Διαβάσαμε
πηγη : http://poema.gr
Οι μέρες μου δεν είναι ίδιες
με τις μέρες σας
κι οι μέρες σας δεν είναι ίδιες
με τις μέρες μου
έστω και αν το ίδιο γρήγορα πετούν
οι δικές μου κι οι δικές σας
σαν τα πουλιά άμα φωνάξει ο καιρός
ν’ αποδημήσουνε
Ομως
επειδή η θέληση
φτιάνει το χαρακτήρα
κι η δράση τη ζωή
ας είναι οι αξίες ανθρώπινες
για να χωρούν σε λόγια
χαρούμενα ή λυπημένα
μιας και στο τέλος μένουν πάντα
δρόμοι ν’ ανοιχτούνε
κι είναι πολλοί
αλλού ίσως όπου νομίζαμε
κοντά ή μακριά
άδειοι ή γεμάτοι
με μια ζωή στην άκρη τους
να γνέφει
ίδια για όλους
και μοναδική για τον καθένα
αφού μαζί του φεύγει
όταν σφίξουνε τα χέρια
μες στο μυστήριο τ’ αξεδιάλυτο
Ποίημα από τη συλλογή “Τέντα στον αέρα”
εκδόσεις Το Ροδακιό, 2009
πηγη : http://poema.gr/
Αν είναι να ‘ρθεις
θα ‘ρθεις απ’ τη θάλασσα
όχι γιατί καήκανε τα μονοπάτια
ούτε γιατί εξάντλησες τα δάση
και οι καρδιές των ελαφιών
και οι εικόνες που δεν έζησες
πάνω στο καύκαλο
της γριάς χελώνας
αλλά γιατί θα κόψεις
την κλωστή του ορίζοντα
με βάρκα
που δεν έχει βαφτιστεί
και με λωρίδες
από το σταρένιο δέρμα σου
θα δέσεις
τις φλέβες που έχουνε τριφτεί
στις ξύλινες προβλήτες
των δακρύων
Ποίημα από τη συλλογή “Τα φώτα απέναντι”, εκδόσεις Ικαρος, 2008
πηγη : http://poema.gr
Καθώς ετοιμάζεις το πρωινό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς να ταΐζεις τα περιστέρια.
Οταν πολέμους ξεκινάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους λαχταρούν την ειρήνη.
Οταν πληρώνεις το νερό, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που μόνο τα σύννεφα έχουν να τους θηλάσουν.
Οταν γυρνάς στο σπιτικό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους ζουν σε αντίσκηνα.
Οταν τα αστέρια μετράς πριν κοιμηθείς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν έχουνε πού να πλαγιάσουν.
Οταν ελεύθερα μιλάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν τους αφήνουν να μιλήσουν.
Και καθώς σκέφτεσαι εκείνους τους άλλους,
στον εαυτό σου γύρισε και πες:
«Αχ και να ήμουν ένα κερί στο σκοτάδι».
Ποίημα από την έκδοση «Μαχμούντ Νταρουΐς…να σκέφτεσαι τους άλλους
– 12 ποιήματα του Παλαιστίνιου ποιητή», μτφρ.: Τζένη Καραβίτη, Νήσος, 2009
οι άνθρωποι που κοιμήθηκαν μέσα μου
κι η αγωνία
να τους κρατήσω εκεί
για πάντα κοιμισμένους
οι άνθρωποι που μέσα μου κοιμούνται
κι η έγνοια
να σκουπίσω καλά όλους τους θορύβους
προτού τους ξυπνήσουν
οι άνθρωποι που μέσα μου θα αποκοιμιούνται
κι η ανακούφιση ότι
ποτέ ξανά δεν θα αφήσω να υπάρξουν
άνθρωποι που μέσα μου θα αποκοιμιούνται.
Ποίημα από τη συλλογή «χιόνι-χιόνι»,
Εκδόσεις Νεφέλη 2010
πηγή : http://poema.gr
Ἡ μαμὰ γύρισε κουρασμένη ἀπὸ τὴ δουλίτσα της, ἔγειρε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ μπαμπᾶ νὰ ξεκουραστεῖ καὶ βρῆκα τὴν εὐκαιρία νὰ χωθῶ ἀνάμεσά τους, ποὺ εἶναι τόσο ζεστά, φτάνει νὰ μὴν ἐμφανιστεῖ ὁ Ἀχιλλέας – ὁ Ἀχιλλέας εἶναι ὁ βλάκας ὁ μεγάλος μου ἀδερφὸς – καὶ θέλει κι αὐτὸς ἀγκαλίτσες. Μοῦ ἀρέσει πολὺ ἡ ἀγκαλίτσα τοῦ μπαμπὰ καὶ τῆς μαμᾶς καὶ δὲν θέλω καθόλου νὰ μαλώνουνε, γιατί ὁ μπαμπὰς καὶ ἡ μαμὰ εἶναι κι οἱ δυό τους πολὺ καλοί, ὄχι σὰν τὸν Ἀχιλλέα, ποὺ σὲ κάνει νὰ τσακώνεσαι κάθε τρεῖς καὶ λίγο!
Μερικὲς φορὲς ὅμως ὁ μπαμπὰς δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴ μαμὰ καὶ ἔχουμε γκρίνιες, ὅπως τότε ποὺ ἀποφασίζαμε σὲ ποιὸ σχολεῖο θὰ πάει ὁ ἀδερφός μου. Ἡ μαμὰ ἤθελε νὰ πάει σὲ ἕνα μεγάλο σχολεῖο μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι μας καὶ ὁ μπαμπάς μου τῆς ἔλεγε πὼς καὶ τὸ δικό μας, αὐτὸ ποὺ ἔχουμε στὴ γειτονιὰ καὶ πηγαίνει ὁ φίλος μου ὁ Φίλιππος, εἶναι μία χαρά. Κάθε φορὰ ποὺ ὁ Ἀχιλλέας ἤτανε κοντά, κοιτάζονταν μὲ νόημα καὶ σταματοῦσαν τὴ συζήτηση, ἀλλὰ ἐμένα μὲ ξεχνοῦσαν καὶ τοὺς ἄκουγα νὰ μαλώνουνε ποιὸ εἶναι τὸ καλύτερο σχολεῖο γιὰ τὸν ἀδερφό μου.
