκ διάταξης των θέσεων, γεγονός που σημαίνει ότι οι θέσεις σε μια σειρά κοιτούν μία προς τα πίσω και μία προς τα εμπρός δημιουργώντας την ψευδαίσθηση μιας κυψέλης. Σύμφωνα με τα απαραίτητα σχεδιαγράμματα της εταιρείας, κάτι τέτοιο μεταφράζεται στο ότι ο «διπλανός» μας δεν θα κάθεται ακριβώς δίπλα μας αλλά σχεδόν απέναντί μας!

Phree: ένα στυλό με νοημοσύνη Δέχεται τηλεφωνικές κλήσεις, δείχνει ενημερώσεις που λαμβάνει ο κάτοχός του στο smartphone του και του επιτρέπει να γράφει σε οποιαδήποτε επιφάνεια μεταφέροντας τις σημειώσεις του αυτομάτως στο κινητό του. Ο λόγος για το «έξυπνο» στυλό Phree από το Ισραήλ με τεχνολογία Bluetooth, το οποίο εκτός όλων των άλλων διορθώνει και τα ορθογραφικά λάθη του ιδιοκτήτη του. Το στυλό, σύμφωνα με την επινοήτρια εταιρεία OTM, «βλέπει» τις κινήσεις του χρήστη με τη βοήθεια ενός τρισδιάστατου συμβολόμετρου λέιζερ. Κάτι τέτοιο του επιτρέπει να ακολουθεί το χέρι του κατόχου του και να αναγνωρίζει τα γράμματα που σχηματίζει κάθε φορά. Το Phree είναι σε θέση να αναγνωρίζει τα γράμματα είτε αυτά σχηματίζονται στην επιφάνεια ενός τραπεζιού, μιας καρέκλας ή ακόμη και στο ταμπλό του αυτοκινήτου. Οι λέξεις περνούν στο smartphone με τη βοήθεια συμβατών με το στυλό εφαρμογών, όπως π.χ. τα apps OneNote, Office, Viber κ.ά. Προς το παρόν το Phree βρίσκεται σε φάση προσέλκυσης κεφαλαίου μέσω της ιστοσελίδας Kickstarter.

Περάστε στο εικονικό δοκιμαστήριο Για τους βιαστικούς που δεν έχουν χρόνο (ούτε χρήμα) να σπαταλούν στα πολύωρα ψώνια περιμένοντας με τις ώρες στην ουρά για το δοκιμαστήριο, οι ειδικοί του Πανεπιστημίου Τεχνολογίας του Σίδνεϊ (UTS) ανέπτυξαν μια εφαρμογή για την πραγματοποίηση εικονικών δοκιμών ρούχων. Η επαναστατική εφαρμογή δημιουργεί αρχικά την εικόνα της σιλουέτας του χρήστη επιτρέποντάς του στη συνέχεια να δοκιμάζει εικονικά τα κομμάτια που έχει ξεχωρίσει. Παρά το γεγονός ότι οι ειδικοί δεν έχουν αποκαλύψει πολλές λεπτομέρειες γύρω από τον τρόπο λειτουργίας του app, υποστηρίζουν ότι θα βασίζεται στην απεικόνιση AR η οποία «παντρεύει» την εικονική πραγματικότητα με στοιχεία του πραγματικού κόσμου. Για την ώρα οι καταναλωτές online καταστημάτων έχουν τη δυνατότητα να δοκιμάσουν εικονικά ρούχα στον υπολογιστή τους, αλλά όχι π.χ. με τη βοήθεια ενός smartphone ανά χείρας.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΗΜΑ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Αυγούστου 2015

“Ξαναδιάβασα τα γράμματά σου από την αρχή. Σου γράφω “δύο λόγια αγάπης”. Ένα πράγμα αισθάνομαι πως είναι το δυσκολότερο να σου δώσω να καταλάβεις: πόσο σε νιώθω, πόσο σε παρακολουθώ κι από μια σου λέξη ακόμη, όπως άλλοτε από ένα παίξιμο του χεριού σου. Τώρα που ξανακοίταξα όλα αυτά τα χαρτιά, βρίσκω πάντα ένα φόβο μήπως δεν λες καλά ό,τι ήθελες να πεις, ένα δισταγμό μην τύχει και πεις πολλά, και προς το τέλος αρχίζεις κιόλας να γράφεις και να σκίζεις. Άφησε, χρυσή μου, τον εαυτό σου, είναι τόσο χαριτωμένος έτσι όπως είναι, άφησέ τον να μη μιλήσει όπως ξέρει αυτός. Θα μου πεις: “Εσύ μήπως δεν κάνεις το ίδιο;” Κι αν το κάνω, δεν υπάρχει κανένας λόγος να με μιμηθείς. Το κάνω, άλλωστε, τόσο άσχημα. Αν έχεις απελπισία, δώσε μου την απελπισία σου, όπως μου δίνεις τόσες φορές τη χαρά σου. Δώσε μου ό,τι έχεις κι ό,τι μπορείς. Μα κατάλαβε, επιτέλους, πως δεν γυρεύω τίποτε άλλο. Αν αργήσουμε τώρα να ιδωθούμε, θα πρέπει να προσπαθήσουμε μ’ αυτά τα λίγα και γλίσχρα μέσα που έχουμε, μ’ αυτό το χαρτί που μαυρίζουμε, να είμαστε όσο μπορούμε πιο κοντά, όχι να αποχωριζόμαστε και να πληγώνει ο ένας τον άλλον. Έτσι νομίζω. Αν με θέλεις ακόμη, έλα, χρυσή μου, να τα λέμε όλα χωρίς να σκεπτόμαστε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει. Ξέρεις, συλλογίζομαι ακόμη πως έτσι θα μπορούσαμε, όταν μας δοθεί να ιδωθούμε, να μην πούμε ούτε μια λέξη παρά να χαζεύει ο ένας τον άλλον. Και θα είναι τόσο ξεκουραστικό. Καληνύχτα, αγάπη. Όλη τη μέρα σήμερα γύρευα τη στοργή σου».

