Διαβάσαμε
ΕΦΕΡΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΩΣ ΕΔΩ στο σημάδι ετούτο που παλεύει πάντα κοντά στη θάλασσα νιάτα στα βράχια επάνω, στήθος Με στήθος προς τον άνεμο Πού να πηγαίνει ένας άνθρωπος Που δεν είναι άλλο από άνθρωπος ΛΟΓΑΡΙΑΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΔΡΟΣΙΕΣ ΤΙΣ ΠΡΑΣΙΝΕΣ Στιγμές του, με νερά τα οράματα Της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του Α! Ζωή Παιδιού που γίνεται άντρας Πάντα κοντά στην θάλασσα όταν ο ήλιος Τον μαθαίνει ν’ ανασαίνει κατά εκεί που σβήνεται Η σκιά ενός γλάρου ΕΦΕΡΑ ΤΗΝ ΖΩΗ ΜΟΥ ΩΣ ΕΔΩ Άσπρο μέτρημα μελανό άθροισμα Λίγα δέντρα και λίγα Βρεγμένα χαλίκια Δάχτυλα ελαφρά για να χαϊδέψουν ένα μέτωπο Ποιο μέτωπο Κλάψαν όλη νύχτα οι προσδοκίες και δεν είναι πια Κανείς δεν είναι Ν ακουστεί ένα βήμα ελεύθερο Ν ανατείλει μια φωνή ξεκούραστη Στο μουράγιο οι μνήμες να παφλάσουν γράφοντας Όνομα πιο γλαυκό μες στον ορίζοντά τους Λίγα χρόνια λίγα κύματα Κωπηλασία ευαίσθητη Στους όρμους γύρω από την αγάπη ΕΦΕΡΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΩΣ ΕΔΩ Χαρακιά πικρή στην άμμο που θα σβήσει όποιος είδε δύο μάτια ν’ αγγίζουν τη σιωπή του Κι έσμιξε τη λιακάδα τους κλείνοντας χίλιους κόσμους Ας θυμίσει το αίμα του στους άλλους ήλιους Πιο κοντά στο φως Υπάρχει ένα χαμόγελο που πληρώνει τη φλόγα Μα εδώ στο ανήξερο τοπίο που χάνεται Σε μια θάλασσα ανοιχτή κι ανέλεη Μαδά η επιτυχία Στρόβιλοι φτερών Και στιγμών που δέθηκαν στο χώμα χώμα σκληρό κάτω από τ’ ανυπόμονα Πέλματα, χώμα καμώμενο για ίλιγγο Ηφαίστειο νεκρό ΕΦΕΡΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΩΣ ΕΔΩ Πέτρα ταμένη στο υγρό μου στοιχείο Πιο πέρα από τα νησιά Πιο χαμηλά από το κύμα Γειτονιά στις άγκυρες όταν περνάν καρίνες σκίζοντας με πάθος ένα καινούργιο εμπόδιο και το νικάνε και μόλα τα δελφίνια της αυγάζ’ η ελπίδα Κέρδος του ήλιου σε μι ανθρώπινη καρδιά Τα δίχτυα της αμφιβολίας τραβάνε Μια μορφή από αλάτι λαξεμένη με κόπο Αδιάφορη άσπρη Που να γυρνάει προς το πέλαγος τα κενά των ματιών της Στηρίζοντας το άπειρο. ΔΩΡΟ ΑΣΗΜΕΝΙΟ ΠΟΙΗΜΑ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΟΛ’ ΑΥΤΑ και πως η γλώσσα που μιλώ δεν έχει αλφάβητο. Αφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλλαβική που την αποκρυπτογραφείς μονάχα στους καιρούς της λύπης και της εξορίας. KΙ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΙΑ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ Μ’ ΕΠΙΣΤΡΩΣΕΙΣ ΔΙΑΔΟΧΙΚΕΣ, φράγκικες ή σλαβικές, που αν τύχει και βαλθείς για να την αποκαταστήσεις, πας αμέσως φυλακή και δίνεις λόγο. Σ’ ΕΝΑ ΠΛΗΘΟΣ. Εξουσίες ξένες μέσω της δικής σου πάντοτε. Όπως γίνεται για τις συμφορές. ΟΜΩΣ ΑΝ ΦΑΝΤΑΣΤΟΥΜΕ Σ’ ΕΝΑ ΠΑΛΑΙΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΑΛΩΝΙ, που μπορεί να ‘ναι και σε πολυκατοικία, ότι παίζουνε παιδιά και ότι αυτός που χάνει. Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς να πει στους άλλους και να δώσει μιαν αλήθεια. OΠΟΤΑΝ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΟΛΟΙ να κρατούν στο χέρι τους ένα μικρό δώρο ασημένιο ποίημα.
Πριν πάρα πολλά χρόνια, δε θυμάμαι πόσα ακριβώς, σε μια χώρα μακρινή ζούσε
μια φυλή ινδιάνων. Ο ινδιάνος αρχηγός της φυλής είχε μια πανέμορφη και
νέα κόρη που όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμα.
Μια μέρα όπως καθόταν έξω από τη σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός,
τον επισκέφτηκε ο Άνεμος και του είπε:
“Μεγάλε αρχηγέ, αγαπάω την κόρη σου και με αγαπά και εκείνη.
Θα μου τη δώσεις να γίνει γυναίκα μου;”
“Όχι”, του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς
να δεχτεί δεύτερη κουβέντα.