Μία μέρα ὁ μπαμπὰς εἶπε πὼς δὲν μποροῦμε νὰ πληρώνουμε κι ἄλλα λεφτά, φτάνουν ὅσα δίνουμε γιὰ τὸ σταθμὸ τῆς μικρῆς, καὶ ἡ μαμὰ τὸν κοίταξε πολὺ ἄγρια ὅπως κοίταξε τὸν Ἀχιλλέα ὅταν ἔσπασε τὸ βάζο τῆς θείας Οὐρανίας, δείχνοντας πρὸς τὴ μεριά μου. Ὁ μπαμπάς μου κοκκίνισε, μὲ πῆρε ἀγκαλιὰ καὶ κάναμε τρενάκι σὲ ὅλο τὸ σπίτι. Μοῦ ἀρέσει πολὺ ὅταν ὁ μπαμπὰς δὲν ἔχει δουλίτσα καὶ παίζουμε τὸ τρενάκι! Μία φορὰ ποὺ κάναμε τρενάκι στὶς σκάλες, ὁ μπαμπάς μου σταμάτησε γιατί κουράστηκε πολὺ καὶ φούσκωσε, καὶ ἡ μαμὰ τοῦ ἔλεγε ὅτι ἔχει μεγαλώσει ἡ κοιλιά του καὶ δὲν μετράει τὴν πίεσή του καὶ πότε θὰ πᾶμε νὰ κάνουμε τὴ δοκιμασία κοπώσεως ποὺ τοῦ ζήτησε ὁ γιατρὸς καὶ τὴ ζαχάρου, ἢ κάτι μὲ ζάχαρη, δὲν κατάλαβα καλά. Ἡ μαμὰ δὲν ἀφήνει τὸν μπαμπὰ νὰ τρώει γλυκὰ μὲ ζάχαρη, γιατί μαζεύεται στὸ αἷμα του καὶ θὰ τοῦ κάνει κακό, καὶ πρέπει νὰ τρώει λίγο καὶ νὰ μὴν ἔχει κοιλίτσα καὶ νὰ περπατάει τὰ βράδια μετὰ τὴ δουλίτσα του.
Ὁ μπαμπὰς ὅμως φεύγει γιὰ τὴ δουλίτσα του πολὺ πρωί, καὶ ὅταν γυρίζει εἶναι πολὺ κουρασμένος καὶ δὲν μπορεῖ νὰ περπατάει, οὔτε νὰ παίζουμε τὸ τρενάκι μπορεῖ. Ἡ μαμὰ ἔχει δουλίτσα μακριὰ ἀπὸ τὸν μπαμπὰ καὶ κουράζεται κι αὐτὴ πολὺ στὴ δουλίτσα της. Ἐγὼ ζηλεύω ποὺ ἡ μαμὰ καὶ ὁ μπαμπὰς πᾶνε στὴ δουλίτσα τους καὶ θέλω νὰ πάω κι ἐγώ, ἀλλὰ ἡ μαμά μου λέει πὼς ἡ δικιά μου δουλίτσα εἶναι τὸ σχολεῖο, ἐγὼ ὅμως ὅταν μεγαλώσω θὰ κάνω δουλίτσα σὰν τῆς μαμᾶς καὶ τοῦ μπαμπᾶ, σχολεῖο νὰ πηγαίνει ὁ Ἀχιλλέας!
Ἄλλες φορὲς πάλι ὁ μπαμπὰς καὶ ἡ μαμὰ ἔχουνε δουλίτσα καὶ τὸ βράδυ, κι ἐμεῖς μένουμε μὲ τὴ γιαγιά μου, κι ἐγὼ εἶμαι πολὺ χαρούμενη, γιατί μᾶς κάνει τηγανίτες μὲ μέλι καί, ἅμα εἶμαι καλὸ κορίτσι, κοιμᾶμαι στὴν ἀγκαλίτσα της. Ἡ γιαγιά μου φτιάχνει τηγανίτες καὶ πίττες καὶ ὡραῖες σοῦπες πού μοῦ ἀρέσουνε πολὺ καὶ αὐγὰ μάτια ποὺ ἀρέσουνε στὸν Ἀχιλλέα. Ἡ γιαγιὰ μᾶς ἀγαπάει πολύ, ἀλλὰ μόνο ἐγὼ κοιμᾶμαι στὴν ἀγκαλίτσα της, γιατί ὁ Ἀχιλλέας εἶναι ὁλόκληρος ἄντρας καὶ κοιμᾶται μόνος στὸ κρεβάτι του, καὶ ἡ ἀγκαλίτσα της εἶναι πολὺ ζεστὴ καὶ μαλακὴ καὶ μοῦ ἀρέσει πολὺ γιατί μυρίζει ὡραῖα.
Ἡ μαμά μου μαλώνει τὴ γιαγιὰ ἅμα μᾶς φτιάχνει τηγανίτες μὲ μέλι τὸ βράδυ, γιατί τὸ βράδυ δὲν πρέπει νὰ τρῶμε πολύ, γιατί ἀμέσως μετὰ κοιμόμαστε. Ἡ μαμὰ λέει πὼς φτιάχνουμε τηγανίτες τὶς Κυριακές, ποὺ ἔχει καλὸ καιρὸ καὶ πᾶμε στὴν παιδικὴ χαρὰ καὶ κάνουμε βόλτα στὸ πάρκο καὶ ἔχουμε κουραστεῖ καὶ πεινᾶμε σὰν λύκοι, ὅπως λέει ὁ μπαμπάς. Ἡ μαμὰ ὅμως λέει ὅτι δὲν πρέπει νὰ πεινᾶμε σὰν λύκοι, πρέπει πάντα κάτι νὰ τρῶμε πρὶν πεινάσουμε πολύ, καὶ ἡ μαμὰ παίρνει μαζί της στὴν παιδικὴ χαρὰ μπανάνες κι ἀχλάδια καὶ μῆλα, ποὺ ἐμένα μοῦ ἀρέσουνε πολύ.