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 8 Αυγούστου 2015

«Βιογραφικό σε πρώτο προσωπικό». Το έως τώρα άγνωστο κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι, που έγραψε στη Μελβούρνη το 1980. Το κείμενο δημοσιεύεται στην ομογενειακή εφημερίδα Νέος Κόσμος, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 20 χρόνων από τον θάνατό του

“. ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΣΤΙΣ 23 ΟΚΤΩΒΡΗ ΤΟΥ ’25 στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή, που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους μεταπολεμικούς της ενδοχώρας μετανάστες. Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη και ο πατέρας μου απ’ την Κρήτη. Με φέραν το ’31 στην Αθήνα απ’ όπου έλαβα την Αττική παιδεία – όταν ακόμη υπήρχε στον τόπο μας και Αττική και Παιδεία. ΕΙΜΑΙ ΛΟΙΠΟΝ ΓΕΝΝΗΜΑ ΘΡΕΜΜΑ ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΩΝ που δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ’ τη στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι’ αυτό και περιέχω μέσα μου όλες τις δυσκολίες του Θεού και όλες τις αντιθέσεις. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την ευρωπαϊκή, φέραν έν’ αποτέλεσμα εντυπωσιακό. Έγινα τόσο ομαλός, έτσι που οι γύρω μου να φαίνονται ως ανώμαλοι.

Η ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΜΟΥ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΕ πως δεν χρειαζόμουν τα μαθήματα της Μουσικής, γιατί με καθιστούσαν αισθηματικά ανάπηρο και ύπουλα μ’ απομάκρυναν απ’ τους αρχικούς μου στόχους που ήταν: Να διοχετευθώ, να επικοινωνήσω και να εξαφανιστώ. Γι’ αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την κατοχή – σαν ήρθε η απελευθέρωση. Δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς δεν μοιάζω φυσιογνωμικά με μέλος του γνωστού Πανελλήνιου Μουσικού Συλλόγου. ΤΑΞΙΔΕΨΑ ΠΟΛΥ. ΚΙ ΑΥΤΟ ΜΕ ΒΟΗΘΗΣΕ ΝΑ ΑΝΤΙΛΗΦΘΩ πως η βλακεία δεν ήταν μόνο προϊόν του τόπου μας αποκλειστικό, όπως περήφανα αποδεικνύουν συνεχώς οι Έλληνες σωβινιστές και οι ντόπιοι εθνικιστές. Έτσι ενισχύθηκε η έμφυτη ελληνικότητά μου και μίκραινε κατά πολύ ο ενθουσιασμός μου για τους αλλοδαπούς.

ΕΓΡΑΨΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ, για τον Κινηματογράφο και τον Χορό. Παράλληλα έγραψα πολλά τραγούδια – δύο χιλιάδες μέχρι στιγμής, – μέσ’ απ’ τα οποία ξεχωρίζω όλα όσα περιέχει αυτή μου η συναυλία. TΟ 1996 ΒΡΕΘΗΚΑ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ, και επειδή χρωστούσα στην ελληνική εφορία κάπου τρεισήμισι εκατομμύρια δραχμές, αναγκάστηκα να κατοικήσω εκεί ώσπου να τα εξοφλήσω. Εξόφλησα τα χρέη μου το ’72 κι επέστρεψα στην Αθήνα, για να κατασκευάσω το καφενείο με το όνομα «Πολύτροπο». Ήρθε όμως ο τυφώνας που ονομάστηκε «Μεταπολίτευση», με τις σειρήνες των γηπέδων και των σφαιριστηρίων και τους χιλιάδες εκ των υστέρων αντιστασιακούς, που αγανακτισμένοι τραγουδούσαν τραγούδια ενάντια στη Δικτατορία, και που με αναγκάσανε να κλείσω το «Πολύτροπο», μ’ ένα παθητικό περίπου πάλι των τρεισήμισι εκατομμυρίων. Μοιραίος αριθμός.

ΚΙ ΕΤΣΙ ΤΟ ’75 ΑΡΧΙΖΕΙ ΜΙΑ ΔΙΑΣΗΜΗ «ΕΠΟΧΗ ΜΟΥ» που θα τη λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε, η υπαλληλική και που με κατέστησε πάλι διάσημο σ’ όλους τους απληροφόρητους συμπατριώτες μου και σ’ όσους πίστεψαν πως τοποθετήθηκα χαρακτηριστικά στις όποιες θέσεις της δημόσιας ζωής. Μέσα σ’ αυτή που λέτε την περίοδο, προσπάθησα ανεπιτυχώς, είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω «ακριβές καφενειακές ιδέες» πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού. Και οι δύο ετούτοι οργανισμοί, βαθύτατα διαβρωμένοι και σαθροί από τη γέννησή τους, κατάφεραν ν’ αντισταθούν επιτυχώς ώσπου στο τέλος να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό, γεννήθηκε η φιλελεύθερη έννοια του ΤΡΙΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ και επιβλήθηκε σε ολόκληρο τον τόπο.

Και καταστάλαγμα μέχρι στιγμής του βίου μου είναι: ΑΔΙΑΦΟΡΩ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΞΑ. Με φυλακίζει στα όρια που εκείνη καθορίζει κι όχι εγώ. ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ που μας αποκαλύπτει κι όχι σ’ αυτό που μας διασκεδάζει και μας κολακεύει εις τας βιαίως αποκτηθείσας συνήθειές μας.ΠΕΡΙΦΡΟΝΩ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΤΟΧΕΥΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, τη σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία, την πάσα λογής χυδαιότητα καθώς και κάθε ηλίθιο του καιρού μου.

Συνέντευξη στη Ροζαλίνα Ντότσεβα
Μετάφραση: Μιχάλης Σιάτης, Κλινικός και Συμβουλευτικός Ψυχολόγος, MSc

 

Ρ.Ντ: Οι ψυχαναλυτές δίνουν τεράστια σημασία στην οικογενειακή ιστορία σε σχέση με την ψυχική οργάνωση του παιδιού. Τελευταίως, οι ίδιοι άρχισαν να μιλάνε και για τον ρόλο που παίζουν τα μυστικά, τα λεγόμενα «αν-είπωτα».

