Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Ιανουαρίου 2016

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ που δεν επιτρέπει δοκιμές. Γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει να τραγουδάμε, να γελάμε, να χορεύουμε, να κλαίμε και να ζούμε έντονα της κάθε στιγμή της ζωής, πριν η αυλαία να κλείσει και η παράσταση να τελειώσει χωρίς χειροκρότημα.

ΧΑΜΟΓΕΛΑΤΕ! ΑΛΛΑ ΜΗΝ ΚΡΥΒΕΣΤΕ πίσω από το χαμόγελο. Δείχνει αυτό που είμαστε, χωρίς φόβο. Υπάρχουν άνθρωποι που ονειρεύονται τα χαμόγελό σας, καθώς κι εγώ.

ΖΗΣΤΕ! ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΤΕ! Η ζωή συμβαίνει σε μια προσπάθεια να ζήσουμε.

Η ΑΓΑΠΗ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΟΛΑ, αγάπη για τα πάντα και για όλους

ΜΗΝ ΚΛΕΙΝΕΤΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΤΗ ΒΡΩΜΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, μην αγνοείτε την πείνα. Ξεχάστε τη βόμβα, αλλά σύντομα κάντε κάτι για την καταπολέμησή της, μη νιώθετε ανίκανοι

ΑΝΑΖΗΤΗΣΤΕ. ΨΑΞΤΕ ΤΟ ΚΑΛΟ ΣΤΑ ΠΑΝΤΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΚΑΘΕΝΑ. Καταλάβετε τους ανθρώπους που σκέφτονται διαφορετικά από εσάς, μην τους επικρίνετε.

ΚΟΙΤΑΞΤΕ ΠΙΣΩ ΣΑΣ, ΦΙΛΟΙ. Μήπως κάνατε κάποιον ευτυχισμένο σήμερα; Ή μήπως κάποιος υποφέρει από τον εγωισμό σας;

ΜΗΝ ΤΡΕΧΕΤΕ. Γιατί μια τέτοια βιασύνη; Το τρέξιμο είναι μόνο ο φόβος μέσα μας.

ΟΝΕΙΡΕΥΤΕΙΤΕ. Αλλά μην έχετε προκατάληψη για κανέναν και μην φτιάχνετε τα όνειρά σας πάνω του.

ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΤΕ! ΠΕΡΙΜΕΝΕΤΕ! Πάντα θα υπάρχει μια διέξοδος, πάντα λάμπει ένα αστέρι.

ΚΛΑΨΤΕ! ΠΑΛΕΨΤΕ! Κάντε ό,τι σας αρέσει. Θα πρέπει να αισθανόμαστε το τι υπάρχει μέσα μας.

ΑΚΟΥΣΤΕ τι έχουν να πουν οι άλλοι, είναι σημαντικό.

ΚΟΙΤΑΞΤΕ ΨΗΛΑ. Και σκαρφαλώστε τα σκαλιά αυτού που θέλετε να πετύχετε. Αλλά μην ξεχνάτε και εκείνους που απέτυχαν να σκαρφαλώσουν τη σκάλα της ζωής.

ΑΝΑΚΑΛΥΨΤΕ. Μάθετε τι καλό υπάρχει μέσα σας. Π

ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΤΕ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΟΛΑ ΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ. Εγώ, επίσης, πρόκειται να προσπαθήσω.

ΓΕΙΑ ΣΑΣ ΤΩΡΑ. Φύγετε ειρηνικά. Πρέπει να σας τα πω όλα αυτά, απλά επειδή υπάρχετε.

Το ποίημα με αγγλικό τίτλο Life is a Play αποδίδεται στον Τσάπλιν. [Πηγή: www.doctv.gr]

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Ιανουαρίου 2016

…Να ταξιδέψω; Για να ταξιδέψω φτάνει να υπάρχω: πηγαίνω από μέρα σε μέρα, σαν από σταθμό σε σταθμό στο σιδηρόδρομο του κορμιού μου ή του πεπρωμένου μου, σκυμμένος πάνω από τους δρόμους και τις πλατείες, πάνω από τα πρόσωπα και τις χειρονομίες, πάντα ίδια και πάντα διαφορετικά, όπως τελικά είναι και τα τοπία. Εάν φαντάζομαι, βλέπω. Τι παραπάνω κάνω ταξιδεύοντας; Μόνο μια αδυναμία ακραία της φαντασίας δικαιολογεί τη μετακίνηση σαν μέσο πλήρωσης των αισθήσεων. «Κάθε δρόμος, μέχρι κι αυτός ο δρόμος του Έντεπφουλ, θα σε οδηγήσει στην άκρη του κόσμου». Αλλά η άκρη του κόσμου, από τότε που ο κόσμος εξαντλήθηκε όταν τον φέραμε όλον βόλτα, είναι το ίδιο το Έντεπφουλ απ’ όπου έφυγες. Στην πραγματικότητα η άκρη του κόσμου, όπως και η αρχή του, είναι η προσωπική μας σύλληψη του κόσμου. Μέσα μας είναι που τα τοπία έχουν τοπίο. Γι’ αυτό όταν τα φαντάζομαι, τα δημιουργώ. Αν τα δημιουργώ υπάρχουν, και εφόσον υπάρχουν, τα βλέπω όπως βλέπω και τ’ άλλα. Γιατί να ταξιδέψω; Στη Μαδρίτη, στο Βερολίνο, στην Περσία, στην Κίνα, στον καθένα από τους δύο Πόλους, πού αλλού θα βρισκόμουνα παρά μέσα σε μένα τον ίδιο, με τη δική μου ιδιαιτερότητα και το δικό μου τρόπο να αισθάνομαι. Η ζωή είναι αυτό που εμείς την κάνουμε να είναι. Τα ταξίδια είναι οι ταξιδιώτες.

Αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε, είναι αυτό που είμαστε…

 

Κυριακή Ψαρρού στις 29 Δεκεμβρίου 2015

III. Φάτνη

Μέσα μας γίνεται η Γέννηση.
Έξω στέκει το σχήμα της –
Μας φανερώνεται.

Εδώ που στήσαμε τη φάτνη,
Εδώ που κρεμάσανε το άστρο,
Είναι σα μια μεγάλη πέτρα –
Πέτρα υψηλή, μετέωρη.
Ένα πυκνό σημείο αιωνιότητας.

Το Βρέφος, ο Ιωσήφ και η Μαρία,
Τ’ αγαθά ζώα. Οι Άγγελοι
Σταματημένοι σε μια πτήση
Ψηλά, στη σιωπή, παίζοντας όργανα.

Άρπα, κορνέτα, βιολί και φυσαρμόνικα.

Ακίνητοι σαν από πορσελάνη,
Με σιωπή απόλυτη, μουσική.

(Η Νύχτα απλώνεται σαν την ηχώ
Αυτής της μουσικής, της σιωπής,
Της μουσικής των Αγγέλων μέσα μας, έξω μας).