Σάββατο καὶ Κυριακὴ εἶναι οἱ καλύτερες ἡμέρες, γιατί ὁ μπαμπὰς καὶ ἡ μαμὰ δὲν ἔχουνε δουλίτσα καὶ ἐμεῖς δὲν πᾶμε σχολεῖο καὶ μποροῦμε νὰ ζωγραφίσουμε καὶ νὰ παίξουμε στὴν παιδικὴ χαρὰ καὶ νὰ κάνουμε ποδήλατο. Ὁ Ἀχιλλέας ἔχει ἕνα μεγάλο ποδήλατο καὶ ὁ μπαμπὰς τὸν παίρνει μαζὶ σὲ μεγάλες βόλτες, γιατί δὲν τοῦ ἀρέσει στὴν παιδικὴ χαρά, εἶναι ἄντρας πιὰ καὶ ἐγὼ θὰ πάρω μεγάλο ποδήλατο μὲ κουδούνι καὶ κόκκινη σέλα καὶ θὰ πηγαίνουμε ὅλοι μαζὶ μεγάλες βόλτες πολὺ μακριά. Τώρα ὅμως μένω μὲ τὴ μαμά μου στὴν παιδικὴ χαρὰ καὶ μοῦ ἀρέσει πολύ, γιατί ἔχω φίλους καὶ κάνουμε τσουλήθρα καὶ τραμπάλα καὶ κάνω κούνια μὲ τὴ φίλη μου τὴ Μαίρη καὶ παραβγαίνουμε ποιὰ θὰ φτάσει πιὸ ψηλὰ κι ἐγὼ μία μέρα πέρασα πολὺ τὴ Μαίρη κι ἔφτασα πολὺ ψηλά, μέχρι τὸν οὐρανό!
Καὶ ἡ μαμά μου ἔχει φίλες στὴν παιδικὴ χαρὰ καὶ μία μέρα τὴν ἄκουσα ποὺ μάλωνε τὴ μαμὰ τῆς Μαίρης, γιατί κάπνιζε κρυφὰ ἀπὸ τὸν μπαμπά της καὶ τὸ κάπνισμα κάνει πολὺ κακὸ καὶ ὁ μπαμπὰς τῆς Μαίρης τὸ ξέρει καὶ δὲν καπνίζει πιά, καὶ ἡ μαμὰ τῆς Μαίρης τὸ ξέρει, ἀλλὰ καπνίζει, καὶ ἡ μαμά μου τὴ μάλωνε γιατί καπνίζει μπροστὰ στὸ παιδί, κι ἐκείνη ἔλεγε ὅτι ὅπου μπορεῖ καπνίζει φτάνει νὰ μὴν τὴ βλέπει ὁ Γιῶργος· Γιῶργος εἶναι ὁ μπαμπὰς τῆς Μαίρης ποὺ εἶναι γιατρὸς καὶ ξέρει ὅτι τὸ τσιγάρο εἶναι πολὺ κακὸ πράγμα. Κι ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ μαμά μου ἔχει δίκιο, δὲν κάνει ἡ μαμὰ τῆς Μαίρης νὰ λέει ψέματα στὸν μπαμπά της, τὰ καλὰ παιδιὰ δὲν λένε ψέματα, οὔτε ὁ Ἀχιλλέας λέει ψέματα! Μόνο οἱ πολιτικοὶ λένε ψέματα, ἔτσι λέει ὁ μπαμπάς μου καὶ ἡ μαμὰ συμφωνεῖ καὶ ἡ μαμὰ τῆς Μαίρης συμφωνεῖ, καὶ ὁ μπαμπάς μου λέει ὅτι τὰ ψέματα τώρα τελειώσανε, ἀλλὰ οἱ πολιτικοὶ κάνουν σὰν νὰ μὴν τὸ ἔχουνε καταλάβει, ἐμεῖς πρέπει νὰ τὸ καταλάβουμε καὶ νὰ ἀλλάξουμε, καὶ ἂν ἀλλάξουμε ἐμεῖς θὰ ἔχουμε καλοὺς πολιτικούς, ποὺ δὲν θὰ λένε ψέματα, ἢ θὰ λένε λιγότερα ψέματα δὲν κατάλαβα καλά. Καὶ ἡ μαμά μου λέει ὅτι μπορεῖ ἔτσι ὅπως τὰ κάναμε νὰ μὴν ἔχουμε λεφτά, ἀλλὰ μποροῦμε νὰ γίνουμε καλύτεροι, τὰ πολλὰ λεφτὰ δὲν εἶναι πάντα γιὰ καλὸ καὶ ὁ μπαμπάς μου λέει ὅτι φοβᾶται πολὺ γιὰ τὸ θεῖο μου τὸν Κώστα, ποὺ δὲν ἔχει πιὰ δουλίτσα, γιατί τὸ μέρος ποὺ δούλευε ἔκλεισε καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐγὼ κατάλαβα ὅτι ἡ δουλίτσα εἶναι κάτι πολὺ καλό, σὰν τὶς τηγανίτες τῆς γιαγιᾶς μὲ μέλι, καὶ ὅπως ὅλα τὰ καλὰ πράγματα δὲν εἶναι πάντα εὔκολο νὰ τὰ ἔχουμε. Αὐτὰ ἤθελα νὰ σᾶς πῶ γιὰ τὴν ἡμέρα μας, τοῦ παιδιοῦ, ἂν καὶ ὁ μπαμπάς μου λέει ὅτι ὅλες οἱ μέρες εἶναι δικές μας καὶ ὅλοι τὰ παιδιὰ πρέπει νὰ σκεφτόμαστε τώρα ποὺ τὰ ψέματα τελειώσανε!
(Πηγή: «Στοὺς ρυθμοὺς τῆς καρδιᾶς», ἔκδ. Ἑλληνικοῦ Ἱδρύματος Καρδιολογίας, τεύχ. 230 –ἀφιέρωμα- 11 Δεκεμβρίου ἡμέρα παγκοσμίως ἀφιερωμένη στὸ παιδί, σ. 87-88)
WWW.AGIAZONI.GR
Έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη των φίλων στην ευτυχία ή στη δυστυχία; – Επίλογος: Πεμπτουσία της φιλίας είναι η συνεχής επικοινωνία μεταξύ των φίλων
Μτφρ. Β. Μοσκόβης. 1993. Αριστοτέλους Ηθικά Νικομάχεια. Ι–ΙΙ. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
Πότε χρειάζεται κανείς φίλους στην ευτυχία ή στην δυστυχία του;
Τους ζητά και στις δύο περιπτώσεις, γιατί οι δυστυχισμένοι έχουν ανάγκη από βοήθεια, κι οι ευτυχισμένοι από συντρόφους που συζούν μαζί τους και τους ευεργετούν, γιατί η επιθυμία τους συνίσταται στο να παρέχουν τις ευεργεσίες τους.