Την επόμενη μέρα η αγνή κοπέλα προσπάθησε
να μιλήσει στον πατέρα της,
“Πατέρα, αγαπάω τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω μαζί του στο κατάλυμα του και να γίνω γυναίκα του;”
“Όχι”, της απάντησε αυστηρά ο αρχηγός. “Δε σου το επιτρέπω. Όταν ο Άνεμος ήταν παιδί, συνήθιζε να έρχεται στο αντίσκηνο μου μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε πάντοτε τη φωτιά που προσπαθούσα με τόσο κόπο να ανάψω. Δε γνωρίζει ούτε να πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δε σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του.”
Ευθύς αμέσως, ο αρχηγός άρπαξε την κοπέλα από το χέρι και την οδήγησε
σε ένα αδιαπέραστο δάσος από μαύρα έλατα για να την κρύψει από τον Άνεμο.
“Ο Άνεμος ίσως να την έβλεπε αν την έκρυβα μέσα σε ένα πευκόδασος, όμως δε θα μπορέσει ποτέ να τη διακρίνει μέσα σε ένα τόσο πυκνό δάσος από μαύρα έλατα”, σκέφτηκε δυνατά.
Όμως ο Άνεμος είχε ήδη γίνει αόρατος και όλη την ώρα που ο αρχηγός μονολογούσε έστεκε εκεί κοντά και άκουγε προσεκτικά κάθε του λέξη.
Έτσι όταν ήρθε η επόμενη νύχτα, ο Άνεμος άρχισε να τρέχει γύρω γύρω από το πυκνό μαύρο δάσος μέχρι που βρήκε ένα μικρό κενό και μπόρεσε να εισχωρήσει ανάμεσα
από τα δέντρα. Έψαξε αρκετά παρ’ όλες τις δυσκολίες, μα στο τέλος κατάφερε
να βρει τη νεαρή κοπέλα και να τη βγάλει από το πυκνό δάσος.
Δε τόλμησε να πλησιάσει τους άλλους Ινδιάνους ξανά γιατί φοβόταν πως
ο αρχηγός θα του πάρει την όμορφη κοπέλα κι έτσι έψαξε άλλο τόπο για να ζήσουν μακριά τους.
Ταξίδεψαν αρκετά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με κατεύθυνση προς το βορρά.
Κάποια στιγμή βρήκαν μια πολύ όμορφη περιοχή για να στήσουν το κατάλυμα που θα στέγαζε τον έρωτα τους. Την ίδια κιόλας νύχτα την πήρε στην αγκαλιά του και
την έκανε γυναίκα του.
Χαιρόταν τον έρωτα τους ευτυχισμένοι και κανένας από τους δύο δε μπορούσε να σκεφτεί πως ο αρχηγός θα μπορούσε να τους εντοπίσει. Όμως ο πατέρας της κοπέλας τους έψαχνε σα μανιασμένος μέχρι που στο τέλος ανακάλυψε το κατάλυμα τους.
Τότε ο Άνεμος έκρυψε τη νεαρή γυναίκα του και έγινε αόρατος, όμως ο μεγάλος Αρχηγός άρχισε να καταστρέφει τα πάντα γύρω του με τα όπλα που είχε φέρει μαζί του και χωρίς να το γνωρίζει κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του Άνεμου που τον άφησε αναίσθητο.
Όταν ο άνεμος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του ανακάλυψε πως η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί και άρχισε να την ψάχνει. Περιπλανήθηκε σαν τρελός στα δάση της περιοχής και στο τέλος την είδε μέσα σε ένα κανό που οδηγούσε ο πατέρας της
στο Μεγάλο-Νερό.
“Έλα μαζί μου,” άρχισε να της φωνάζει με απελπισία.
Η κοπέλα κατατρόμαξε και το πρόσωπο της έγινε λευκό σαν το χιόνι, γιατί δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, ενώ άκουγε την φωνή του αγαπημένου της να την καλεί απελπισμένα. Ο Άνεμος, μετά το χτύπημα που είχε δεχτεί στο κεφάλι από τον πατέρα της,
είχε ξεχάσει πως να μεταμορφώνεται και είχε παραμείνει αόρατος.
Ο Άνεμος θύμωσε τόσο πολύ τότε με τον αρχηγό που φύσηξε με όλη του τη δύναμη πάνω στο κανό. “Ας αναποδογυρίσει”, σκέφτηκε. “Μπορώ να μεταφέρω τη γυναίκα μου ασφαλή στην ξηρά.” Έτσι το κανό αναποδογύρισε με το φύσημα του ανέμου και ο αρχηγός με την κόρη του πέσανε μέσα στο νερό.
“Έλα αγαπημένη μου, πιάσε το χέρι μου”, φώναζε ο άνεμος στην κοπέλα.
Μα δε θυμόταν πως ήταν αόρατος και ότι η κοπέλα δε θα μπορούσε να δει το χέρι του. Κι έτσι η κοπέλα άρχισε να βουλιάζει, να βουλιάζει, μέχρι που έφτασε στον πάτο της λίμνης. Κι ο αρχηγός φυσικά έχασε τη ζωή του μια και ο Άνεμος
δεν προσπάθησε να τον βοηθήσει.
Όταν ο Άνεμος κατάλαβε πως η αγαπημένη του έχασε τη ζωή της εξαιτίας του,
γέμισε θλίψη και άρχισε να αγριεύει.
“Ο άνεμος ποτέ δε φυσούσε τόσο δυνατά και θλιμμένα” έλεγαν οι ινδιάνοι μεταξύ τους ενώ προσπαθούσαν να προφυλαχτούν μέσα στα αντισκηνά τους.
Το Μεγάλο Πνεύμα λυπήθηκε την κοπέλα που έχασε τη ζωή της τόσο άδικα πέφτοντας στο νερό και την επόμενη νύχτα την μετέφερε ψηλά στα αστέρια και της έδωσε ένα σπίτι στο φεγγάρι.