 

Π.Ντ: Πράγματι, η οικογενειακή ιστορία είναι καθοριστική για την ψυχική οργάνωση του παιδιού. Με τον όρο «αν-είπωτο» εννοούμε τα θέματα -ταμπού, τα οικογενειακά μυστικά σχετικά με την γενεαλογία, όπως καταγωγή, αιμομιξία, έγκλημα κτλ. Γενικώς, όλα εκείνα, τα οποία οι γονείς, όπως επίσης οι γιαγιάδες κι οι παππούδες, συνήθως αποκρύπτουν από τα παιδιά, με σκοπό «να τα προστατεύσουν». Αυτό όμως είναι αυταπάτη. Αντιθέτως, τα απόκρυφα οικογενειακά μυστικά είναι εκείνα που μπορούν να αποβούν τραυματικά για τα παιδιά. Τα παιδιά δεν απατώνται όταν βρεθούν αντιμέτωπα με κάτι το αν-είπωτο, αν δεν λάβουν κάποια απάντηση στην πρώτη τους ερώτηση, και ως συνήθως ούτε και στην τελευταία τους. Η απαγόρευση να σκέφτεται πάνω στις εν λόγω συγκυρίες δεν προστατεύει το παιδί, αλλά το διαταράσει και μάλιστα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η πραγματικότητα, όσο δραματική και πικρή κι αν είναι αυτή. Στη Γαλλίδα ψυχαναλύτρια Φρανσουάζ Ντολτό άρεσε να λέει: «Να θέλουμε από το παιδί να δομηθεί πάνω στη βάση κάποιου «αν-είπωτου», σημαίνει να θέλουμε από το ίδιο να αποποιηθεί ένα μέρος του εαυτού του». Ο κάθε ψυχαναλυτικός θεραπευτής διαπιστώνει μέσα από την εμπειρία του πόσο ευαίσθητα είναι τα παιδιά στη συγκάλυψη μέσα στην οικογενειακή ιστορία και σε ποιο βαθμό τα παιδικά συμπτώματα μπορούν να μαρτυρούν την ύπαρξη κάποιου μυστικού. Κι ακόμη  παραπέρα – το «αν-είπωτο» δεν είναι τραυματικό μόνο για εκείνον που το υπομένει, αλλά είναι πολύ πιο τραυματικό και για τις επόμενες γενεές, αφού οι τελευταίες δεν διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα και στοιχεία για να το ανασκευάσουν και κατανοήσουν.


Ρ.Ντ: Σε μια εποχή, όπου ο ακραίος φιλελευθερισμός  στον τρόπο διαπαιδαγώγησης επικρατεί, εσείς στα βιβλία σας ισχυρίζεστε, πως το κύρος και η απαγόρευση είναι απολύτως αναγκαία για την ανάπτυξη του παιδιού. Γιατί;

Π.Ντ: Ζούμε σε μια εποχή, που όπως όλες οι άλλες, προσπαθεί να διορθώσει τις αυταπάτες της προηγούμενης. Και η κάθε καινούργια εποχή αναναιώνει τη διόρθωση των λαθών διαπαιδαγώγησης, από τα οποία υπέφερε. Δυστυχώς, παρόμοιες διορθώσεις (ή προσπάθειες για τέτοιες διορθώσεις) μερικές φορές παράγουν ένα γελοιογραφικό ταλάντευμα στην αντίθετη κατεύθυνση. Έτσι για παράδειγμα ο αυταρχισμός γεννά τον λαξισμό/ χαλαρωτισμό[i]. Ο αυταρχισμός, δηλαδή, η εξουσία η οποία δεν αμφισβητείται, πυροδοτεί στους γονείς, οι οποίοι τον υπόμεναν, λαξισμό χωρίς απαγορεύσεις, του οποίου τα αποτελέσματα είναι ακόμη πιο καταστρεπτικά για την διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Αναμφιβόλως, και ο ένας και ο άλλος τρόπος είναι λανθασμένοι. Ο αυταρχισμός αντικαθιστά τον λόγο με το «σκληρό χέρι», το οποίο όπως υποδεικνύει και η πιο πάνω φράση, εκπαιδεύει το παιδί σαν ζώο. Ο λαξισμός, από την άλλη, θεωρεί πως δεν πρέπει να αντιτάσσεται τίποτα στο παιδί και ουσιαστικά το εγκαταλείπει υπόλογο των ιδιοτροπιών και καπριτσιών του. Ωστόσο, το παιδί οργανώνεται, από τη μία, χάρη σ’ εκείνα που του δίνονται, κι από την άλλη, χάρη σ΄εκείνα που του απαγορεύονται. Η διαπαιδαγώγηση χωρίς απαγορεύσεις αρνείται την διαφόρα μεταξύ των γενεών. Στην πραγματικότητα η απαγόρευση για το παιδί δεν έχει την ίδια σημασία που έχει και για τον ενήλικα. Για τους ενήλικες η έλλειψη απαγορεύσεων έχει την έννοια της ελευθερίας. Ενώ για τα παιδιά, αυτή η έλλειψη τα ωθεί προς την έκθεση τους σε διάφορους κινδύνους. Επίσης, το παιδί έχει ανάγκη από «πλαισίωση», από κάποια όρια, διότι η απουσία τους γεννά ανησυχία μέσα του. Έχει ανάγκη από γονείς, οι οποίοι να το καθοδηγούν και ως μία συγκεκριμένη ηλικία να παίρνουν αποφάσεις, αντί του ιδίου. Έτσι, λοιπόν, η απαγόρευση με την πιο πλατιά έννοια του όρου είναι σημαντική σε τρεις τομείς: στη διαπαιδαγώγηση (δεν υπάρχει διαπαιδαγώγηση χωρίς απαγόρευση) , στην κοινωνική ζωή (δηλαδή έξω από τον οικογενειακό περίγυρο) και στην ψυχική υγεία. Θα μπορούσαμε να πούμε, πως κάθε λογής ελαφρά ή πιο σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, αρχίζοντας από την κοινότυπη κινητική αστάθεια και φτάνοντας μέχρι τις βαρετές διαταραχές της προσωπικότητας, προέρχονται από την απουσία απαγορεύσεων. Οι τελευταίες όμως δεν πρέπει να συγχέονται με την τιμωρία. Θα ήθελα να γίνω ορθά κατανοητός – δεν υπερασπίζομαι την επιστροφή στον αυστηρό, «αγγλικό τύπο» διαπαιδαγώγησης. Εκείνο που θέλω να πω, είναι πως το κύρος των γονιών πρέπει να είναι απόλυτα αρκετό, για να μπορεί να ωθήσει το παιδί να σεβαστεί τις επιβαλλόμενες από εκείνους απαγορεύσεις. Και όσο πιο σταθερό είναι το κύρος τους, τόσο πιο λίγο θα χρειάζονται να επιβάλλουν απαγορεύσεις. Εκτός αυτού, το παιδί έχει ανάγκη να υπακούει τους γονείς του, και όχι τους παππούδες του και της γιαγιάδες του.