Είναι, λοιπόν, πιο αναγκαίο να έχει φίλους στη δυστυχία του, (25) αφού χρειάζεται χρήσιμους φίλους, αλλά από ηθική άποψη ωραιότερο είναι να αισθάνεται την ανάγκη φίλων στην ευτυχία του, γιατί σ’ αυτή την περίπτωση αναζητεί ενάρετους ανθρώπους, γιατί είναι προτιμότερο να παρέχει σ’ αυτούς τις ευεργεσίες του και να τους συναναστρέφεται. Κι είναι η παρουσία των φίλων γλυκειά και στην ευτυχία και στη δυστυχία, γιατί όσο υποφέρουν από οδύνη ανακουφίζεται, (30) όταν συμπάσχουν μαζί τους κι οι φίλοι. Γιατί και θα μπορούσε ν’ αμφιβάλλει κανείς, αν οι φίλοι σηκώνουν κι αυτοί κατά κάποιο τρόπο το βάρος ή, αντίθετα, αν λιγοστεύει τον πόνο η ευχάριστη παρουσία τους κι η πεποίθηση ότι συμμετέχει σ’ αυτόν.
Αλλά το ζήτημα, αν ανακουφίζονται γι’ αυτά ή για κάτι άλλο, ας μη το εξετάσουμε τώρα, αρκεί το ότι ανακουφίζονται πραγματικά. (35) Φαίνεται ότι η επίδραση που οφείλεται στην παρουσία είναι ανάμεικτη, [1171b] επειδή το να βλέπει κανείς τους φίλους είναι για τον δυστυχισμένο πολύ ευχάριστο, αφού ο φίλος είναι παρηγοριά και όταν τον βλέπει κανείς και όταν μιλά αν είναι ευαίσθητος. Γιατί ξεύρει τον χαρακτήρα μας καθώς και ό,τι μας προξενεί χαρά ή λύπη. Αλλά, από την άλλη μεριά υποφέρουμε και ‘μεις, (5) όταν βλέπουμε τον φίλο μας να λυπάται για τις δυστυχίες μας, επειδή κάθε φίλος θέλει ν’ αποφεύγει να προκαλεί λύπη στο φίλο του. Γι’ αυτό και οι ανδροπρεπείς από τη φύση τους δεν θέλουν να δίνουν αφορμή στους φίλους τους να συμπάσχουν μαζί τους. Αν όμως δεν αντιλαμβάνονται ότι μονάχα με μια μικρή λύπη των φίλων τους, ανακουφίζουν μια δική τους μεγάλη λύπη, δεν ανέχονται να πάσχει ο φίλος εξαιτίας τους. Γενικά προσπαθούν ν’ αποφεύγουν ανθρώπους που έχουν διάθεση να κλαψουρίζουν όλοι μαζί, γιατί κι αυτοί οι ίδιοι δεν έχουν τάση στο να θρηνούν, (10) μονάχα γυναικάκια και άνδρες γυναικωτοί αισθάνονται χαρά να αναστενάζουν μ’ αυτούς που πενθούν, και αγαπούν αυτά τα πρόσωπα σα φίλους που συμμετέχουν στη θλίψη τους, αλλά έχει χρέος να μιμείται κανείς τον καλύτερο. Αντίθετα στην ευτυχία η παρουσία των φίλων δεν είναι μόνο ευχάριστη, αλλά γεννά και την ιδέα ότι οι φίλοι χαίρονται για τα δικά μας αγαθά. (15) Γι’ αυτό φαίνεται ότι πρέπει να φωνάζουμε πρόθυμα τους φίλους μας, όταν είμαστε ευτυχισμένοι (γιατί είναι ωραίο να ευεργετεί κανείς) και στα ατυχήματά μας να κάνουμε αυτό με δισταγμό (γιατί πρέπει ν’ αποφεύγουμε όσο το δυνατό περισσότερο, να παίρνουν μέρος αυτοί στις λύπες μας). Από ‘δω και το ρητό:
«Αρκετό να είμαι μονάχος μου εγώ ο δυστυχής».
Τέλος πρέπει να φωνάζουμε προπάντων τους φίλους μας, όταν αυτοί πρόκειται να μας προσφέρουν μια μεγάλη υπηρεσία, χωρίς να ενοχληθούν πολύ. (20) Αντίθετα,πρέπει ίσως να πηγαίνουμε στους φίλους μας απρόσκλητοι και πρόθυμοι, όταν αυτοί είναι δυστυχισμένοι (γιατί είναι καθήκον της φιλίας να εξυπηρετούμε μάλιστα εκείνους που βρίσκονται στην ανάγκη, κι ακόμα όταν αυτοί δεν μας το ζητούν, η τέτοια προθυμία είναι αξιοπρεπέστερη και πιο ευχάριστη κι από τα δύο μέρη). Όταν οι φίλοι μας είναι ευτυχισμένοι, πρέπει να τρέχουμε σ’ αυτούς, εφόσον είμαστε ικανοί να τους εξυπηρετήσουμε (γιατί γι’ αυτό χρειαζόμαστε τους φίλους).Όταν όμως πρόκειται να ευεργετούμεθα, πρέπει να πηγαίνουμε σ’ αυτούς απρόθυμα και αργά (25) (γιατί δεν είναι ωραίο να τρέχει κανείς για να παίρνει οφέλη από τους άλλους). Εννοείται ότι δεν πρέπει κανείς να φαίνεται αγενής αποκρούοντας τις υπηρεσίες που του προσφέρουν οι φίλοι του. Γιατί κι αυτό συμβαίνει κάποτε. Σύμφωνα μ’ αυτά την παρουσία των φίλων πρέπει να την ευχόμαστε σε κάθε περίσταση.