Αν στέκουν εδώ, πετούν εκεί,
Στον άλλο χώρο∙ αντλούν
Αίμα σκληρό απ’ το αίμα μας,
Αγάπη απ’ την αγάπη μας.

Παίρνουν τα όνειρά μας και τα ψηλώνουν.

Η Μόνα στέκει κοντά τους ακίνητη,
Σαν από πορσελάνη, αγγίζει τα εύθραυστα πόδια τους.

Βλέπει το αόρατο στο μαγικό καθρέφτη του ορατού.

Τι τώρα, τι πάντα.

Ω καθαρότατη ψυχή,
Άμωμη, αμόλυντη, ανυπόκριτη.

Ο χρόνος ανοίγει σαν το φεγγίτη που μας φωτίζει.

Τα παίρνουμε και τα πλαγιάζουμε
Μέσα σ’ ένα κουτί να κοιμηθούν
Πάνω σε χάρτινο άχυρο να μη ραγίσουν.

Από το ποίημα Η Μόνα παίζει (1961) του Γιώργου Θέμελη

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Γιώργος Θέμελης

greek-translation-wings.blogspot.g

Κυριακή Ψαρρού στις 29 Δεκεμβρίου 2015

 

Ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!
και το κορμί μου γίνεται ναός,
δεν είναι ως πρώτα φάτνη ταπεινή·
μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,

το μέτωπο μου λάμπει σαν αστέρι…
Στο Θεό φανείτε τώρα, ήρθεν η ώρα,
από τ’ άγνωστα μυστικά σας μέρη,
Μάγοι, φέρτε στο Θεό τα πλούσια δώρα.

Φέρτε μου Μάγοι —θεία βουλή* το γράφει—
τη σμύρνα της ελπίδας, το λιβάνι
της πίστης, της αγάπης το χρυσάφι
Μυστήρια τέτοια ανθρώπου νους δε βάνει!

Και σεις, Θρόνοι πανάχραντοι, αγγελούδια,
στην καρδιά μου —στην κούνια του— σκυμμένα,
με της αθανασίας τα τραγούδια
υμνολογείτε εσείς τη θεία τη γέννα.

Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,
και το κορμί μου, φάτνη ταπεινή,
βλέπω κι αλλάζει, γίνεται ναός·
ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!

http://ebooks.edu.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 29 Δεκεμβρίου 2015

 

…Ὕπνε ποὺ παίρνεις τὰ παιδιὰ πάρε καὶ τὸν πατέρα…

Ὕπνε ποὺ παίρνεις τὰ παιδιὰ

πάρε καὶ τὸν πατέρα• ἀπ’ τὶς μασχάλες πιάσ’ τονε

σὰ νὰ ’ταν λαβωμένος. Ὅπου πηγαίνεις τὰ παιδιὰ

ἐκεῖ περπάτησέ τον, μὲ τὸ βαρὺ ἀμπέχωνο στὶς πλάτες του ν’ ἀχνίζει.

Δῶσ’ του κι ἕνα καλὸ σκυλὶ

καὶ τοὺς παλιούς του φίλους, καὶ ρῖξε χιόνι ὕστερα

ἄσπρο σὰν κάθε χρόνο. Νὰ βγαίνει ἡ μάνα νὰ κοιτᾶ

ἀπὸ τὸ παραθύρι, τὴν ἔγνοια της νὰ βλέπουμε

στὰ γαλανά της μάτια, κι ὅλοι νὰ τῆς τὸ κρύβουμε πὼς εἶναι πεθαμένη.

….Ὕπνε ποὺ παίρνεις τὰ παιδιὰ

πάρε κι ἐμᾶς μαζί σου, μὲ τοὺς ἀνήλικους γονεῖς,

παιδάκια τῶν παιδιῶν μας. Σὲ στρωματσάδα ρῖξε μας

μιὰ νύχτα τοῦ χειμῶνα, πίσω ἀπ’ τὰ ματοτσίνορα

ν’ ἀκοῦμε τοὺς μεγάλους, νὰ βήχουν, νὰ σωπαίνουνε,

νὰ βλαστημοῦν τὸ χιόνι. Κι ἐμεῖς νὰ τοὺς λυπόμαστε

ποὺ γίνανε μεγάλοι καὶ νὰ βιαζόμαστε πολὺ

νὰ μοιάσουμε σ’ ἐκείνους, νὰ δοῦν πὼς μεγαλώσαμε νὰ παρηγορηθοῦνε.
agiazoni.gr

Κυριακή Ψαρρού στις 29 Δεκεμβρίου 2015

Mιὰ φορά, πρόσφατα, σὲ βαγόνι, ἔτυχε ν’ ἀκούσω ὁλόκληρη πραγματεία γιὰ τὸν ἀθεϊσμό. Ὁ ὁμιλητὴς ἦταν ἕνας κύριος ἀπὸ ἐκείνους τοὺς κοσμικοὺς καὶ τεχνοκρατικοὺς κύκλους, ποὺ κατὰ τὰ ἄλλα εἶχε τὴ σκυθρωπή, ἀλλὰ ἀρρωστημένη δίψα γιὰ ἀκροατές.

Ἄρχισε τὴν ὁμιλία του ἀπὸ τὰ μοναστήρια. Δὲν γνώριζε τίποτα σχετικὰ μὲ τὰ μοναστήρια καὶ αὐτὸ φάνηκε ἀπὸ τὶς πρῶτες κι ὅλας λέξεις: δεχόταν τὴν ὕπαρξη τῶν μοναστηριῶν ὡς κάτι τὸ ἀδιαίρετο ἀπὸ τὰ δόγματα τῆς πίστης, φανταζόταν ὅτι τὰ μοναστήρια συντηροῦνται ἀπὸ τὸ κράτος καὶ στοιχίζουν πολὺ ἀκριβὰ στὸ δημόσιο ταμεῖο καί, ξεχνώντας ὅτι οἱ μοναχοὶ εἶναι μιὰ ἀπολύτως ἐλεύθερη ἑταιρεία προσώπων, ὅπως καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη, ἀπαιτοῦσε στὸ ὄνομα τοῦ φιλελευθερισμοῦ τὴν καταστροφή τους, σὰ νὰ ἦταν κάποιο τυραννικὸ καθεστώς. Ὁλοκλήρωσε τὴν ὁμιλία του μὲ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀπόλυτου καὶ ἀπέραντου ἀθεϊσμοῦ στὴ βάση τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν μαθηματικῶν. Φοβερὰ συχνὰ ἀναφερόταν στὶς φυσικὲς ἐπιστῆμες καὶ τὰ μαθηματικά, χωρὶς νὰ παραθέτει, ἄλλωστε, οὔτε ἕνα ἐπιχείρημα δανεισμένο ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐπιστῆμες κατὰ τὴ διάρκεια ὁλόκληρης τῆς διατριβῆς του.