Ρ.Ντ: Πώς η θέση που παίρνουν η μητέρα και ο πατέρας στην παιδκή ηλικία, αλλάζει στην εφηβεία;

Π.Ντ: Σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να μιλήσω πάλι για το κύρος, τον αντιπρόσωπό του και τον τρόπο που μεταβάλλεται στην εφηβεία. Ο νεοεγελιανός φιλόσοφος Alexander Kojev, διαχωρίζει 4 τύπους κύρους, τους οποίους εγώ επεξεργάστηκα και εφάρμοσα πάνω στις οικογένειες. Ο πρώτος τύπος, παρμένος από την διδασκαλία του Πλάτωνα, βασίζεται πάνω στην ιδέα του δικαίου. Αυτός ο τύπος αντιπροσωπέυεται και από τους δύο γονείς, η φόρμουλά του είναι «Ισότητα». Ο δεύτερος τύπος, του οποίου η βάση είναι η θεοκρατία, προέρχεται από την ιδέα του «πατέρα ως αντιπροσώπου του θεού» και η φόρμουλά του είναι «Έτσι είναι, και όχι αλλιώς». Αυτός ο τύπος επιβάλει την εξουσία χωρίς εξηγήσεις. Ο τρίτος τύπος βασίζεται πάνω στις ιδέες του Αριστοτέλη και κατευθύνεται από τον μεγαλύτερο προς τον μικρότερο, από το δάσκαλο στον μαθητή. Σε γενικές γραμμές αντιπροσωπεύει το κύρος του μεγαλύτερου, ο οποίος ξέρει περισσότερα για το μέλλον απ’ ότι ο μικρότερος, και τον διδάσκει τι θα πει ζωή. Η φόρμουλά του είναι: «Ακολούθα το παράδειγμά μου!». Στην οικογένεια αυτός ο τύπος μπορεί να αντιπροσωπευθεί όπως από την μητέρα, έτσι και από τον πατέρα. Ο τέταρτος τύπος, ο οποίος βασίζεται πάνω στη διδασκαλία του Χέγκελ, είναι «ο νόμος του δυνατότερου». Ο δυνατότερος σ’ αυτή την περίπτωση είναι η μητέρα, διότι εκείνη έχει άμεση επαφή και εξουσία πάνω στο παιδί, κάτι το οποίο στην περίπτωση του πατέρα γίνεται μέσω του λόγου. Ο πατέρας είναι εκείνος, ο οποίος λέει τι πρέπει να γίνει, αλλά δεν ελέγχει αν τον έχουν υπακούσει. Η μητέρα από την άλλη λέει κάτι και αμέσως ελέγχει αν έχει γίνει. Στην πρώτη περίπτωση το παιδί υπακούει, μόνο αν το θελήσει, ενώ στην δεύτερη – υπακούει διότι είναι αναγκασμένο. Η φόρμουλα είναι: «Κάνε ό,τι σου λέω!». Εάν κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας υπάρχουν και οι τέσσερεις τύποι μέσα στην οικογένεια, τότε στην εφηβεία σταδιακά θα υποχωρήσουν (ή τουλάχιστον θα αμφισβητηθούν από τον έφηβο) δύο εξ αυτών – εκείνοι οι οποίοι αντιπροσωπεύονται μόνο από τον ένα γονιό: ο θεοκρατικός πατέρας (τύπος 2) και η «παντοδύναμη» μητέρα (τύπος 4). Την ίδια στιγμή, ο έφηβος επίμονα θα επιδιώκει τον πρώτο και τρίτο τύπο κύρους, οι οποίοι ασκούνται και από τους δύο γονείς και οι οποίοι βασίζονται στην «δικαιοσύνη» και το «μέλλον». Αυτός ο καινούργιος τύπος κύρους πρόκειται να «αντιπαρατεθεί» και «προσαρμοστεί» κατα την περίοδο της εφηβείας, σε εξάρτηση πάντοτε με την κάθε ξεχωριστή περίπτωση.

 

Περίληψη

–          Η απαγόρευση και το κύρος «πλαισιώνουν» το παιδί, το προστατεύουν από διάφορους κινδύνους και ψυχολογικά προβλήματα.

–          Η εφηβεία αμφισβητεί την αυταρχικότητα και τον «θεοκρατικό πατέρα» και «θεοκρατική μητέρα» και επιβάλει νέο τύπο γονικού κύρους.

–          Τα θέματα-ταμπού τραυματίζουν το παιδί.



Ο Πατρίκ Ντελαρός είναι γάλλος ψυχίατρος και ψυχαναλυτής, με περισσότερο από 30 χρόνια εμπειρία στην θεραπεία νεαρών με προβλήματα. Έχει συγγράψει 13 βιβλία για γονείς και ειδικούς.

πηγη : http://psychografimata.com

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Αυγούστου 2015

Και μόνοι με τον ορίζοντα.

Τα κύματα έρχονται απ’ την αόρατη Ανατολή, ένα ένα, υπομονετικά. Φτάνουνε μέχρις εμάς και πάλι υπομονετικά φεύγουν προς την άγνωστη Δύση, ένα ένα. Ατέλειωτη πορεία που δεν άρχισε ούτε τελείωσε ποτέ…

Ποτάμια μικρά και μεγάλα περνούν, η θάλασσα περνά και μένει. Έτσι θα ‘πρεπε ν’ αγαπώ, πιστά και φευγαλέα. Σμίγω με τη θάλασσα (…). Μερικές νύχτες που η γλυκύτητά τους παρατείνεται, ναι, μπορούμε άφοβα να πεθάνουμε τότε, ξέροντας πως τούτες οι νύχτες θα ξανάρθουν ύστερα από μας πάνω στη γη και στη θάλασσα.

Απέραντη θάλασσα, πάντα οργωμένη, πάντα παρθένα, η θρησκεία μου μαζί με τη νύχτα! Μας πλένει και μας χορταίνει στα στείρα αυλάκια της, μας ελευθερώνει και μας κρατάει ορθούς (…). Σε κάθε κύμα μια υπόσχεση, πάντα η ίδια. Τι λέει το κύμα; Αν θα ‘πρεπε να πεθάνω περιστοιχισμένος από κρύα βουνά, αγνοημένος από τον κόσμο, δίχως την αγάπη των δικών μου, εξουθενωμένος τέλος, η θάλασσα, την ύστατη στιγμή, θα γέμιζε το κελί μου, θα ερχόταν να με συγκρατήσει πάνω από το είναι μου και να με βοηθήσει να πεθάνω χωρίς μίσος (…).

Ο χώρος και η σιωπή σμίγουν και γίνονται βάρος στην καρδιά. Μια ξαφνική αγάπη, ένα μεγάλο έργο, μια αποφασιστική πράξη, μια σκέψη που μεταμορφώνει προκαλούν σε ορισμένες στιγμές την ίδια ανυπόφορη αγωνία, ανάμεικτη μ’ ακαταμάχητα θέλγητρα. Γλυκιά υπαρξιακή αγωνία, εξαίσιο άγγιγμα ενός κινδύνου που δεν ξέρουμε τ’ όνομά του, το ότι ζω σημαίνει άραγε πως τρέχω προς το χαμό μου; Ας τρέξουμε πάλι χωρίς ανάπαυλα προς το χαμό μας.