Η κοπέλα ζει ακόμα εκεί, όμως το πρόσωπο της έμεινε κατάλευκο,
όπως ήταν τη στιγμή που τρομαγμένη έπεσε από το κανό.
Έτσι τις νύχτες, στο σεληνόφως, κοιτάζει κάτω στη Γη,
προσπαθώντας να βρει τον αγαπημένο της Άνεμο αλλά δεν ξέρει πως είναι αόρατος.
Ο Άνεμος πάλι, δε γνωρίζει πως εκεί ψηλά στο φεγγάρι βρίσκεται η αγαπημένη του γυναίκα που χάθηκε και έτσι περιπλανιέται στα δάση και ψάχνει ανάμεσα
στα βράχια των βουνών να τη βρει, όμως ποτέ δε σκέφτεται
να κοιτάξει ψηλά στο φεγγάρι…
β
[…] Θέλω να φύγω μαζί μας, θέλω να φύγω μαζί σας,
Με όλους εσάς μαζί,
Παντού όπου πηγαίνετε!
Τους κινδύνους σας θέλω μπροστά μου να βρω,
Στο πρόσωπό μου, τους ανέμους να νιώσω,
Αυτούς, που το δικό σας γέμισαν ρυτίδες,
Το αλάτι της θάλασσας, που τα χείλη σας φίλησε, να φιλήσω
Στη δουλειά σας το χέρι μου να βάλω,
Τις καταιγίδες σας να μοιραστώ,
Και σαν κι εσάς, σε πανέμορφα λιμάνια να φτάσω!
Τον πολιτισμό, όπως κι εσείς, πίσω μου να αφήσω!
Μαζί σας κάθε ίχνος ηθικής να χάσω!
Στ’ ανοιχτά να νιώσω την ανθρωπιά μου ν’ αλλάζει!
Τις θάλασσες του Νότου μαζί σας να πιω,
Άγρια πράγματα νέα, νέες της ψυχής επαναστάσεις,
Νέες φωτιές πυρηνικές στο ηφαιστειακό μου πνεύμα!
Να φύγω μαζί σας, ν’ απογυμνωθώ-εμπρός, ουστ!-
Απ’ τα πολιτισμένα ρούχα μου, τα ήθη τα χρηστά,
Τον έμφυτό μου φόβο για τις φυλακές,
Την ήσυχη ζωή μου,
Την καθιστική, τη στατική, την προσεγμένη, την κανονική!
Στη θάλασσα, στη θάλασσα, στη θάλασσα, στη θάλασσα,
Αχ!Στη θάλασσα, στον άνεμο, στα κύματα, τη ζωή μου
Να πετάξω!
Ο Γκύντερ Γκρας αποτελεί εδώ και 50 χρόνια, πρότυπο «ηθικής συνείδησης» της Γερμανίας, αφού με το σύνολο του λογοτεχνικού του έργου αλλά και τις δημόσιες παρεμβάσεις του προσπάθησε να εμποδίσει τον εφησυχασμό των συμπατριωτών του, που μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήθελαν να κλείσουν τους λογαριασμούς τους με το παρελθόν, ξεχνώντας τα ναζιστικά εγκλήματα. Συμμετείχε στην Ομάδα 47 με τον Χάινριχ Μπελ, την Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν και άλλους διανοούμενους που αναζήτησαν στα γραπτά τους τη νέα συνείδηση της μεταπολεμικής Γερμανίας.
Το ποίημα του Γερμανού συγγραφέα με τίτλο «Η ντροπή της Ευρώπης» γράφτηκε το 2012, περίοδο οικονομικής κρίσης για τη χώρα μας. Με το ποίημά του αυτό, ο συγγραφέας καλούσε τις ηγεσίες της Ευρώπης να αποτρέψουν τη θυσία της Ελλάδας στον βωμό της κερδοσκοπίας των αγορών. Παράλληλα επικοινωνούσε με την κοινωνία και τους λαούς της Ευρώπης θυμίζοντάς τους τον ρόλο της Ελλάδας στο χτίσιμο της Ευρώπης του μέλλοντος. Το ποίημα έχει φόρμα αρχαιοελληνικής ωδής και διατρέχει την ελληνική ιστορία από την αρχαιότητα ως τη χούντα των συνταγματαρχών. Εδώ ο νομπελίστας προειδοποιεί ότι δίχως την Ελλάδα, η Ευρώπη θα είναι φτωχότερη, μία ήπειρος φθαρμένη και στερημένη από οποιαδήποτε πνευματικότητα.
Η ντροπή της Ευρώπης
Στο χάος κοντά, γιατί δεν συμμορφώθηκε στις αγορές· κι Εσύ μακριά από τη Χώρα, που Σου χάρισε το λίκνο
Όσα Εσύ με την ψυχή ζήτησες και νόμισες πως βρήκες, τώρα θα καταλυθούν, και θα εκτιμηθούν σαν σκουριασμένα παλιοσίδερα.
Σαν οφειλέτης διαπομπευμένος και γυμνός, υποφέρει μια Χώρα· κι Εσύ, αντί για το ευχαριστώ που της οφείλεις, προσφέρεις λόγια κενά.
Καταδικασμένη σε φτώχεια η Χώρα αυτή, που ο πλούτος της κοσμεί Μουσεία: η λεία που Εσύ φυλάττεις.
Αυτοί που με τη δύναμη των όπλων είχαν επιτεθεί στη Χώρα την ευλογημένη με νησιά, στον στρατιωτικό τους σάκο κουβαλούσαν τον Χέλντερλιν.
Ελάχιστα αποδεκτή Χώρα, όμως οι πραξικοπηματίες της, κάποτε, από Εσένα, ως σύμμαχοι έγιναν αποδεκτοί.