Μήπως η συμβίωση δεν είναι για τη φιλία, (30) όπως για τους ερωτευμένους η θέα του λατρεμένου προσώπου, κι όπως οι εραστές προτιμούν την αίσθηση αυτή από κάθε άλλη, εφόσον μέσω αυτής υπάρχει κι απ’ αυτήν γεννιέται το ερωτικό συναίσθημα; Γιατί η φιλία είναι ένα είδος κοινότητας. Επίσης όπως διατίθεται κάποιος προς τον εαυτό του, έτσι διατίθεται και στους φίλους του. Επομένως όπως η αίσθηση της ύπαρξης είναι αγαπητή για μας τους ίδιους, έτσι είναι και σχετικά με τους συνανθρώπους μας. (35) Αλλά η δράση που για χάρη της αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξή τους, πραγματοποιείται στη διάρκεια της συμβίωσης [1172a] ώστε η προσπάθεια των φίλων μας απευθύνεται σ’ αυτήν. Τέλος ό,τι ο καθένας θεωρεί σαν πραγματικό «Είναι» και σαν τελικό σκοπό της ύπαρξής του, θέλει να το πραγματοποιεί επικοινωνώντας με τους φίλους του. Άλλοι πίνουν μαζί κρασί, άλλοι παίζουν μαζί κύβους, μαζί γυμνάζονται, άλλοι κυνηγούν με τους φίλους τους (5) και άλλοι φιλοσοφούν μαζί τους. Για να μιλήσουμε σύντομα, κάθε τι που αγαπούμε στη ζωή θέλουμε να το πραγματοποιούμε μαζί με τους φίλους μας, επειδή ο καθένας θέλει να ζει μαζί τους και γι’ αυτό κάμνει και συμμερίζεται μ’ αυτούς κάθε τι που εννοεί με τις λέξεις ζωή και συμβίωση. Γι’ αυτό η φιλία ανάμεσα στους φαύλους γίνεται πηγή του κακού (γιατί εφόσον οι φαύλοι είναι επιπόλαιοι, ο ένας συμμετέχει στην κακία του άλλου, (10) και με τον τρόπο αυτό γίνονται όλοι κακοί, αφού εξομοιώνονται ο ένας με τον άλλο). Αντίθετα η ανάμεσα στους ενάρετους ανθρώπους φιλία γίνεται πηγή αγαθού. Καθημερινά αυξάνεται το ηθικό της περιεχόμενο, και η πρόοδος συντελείται τόσο για την άσκηση της αρετής από κοινού, όσο για την αμοιβαία νουθεσία. Ο ένας δέχεται από τον άλλο τις ευχάριστες σ’ αυτόν ιδιότητες, και από ‘δω προέρχεται και το ρητό:
Αίσθηση: Οι κόπιτσες στον νηπιακό καβάλο – εκεί που κούμπωνε η ολόσωμη φορμίτσα. Κοφτερή σκληράδα στο κου-ντε-πιέ από το λουστρίνι παπούτσι. Χθές ήταν;
Τρόμος: Άσπρο σκυλί, «λουλού», της κυρίας στο ισόγειο. Με φερμάρει κολλημένον στην εξώπορτα, με ασημένιο τάληρο στη χούφτα. Το τάληρο θρυμματίζει τη τζαμαρία, ένα κομμάτι γυαλί σφηνώνεται στο μπράτσο μου. Ανεξάλειπτα: η ουλή στο μπράτσο και ο τρόμος μπροστά σε αγριεμένο σκυλί.
Γεύση: Με το ένα χέρι κλείνω τη μύτη μου σαν με τσιμπίδα. Στο άλλο κρατάω φέτα πορτοκάλι. Πρέπει να καταπιώ την κουταλιά το μουρουνόλαδο και να χώσω αμέσως στο στόμα μου το πορτοκάλι. Πληρώνω την καθυστέρηση (της αλλαγής των γεύσεων) ως σήμερα.
Προτίμηση: «Ποιο είναι το καλύτερό σου φαγητό;». Η απάντηση συνιστά πρωτίστως επίδειξη ότι έμαθα επιτέλους να προφέρω σωστά το κάπα: «Κοτόπουλο κοκκινιστό». Είναι και η μόνη ανάμνηση της γιαγιάς, δεν έχω άλλη εικόνα της.
Πανικός: Ο θυρωρός της διπλανής πολυκατοικίας, ο Μανώλης, με παίρνει μαζί του στην «Αθήνα». (Ξέρω ότι μένω στην πλατεία Αγάμων – η διάκριση πλατείας Αγάμων και «Αθήνας» μου είναι ακόμα δυσπρόσιτη.) Κόσμος πολύς, χάνω το χέρι του που με κρατούσε. Ο Μανώλης άφαντος κι εγώ για λίγα λεπτά στο κενό ενός πρωτόγνωρου φόβου. Πότε έπαψε να ξεμυτίζει πανικός σε ασυνόδευτη ξενιτειά;
Φιλίες: Στο διπλανό από το σπίτι μας οικόπεδο παίζω μόνος στους λάκκους με τα βροχόνερα. Πλησιάζει δειλά συνομήλικος άγνωστος. – Πώς σε λένε; – Τάκη. Ξεκινάμε ναυμαχίες με πλεούμενα στο νερόλακκο. – Θες να γίνουμε φίλοι; Χαμόγελο συγκατάθεσης. (Ζει άραγε σήμερα ο Τάκης;)
Εντυπωσιασμός: Βυθισμένος σε βαθειά πολυθρόνα ο Καραγάτσης, με ρόμπα φαρδειά, χώνει τη γάτα από τη μασχάλη μέσα στο μανίκι του και τη βγάζει στην παλάμη του φιλική και ναζιάρα. Τον χαζεύω κατάπληκτος.
Φύλο: Ανεβαίνω με την Κατερίνη στην ταράτσα, έχει να μαζέψει τη μπουγάδα. (Εμείς δεν έχουμε υπηρέτρια με μαύρο φουστάνι και άσπρη ποδιά, έχουμε όμως την Κατερίνη που δεν πάει πια σχολείο και βοηθάει τη μητέρα μου στις δουλειές.) Χαζεύω τα στεγνωμένα ρούχα. – Τι είναι αυτό; ρωτάω για κάποιο την Κατερίνη. – Να μη ρωτάς, είσαι μικρός, απαντάει περίεργα θορυβημένη. Όταν κατεβαίνουμε, σπεύδει να δώσει αναφορά στη μητέρα με συνωμοτικά μισόλογα. – Γιατί κάνεις έτσι; της λέει ήρεμα η μητέρα. Και σε μένα: – Αυτό το λέμε σουτιέν, το φοράμε οι γυναίκες για να μας κρατάει το στήθος.