Είχα πάντα την αίσθηση πως ζούσα στο πέλαγος, σε κίνδυνο, στην καρδιά μιας μεγαλόπρεπης ευτυχίας (…).

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Αυγούστου 2015

ΕΦΕΡΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΩΣ ΕΔΩ στο σημάδι ετούτο που παλεύει πάντα κοντά στη θάλασσα νιάτα στα βράχια επάνω, στήθος Με στήθος προς τον άνεμο Πού να πηγαίνει ένας άνθρωπος Που δεν είναι άλλο από άνθρωπος ΛΟΓΑΡΙΑΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΔΡΟΣΙΕΣ ΤΙΣ ΠΡΑΣΙΝΕΣ Στιγμές του, με νερά τα οράματα Της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του Α! Ζωή Παιδιού που γίνεται άντρας Πάντα κοντά στην θάλασσα όταν ο ήλιος Τον μαθαίνει ν’ ανασαίνει κατά εκεί που σβήνεται Η σκιά ενός γλάρου ΕΦΕΡΑ ΤΗΝ ΖΩΗ ΜΟΥ ΩΣ ΕΔΩ Άσπρο μέτρημα μελανό άθροισμα Λίγα δέντρα και λίγα Βρεγμένα χαλίκια Δάχτυλα ελαφρά για να χαϊδέψουν ένα μέτωπο Ποιο μέτωπο Κλάψαν όλη νύχτα οι προσδοκίες και δεν είναι πια Κανείς δεν είναι Ν ακουστεί ένα βήμα ελεύθερο Ν ανατείλει μια φωνή ξεκούραστη Στο μουράγιο οι μνήμες να παφλάσουν γράφοντας Όνομα πιο γλαυκό μες στον ορίζοντά τους Λίγα χρόνια λίγα κύματα Κωπηλασία ευαίσθητη Στους όρμους γύρω από την αγάπη ΕΦΕΡΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΩΣ ΕΔΩ Χαρακιά πικρή στην άμμο που θα σβήσει όποιος είδε δύο μάτια ν’ αγγίζουν τη σιωπή του Κι έσμιξε τη λιακάδα τους κλείνοντας χίλιους κόσμους Ας θυμίσει το αίμα του στους άλλους ήλιους Πιο κοντά στο φως Υπάρχει ένα χαμόγελο που πληρώνει τη φλόγα Μα εδώ στο ανήξερο τοπίο που χάνεται Σε μια θάλασσα ανοιχτή κι ανέλεη Μαδά η επιτυχία Στρόβιλοι φτερών Και στιγμών που δέθηκαν στο χώμα χώμα σκληρό κάτω από τ’ ανυπόμονα Πέλματα, χώμα καμώμενο για ίλιγγο Ηφαίστειο νεκρό ΕΦΕΡΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΩΣ ΕΔΩ Πέτρα ταμένη στο υγρό μου στοιχείο Πιο πέρα από τα νησιά Πιο χαμηλά από το κύμα Γειτονιά στις άγκυρες όταν περνάν καρίνες σκίζοντας με πάθος ένα καινούργιο εμπόδιο και το νικάνε και μόλα τα δελφίνια της αυγάζ’ η ελπίδα Κέρδος του ήλιου σε μι ανθρώπινη καρδιά Τα δίχτυα της αμφιβολίας τραβάνε Μια μορφή από αλάτι λαξεμένη με κόπο Αδιάφορη άσπρη Που να γυρνάει προς το πέλαγος τα κενά των ματιών της Στηρίζοντας το άπειρο. ΔΩΡΟ ΑΣΗΜΕΝΙΟ ΠΟΙΗΜΑ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΟΛ’ ΑΥΤΑ και πως η γλώσσα που μιλώ δεν έχει αλφάβητο. Αφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλλαβική που την αποκρυπτογραφείς μονάχα στους καιρούς της λύπης και της εξορίας. KΙ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΙΑ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ Μ’ ΕΠΙΣΤΡΩΣΕΙΣ ΔΙΑΔΟΧΙΚΕΣ, φράγκικες ή σλαβικές, που αν τύχει και βαλθείς για να την αποκαταστήσεις, πας αμέσως φυλακή και δίνεις λόγο. Σ’ ΕΝΑ ΠΛΗΘΟΣ. Εξουσίες ξένες μέσω της δικής σου πάντοτε. Όπως γίνεται για τις συμφορές. ΟΜΩΣ ΑΝ ΦΑΝΤΑΣΤΟΥΜΕ Σ’ ΕΝΑ ΠΑΛΑΙΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΑΛΩΝΙ, που μπορεί να ‘ναι και σε πολυκατοικία, ότι παίζουνε παιδιά και ότι αυτός που χάνει. Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς να πει στους άλλους και να δώσει μιαν αλήθεια. OΠΟΤΑΝ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΟΛΟΙ να κρατούν στο χέρι τους ένα μικρό δώρο ασημένιο ποίημα.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 24 Ιουλίου 2015

Πριν πάρα πολλά χρόνια, δε θυμάμαι πόσα ακριβώς, σε μια χώρα μακρινή ζούσε

μια φυλή ινδιάνων. Ο ινδιάνος αρχηγός της φυλής είχε μια πανέμορφη και

νέα κόρη που όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμα.

Μια μέρα όπως καθόταν έξω από τη σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός,

τον επισκέφτηκε ο Άνεμος και του είπε:

“Μεγάλε αρχηγέ, αγαπάω την κόρη σου και με αγαπά και εκείνη.

Θα μου τη δώσεις να γίνει γυναίκα μου;”

“Όχι”, του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς

να δεχτεί δεύτερη κουβέντα.

Την επόμενη μέρα η αγνή κοπέλα προσπάθησε

να μιλήσει στον πατέρα της,

“Πατέρα, αγαπάω τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω μαζί του στο κατάλυμα του και να γίνω γυναίκα του;”

“Όχι”, της απάντησε αυστηρά ο αρχηγός. “Δε σου το επιτρέπω. Όταν ο Άνεμος ήταν παιδί, συνήθιζε να έρχεται στο αντίσκηνο μου μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε πάντοτε τη φωτιά που προσπαθούσα με τόσο κόπο να ανάψω. Δε γνωρίζει ούτε να πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δε σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του.”