Χώρα χωρίς δικαιώματα, που η ισχυρογνώμονη εξουσία ολοένα και περισσότερο της σφίγγει το ζωνάρι.
Σ’ Εσένα αντιστέκεται φορώντας μαύρα η Αντιγόνη, και σ’ όλη τη Χώρα πένθος ντύνεται ο λαός, που Εσένα φιλοξένησε.
Όμως, έξω από τη Χώρα, του Κροίσου οι ακόλουθοι και οι όμοιοί του όλα όσα έχουν τη λάμψη του χρυσού στοιβάζουν στο δικό Σου θησαυροφυλάκιο.
Πιες επιτέλους, πιες! κραυγάζουν οι εγκάθετοι των Επιτρόπων· όμως ο Σωκράτης, με οργή Σου επιστρέφει το κύπελλο γεμάτο ώς επάνω.
Θα καταραστούν εν χορώ, ό,τι είναι δικό Σου οι θεοί, που τον Όλυμπο τους η δική Σου θέληση ζητάει ν’ απαλλοτριώσει.
Στερημένη από πνεύμα, Εσύ θα φθαρείς χωρίς τη Χώρα, που το πνεύμα της, Εσένα, Ευρώπη, εδημιούργησε.
(Μετάφραση: Πατρίτσια Αδαμοπούλου) Πηγή: Καθημερινή
Ήρθαν ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.
Έφεραν
τον Σοφό, τον Οικιστή και τον Γεωμέτρη Βίβλους γραμμάτων και αριθμών την πάσα Υποταγή και Δύναμη το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.
Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν’ αρχινίσει παιχνίδι
ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.
‘Έστησαν και θεμελίωσαν
στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα πύργους κραταιούς κι επαύλεις ξύλα και άλλα πλεούμενα
τούς Νόμους, τούς θεσπίζοντας το καλά και συμφέροντα στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.
Ούτε καν ένα χνάρι θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.
Έφτασαν ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου το παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και το δώρα τους άλλα δεν ήτανε παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ ’ανοιχτά πού καρτέραγαν δάχτυλα μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
Οδυσσέας Ελύτης
byantikleidi.com
|
Στίχοι:
Μουσική:
Δε θέλω να σου πω λόγια μεγάλα Δεν έχω να σου πω λόγια μεγάλα Άνθρωπε ανθρωπάκι μου μικρό Από το διπλανό κελί Άνθρωπε ανθρωπάκι μου μικρό Ένα μονάχα θα σου πω Δεν έχω να σου πω λόγια μεγάλα
stixoi.info |
«ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΕΣΥ ΗΛΙΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΦΩΤΙΣΕΙΣ τους σβησμένους ήλιους των άλλων. Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει».
«ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΥΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι…»
«ΝΑ ΜΗΝ ΑΡΝΙΕΣΑΙ ΤΗ ΝΙΟΤΗ ΣΟΥ ΩΣ ΤΑ ΒΑΘΙΑ ΓΕΡΑΜΑΤΑ, να μάχεσαι σε όλη σου τη ζωή να μετουσιώσεις σε κατάκαρπο δέντρο την εφηβική σου άνθηση, αυτός, θαρρώ, είναι ο δρόμος του ολοκληρωμένου ανθρώπου».
«ΕΧΟΥΝ ΝΑ ΠΟΥΝ ΠΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΖΩΟ που συλλογιέται το θάνατο. Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία».
«ΝΙΩΘΩ ΣΑΝ ΝΑ ΧΤΥΠΑΜΕ ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΜΑΣ στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα».
«ΑΣΤΡΑ, ΠΟΥΛΙΑ, ΣΠΟΡΟΙ, ΟΛΑ ΥΠΑΚΟΥΟΥΝ. Και μόνο ο άνθρωπος σηκώνει κεφάλι και θέλει να παραβεί το νόμο και να μετατρέψει την υπακοή σε ελευτερία. Γι’ αυτό κι απ’ όλα τα πλάσματα του Θεού αυτός μονάχα μπορεί κι αμαρταίνει. Τι θα πει αμαρταίνει; χαλνάει την αρμονία»
«ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΥΜΑΙ! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι…»
«ΔΕΝ ΔΙΑΛΕΓΕΙΣ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ. Αυτά διαλέγουν εσένα».
«ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΑ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΑ, ΕΦΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ που πήρε ο Θεός στους αιώνες και ξεκρίνω, πίσω από την άπαυτη ροή του, την απόλυτη ενότητα».
«ΠΟΤΕ ΜΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΙΣ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ Τ’ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου».
«ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΛΕΣ: Θάνατος δεν υπάρχει».
«ΕΝΑΣ ΔΡΟΜΟΣ, ΕΝΑΣ ΜΟΝΑΧΑ οδηγάει στον Θεό, ο ανήφορος».
«ΑΝ ΔΕ ΔΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΧΕΡΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, δε βάζει μήτε κι αυτός το δικό του».
«ΣΚΥΒΩ ΑΠΑΝΩ ΣΤΟ ΜΕΡΜΗΓΚΙ, θωρώ μέσα στο γυαλιστερό μαύρο μάτι του το πρόσωπο του Θεού».
«ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΚΑΤΑΛΥΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΠΟΥ μεταμορφώνει την ύλη σε πνέμα. Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα κομμάτι από το θεϊκό αυτό στρόβιλο και γι’ αυτό κατορθώνει να μετουσιώνει το ψωμί και το νερό και το κρέας και να το κάνει στοχασμό και πράξη»
“ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΟΥ ΧΡΕΟΣ, ΕΚΤΕΛΩΝΤΑΣ ΤΗ ΘΗΤΕΙΑ ΣΟΥ στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει». [
ΛYΠΑΜΑΙ, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΙΝΩ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ. Δεν είναι δική μου υπόθεση. Δεν θέλω ούτε να βασιλέψω, ούτε να κατακτήσω κανέναν. Θα ήθελα να βοηθήσω όλο τον κόσμο, αν μπορούσα. Εβραίους, χριστιανούς, μαύρους, λευκούς.