Πράσινο: Το μεγάλο φυλλόδεντρο στην είσοδο του σπιτιού μας. Πρώτα στην Πρωτέως 3. Ύστερα, Σπάρτης 11. Πόσα χρόνια ζει το φυλλόδεντρο;
Κρουστό γαλάζιο: Ο ουρανός της Αθήνας τη μέρα που μπαίνουν οι Γερμανοί. Ένα αεροπλάνο κόβει ράθυμα βόλτες στην ανοιξιάτικη φωτοχυσία.
Κόκκινο: Το πελώριο στα μάτια μου πασχαλινό αυγό, δώρο από τον νονό μου. Έκθαμβος για το σοκολατένιο εύρημα στα σωθικά μου, αναφωνώ: Πω-πω ένας ό-ο-ρας! (Το κάπα ήταν η πιο καθυστερημένη γλωσσική μου κατάκτηση.)
Συλλαβισμός της ζωής, και η φλυαρία της μνήμης στέρηση. Ποιος είναι τελικά ο αληθινός εαυτός μου; Αυτό που ήμουν τότε, αυτό που είμαι σήμερα, αυτό που θα είμαι αύριο αν με προλάβει η άνοια; Πότε και πού σαρκώνεται η υποστατική μου ετερότητα, η υπαρκτική μου ταυτότητα, ο «πυρήνας» ή το «εγώ» μου; Στροβιλιζόμαστε στο κενό, στο αξεδιάλυτο μυστήριο του θανάτου. Μάθαμε τη συγκρότηση του πυρήνα των ατόμων, τα στοιχεία της ύλης των απώτατων γαλαξιών, τη σύνθεση του φωτός, τη δομή του DNA. Και δεν ξέρουμε να ορίσουμε τον ίδιο τον εαυτό μας. Το μόνο που ισχυρίζεσαι κι ο Θεός δεν μεταβάλλει, Κείνο το κάτι ανεξακρίβωτο που υπάρχει, Παρ’ όλα αυτά μέσα στο Μάταιο και στο Τίποτα. Ελύτης έφη.
Φωτογραφία : Μαρία Ανδρεάδου
Κύριε, μη μου δίνεις την οδύνη που περιέχω.
Είμαι το διεσταλμένο ρόδο δίχως σεμνότητα,
είμαι ο καρπός που αποστάζει ασύστολα χυμό,
είμαι η θερμότατη καλοκαιρινή μέρα
που αντηχεί το φως, την πυράδα του ήλιου.
Είμαι βαρύς από τον ίδιο τον εαυτό μου,
υποφέρω την έννοια του εαυτού μου,
σε βάρος αισθήσεων υπέρμετρο.
Πολύχρωμο έντομο με έντονο χνούδι χρωμάτων
να πετάξω δεν δύναμαι πια.
Πού ν’ αποθέσω τον εαυτό μου;
Η ζωή πιο ωραία,
ισάξια του θανάτου, με πληρώνει.
Κύριε, μη με παραδίνεις στις δυνάμεις που περιέχω.
Να καταστρέψει η αρμονία
την ηδονή που αναθρώσκει,
να συνθέσω τη γαλήνη.
Τα λόγια μου σπρώχνονται
στα στόματα απ’ το σώμα μου
όπως η ζωή που αναβλύζει απ’ τη γη
στην ορμή απ’ το θερμό φως.
Στους νεκρούς ανάμεσα πέρασα
γεμάτος ζωής προσφορά,
πώς θα μου απαντήσει
η σιωπηλή ζωή;
Έκραξα στους ζωντανούς ανάμεσα,
ποιοι είναι οι επιζώντες
και δεν ακούω ομιλία καμιά;
Με διαπερνούν τα πρόσωπα,
ανόητοι περιπατητές της Κυριακής ημέρας,
άσχημος όχλος.
Περιέχω τον δρόμο με τα βρώμικα χαρτιά,
με τ’ ακατάλληλα σκουπίδια,
κατέχω τη στεκούμενη κατάσταση
της στατικής αηδίας στάσιμης,
μιλώ τα φθαρμένα λόγια της κοινής αντίληψης,
χαμογελώ στα πρόσωπα τα βδελυρά κι αδιάφορα
χωρίζομαι, αποχωρίζομαι, δεν υπάρχω,
βρίσκομαι στην αποσύνθεση.
Ζωή Καρέλλη /Από τη συλλογή Πορεία (1940)
πηγή : http://www.translatum.gr/
Ποιος είναι και πώς
πιο πολύ μονάχος,
παράφορα, απελπισμένα μονάχος,
τώρα εγώ ή εκείνος;
Πίστεψα πως υπάρχω, θα υπάρχω,
όμως πότε υπήρχα δίχως του
και τώρα,
πώς στέκομαι, σε ποιο φως,
ποιος είναι ο δικός μου ακόμα καϋμός;
Ω, πόσο διπλά υποφέρω,
χάνομαι διαρκώς,
όταν Εσύ οδηγός μου δεν είσαι.
Πώς θα δω το πρόσωπό μου,
την ψυχή μου πώς θα παραδεχτώ,
όταν τόσο παλεύω
και δεν μπορώ ν’ αρμοστώ.
«Ότι διά σου αρμόζεται
γυνή τω ανδρί.»
Δεν φαίνεται ακόμα το τραγικό
του απρόσωπου, ούτε κι εγώ
δεν μπορώ να το φανταστώ ακόμα, ακόμα.
Τι θα γίνει που τόσο καλά,
όσα πολλά ξέρω και γνωρίζω καλλίτερα,
πως απ’ το πλευρό του δεν μ’ έβγαλες.