Ευθύς αμέσως, ο αρχηγός άρπαξε την κοπέλα από το χέρι και την οδήγησε

σε ένα αδιαπέραστο δάσος από μαύρα έλατα για να την κρύψει από τον Άνεμο.

“Ο Άνεμος ίσως να την έβλεπε αν την έκρυβα μέσα σε ένα πευκόδασος, όμως δε θα μπορέσει ποτέ να τη διακρίνει μέσα σε ένα τόσο πυκνό δάσος από μαύρα έλατα”, σκέφτηκε δυνατά.

Όμως ο Άνεμος είχε ήδη γίνει αόρατος και όλη την ώρα που ο αρχηγός μονολογούσε έστεκε εκεί κοντά και άκουγε προσεκτικά κάθε του λέξη.

Έτσι όταν ήρθε η επόμενη νύχτα, ο Άνεμος άρχισε να τρέχει γύρω γύρω από το πυκνό μαύρο δάσος μέχρι που βρήκε ένα μικρό κενό και μπόρεσε να εισχωρήσει ανάμεσα

από τα δέντρα. Έψαξε αρκετά παρ’ όλες τις δυσκολίες, μα στο τέλος κατάφερε

να βρει τη νεαρή κοπέλα και να τη βγάλει από το πυκνό δάσος.

Δε τόλμησε να πλησιάσει τους άλλους Ινδιάνους ξανά γιατί φοβόταν πως

ο αρχηγός θα του πάρει την όμορφη κοπέλα κι έτσι έψαξε άλλο τόπο για να ζήσουν μακριά τους.

Ταξίδεψαν αρκετά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με κατεύθυνση προς το βορρά.

Κάποια στιγμή βρήκαν μια πολύ όμορφη περιοχή για να στήσουν το κατάλυμα που θα στέγαζε τον έρωτα τους. Την ίδια κιόλας νύχτα την πήρε στην αγκαλιά του και

την έκανε γυναίκα του.

Χαιρόταν τον έρωτα τους ευτυχισμένοι και κανένας από τους δύο δε μπορούσε να σκεφτεί πως ο αρχηγός θα μπορούσε να τους εντοπίσει. Όμως ο πατέρας της κοπέλας τους έψαχνε σα μανιασμένος μέχρι που στο τέλος ανακάλυψε το κατάλυμα τους.

Τότε ο Άνεμος έκρυψε τη νεαρή γυναίκα του και έγινε αόρατος, όμως ο μεγάλος Αρχηγός άρχισε να καταστρέφει τα πάντα γύρω του με τα όπλα που είχε φέρει μαζί του και χωρίς να το γνωρίζει κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του Άνεμου που τον άφησε αναίσθητο.

Όταν ο άνεμος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του ανακάλυψε πως η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί και άρχισε να την ψάχνει. Περιπλανήθηκε σαν τρελός στα δάση της περιοχής και στο τέλος την είδε μέσα σε ένα κανό που οδηγούσε ο πατέρας της

στο Μεγάλο-Νερό.

“Έλα μαζί μου,” άρχισε να της φωνάζει με απελπισία.

Η κοπέλα κατατρόμαξε και το πρόσωπο της έγινε λευκό σαν το χιόνι, γιατί δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, ενώ άκουγε την φωνή του αγαπημένου της να την καλεί απελπισμένα. Ο Άνεμος, μετά το χτύπημα που είχε δεχτεί στο κεφάλι από τον πατέρα της,

είχε ξεχάσει πως να μεταμορφώνεται και είχε παραμείνει αόρατος.

Ο Άνεμος θύμωσε τόσο πολύ τότε με τον αρχηγό που φύσηξε με όλη του τη δύναμη πάνω στο κανό. “Ας αναποδογυρίσει”, σκέφτηκε. “Μπορώ να μεταφέρω τη γυναίκα μου ασφαλή στην ξηρά.” Έτσι το κανό αναποδογύρισε με το φύσημα του ανέμου και ο αρχηγός με την κόρη του πέσανε μέσα στο νερό.

“Έλα αγαπημένη μου, πιάσε το χέρι μου”, φώναζε ο άνεμος στην κοπέλα.

Μα δε θυμόταν πως ήταν αόρατος και ότι η κοπέλα δε θα μπορούσε να δει το χέρι του. Κι έτσι η κοπέλα άρχισε να βουλιάζει, να βουλιάζει, μέχρι που έφτασε στον πάτο της λίμνης. Κι ο αρχηγός φυσικά έχασε τη ζωή του μια και ο Άνεμος

δεν προσπάθησε να τον βοηθήσει.

Όταν ο Άνεμος κατάλαβε πως η αγαπημένη του έχασε τη ζωή της εξαιτίας του,

γέμισε θλίψη και άρχισε να αγριεύει.

“Ο άνεμος ποτέ δε φυσούσε τόσο δυνατά και θλιμμένα” έλεγαν οι ινδιάνοι μεταξύ τους ενώ προσπαθούσαν να προφυλαχτούν μέσα στα αντισκηνά τους.

Το Μεγάλο Πνεύμα λυπήθηκε την κοπέλα που έχασε τη ζωή της τόσο άδικα πέφτοντας στο νερό και την επόμενη νύχτα την μετέφερε ψηλά στα αστέρια και της έδωσε ένα σπίτι στο φεγγάρι.

Η κοπέλα ζει ακόμα εκεί, όμως το πρόσωπο της έμεινε κατάλευκο,

όπως ήταν τη στιγμή που τρομαγμένη έπεσε από το κανό.

Έτσι τις νύχτες, στο σεληνόφως, κοιτάζει κάτω στη Γη,

προσπαθώντας να βρει τον αγαπημένο της Άνεμο αλλά δεν ξέρει πως είναι αόρατος.

Ο Άνεμος πάλι, δε γνωρίζει πως εκεί ψηλά στο φεγγάρι βρίσκεται η αγαπημένη του γυναίκα που χάθηκε και έτσι περιπλανιέται στα δάση και ψάχνει ανάμεσα

στα βράχια των βουνών να τη βρει, όμως ποτέ δε σκέφτεται

να κοιτάξει ψηλά στο φεγγάρι…

 

β

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιουλίου 2015

[…] Θέλω να φύγω μαζί μας, θέλω να φύγω μαζί σας,

 

Με όλους εσάς μαζί,

 

Παντού όπου πηγαίνετε!