ΟΛΟΙ ΕΠΙΘΥΜΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ, αυτή είναι η φύση των ανθρώπων. Να ζούμε με την ευτυχία των άλλων, και όχι με τη δυστυχία τους. Δεν θέλουμε ούτε να μισούμε, ούτε να περιφρονούμε. Περισσότερο κι από τις μηχανές, χρειαζόμαστε την ανθρωπιά…
ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ, Η ΦΩΝΗ ΜΟΥ ΦΤΑΝΕΙ στα αυτιά εκατομμυρίων ανθρώπων, απελπισμένων γυναικών, παιδιών, που είναι θύματα ενός συστήματος που ξέρει μόνο να βασανίζει και να φυλακίζει αθώους ανθρώπους.
ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕ ΑΚΟΥΝΕ, ΛΕΩ: ΜΗΝ ΑΠΕΛΠΙΖΕΣΤΕ. Η τωρινή μας δυστυχία δεν είναι παρά το πέρασμα της πλεονεξίας και της σκληρότητας εκείνων που φοβούνται την πρόοδο του ανθρώπου…
ΤΟ ΜΙΣΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΚΤΑΤΟΡΕΣ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ. Και η δύναμη που αφαίρεσαν από τον λαό θα επιστρέψει σε αυτόν ξανά. Όσο οι άνθρωποι πεθαίνουν, η ελευθερία δεν θα αφανιστεί ποτέ».
[Πηγή: www.doctv.gr]
Στέκω Ακόμα
Μας θέλουν να λυγίσουμε – να φτάσουμε στον πάτο
Μπροστά να προχωρήσουμε – με το κεφάλι κάτω
Μας λένε πως ξοφλήσαμε – ψηλώσαμε τα χέρια
Πως όλα πια τελειώσανε – θα ζούμε στη μιζέρια
Όταν κάτι τελειώνε κάτι νέο αρχίζει
Κι ότι δεν σε σκοτώνει τη ζωή σου γεμίζει
Κι αν δεν τέλειωσα πια κι αν δεν κλείνω το στόμα
Ρίξε κι άλλη γροθιά – Στέκω ακόμα
Τόσες φορές το δείξαμε – ότι μαζί μπορούμε
Φτάνει να το θελήσουμε – κι όλοι να ενωθούμε
Μόνος σου βρες το στη ζωή – εκεί είναι γραμμένο
Μαζί αν το θελήσουμε – δεν έχει πεπρωμένο
Όταν κάτι τελειώνε κάτι νέο αρχίζει
Κι ότι δεν σε σκοτώνει τη ζωή σου γεμίζει
Κι αν δεν τέλειωσα πια κι αν δεν κλείνω το στόμα
Ρίξε κι άλλη γροθιά – Στέκω ακόμα
Only united we move on
Only united we move strong
Only united we won’t fail
Only Love the only way
Όταν κάτι τελειώνει κάτι νέο αρχίζει
Κι ό,τι δε σε σκοτώνει – ειν” η ζωή σου
Όχι δεν τέλειωσα πια δεν θα κλείσω το στόμα
Ρίξε κι άλλες γροθιές – Στέκω ακόμα
Στέκω ακόμα – Στέκω ακόμα!
Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.
Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα Συναισθήματα.
Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.
Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.
Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.
Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.
Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»,
«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα»
Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.
«Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη.
«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία.
Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια.
«Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου».
«Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.
Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία.
Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.
Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!».
Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του.
Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.
Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση:
«Γνώση, ποιος με βοήθησε»;
«Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση.
«Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε o Χρόνος;»
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με τη βαθιά σοφία της είπε:
«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο
μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».
Μια μέρα o γάιδαρος ενός αγρότη έπεσε σε ένα πηγάδι.
Το ζώο φώναζε απελπισμένα για ώρες κι ο αγρότης προσπαθούσε να καταλάβει τι έπρεπε να κάνει. Τέλος, αποφάσισε ότι το ζώο ήταν γέρικο, και τα έξοδα που απαιτούνταν για να το βγάλει από το πηγάδι ήταν πολλά. Δεν άξιζε τον κόπο να προσπαθήσει να σώσει τον γάιδαρο. Το μόνο που σκέφτηκε να κάνει ήταν να το θάψει ζωντανό.
Κάλεσε όλους τους γείτονές του να έρθουν και να τον βοηθήσουν. Πήραν όλοι από ένα φτυάρι και άρχισαν να πετάνε χώματα στο πηγάδι. Στην αρχή, ο γάιδαρος συνειδητοποίησε τι συνέβαινε και φώναξε φρικτά. Μετά όμως, προς έκπληξη όλων, ησύχασε.
Λίγα φορτία χώμα αργότερα, ο γεωργός κοίταξε κάτω το πηγάδι κι έμεινε έκπληκτος με αυτό που είδε.
Ήταν κάτι καταπληκτικό!!!!
Με κάθε φτυαριά χώμα που έπεφτε στην πλάτη του, ο γάιδαρος τιναζόταν και να έκανε ένα βήμα προς τα πάνω.
Οι γείτονες του αγρότη συνέχισαν να πετάνε φτυαριές χώμα πάνω στο ζώο, κι αυτό κάθε φορά τιναζόταν κι έκανε ένα βήμα προς τα πάνω. Πολύ σύντομα, όλοι ήταν έκπληκτοι με το γαϊδούρι να έχει φτάσει στην επιφάνεια του πηγαδιού.