Και λέω πως είμαι ακέραιος άνθρωπος
και μόνος. Δίχως του δεν εγινόμουν
και τώρα είμαι και μπορώ
κι είμαστε ζεύγος χωρισμένο, εκείνος
κι εγώ έχω το δικό μου φως,
εγώ ποτέ, σελήνη,
είπα πως δεν θα βαστώ απ’ τον ήλιο
κι έχω τόσην υπερηφάνεια
που πάω τη δική του να φτάσω
και να ξεπεραστώ, εγώ,
που τώρα μαθαίνομαι και πλήρως
μαθαίνω πως θέλω σ’ εκείνον ν’ αντισταθώ
και δεν θέλω από κείνον τίποτα
να δεχτώ και δε θέλω να περιμένω.
Δεν κλαίω, ούτε τραγούδι ψάλλω.
Μα γίνεται πιο οδυνηρό το δικό μου
ξέσκισμα που τοιμάζω,
για να γνωρίσω τον κόσμο δ’ εμού,
για να πω το λόγο δικό μου,
εγώ που ως τώρα υπήρξα
για να θαυμάζω, να σέβομαι και ν’ αγαπώ,
εγώ πια δεν του ανήκω
και πρέπει μονάχη να είμαι,
εγώ, η άνθρωπος.
(*Ζωή Καρέλλη, Η άνθρωπος, Τα Ποιήματα, ΙΙ, σσ. 123-24)
πηγή : http://tvxs.gr/
Καθώς έβγαινα για άλλη μια φορά,στην κανονική μου ώρα,από τον ανελκυστήρα,
σκεφτόμουν πως η ζωή μου,με τις μέρες της
που γίνονται όλο και πιο όμοιες στις λεπτομέρειες τους,
μοιάζει μ’ εκείνες τις τιμωρίες που επιβάλλονται στους μαθητές ανάλογα με το σφάλμα τους,
να γράψουν δέκα,εκατό η και περισσότερες φόρες την ίδια φράση
που τουλάχιστον εξαιτίας των πολλών επαναλήψεων γίνεται παράλογη,
μόνο που στη δίκη μου περίπτωση
πρόκειται για μια τιμωρία που λέει “όσες φορές αντέξεις”.
logopoihmata.blogspot.gr
(συνομιλια αναμεσα σε πρακτορα κ Αμάντα με θεμα την εξουσια , το εθνος κ την ελευθερια)
πρακτορας: ”εγω διακινδυνευσα τη ζωη μου..”
αμαντα: ”διακινδυνευσες τη ζωη σου αλλα τι αλλο εχεις διακινδυνευσει; Διακινδυνευσες ποτε την αποδοκιμασια των αλλων; Διακινδυνευσες ποτε την οικονομικη σου ασφαλεια; Διακινδυνευσες ποτε μια πεποιθηση σου; Το να διακινδυνεύσει κανείς τη ζωή του δε δείχνει ιδιαιτερο θαρρος. Στη χειροτερη περιπτωση θα τη χασεις,οποτε θα πας στον παραδεισο των ηρωων και ολα θα ειναι μελι γαλα στον αιωνα τον απαντα. Ετσι δεν ειναι; Κερδιζεις την ανταμοιβη σου κ δεν εχεις αλλες συνεπειες.Αυτο δεν ειναι θαρρος.
Πραγματικο θαρρος ειναι να διακινδυνευσεις κατι που μπορει να σε αναγκασει να επανεξετασεις τις σκεψεις σου, και να αλλαξεις, και να επεκτεινεις τη συνειδητοτητα σου.
Πραγματικο θαρρος ειναι να διακινδυνευσεις τα κλισε σου”
www.λεσχη.gr
Κατά που θα κινήσεις;
Πώς θ΄ αντικρίσεις τη ζωή και το θάνατο, την αρετή και το φόβο; Όλη η γενεά καταφεύγει στο στήθος σου και ρωτάει και προσδοκάει με αγωνία.
Έχεις ευθύνη. Δεν κυβερνάς πια μονάχα τη μικρή ασήμαντη ύπαρξη σου.
Είσαι μια ζαριά όπου για μια στιγμή παίζεται η μοίρα του σογιού σου.
Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες. Όπως περπατάς, ανοίγεις, δημιουργείς την κοίτη όπου θα μπει και θα όδέψει ο ποταμός των απόγονων.
Όταν φοβάσαι, ο φόβος διακλαδώνεται σε αναρίθμητες γενεές και εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου.
Όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου αλάκερη υψώνεται και αντρειεύει.”
Ασκητική – Νίκος Καζαντζάκης
«Παραμύθια»;… Αϊ λοιπόν θα σας πω κι ένα παραμύθι, για να ξεκουραστείτε! Μια φορά κι έναν καιρό οι κλέφτες της πρώτης πολιτείας του κόσμου, αφού πλουτήνανε αρκετά, αποφασίσανε να ταχτοποιήσουνε τη ζωή τους. Μπλοκάρανε το λοιπόν τους φτωχούς της πολιτείας κι αφού τους μαζώξανε στην πλατέα, τους είπανε: “Ψηλά τα χέρια! Θέλουμε το καλό σας. Δε θα σας πάρουμε τα φκιάρια, τους κασμάδες, τα σκεπάρνια, τα δισάκια και τα ζεμπίλια σας με το ψωμοτύρι, τα τρύπια σας πουκάμισα με τις ψείρες και τις απάτωτες καλύβες σας, που κάνουνε νερά, σα βρέχει. Είσαστε λέφτεροι ! – ψηλά τα χέρια!). Λέφτεροι να ζείτε κατά το κέφι σας, να κερδίζετε, να κάνετε κομπόδεμα, να μεθάτε, να χορέβετε, να γεννοβολάτε και να πεθαίνετε. Εμείς θα σας μαθαίνουμε τις … αλήθειες! Θα σας δώσουμε πλούσια φαντασία κ’ αισθαντική καρδιά. Θα σας δώσουμε κι αθάνατη ψυχή. Κι όποιος από σας του γουστάρει, θα μπορεί να γράφει ποιήματα, να σκαρώνει θεωρίες και να δοξάζεται! Ο κυρίαρχος λαός θα σαστε εσείς! Εμείς μονάχα θα σας κουμαντάρουμε. Θα φροντίζουμε για την ασφάλεια της ζωής, της τιμής και της περιουσίας σας – μ’ ένα λόγο για τη λεφτεριά σας. Σεις θα δουλέβετε, καταπώς θέλετε κι ό,τι θέλετε κι όποτε θέλετε. Εμείς θα σας δίνουμε δουλειά, φτάνει να βρίσκεται, και σεις θα μας δίνετε τα κόπια σας. Και για να μη θαρρέψετε πως σας αδικούμε, θα πλερώνουμε κ’ εμείς το ίδιο δόσιμο στο Κράτος, – στον εαφτό μας!