 

Τους κινδύνους σας θέλω μπροστά μου να βρω,

 

Στο πρόσωπό μου, τους ανέμους να νιώσω,

 

Αυτούς, που το δικό σας γέμισαν ρυτίδες,

 

Το αλάτι της θάλασσας, που τα χείλη σας φίλησε, να φιλήσω

 

Στη δουλειά σας το χέρι μου να βάλω,

 

Τις καταιγίδες σας να μοιραστώ,

 

Και σαν κι εσάς, σε πανέμορφα λιμάνια να φτάσω!

 

Τον πολιτισμό, όπως κι εσείς, πίσω μου να αφήσω!

 

Μαζί σας κάθε ίχνος ηθικής να χάσω!

 

Στ’ ανοιχτά να νιώσω την ανθρωπιά μου ν’ αλλάζει!

 

Τις θάλασσες του Νότου μαζί σας να πιω,

 

Άγρια πράγματα νέα, νέες της ψυχής επαναστάσεις,

 

Νέες φωτιές πυρηνικές στο ηφαιστειακό μου πνεύμα!

 

Να φύγω μαζί σας, ν’ απογυμνωθώ-εμπρός, ουστ!-

 

Απ’ τα πολιτισμένα ρούχα μου, τα ήθη τα χρηστά,

 

Τον έμφυτό μου φόβο για τις φυλακές,

 

Την ήσυχη ζωή μου,

 

Την καθιστική, τη στατική, την προσεγμένη, την κανονική!

 

Στη θάλασσα, στη θάλασσα, στη θάλασσα, στη θάλασσα,

 

Αχ!Στη θάλασσα, στον άνεμο, στα κύματα, τη ζωή μου

 

Να πετάξω!

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Ιουλίου 2015

Ο Γκύντερ Γκρας αποτελεί εδώ και 50 χρόνια, πρότυπο «ηθικής συνείδησης» της Γερμανίας, αφού με το σύνολο του λογοτεχνικού του έργου αλλά και τις δημόσιες παρεμβάσεις του προσπάθησε να εμποδίσει τον εφησυχασμό των συμπατριωτών του, που μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήθελαν να κλείσουν τους λογαριασμούς τους με το παρελθόν, ξεχνώντας τα ναζιστικά εγκλήματα. Συμμετείχε στην Ομάδα 47 με τον Χάινριχ Μπελ, την Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν και άλλους διανοούμενους που αναζήτησαν στα γραπτά τους τη νέα συνείδηση της μεταπολεμικής Γερμανίας.

Το ποίημα του Γερμανού συγγραφέα με τίτλο «Η ντροπή της Ευρώπης» γράφτηκε το 2012, περίοδο οικονομικής κρίσης για τη χώρα μας. Με το ποίημά του αυτό, ο συγγραφέας καλούσε τις ηγεσίες της Ευρώπης να αποτρέψουν τη θυσία της Ελλάδας στον βωμό της κερδοσκοπίας των αγορών. Παράλληλα επικοινωνούσε με την κοινωνία και τους λαούς της Ευρώπης θυμίζοντάς τους τον ρόλο της Ελλάδας στο χτίσιμο της Ευρώπης του μέλλοντος. Το ποίημα έχει φόρμα αρχαιοελληνικής ωδής και διατρέχει την ελληνική ιστορία από την αρχαιότητα ως τη χούντα των συνταγματαρχών. Εδώ ο νομπελίστας προειδοποιεί ότι δίχως την Ελλάδα, η Ευρώπη θα είναι φτωχότερη, μία ήπειρος φθαρμένη και στερημένη από οποιαδήποτε πνευματικότητα.

Η ντροπή της Ευρώπης

Στο χάος κοντά, γιατί δεν συμμορφώθηκε στις αγορές· κι Εσύ μακριά από τη Χώρα, που Σου χάρισε το λίκνο

Όσα Εσύ με την ψυχή ζήτησες και νόμισες πως βρήκες, τώρα θα καταλυθούν, και θα εκτιμηθούν σαν σκουριασμένα παλιοσίδερα.

Σαν οφειλέτης διαπομπευμένος και γυμνός, υποφέρει μια Χώρα· κι Εσύ, αντί για το ευχαριστώ που της οφείλεις, προσφέρεις λόγια κενά.

Καταδικασμένη σε φτώχεια η Χώρα αυτή, που ο πλούτος της κοσμεί Μουσεία: η λεία που Εσύ φυλάττεις.

Αυτοί που με τη δύναμη των όπλων είχαν επιτεθεί στη Χώρα την ευλογημένη με νησιά, στον στρατιωτικό τους σάκο κουβαλούσαν τον Χέλντερλιν.

Ελάχιστα αποδεκτή Χώρα, όμως οι πραξικοπηματίες της, κάποτε, από Εσένα, ως σύμμαχοι έγιναν αποδεκτοί.

Χώρα χωρίς δικαιώματα, που η ισχυρογνώμονη εξουσία ολοένα και περισσότερο της σφίγγει το ζωνάρι.

Σ’ Εσένα αντιστέκεται φορώντας μαύρα η Αντιγόνη, και σ’ όλη τη Χώρα πένθος ντύνεται ο λαός, που Εσένα φιλοξένησε.

Όμως, έξω από τη Χώρα, του Κροίσου οι ακόλουθοι και οι όμοιοί του όλα όσα έχουν τη λάμψη του χρυσού στοιβάζουν στο δικό Σου θησαυροφυλάκιο.

Πιες επιτέλους, πιες! κραυγάζουν οι εγκάθετοι των Επιτρόπων· όμως ο Σωκράτης, με οργή Σου επιστρέφει το κύπελλο γεμάτο ώς επάνω.

Θα καταραστούν εν χορώ, ό,τι είναι δικό Σου οι θεοί, που τον Όλυμπο τους η δική Σου θέληση ζητάει ν’ απαλλοτριώσει.

Στερημένη από πνεύμα, Εσύ θα φθαρείς χωρίς τη Χώρα, που το πνεύμα της, Εσένα, Ευρώπη, εδημιούργησε.