Η ζωή μπορεί να φέρει σε σας πολλές φτυαριές από σκουπίδια μέσα στο πηγάδι της ζωής σας. Να θυμάστε όμως πως κάθε ένα από τα προβλήματά σας αυτά είναι ένα εφαλτήριο. Μπορούμε να βγούμε από τα βαθύτερα πηγάδια απλά με ένα τίναγμα. Πατάμε πάνω στο πρόβλημα και κάνουμε ένα βήμα πάνω.
Eρώτηση Δημοσιογράφου: Συχνά λέγεται ότι η Ελλάδα είναι «προβληματική», στην Ελλάδα «όλα γίνονται στον αέρα», «χωρίς προγραμματισμό», «χωρίς βάρος». Με τέτοιες διαπιστώσεις συμφωνούν πολλοί. Αλλά περιορίζονται συνήθως μόνο στις διαπιστώσεις. Γνωρίζω ότι η ελληνική κατάσταση σας απασχολεί βαθιά. Ποια είναι η ερμηνεία σας για όσα συμβαίνουν; Γιατί συμβαίνουν έτσι τα πράγματα στην Ελλάδα; Ποιες οι βαθύτερες αιτίες;
Καστοριάδης: Πρώτον, δεν ξέρω. Δεύτερον, στο μέτρο που μπορώ να ξέρω κάτι, είναι ότι η πολιτική ζωή του ελληνικού λαού τελειώνει περίπου το 404 π.χ.
Δημοσιογράφος: Νομίζω ότι θα ενοχλήσει πολύ αυτή η διατύπωσή σας.
Καστοριάδης: Τι να κάνουμε. Μιλώ για την πραγματική πολιτική ζωή του λαού ως αυτόνομου παράγοντα. Δεν μιλώ για μάχες, για αυτοκράτορες, για Μεγαλέξανδρους και Βασίλειους Βουλγαροκτόνους. Μετά τον πέμπτο π.Χ. αιώνα και την αυτοκυβέρνηση του λαού στις δημοκρατικές πόλεις -και πάντως, μετά τον περίεργο τέταρτο π.Χ. αιώνα- η ελληνική ελευθερία πεθαίνει.
Οι ελληνικές πόλεις γίνονται υποχείριες των βασιλέων της Μακεδονίας. Βεβαίως, ο Αλέξανδρος και οι διάδοχοί του παίζουν έναν κοσμοϊστορικό ρόλο. Κατακτούν την Ασία και την Αίγυπτο. Διαδίδουν την ελληνική γλώσσα και παιδεία. Αλλά πολιτική ζωή, πλέον, δεν υπάρχει. Τα βασίλεια των διαδόχων του Αλεξάνδρου, ως πολιτική συγκρότηση, είναι ουσιαστικά μοναρχίες. Εξάλλου, καθώς ξέρουμε, ο ίδιος ο Αλέξανδρος αντιμετώπισε στασιασμό των Ελλήνων που είχε πάρει μαζί του, διότι ήθελε να τους υποχρεώσει να γονυπετούν μπροστά του, όπως οι Πέρσες μπροστά στο Μεγάλο Βασιλέα – πράγμα ανθελληνικότατο, (: Είπαμε ότι ο ορισμός της ελληνκότητας είναι το «ΟΥΧ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΤΟ ΠΡΟΣΚΥΝΕΙΝ*, ιδέες- ΔΟΓΜΑΤΑ & ανθρώπους- ΔΕΣΠΟΤΕΣ»).
Σε όλη τη διάρκεια της ελληνιστικής εποχής, (: ελληνιστικό = σαν ελληνικό), οι ελληνικές πόλεις, με λίγες περιθωριακές και παροδικές εξαιρέσεις, αποτελούν παιχνίδια στα χέρια των ελληνιστικών δυναστειών. Ακολουθεί η ρωμαϊκή κατάκτηση, κάτω από την οποία οι ελληνικές πόλεις δεν έχουν παρά μόνον κοινοτική ζωή. Κατόπιν, έρχεται η βυζαντινή αυτοκρατορία. Το Βυζάντιο είναι μια ανατολική, θεοκρατική μοναρχία. Στο Βυζάντιο η πολιτική ζωή περιορίζεται στις ίντριγκες της Κωνσταντινούπολης, του αυτοκράτορα, των «δυνατών» και των ευνούχων της αυλής. Και βεβαίως, τα σχολικά μας βιβλία δεν αναφέρουν ότι στη βυζαντινή αυλή υπήρχαν ευνούχοι, όπως σ΄ αυτήν του Πεκίνου.
Δημοσιογράφος: Όλα αυτά αφορούν ένα πολύ μακρινό ιστορικό παρελθόν. Η Ελλάδα ως σύγχρονο νεοελληνικό κράτος έχει, ήδη, ιστορία εκατόν εβδομήντα ετών. Θα θέλατε να επικεντρώσετε σ΄ αυτή την περίοδο;
Καστοριάδης: Μα, αυτή η περίοδος είναι ακατανόητη χωρίς τους είκοσι έναν αιώνες ανελευθερίας που προηγήθηκαν. Λοιπόν, μετά το Βυζάντιο έρχεται η τουρκοκρατία. Μην ανησυχείτε, δεν θα μπω σε λεπτομέρειες. Θα αναφέρω μόνο ότι επί τουρκοκρατίας όση εξουσία δεν ασκείται απευθείας από τους Τούρκους, ασκείται από τους κοτζαμπάσηδες (τους εντολοδόχους των Τούρκων), οι οποίοι κρατούν τους χωριάτες υποχείριους. Συνεπώς, ούτε σ΄ αυτή την περίοδο μπορούμε να μιλήσουμε για πολιτική ζωή. Όταν αρχίζει η Επανάσταση του 1821, διαπιστώνουμε από τη μια μεριά τον ηρωισμό του λαού και από την άλλη, σχεδόν αμέσως, την τεράστια αδυναμία να συγκροτηθεί μια πολιτική κοινωνία**. Την επομένη της πτώσης της Τριπολιτσάς αρχίζουν οι εμφύλιοι πόλεμοι.