Μιλοῦσε παρόλα αὐτὰ μόνος του, ἐνῷ οἱ ὑπόλοιποι ἄκουγαν: «Θὰ διαπαιδαγωγήσω τὸ γιό μου νὰ εἶναι τίμιος ἄνθρωπος, αὐτὸ εἶναι ὅλο κι ὅλο», συμπέρανε τελειώνοντας, ἔχοντας φανερὰ τὴν πεποίθηση ὅτι τὰ ἀγαθὰ ἔργα, ἡ ἠθικὴ καὶ ἡ τιμιότητα εἶναι κάτι τὸ δεδομένο καὶ τὸ ἀπόλυτο, ποὺ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τίποτα καὶ τὸ ὁποῖο πάντα μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ βρεῖ στὴν τσέπη του, ὅταν τὸ ἔχει ἀνάγκη, χωρὶς κόπους, ἀμφιβολίες καὶ παρεξηγήσεις. Καὶ αὐτὸς ὁ κύριος εἶχε ἀσυνήθιστη ἐπιτυχία. Μαζί του ἦταν ἀξιωματικοί, γέροντες, κυρίες καὶ μεγάλα παιδιά. Τὸν εὐχαρίστησαν θερμὰ φεύγοντας γιὰ τὴν μεγάλη εὐχαρίστηση ποὺ τοὺς ἔδωσε καὶ μία κυρία μάλιστα, μητέρα μιᾶς οἰκογένειας, ντυμένη στὰ μετάξια καὶ πολὺ ὄμορφη, γελώντας εὐχάριστα, δυνατά, τοῦ ἀνακοίνωσε ὅτι τώρα πλέον εἶναι πεισμένη ὅτι στὴν ψυχή της ὑπάρχει «μόνο ἀτμός». Καὶ αὐτὸς ὁ κύριος ἔφυγε μὲ ἕνα ἀσυνήθιστο συναίσθημα σεβασμοῦ πρὸς τὸν ἑαυτό του.

Αὐτὸς λοιπὸν ὁ σεβασμὸς εἶναι ποὺ μὲ κάνει νὰ χάνω τὰ μυαλά μου. Τὸ ὅτι ὑπάρχουν βλάκες καὶ φλύαροι, φυσικὰ δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς καταπλήσσει• αὐτὸς ὅμως ὁ κύριος εἶναι φανερὸ ὅτι δὲν εἶναι βλάκας. Πιθανὸ νὰ μὴν εἶναι οὔτε καὶ ἀπατεώνας, οὔτε καὶ ἀχρεῖος• μπορεῖ μάλιστα νὰ εἶναι τίμιος ἄνθρωπος καὶ καλὸς πατέρας. Αὐτὸς ἁπλὰ δὲν κατανοοῦσε ἀπολύτως τίποτα ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἀποφάσισε νὰ κρίνει. Δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ μὴν τοῦ ἦρθε στὸ μυαλὸ ἡ σκέψη μετὰ ἀπὸ μία ὥρα, ἡμέρα ἢ μήνα: «Φίλε μου, Ἰβὰν Βασίλιεβιτς (ἢ ὅπως ἀλλιῶς τὸν ἔλεγαν), συζητοῦσες, ἀλλὰ δὲν γνωρίζεις τίποτα γιὰ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔλεγες. Βλέπεις, αὐτὸ τὸ γνωρίζεις καλύτερα ἀπὸ τὸν καθένα. Νά, λοιπόν, ποὺ ἀναφερόσουν στὶς φυσικὲς ἐπιστῆμες καὶ τὰ μαθηματικὰ − ὅμως γνωρίζεις καλύτερα ἀπ’ ὅλους ὅτι τὰ φτωχὰ μαθηματικὰ ποὺ ἔμαθες στὸ δικό σου σχολεῖο ἀπὸ καιρὸ τώρα τὰ ἔχεις ξεχάσει, ἄλλωστε ποτὲ δὲν τὰ κατεῖχες καλά, ἐνῷ ποτέ σου δὲν εἶχες καμιὰ σχέση μὲ τὶς φυσικὲς ἐπιστῆμες. Πῶς τότε μιλοῦσες; Μὲ ποιό δικαίωμα δίδασκες τοὺς ἄλλους; Γιατὶ καταλαβαίνεις πολὺ καλὰ ὅτι τὸ μόνο ποὺ ἔκανες ἦταν νὰ ψεύδεσαι• καὶ δὲν φτάνει αὐτό, ἀλλὰ μέχρι σήμερα ἐξακολουθεῖς νὰ εἶσαι ὑπερήφανος γιὰ τὸν ἑαυτό σου• δὲ ντρέπεσαι καθόλου;».

Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ ἀναρωτηθεῖ, ἄσχετα μὲ τὸ ὅτι θὰ ἦταν ἀπασχολημένος μὲ «ὑποθέσεις» καὶ δὲν θὰ εἶχε καθόλου χρόνο νὰ ἀναζητᾶ ἀπαντήσεις σὲ ἀργόσχολες ἐρωτήσεις. Εἶμαι ἀναμφισβήτητα πεπεισμένος ὅτι αὐτὲς οἱ σκέψεις, ἔστω καὶ φευγαλέα, πέρασαν ἀπὸ τὸ μυαλό του. Αὐτὸς ὅμως δὲ ντράπηκε, δὲ φιλοτιμήθηκε! Αὐτὴ ἡ γνωστοῦ εἴδους ἀναισχυντία τοῦ Ρώσου διανοουμένου εἶναι ἕνα σημαντικό, κατὰ τὴ γνώμη μου, φαινόμενο. Καὶ δὲ σημαίνει ἀπολύτως τίποτα τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὴ βρίσκεται παντοῦ καὶ πάντα καὶ ὅτι ὅλοι τὴν ἔχουν συνηθίσει καὶ βαρεθεῖ• παρόλα αὐτὰ ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένει γεγονὸς ἀξιοθαύμαστο καὶ ἀξιοπερίεργο. Μᾶς μαρτυρεῖ γιὰ τὴν ἀδιαφορία ποὺ κυριαρχεῖ ἀπέναντι στὴν κρίση τοῦ ἴδιου μας τοῦ ἑαυτοῦ ἐνώπιον τῆς συνείδησής μας ἤ, πράγμα ποὺ εἶναι τὸ ἴδιο, μᾶς μαρτυρεῖ γιὰ τὴν ἀσυνήθιστη ἔλλειψη σεβασμοῦ ἀπέναντι στὸν ἑαυτό μας καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἀπογοήτευση καὶ τὴν ἀπώλεια κάθε ἐλπίδας ὅτι μπορεῖ νὰ συμβεῖ κάτι τὸ ἀνεξάρτητο καὶ σωτήριο γιὰ τὸ ἔθνος, ἀκόμη καὶ στὸ μέλλον, ἀπὸ τέτοιους ἀνθρώπους καὶ τέτοια κοινωνία. Τὸ ἀκροατήριο, δηλαδὴ ἡ ἐπιφάνεια, τὸ εὐρωπαϊκὸ περίβλημα, ὁ νόμος ποὺ ἔχει δοθεῖ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη «ἅπαξ διὰ παντός» − αὐτὸ τὸ ἀκροατήριο ἔχει καταλυτικὴ ἐπίδραση σὲ κάθε Ρῶσο.

agiazoni.gr

 

Κυριακή Ψαρρού στις 27 Δεκεμβρίου 2015

«Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.