(Μετάφραση: Πατρίτσια Αδαμοπούλου) Πηγή: Καθημερινή

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 12 Ιουλίου 2015

Ήρθαν ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.
Έφεραν
τον Σοφό, τον Οικιστή και τον Γεωμέτρη Βίβλους γραμμάτων και αριθμών την πάσα Υποταγή και Δύναμη το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.
Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν’ αρχινίσει παιχνίδι
ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.
‘Έστησαν και θεμελίωσαν
στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα πύργους κραταιούς κι επαύλεις ξύλα και άλλα πλεούμενα
τούς Νόμους, τούς θεσπίζοντας το καλά και συμφέροντα στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.
Ούτε καν ένα χνάρι θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.
Έφτασαν ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου το παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και το δώρα τους άλλα δεν ήτανε παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ ’ανοιχτά πού καρτέραγαν δάχτυλα μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
Οδυσσέας Ελύτης
byantikleidi.com

Κυριακή Ψαρρού στις 5 Ιουλίου 2015

 

Στίχοι:  

Δημήτρης Βασαλάκης

Μουσική:

Πάνος Κατσιμίχας

Δε θέλω να σου πω λόγια μεγάλα
παγώνει μες στο στήθος μου η φωνή
μικρό μου ανθρωπάκι σε μια γυάλα
ποιος να φωνάξει πια και τι να πει

Δεν έχω να σου πω λόγια μεγάλα
έχουνε όλα ειπωθεί από καιρό
μα τίποτε δεν άλλαξε εδώ πέρα
αν ήταν θα το ξέραμε και οι δυο

Άνθρωπε ανθρωπάκι μου μικρό
στο ίδιο ανέκδοτο και εγώ
μες στης σιωπής σου το θαλάμι

Από το διπλανό κελί
ένα μονάχα θα σου πω
και ας το πάρει το ποτάμι

Άνθρωπε ανθρωπάκι μου μικρό
μην περιμένεις πια εδώ
κανείς δε θα ‘ρθει να σε σώσει

Ένα μονάχα θα σου πω
ό, τι δεν πάρεις μοναχός
κανείς δε θα ‘ρθει να στο δώσει

Δεν έχω να σου πω λόγια μεγάλα
έχουν όλα ειπωθεί χίλιες φορές
ο κόσμος δεν αλλάζει με κουβέντες
δεν άλλαξε ποτέ με προσευχές

 

stixoi.info

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Ιουλίου 2015

«ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΕΣΥ ΗΛΙΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΦΩΤΙΣΕΙΣ τους σβησμένους ήλιους των άλλων. Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει».

«ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΥΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι…»

«ΝΑ ΜΗΝ ΑΡΝΙΕΣΑΙ ΤΗ ΝΙΟΤΗ ΣΟΥ ΩΣ ΤΑ ΒΑΘΙΑ ΓΕΡΑΜΑΤΑ, να μάχεσαι σε όλη σου τη ζωή να μετουσιώσεις σε κατάκαρπο δέντρο την εφηβική σου άνθηση, αυτός, θαρρώ, είναι ο δρόμος του ολοκληρωμένου ανθρώπου».

«ΕΧΟΥΝ ΝΑ ΠΟΥΝ ΠΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΖΩΟ που συλλογιέται το θάνατο. Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία».

«ΝΙΩΘΩ ΣΑΝ ΝΑ ΧΤΥΠΑΜΕ ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΜΑΣ στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα».

«ΑΣΤΡΑ, ΠΟΥΛΙΑ, ΣΠΟΡΟΙ, ΟΛΑ ΥΠΑΚΟΥΟΥΝ. Και μόνο ο άνθρωπος σηκώνει κεφάλι και θέλει να παραβεί το νόμο και να μετατρέψει την υπακοή σε ελευτερία. Γι’ αυτό κι απ’ όλα τα πλάσματα του Θεού αυτός μονάχα μπορεί κι αμαρταίνει. Τι θα πει αμαρταίνει; χαλνάει την αρμονία»

«ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΥΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι…»

«ΔΕΝ ΔΙΑΛΕΓΕΙΣ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ. Αυτά διαλέγουν εσένα».

«ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΑ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΑ, ΕΦΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ που πήρε ο Θεός στους αιώνες και ξεκρίνω, πίσω από την άπαυτη ροή του, την απόλυτη ενότητα».

«ΠΟΤΕ ΜΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΙΣ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ Τ’ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου».

«ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΛΕΣ: Θάνατος δεν υπάρχει».

«ΕΝΑΣ ΔΡΟΜΟΣ, ΕΝΑΣ ΜΟΝΑΧΑ οδηγάει στον Θεό, ο ανήφορος».

«ΑΝ ΔΕ ΔΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΧΕΡΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, δε βάζει μήτε κι αυτός το δικό του».

«ΣΚΥΒΩ ΑΠΑΝΩ ΣΤΟ ΜΕΡΜΗΓΚΙ, θωρώ μέσα στο γυαλιστερό μαύρο μάτι του το πρόσωπο του Θεού».

«ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΚΑΤΑΛΥΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΠΟΥ μεταμορφώνει την ύλη σε πνέμα. Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα κομμάτι από το θεϊκό αυτό στρόβιλο και γι’ αυτό κατορθώνει να μετουσιώνει το ψωμί και το νερό και το κρέας και να το κάνει στοχασμό και πράξη»

“ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΟΥ ΧΡΕΟΣ, ΕΚΤΕΛΩΝΤΑΣ ΤΗ ΘΗΤΕΙΑ ΣΟΥ στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει». [

ΛYΠΑΜΑΙ, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΙΝΩ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ. Δεν είναι δική μου υπόθεση. Δεν θέλω ούτε να βασιλέψω, ούτε να κατακτήσω κανέναν. Θα ήθελα να βοηθήσω όλο τον κόσμο, αν μπορούσα. Εβραίους, χριστιανούς, μαύρους, λευκούς.

ΟΛΟΙ ΕΠΙΘΥΜΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ, αυτή είναι η φύση των ανθρώπων. Να ζούμε με την ευτυχία των άλλων, και όχι με τη δυστυχία τους. Δεν θέλουμε ούτε να μισούμε, ούτε να περιφρονούμε. Περισσότερο κι από τις μηχανές, χρειαζόμαστε την ανθρωπιά…

ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ, Η ΦΩΝΗ ΜΟΥ ΦΤΑΝΕΙ στα αυτιά εκατομμυρίων ανθρώπων, απελπισμένων γυναικών, παιδιών, που είναι θύματα ενός συστήματος που ξέρει μόνο να βασανίζει και να φυλακίζει αθώους ανθρώπους.

ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕ ΑΚΟΥΝΕ, ΛΕΩ: ΜΗΝ ΑΠΕΛΠΙΖΕΣΤΕ. Η τωρινή μας δυστυχία δεν είναι παρά το πέρασμα της πλεονεξίας και της σκληρότητας εκείνων που φοβούνται την πρόοδο του ανθρώπου…

ΤΟ ΜΙΣΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΚΤΑΤΟΡΕΣ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ. Και η δύναμη που αφαίρεσαν από τον λαό θα επιστρέψει σε αυτόν ξανά. Όσο οι άνθρωποι πεθαίνουν, η ελευθερία δεν θα αφανιστεί ποτέ».

[Πηγή: www.doctv.gr]