Δημοσιογράφος: Πού οφείλεται αυτή η «τεράστια αδυναμία να συγκροτηθεί μια πολιτική κοινωνία»; Ποιοι είναι οι λόγοι;
Καστοριάδης: Ουδείς μπορεί να δώσει απάντηση στην ερώτησή σας για ποιο λόγο, κάποιος, σε μιαν ορισμένη στιγμή, δεν δημιούργησε κάτι. Η συγκρότηση ενός λαού σε πολιτική κοινωνία δεν είναι δεδομένη, δεν είναι κάτι που χαρίζεται, αλλά κάτι που δημιουργείται. Μπορούμε απλώς να διαπιστώσουμε ότι, όταν απουσιάζει μια τέτοια δημιουργία, τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης κατάστασης διατηρούνται ή αλλάζουν μόνο μορφή.
Δημοσιογράφος: Και ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτά στην ελληνική περίπτωση;
Καστοριάδης: Ορισμένα τα εντοπίζουμε, ήδη, στους εμφύλιους πολέμους της Επανάστασης του 1821. Βλέπουμε, για παράδειγμα, ότι η νομιμοφροσύνη και η αλληλεγγύη έχουν τοπικό ή τοπικιστικό χαρακτήρα, ισχυρότερο συχνά από τον εθνικό. Βλέπουμε, επίσης, ότι οι πολιτικές κατατάξεις και διαιρέσεις είναι συχνά σχετικές με τα πρόσωπα των «αρχηγών» και όχι με ιδέες, με προγράμματα, ούτε καν με «ταξικά» συμφέροντα.
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό είναι η στάση απέναντι στην εξουσία. Στην Ελλάδα, μέχρι και σήμερα, το κράτος εξακολουθεί να παίζει τον ρόλο του ντοβλετιού, δηλαδή μιας αρχής ξένης και μακρινής, απέναντι στην οποία είμαστε ραγιάδες και όχι πολίτες. Δεν υπάρχει κράτος νόμου και κράτος δικαίου, ούτε απρόσωπη διοίκηση που έχει μπροστά της κυρίαρχους πολίτες. Το αποτέλεσμα είναι η φαυλοκρατία ως μόνιμο χαρακτηριστικό. Η φαυλοκρατία συνεχίζει την αιωνόβια παράδοση της αυθαιρεσίας των κυρίαρχων και των «δυνατών»: ελληνιστικοί ηγεμόνες, Ρωμαίοι ανθύπατοι, Βυζαντινοί αυτοκράτορες, Τούρκοι πασάδες, κοτζαμπάσηδες, Μαυρομιχάληδες, Κωλέττης, Δηλιγιάννης.
Δημοσιογράφος: Θέλετε να πείτε ό,τι έγινε -αντιθέτως- σε άλλες χώρες, στη Δυτική Ευρώπη;
Καστοριάδης: Εκεί, αυτό έγινε! Ο μακαρίτης ο Γιώργος Καρτάλης έλεγε κάνοντάς μου καζούρα στο Παρίσι το 1956: «Κορνήλιε, ξεχνάς ότι στην Ελλάδα δεν έγινε Γαλλική Επανάσταση». Πράγματι, στην Ελλάδα δεν έχει υπάρξει εποχή που ο λαός να έχει επιβάλει, έστω και στοιχειωδώς, τα δικαιώματά του. Και η ευθύνη, για την οποία μίλησα, εκφράζεται με την ανευθυνότητα της παροιμιώδους φράσης: «εγώ θα διορθώσω το ρωμέικο;». -Ναι, κύριε, εσύ θα διορθώσεις το ρωμέικο, στο χώρο και στον τομέα όπου βρίσκεσαι
*Ο Κορνήλιος Καστοριάδης (Κωνσταντινούπολη, 11 Μαρτίου 1922- Παρίσι, 26 Δεκεμβρίου 1997) ήταν Έλληνας φιλόσοφος, οικονομολόγος και ψυχαναλυτής. Συγγραφέας του έργου Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, διευθυντής σπουδών στην Σχολή Ανωτέρων Σπουδών Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού από το 1979, και φιλόσοφος της αυτονομίας, υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές του 20ου αιώνα.
Πηγή: Βιβλίο, Η ελληνική ιδιαιτερότητα- Τόμος Β΄, εκδόσεις Κριτική
Ο μύθος λέει οτι πριν ακόμα υπάρξει η ανθρωπότητα, μαζεύτηκαν διάφορα τελώνια για να σκαρώσουν μια φάρσα. Λέει ένα από αυτά:
«Πολύ σύντομα θα δημιουργηθούν οι άνθρωποι. Δεν είναι δίκαιο να έχουν τόσες αρετές και τόσες δυνατότητες. Κάτι πρέπει να κάνουμε για να τους είναι πιο δύσκολο να πάνε μπροστά. Να τους γεμίσουμε διαστροφές κι ελαττώματα… Αυτό θα τους καταστρέψει».
Το μεγαλύτερο στα χρόνια τελώνιο, λέει:
«Προβλέπεται να έχουν ελαττώματα και διπροσωπία αλλά αυτό θα τους κάνει απλώς πιο ολοκληρωμένους. Νομίζω οτι πρέπει να τους στερήσουμε κάτι που, όπως και να ’ναι θα τους κάνει να ζουν κάθε μέρα κι από μια καινούργια πρόκληση».