Χτύπησα την πόρτα και μπήκα.

Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό. “Είδες – μου λέει – γεννήθηκε η ευσπλαχνία”

. Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.

Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα ‘χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.» (Τάσος Λειβαδίτης,  «H Γέννηση», από το «Ο αδελφός Ιησούς»)…

itzikas.wordpress.com

Μαρία Ανδρεάδου στις 20 Δεκεμβρίου 2015

πηγη : http://poema.gr

Οι μέρες μου δεν είναι ίδιες
με τις μέρες σας
κι οι μέρες σας δεν είναι ίδιες
με τις μέρες μου
έστω και αν το ίδιο γρήγορα πετούν
οι δικές μου κι οι δικές σας
σαν τα πουλιά άμα φωνάξει ο καιρός
ν’ αποδημήσουνε
Ομως
επειδή η θέληση
φτιάνει το χαρακτήρα
κι η δράση τη ζωή
ας είναι οι αξίες ανθρώπινες
για να χωρούν σε λόγια
χαρούμενα ή λυπημένα
μιας και στο τέλος μένουν πάντα
δρόμοι ν’ ανοιχτούνε
κι είναι πολλοί
αλλού ίσως όπου νομίζαμε
κοντά ή μακριά
άδειοι ή γεμάτοι
με μια ζωή στην άκρη τους
να γνέφει
ίδια για όλους
και μοναδική για τον καθένα
αφού μαζί του φεύγει
όταν σφίξουνε τα χέρια
μες στο μυστήριο τ’ αξεδιάλυτο

Ποίημα από τη συλλογή “Τέντα στον αέρα”
εκδόσεις Το Ροδακιό, 2009

Μαρία Ανδρεάδου στις 20 Δεκεμβρίου 2015

πηγη : http://poema.gr/

Αν είναι να ‘ρθεις
θα ‘ρθεις απ’ τη θάλασσα
όχι γιατί καήκανε τα μονοπάτια
ούτε γιατί εξάντλησες τα δάση
και οι καρδιές των ελαφιών
και οι εικόνες που δεν έζησες
πάνω στο καύκαλο
της γριάς χελώνας
αλλά γιατί θα κόψεις
την κλωστή του ορίζοντα
με βάρκα
που δεν έχει βαφτιστεί
και με λωρίδες
από το σταρένιο δέρμα σου
θα δέσεις
τις φλέβες που έχουνε τριφτεί
στις ξύλινες προβλήτες
των δακρύων

Ποίημα από τη συλλογή “Τα φώτα απέναντι”, εκδόσεις Ικαρος, 2008

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 20 Δεκεμβρίου 2015

πηγη : http://poema.gr

Καθώς ετοιμάζεις το πρωινό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς να ταΐζεις τα περιστέρια.
Οταν πολέμους ξεκινάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους λαχταρούν την ειρήνη.
Οταν πληρώνεις το νερό, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που μόνο τα σύννεφα έχουν να τους θηλάσουν.
Οταν γυρνάς στο σπιτικό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους ζουν σε αντίσκηνα.
Οταν τα αστέρια μετράς πριν κοιμηθείς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν έχουνε πού να πλαγιάσουν.
Οταν ελεύθερα μιλάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν τους αφήνουν να μιλήσουν.
Και καθώς σκέφτεσαι εκείνους τους άλλους,
στον εαυτό σου γύρισε και πες:
«Αχ και να ήμουν ένα κερί στο σκοτάδι».

 

Ποίημα από την έκδοση «Μαχμούντ Νταρουΐς…να σκέφτεσαι τους άλλους
– 12 ποιήματα του Παλαιστίνιου ποιητή», μτφρ.: Τζένη Καραβίτη, Νήσος, 2009

Μαρία Ανδρεάδου στις 20 Δεκεμβρίου 2015

οι άνθρωποι που κοιμήθηκαν μέσα μου
κι η αγωνία
να τους κρατήσω εκεί
για πάντα κοιμισμένους
οι άνθρωποι που μέσα μου κοιμούνται
κι η έγνοια
να σκουπίσω καλά όλους τους θορύβους
προτού τους ξυπνήσουν
οι άνθρωποι που μέσα μου θα αποκοιμιούνται
κι η ανακούφιση ότι
ποτέ ξανά δεν θα αφήσω να υπάρξουν
άνθρωποι που μέσα μου θα αποκοιμιούνται.

Ποίημα από τη συλλογή «χιόνι-χιόνι»,
Εκδόσεις Νεφέλη 2010

πηγή : http://poema.gr

Ἡ μαμὰ γύρισε κουρασμένη ἀπὸ τὴ δουλίτσα της, ἔγειρε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ μπαμπᾶ νὰ ξεκουραστεῖ καὶ βρῆκα τὴν εὐκαιρία νὰ χωθῶ ἀνάμεσά τους, ποὺ εἶναι τόσο ζεστά, φτάνει νὰ μὴν ἐμφανιστεῖ ὁ Ἀχιλλέας – ὁ Ἀχιλλέας εἶναι ὁ βλάκας ὁ μεγάλος μου ἀδερφὸς – καὶ θέλει κι αὐτὸς ἀγκαλίτσες. Μοῦ ἀρέσει πολὺ ἡ ἀγκαλίτσα τοῦ μπαμπὰ καὶ τῆς μαμᾶς καὶ δὲν θέλω καθόλου νὰ μαλώνουνε, γιατί ὁ μπαμπὰς καὶ ἡ μαμὰ εἶναι κι οἱ δυό τους πολὺ καλοί, ὄχι σὰν τὸν Ἀχιλλέα, ποὺ σὲ κάνει νὰ τσακώνεσαι κάθε τρεῖς καὶ λίγο!