“Κ’ εσείς κ’ εμείς θα χουμε πάνου από τα κεφάλια μας τους ίδιους θεούς, που θα προστάζουν εσάς να δουλέβετε και να μην τρώτε κ’ εμάς να καθόμαστε και να τρώμε. Κ’ εμείς κ’ εσείς θα χουμε πάνου από τα κεφάλια μας τους ίδιους νόμους, που εμείς θα σας τους δίνουμε κ’ εσείς θα τους ψηφίζετε σα βουλεφτάδες και θαν τους εφαρμόζετε σα δικαστάδες ενάντια στον εαφτό σας. Και για να μην πλακώνουν απ’ άλλες στεριές και θάλασσες κουρσάροι και κλέφτες ν’ αρπάζουνε το υστέρημά σας και να παίρνουνε σκλάβους κ’ εσάς και τις γυναίκες σας και τα παιδιά σας, θα σας αρματώνουμε, θα σας γυμνάζουμε, για να μπορείτε να διαφεντέβετε τους θεούς σας, τον εαφτό σας κ’ εμάς, δηλαδή την πατρίδα. Να σκοτώνεστε εσείς και να ζούμε εμείς. Κι’ επειδή μοναχοί σας δε θα μπορούσατε να σκεφτείτε το συφέρο σας και να φυλάξετε τον εαφτό σας, θα σας αναγκάζουμε με το ζόρι (ψηλά τα χέρια!). Ένα πράμα μοναχά σας απαγορέβουμε: να κλέβει ο ένας τον άλλονε. Γιατί μπορεί να κλέψετε κι εμάς“.
Έτσι λοιπόν ο λαός δούλευε λέφτερα και λέφτερα σκεφτότανε. Και τραγουδούσε χαρούμενα στις ταβέρνες σαν τον κότσυφα στο κλαρί (στο κλουβί!). Κι’ οι σωτήρες τους ξαπλωνόντανε τ’ ανάσκελα σε ζεστά παλάτια το χειμώνα και κάτου απ’ ανθισμένα δέντρα το καλοκαίρι – και σωρό γυναικούλες όμορφες τους ψειρίζανε το σβέρκο και τους χουχουλίζανε το ριζάφτι (πολύ συντελεί!). Κ’ η εφτυχία τους, είτανε δύναμη της πατρίδας κ’ η ξετσιπωσιά τους καθαρμός. Κι αν κάπου βαριεστίζοντας ο λαός τους έδιωχνε, ζητούσε αμέσως άλλους να τόνε κλέβουνε: δεν μπορούσε πια μήτε να ζήσει – μήτε να σκεφτεί χωρίς «σωτήρες».
Γελάτε και με το δίκιο σας, ω άντρες Αθηναίοι. Τέτια παράξενη πολιτεία μήτε γίνηκε μήτε θα γίνει ποτές! Παραμύθι, βλέπετε. Τώρα θα μου ζητάτε κ’ επιμύθιο! Που ναν το βρω;.. Μονάχα σας λέω: “Αλίμονο στον αφτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς, παραδίνεται για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και στους νόμους των κλεφτών“ >>.
(Από την «Αληθινή Απολογία του Σωκράτη» του Κώστα Βάρναλη)
Γύμνασμα
Δοκίμαζε, συνέχιζε τα γυμνάσματά σου.
Κοίτα που κ’ η θάλασσα ανακατεύει συνεχώς
ουρανό και φύκια
πασχίζοντας να βρει το σωστό της χρώμα.
Το μαχαίρι
Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ΄ την λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.
Με τι μάτια τώρα πια
Βιάστηκες μητέρα να πεθάνεις.
Δεν λέω, είχες αρρωστήσει από φασισμό
κι ήταν λίγο το ψωμί έλειπα κι εγώ στην εξορία
ήτανε λίγος ο ύπνος κι ατέλειωτες οι νύχτες
μα πάλι ποιος ο λόγος να απελπιστείς προτού να κλείσεις 5
τα εξηντατέσσερα
μπορούσες να ‘σφιγγες τα δόντια
έστω κι αυτά τα ψεύτικα τα χρυσά σου δόντια
μπορούσες ν’ αρπαζόσουνα από ‘να φύλλο πράσινο
απ’ τα γυμνά κλαδιά
απ’ τον κορμό 10
μα ναι το ξέρω
γλιστράν τα χέρια κι ο κορμός του χρόνου δεν έχει φλούδα
να πιαστείς
όμως εσύ να τα ‘μπηγες τα νύχια
και να τραβούσες έτσι πεντέξι-δέκα χρόνια
σαν τους μισοπνιγμένους που τους τραβάει ο χείμαρρος 15
κολλημένους στο δοκάρι του γκρεμισμένου τους σπιτιού.
Τι βαραίνουν δέκα χρόνια για να με ξαναδείς
να ξαναδείς ειρηνικότερες ημέρες και να πας
στο παιδικό σου σπίτι με τον φράχτη πνιγμένο ν στα λουλούδια
να ζήσεις μες στη δίκαιη γαλήνη 20
ακούγοντας τον πόλεμο
σαν τον απόμακρο αχό του καταρράχτη
να ‘χεις μια στέγη σίγουρη σαν άστρο
να χωράει το σπίτι μας την καρδιά των ανθρώπων
κι από τη μέσα κάμαρα- 25
όμως εσύ μητέρα βιάστηκες πολύ
και τώρα με τι χέρια να ‘ρθεις και να μ’ αγγίξεις μέσ’
από τη σίτα*
με τι πόδια να ζυγώσεις εδώ που ‘χω τριγύρω μου τις πέτρες
σιγουρεμένες σαν ντουβάρια φυλακής
με τι μάτια τώρα πια να δεις πως μέσα δω χωράει
όλη η καρδιά του αυριανού μας κόσμου 30
τσαλαπατημένη
κι από τον δίπλα θάλαμο ποτίζει η θλίψη
σαν υγρασία σάπιου χόρτου.
poiein.gr και users.sch.gr