«Τι πλάκα θα ’χει!!!» είπαν όλα μαζί.
Αλλά ένα νεαρό και πονηρό τελώνιο, από μια γωνιά, σχολιάζει:
«Πρέπει να τους πάρουμε κάτι σημαντικό… αλλά τί;»
Μετά από πολλή σκέψη, το μεγαλύτερο αναφωνεί:
«Το βρήκα! Θα τους πάρουμε το κλειδί της ευτυχίας».
«Θαυμάσια… φανταστική… καταπληκτική ιδέα!» φωνάζουν τα τελώνια χορεύοντας γύρω από ένα τεράστιο καζάνι.
Το γέρικο στοιχειό συνεχίζει:
«Το πρόβλημα είναι πού να το κρύψουμε για να μη μπορέσουν να το βρουν».
Το πρώτο τελώνιο ξαναπαίρνει το λόγο:
«Να το κρύψουμε στην κορυφή του πιο ψηλού βουνού του κόσμου».
Αμέσως, όμως, ένα άλλο τελώνιο απαντά:
«Όχι. Μην ξεχνάτε πως θα έχουν δύναμη και θα είναι πεισματάρηδες. Εύκολα, κάποια στιγμή, μπορεί ν’ ανέβει κάποιος και να το βρει, κι άμα το βρει ένας θ’ ακολουθήσουν όλοι, και τότε πάει, τελείωσε η πρόκληση».
Ένα τρίτο τελώνιο προτείνει:
«Να το κρύψουμε στο βυθό της θάλασσας».
Ένα τέταρτο, παίρνει το λόγο και απαντά:
«Όχι. Θυμηθείτε πως είναι περίεργοι. Κάποια στιγμή θα κατασκευάσουν μια συσκευή για να μπορούν να κατεβαίνουν στο βυθό, και τότε θα το βρουν πολύ εύκολα».
Το τρίτο τελώνιο λέει:
«Να το κρύψουμε σε έναν πλανήτη μακριά από τη Γη».
Οι άλλοι όμως απαντούν:
«Όχι. Μη ξεχνάς την ευφυία τους. Μια μέρα, κάποιος θα κατασκευάσει ένα πλοίο με το οποίο θα μπορούν να ταξιδέψουν σε άλλους πλανήτες και θα το ανακαλύψουν».
Ένα γέρικο τελώνιο που είχε μείνει μέχρι τώρα σιωπηλό κι αφουγκραζόταν τις προτάσεις των άλλων, σηκώνεται, πάει στο κέντρο και λέει:
«Νομίζω πως ξέρω που πρέπει να το βάλουμε για να μην μπορέσουν πραγματικά να το βρουν. Πρέπει να το βάλουμε εκεί που δεν θα έψαχναν ποτέ».
Γυρνάνε όλοι έκπληκτοι και ρωτάνε μ’ ένα στόμα:
«Πού;»
Το γέρικο τελώνιο απαντά:
«Θα το κρύψουμε μέσα τους… πολύ κοντά στην καρδιά τους…»
Τα χειροκροτήματα πολλαπλασιάζονται, κι αρχίζουν να γελάνε όλα μαζί:
«Χα.. χα.. χα..! Θα ψάχνουν να το βρουν απ’ έξω, απελπισμένοι, και δεν θα ξέρουν πως το έχουν συνεχώς μαζί τους».
Ο νεαρός σκεπτικιστής σημειώνει:
«Οι άνθρωποι θα έχουν βαθιά επιθυμία να γίνουν ευτυχισμένοι, κι αργά ή γρήγορα θα βρεθεί ένας αρκετά σοφός ώστε να ανακαλύψει που βρίσκεται το κλειδί. Και τότε, θα το πει σε όλους».
«Μπορεί να γίνει κι έτσι» λέει το πιο ηλικιωμένο τελώνιο, ωστόσο, οι άνθρωποι θα έχουν επίσης μια έμφυτη δυσπιστία για τα πιο απλά πράγματα. Αν ποτέ υπάρξει αυτός ο άνθρωπος και αποκαλύψει πως το μυστικό κρύβεται μέσα στον καθένα… κανένας δεν θα τον πιστέψει».
Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας
ο πετροπαιχνιδιάτορας
από την άκρη των ακρώ
κατηφοράει στο Ταίναρο
Φωτιά ‘ναι το πηγούνι του
χρυσάφι το πιρούνι του.
Ο ΗΛΙΟΣ
Εσείς στεριές και θάλασσες
τ’ αμπέλια κι οι χρυσές ελιές
ακούτε τα χαμπέρια μου
μέσα στα μεσημέρια μου
«Σ’ όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
μόνον ετούτον αγαπώ!»
Από τη μέση του εγκρεμού
στη μέση του αλλού πελάγου
κόκκινα κίτρινα σπαρτά
νερά πράσινα κι άπατα
«Σ’ όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
μόνον ετούτον αγαπώ!»
Με τα μικρά χαμίνια του
καβάλα στα δελφίνια του
με τις κοπέλες τις γυμνές
που καίγονται στις αμμουδιές
με τους λοξάτους πετεινούς
και με τα κουκουρίκου τους!
………
Βαπόρι στολισμένο βγαίνει στα βουνά
κι αρχίζει τις μανούβρες «βίρα μάινα»
Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές
φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ’ τις δυο μεριές
Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ’ όνειρο
κι έχει λοστρόμο αθώο ναύτη πονηρό
Από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς
βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμό
Έλα Χριστέ και Κύριε λέω κι απορώ
τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο
Χρόνους μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμε
χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε
Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε
μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε
Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!