Μερικὲς φορὲς ὅμως ὁ μπαμπὰς δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴ μαμὰ καὶ ἔχουμε γκρίνιες, ὅπως τότε ποὺ ἀποφασίζαμε σὲ ποιὸ σχολεῖο θὰ πάει ὁ ἀδερφός μου. Ἡ μαμὰ ἤθελε νὰ πάει σὲ ἕνα μεγάλο σχολεῖο μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι μας καὶ ὁ μπαμπάς μου τῆς ἔλεγε πὼς καὶ τὸ δικό μας, αὐτὸ ποὺ ἔχουμε στὴ γειτονιὰ καὶ πηγαίνει ὁ φίλος μου ὁ Φίλιππος, εἶναι μία χαρά. Κάθε φορὰ ποὺ ὁ Ἀχιλλέας ἤτανε κοντά, κοιτάζονταν μὲ νόημα καὶ σταματοῦσαν τὴ συζήτηση, ἀλλὰ ἐμένα μὲ ξεχνοῦσαν καὶ τοὺς ἄκουγα νὰ μαλώνουνε ποιὸ εἶναι τὸ καλύτερο σχολεῖο γιὰ τὸν ἀδερφό μου.

Μία μέρα ὁ μπαμπὰς εἶπε πὼς δὲν μποροῦμε νὰ πληρώνουμε κι ἄλλα λεφτά, φτάνουν ὅσα δίνουμε γιὰ τὸ σταθμὸ τῆς μικρῆς, καὶ ἡ μαμὰ τὸν κοίταξε πολὺ ἄγρια ὅπως κοίταξε τὸν Ἀχιλλέα ὅταν ἔσπασε τὸ βάζο τῆς θείας Οὐρανίας, δείχνοντας πρὸς τὴ μεριά μου. Ὁ μπαμπάς μου κοκκίνισε, μὲ πῆρε ἀγκαλιὰ καὶ κάναμε τρενάκι σὲ ὅλο τὸ σπίτι. Μοῦ ἀρέσει πολὺ ὅταν ὁ μπαμπὰς δὲν ἔχει δουλίτσα καὶ παίζουμε τὸ τρενάκι! Μία φορὰ ποὺ κάναμε τρενάκι στὶς σκάλες, ὁ μπαμπάς μου σταμάτησε γιατί κουράστηκε πολὺ καὶ φούσκωσε, καὶ ἡ μαμὰ τοῦ ἔλεγε ὅτι ἔχει μεγαλώσει ἡ κοιλιά του καὶ δὲν μετράει τὴν πίεσή του καὶ πότε θὰ πᾶμε νὰ κάνουμε τὴ δοκιμασία κοπώσεως ποὺ τοῦ ζήτησε ὁ γιατρὸς καὶ τὴ ζαχάρου, ἢ κάτι μὲ ζάχαρη, δὲν κατάλαβα καλά. Ἡ μαμὰ δὲν ἀφήνει τὸν μπαμπὰ νὰ τρώει γλυκὰ μὲ ζάχαρη, γιατί μαζεύεται στὸ αἷμα του καὶ θὰ τοῦ κάνει κακό, καὶ πρέπει νὰ τρώει λίγο καὶ νὰ μὴν ἔχει κοιλίτσα καὶ νὰ περπατάει τὰ βράδια μετὰ τὴ δουλίτσα του.

Ὁ μπαμπὰς ὅμως φεύγει γιὰ τὴ δουλίτσα του πολὺ πρωί, καὶ ὅταν γυρίζει εἶναι πολὺ κουρασμένος καὶ δὲν μπορεῖ νὰ περπατάει, οὔτε νὰ παίζουμε τὸ τρενάκι μπορεῖ. Ἡ μαμὰ ἔχει δουλίτσα μακριὰ ἀπὸ τὸν μπαμπὰ καὶ κουράζεται κι αὐτὴ πολὺ στὴ δουλίτσα της. Ἐγὼ ζηλεύω ποὺ ἡ μαμὰ καὶ ὁ μπαμπὰς πᾶνε στὴ δουλίτσα τους καὶ θέλω νὰ πάω κι ἐγώ, ἀλλὰ ἡ μαμά μου λέει πὼς ἡ δικιά μου δουλίτσα εἶναι τὸ σχολεῖο, ἐγὼ ὅμως ὅταν μεγαλώσω θὰ κάνω δουλίτσα σὰν τῆς μαμᾶς καὶ τοῦ μπαμπᾶ, σχολεῖο νὰ πηγαίνει ὁ Ἀχιλλέας!

Ἄλλες φορὲς πάλι ὁ μπαμπὰς καὶ ἡ μαμὰ ἔχουνε δουλίτσα καὶ τὸ βράδυ, κι ἐμεῖς μένουμε μὲ τὴ γιαγιά μου, κι ἐγὼ εἶμαι πολὺ χαρούμενη, γιατί μᾶς κάνει τηγανίτες μὲ μέλι καί, ἅμα εἶμαι καλὸ κορίτσι, κοιμᾶμαι στὴν ἀγκαλίτσα της. Ἡ γιαγιά μου φτιάχνει τηγανίτες καὶ πίττες καὶ ὡραῖες σοῦπες πού μοῦ ἀρέσουνε πολὺ καὶ αὐγὰ μάτια ποὺ ἀρέσουνε στὸν Ἀχιλλέα. Ἡ γιαγιὰ μᾶς ἀγαπάει πολύ, ἀλλὰ μόνο ἐγὼ κοιμᾶμαι στὴν ἀγκαλίτσα της, γιατί ὁ Ἀχιλλέας εἶναι ὁλόκληρος ἄντρας καὶ κοιμᾶται μόνος στὸ κρεβάτι του, καὶ ἡ ἀγκαλίτσα της εἶναι πολὺ ζεστὴ καὶ μαλακὴ καὶ μοῦ ἀρέσει πολὺ γιατί μυρίζει ὡραῖα.

Ἡ μαμά μου μαλώνει τὴ γιαγιὰ ἅμα μᾶς φτιάχνει τηγανίτες μὲ μέλι τὸ βράδυ, γιατί τὸ βράδυ δὲν πρέπει νὰ τρῶμε πολύ, γιατί ἀμέσως μετὰ κοιμόμαστε. Ἡ μαμὰ λέει πὼς φτιάχνουμε τηγανίτες τὶς Κυριακές, ποὺ ἔχει καλὸ καιρὸ καὶ πᾶμε στὴν παιδικὴ χαρὰ καὶ κάνουμε βόλτα στὸ πάρκο καὶ ἔχουμε κουραστεῖ καὶ πεινᾶμε σὰν λύκοι, ὅπως λέει ὁ μπαμπάς. Ἡ μαμὰ ὅμως λέει ὅτι δὲν πρέπει νὰ πεινᾶμε σὰν λύκοι, πρέπει πάντα κάτι νὰ τρῶμε πρὶν πεινάσουμε πολύ, καὶ ἡ μαμὰ παίρνει μαζί της στὴν παιδικὴ χαρὰ μπανάνες κι ἀχλάδια καὶ μῆλα, ποὺ ἐμένα μοῦ ἀρέσουνε πολύ.

Σάββατο καὶ Κυριακὴ εἶναι οἱ καλύτερες ἡμέρες, γιατί ὁ μπαμπὰς καὶ ἡ μαμὰ δὲν ἔχουνε δουλίτσα καὶ ἐμεῖς δὲν πᾶμε σχολεῖο καὶ μποροῦμε νὰ ζωγραφίσουμε καὶ νὰ παίξουμε στὴν παιδικὴ χαρὰ καὶ νὰ κάνουμε ποδήλατο. Ὁ Ἀχιλλέας ἔχει ἕνα μεγάλο ποδήλατο καὶ ὁ μπαμπὰς τὸν παίρνει μαζὶ σὲ μεγάλες βόλτες, γιατί δὲν τοῦ ἀρέσει στὴν παιδικὴ χαρά, εἶναι ἄντρας πιὰ καὶ ἐγὼ θὰ πάρω μεγάλο ποδήλατο μὲ κουδούνι καὶ κόκκινη σέλα καὶ θὰ πηγαίνουμε ὅλοι μαζὶ μεγάλες βόλτες πολὺ μακριά. Τώρα ὅμως μένω μὲ τὴ μαμά μου στὴν παιδικὴ χαρὰ καὶ μοῦ ἀρέσει πολύ, γιατί ἔχω φίλους καὶ κάνουμε τσουλήθρα καὶ τραμπάλα καὶ κάνω κούνια μὲ τὴ φίλη μου τὴ Μαίρη καὶ παραβγαίνουμε ποιὰ θὰ φτάσει πιὸ ψηλὰ κι ἐγὼ μία μέρα πέρασα πολὺ τὴ Μαίρη κι ἔφτασα πολὺ ψηλά, μέχρι τὸν οὐρανό!

Καὶ ἡ μαμά μου ἔχει φίλες στὴν παιδικὴ χαρὰ καὶ μία μέρα τὴν ἄκουσα ποὺ μάλωνε τὴ μαμὰ τῆς Μαίρης, γιατί κάπνιζε κρυφὰ ἀπὸ τὸν μπαμπά της καὶ τὸ κάπνισμα κάνει πολὺ κακὸ καὶ ὁ μπαμπὰς τῆς Μαίρης τὸ ξέρει καὶ δὲν καπνίζει πιά, καὶ ἡ μαμὰ τῆς Μαίρης τὸ ξέρει, ἀλλὰ καπνίζει, καὶ ἡ μαμά μου τὴ μάλωνε γιατί καπνίζει μπροστὰ στὸ παιδί, κι ἐκείνη ἔλεγε ὅτι ὅπου μπορεῖ καπνίζει φτάνει νὰ μὴν τὴ βλέπει ὁ Γιῶργος· Γιῶργος εἶναι ὁ μπαμπὰς τῆς Μαίρης ποὺ εἶναι γιατρὸς καὶ ξέρει ὅτι τὸ τσιγάρο εἶναι πολὺ κακὸ πράγμα. Κι ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ μαμά μου ἔχει δίκιο, δὲν κάνει ἡ μαμὰ τῆς Μαίρης νὰ λέει ψέματα στὸν μπαμπά της, τὰ καλὰ παιδιὰ δὲν λένε ψέματα, οὔτε ὁ Ἀχιλλέας λέει ψέματα! Μόνο οἱ πολιτικοὶ λένε ψέματα, ἔτσι λέει ὁ μπαμπάς μου καὶ ἡ μαμὰ συμφωνεῖ καὶ ἡ μαμὰ τῆς Μαίρης συμφωνεῖ, καὶ ὁ μπαμπάς μου λέει ὅτι τὰ ψέματα τώρα τελειώσανε, ἀλλὰ οἱ πολιτικοὶ κάνουν σὰν νὰ μὴν τὸ ἔχουνε καταλάβει, ἐμεῖς πρέπει νὰ τὸ καταλάβουμε καὶ νὰ ἀλλάξουμε, καὶ ἂν ἀλλάξουμε ἐμεῖς θὰ ἔχουμε καλοὺς πολιτικούς, ποὺ δὲν θὰ λένε ψέματα, ἢ θὰ λένε λιγότερα ψέματα δὲν κατάλαβα καλά. Καὶ ἡ μαμά μου λέει ὅτι μπορεῖ ἔτσι ὅπως τὰ κάναμε νὰ μὴν ἔχουμε λεφτά, ἀλλὰ μποροῦμε νὰ γίνουμε καλύτεροι, τὰ πολλὰ λεφτὰ δὲν εἶναι πάντα γιὰ καλὸ καὶ ὁ μπαμπάς μου λέει ὅτι φοβᾶται πολὺ γιὰ τὸ θεῖο μου τὸν Κώστα, ποὺ δὲν ἔχει πιὰ δουλίτσα, γιατί τὸ μέρος ποὺ δούλευε ἔκλεισε καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐγὼ κατάλαβα ὅτι ἡ δουλίτσα εἶναι κάτι πολὺ καλό, σὰν τὶς τηγανίτες τῆς γιαγιᾶς μὲ μέλι, καὶ ὅπως ὅλα τὰ καλὰ πράγματα δὲν εἶναι πάντα εὔκολο νὰ τὰ ἔχουμε. Αὐτὰ ἤθελα νὰ σᾶς πῶ γιὰ τὴν ἡμέρα μας, τοῦ παιδιοῦ, ἂν καὶ ὁ μπαμπάς μου λέει ὅτι ὅλες οἱ μέρες εἶναι δικές μας καὶ ὅλοι τὰ παιδιὰ πρέπει νὰ σκεφτόμαστε τώρα ποὺ τὰ ψέματα τελειώσανε!

(Πηγή: «Στοὺς ρυθμοὺς τῆς καρδιᾶς», ἔκδ. Ἑλληνικοῦ Ἱδρύματος Καρδιολογίας, τεύχ. 230 –ἀφιέρωμα- 11 Δεκεμβρίου ἡμέρα παγκοσμίως ἀφιερωμένη στὸ παιδί, σ. 87-88)

WWW.AGIAZONI.GR

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 20 Δεκεμβρίου 2015

Έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη των φίλων στην ευτυχία ή στη δυστυχία; – Επίλογος: Πεμπτουσία της φιλίας είναι η συνεχής επικοινωνία μεταξύ των φίλων

Μτφρ. Β. Μοσκόβης. 1993. Αριστοτέλους Ηθικά Νικομάχεια. Ι–ΙΙ. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

 

Πότε χρειάζεται κανείς φίλους στην ευτυχία ή στην δυστυχία του;

Τους ζητά και στις δύο περιπτώσεις, γιατί οι δυστυχισμένοι έχουν ανάγκη από βοήθεια, κι οι ευτυχισμένοι από συντρόφους που συζούν μαζί τους και τους ευεργετούν, γιατί η επιθυμία τους συνίσταται στο να παρέχουν τις ευεργεσίες τους.

Είναι, λοιπόν, πιο αναγκαίο να έχει φίλους στη δυστυχία του, (25) αφού χρειάζεται χρήσιμους φίλους, αλλά από ηθική άποψη ωραιότερο είναι να αισθάνεται την ανάγκη φίλων στην ευτυχία του, γιατί σ’ αυτή την περίπτωση αναζητεί ενάρετους ανθρώπους, γιατί είναι προτιμότερο να παρέχει σ’ αυτούς τις ευεργεσίες του και να τους συναναστρέφεται. Κι είναι η παρουσία των φίλων γλυκειά και στην ευτυχία και στη δυστυχία, γιατί όσο υποφέρουν από οδύνη ανακουφίζεται, (30) όταν συμπάσχουν μαζί τους κι οι φίλοι. Γιατί και θα μπορούσε ν’ αμφιβάλλει κανείς, αν οι φίλοι σηκώνουν κι αυτοί κατά κάποιο τρόπο το βάρος ή, αντίθετα, αν λιγοστεύει τον πόνο η ευχάριστη παρουσία τους κι η πεποίθηση ότι συμμετέχει σ’ αυτόν.

 

Αλλά το ζήτημα, αν ανακουφίζονται γι’ αυτά ή για κάτι άλλο, ας μη το εξετάσουμε τώρα, αρκεί το ότι ανακουφίζονται πραγματικά. (35) Φαίνεται ότι η επίδραση που οφείλεται στην παρουσία είναι ανάμεικτη, [1171b] επειδή το να βλέπει κανείς τους φίλους είναι για τον δυστυχισμένο πολύ ευχάριστο, αφού ο φίλος είναι παρηγοριά και όταν τον βλέπει κανείς και όταν μιλά αν είναι ευαίσθητος. Γιατί ξεύρει τον χαρακτήρα μας καθώς και ό,τι μας προξενεί χαρά ή λύπη. Αλλά, από την άλλη μεριά υποφέρουμε και ‘μεις, (5) όταν βλέπουμε τον φίλο μας να λυπάται για τις δυστυχίες μας, επειδή κάθε φίλος θέλει ν’ αποφεύγει να προκαλεί λύπη στο φίλο του. Γι’ αυτό και οι ανδροπρεπείς από τη φύση τους δεν θέλουν να δίνουν αφορμή στους φίλους τους να συμπάσχουν μαζί τους. Αν όμως δεν αντιλαμβάνονται ότι μονάχα με μια μικρή λύπη των φίλων τους, ανακουφίζουν μια δική τους μεγάλη λύπη, δεν ανέχονται να πάσχει ο φίλος εξαιτίας τους. Γενικά προσπαθούν ν’ αποφεύγουν ανθρώπους που έχουν διάθεση να κλαψουρίζουν όλοι μαζί, γιατί κι αυτοί οι ίδιοι δεν έχουν τάση στο να θρηνούν, (10) μονάχα γυναικάκια και άνδρες γυναικωτοί αισθάνονται χαρά να αναστενάζουν μ’ αυτούς που πενθούν, και αγαπούν αυτά τα πρόσωπα σα φίλους που συμμετέχουν στη θλίψη τους, αλλά έχει χρέος να μιμείται κανείς τον καλύτερο. Αντίθετα στην ευτυχία η παρουσία των φίλων δεν είναι μόνο ευχάριστη, αλλά γεννά και την ιδέα ότι οι φίλοι χαίρονται για τα δικά μας αγαθά. (15) Γι’ αυτό φαίνεται ότι πρέπει να φωνάζουμε πρόθυμα τους φίλους μας, όταν είμαστε ευτυχισμένοι (γιατί είναι ωραίο να ευεργετεί κανείς) και στα ατυχήματά μας να κάνουμε αυτό με δισταγμό (γιατί πρέπει ν’ αποφεύγουμε όσο το δυνατό περισσότερο, να παίρνουν μέρος αυτοί στις λύπες μας). Από ‘δω και το ρητό:

 

«Αρκετό να είμαι μονάχος μου εγώ ο δυστυχής».

 

Τέλος πρέπει να φωνάζουμε προπάντων τους φίλους μας, όταν αυτοί πρόκειται να μας προσφέρουν μια μεγάλη υπηρεσία, χωρίς να ενοχληθούν πολύ. (20) Αντίθετα,πρέπει ίσως να πηγαίνουμε στους φίλους μας απρόσκλητοι και πρόθυμοι, όταν αυτοί είναι δυστυχισμένοι (γιατί είναι καθήκον της φιλίας να εξυπηρετούμε μάλιστα εκείνους που βρίσκονται στην ανάγκη, κι ακόμα όταν αυτοί δεν μας το ζητούν, η τέτοια προθυμία είναι αξιοπρεπέστερη και πιο ευχάριστη κι από τα δύο μέρη). Όταν οι φίλοι μας είναι ευτυχισμένοι, πρέπει να τρέχουμε σ’ αυτούς, εφόσον είμαστε ικανοί να τους εξυπηρετήσουμε (γιατί γι’ αυτό χρειαζόμαστε τους φίλους).Όταν όμως πρόκειται να ευεργετούμεθα, πρέπει να πηγαίνουμε σ’ αυτούς απρόθυμα και αργά (25) (γιατί δεν είναι ωραίο να τρέχει κανείς για να παίρνει οφέλη από τους άλλους). Εννοείται ότι δεν πρέπει κανείς να φαίνεται αγενής αποκρούοντας τις υπηρεσίες που του προσφέρουν οι φίλοι του. Γιατί κι αυτό συμβαίνει κάποτε. Σύμφωνα μ’ αυτά την παρουσία των φίλων πρέπει να την ευχόμαστε σε κάθε περίσταση.

 

Μήπως η συμβίωση δεν είναι για τη φιλία, (30) όπως για τους ερωτευμένους η θέα του λατρεμένου προσώπου, κι όπως οι εραστές προτιμούν την αίσθηση αυτή από κάθε άλλη, εφόσον μέσω αυτής υπάρχει κι απ’ αυτήν γεννιέται το ερωτικό συναίσθημα; Γιατί η φιλία είναι ένα είδος κοινότητας. Επίσης όπως διατίθεται κάποιος προς τον εαυτό του, έτσι διατίθεται και στους φίλους του. Επομένως όπως η αίσθηση της ύπαρξης είναι αγαπητή για μας τους ίδιους, έτσι είναι και σχετικά με τους συνανθρώπους μας. (35) Αλλά η δράση που για χάρη της αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξή τους, πραγματοποιείται στη διάρκεια της συμβίωσης [1172a] ώστε η προσπάθεια των φίλων μας απευθύνεται σ’ αυτήν. Τέλος ό,τι ο καθένας θεωρεί σαν πραγματικό «Είναι» και σαν τελικό σκοπό της ύπαρξής του, θέλει να το πραγματοποιεί επικοινωνώντας με τους φίλους του. Άλλοι πίνουν μαζί κρασί, άλλοι παίζουν μαζί κύβους, μαζί γυμνάζονται, άλλοι κυνηγούν με τους φίλους τους (5) και άλλοι φιλοσοφούν μαζί τους. Για να μιλήσουμε σύντομα, κάθε τι που αγαπούμε στη ζωή θέλουμε να το πραγματοποιούμε μαζί με τους φίλους μας, επειδή ο καθένας θέλει να ζει μαζί τους και γι’ αυτό κάμνει και συμμερίζεται μ’ αυτούς κάθε τι που εννοεί με τις λέξεις ζωή και συμβίωση. Γι’ αυτό η φιλία ανάμεσα στους φαύλους γίνεται πηγή του κακού (γιατί εφόσον οι φαύλοι είναι επιπόλαιοι, ο ένας συμμετέχει στην κακία του άλλου, (10) και με τον τρόπο αυτό γίνονται όλοι κακοί, αφού εξομοιώνονται ο ένας με τον άλλο). Αντίθετα η ανάμεσα στους ενάρετους ανθρώπους φιλία γίνεται πηγή αγαθού. Καθημερινά αυξάνεται το ηθικό της περιεχόμενο, και η πρόοδος συντελείται τόσο για την άσκηση της αρετής από κοινού, όσο για την αμοιβαία νουθεσία. Ο ένας δέχεται από τον άλλο τις ευχάριστες σ’ αυτόν ιδιότητες, και από ‘δω προέρχεται και το ρητό:

 

 

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Δεκεμβρίου 2015

Αίσθηση: Οι κόπιτσες στον νηπιακό καβάλο – εκεί που κούμπωνε η ολόσωμη φορμίτσα. Κοφτερή σκληράδα στο κου-ντε-πιέ από το λουστρίνι παπούτσι. Χθές ήταν;

 

Τρόμος: Άσπρο σκυλί, «λουλού», της κυρίας στο ισόγειο. Με φερμάρει κολλημένον στην εξώπορτα, με ασημένιο τάληρο στη χούφτα. Το τάληρο θρυμματίζει τη τζαμαρία, ένα κομμάτι γυαλί σφηνώνεται στο μπράτσο μου. Ανεξάλειπτα: η ουλή στο μπράτσο και ο τρόμος μπροστά σε αγριεμένο σκυλί.

 

Γεύση: Με το ένα χέρι κλείνω τη μύτη μου σαν με τσιμπίδα. Στο άλλο κρατάω φέτα πορτοκάλι. Πρέπει να καταπιώ την κουταλιά το μουρουνόλαδο και να χώσω αμέσως στο στόμα μου το πορτοκάλι. Πληρώνω την καθυστέρηση (της αλλαγής των γεύσεων) ως σήμερα.

 

Προτίμηση: «Ποιο είναι το καλύτερό σου φαγητό;». Η απάντηση συνιστά πρωτίστως επίδειξη ότι έμαθα επιτέλους να προφέρω σωστά το κάπα: «Κοτόπουλο κοκκινιστό». Είναι και η μόνη ανάμνηση της γιαγιάς, δεν έχω άλλη εικόνα της.

 

Πανικός: Ο θυρωρός της διπλανής πολυκατοικίας, ο Μανώλης, με παίρνει μαζί του στην «Αθήνα». (Ξέρω ότι μένω στην πλατεία Αγάμων – η διάκριση πλατείας Αγάμων και «Αθήνας» μου είναι ακόμα δυσπρόσιτη.) Κόσμος πολύς, χάνω το χέρι του που με κρατούσε. Ο Μανώλης άφαντος κι εγώ για λίγα λεπτά στο κενό ενός πρωτόγνωρου φόβου. Πότε έπαψε να ξεμυτίζει πανικός σε ασυνόδευτη ξενιτειά;

 

Φιλίες: Στο διπλανό από το σπίτι μας οικόπεδο παίζω μόνος στους λάκκους με τα βροχόνερα. Πλησιάζει δειλά συνομήλικος άγνωστος. – Πώς σε λένε; – Τάκη. Ξεκινάμε ναυμαχίες με πλεούμενα στο νερόλακκο. – Θες να γίνουμε φίλοι; Χαμόγελο συγκατάθεσης. (Ζει άραγε σήμερα ο Τάκης;)

 

Εντυπωσιασμός: Βυθισμένος σε βαθειά πολυθρόνα ο Καραγάτσης, με ρόμπα φαρδειά, χώνει τη γάτα από τη μασχάλη μέσα στο μανίκι του και τη βγάζει στην παλάμη του φιλική και ναζιάρα. Τον χαζεύω κατάπληκτος.

 

Φύλο: Ανεβαίνω με την Κατερίνη στην ταράτσα, έχει να μαζέψει τη μπουγάδα. (Εμείς δεν έχουμε υπηρέτρια με μαύρο φουστάνι και άσπρη ποδιά, έχουμε όμως την Κατερίνη που δεν πάει πια σχολείο και βοηθάει τη μητέρα μου στις δουλειές.) Χαζεύω τα στεγνωμένα ρούχα. – Τι είναι αυτό; ρωτάω για κάποιο την Κατερίνη. – Να μη ρωτάς, είσαι μικρός, απαντάει περίεργα θορυβημένη. Όταν κατεβαίνουμε, σπεύδει να δώσει αναφορά στη μητέρα με συνωμοτικά μισόλογα. – Γιατί κάνεις έτσι; της λέει ήρεμα η μητέρα. Και σε μένα: – Αυτό το λέμε σουτιέν, το φοράμε οι γυναίκες για να μας κρατάει το στήθος.

 

Πράσινο: Το μεγάλο φυλλόδεντρο στην είσοδο του σπιτιού μας. Πρώτα στην Πρωτέως 3. Ύστερα, Σπάρτης 11. Πόσα χρόνια ζει το φυλλόδεντρο;

 

Κρουστό γαλάζιο: Ο ουρανός της Αθήνας τη μέρα που μπαίνουν οι Γερμανοί. Ένα αεροπλάνο κόβει ράθυμα βόλτες στην ανοιξιάτικη φωτοχυσία.

 

Κόκκινο: Το πελώριο στα μάτια μου πασχαλινό αυγό, δώρο από τον νονό μου. Έκθαμβος για το σοκολατένιο εύρημα στα σωθικά μου, αναφωνώ: Πω-πω ένας ό-ο-ρας! (Το κάπα ήταν η πιο καθυστερημένη γλωσσική μου κατάκτηση.)

 

Συλλαβισμός της ζωής, και η φλυαρία της μνήμης στέρηση. Ποιος είναι τελικά ο αληθινός εαυτός μου; Αυτό που ήμουν τότε, αυτό που είμαι σήμερα, αυτό που θα είμαι αύριο αν με προλάβει η άνοια; Πότε και πού σαρκώνεται η υποστατική μου ετερότητα, η υπαρκτική μου ταυτότητα, ο «πυρήνας» ή το «εγώ» μου; Στροβιλιζόμαστε στο κενό, στο αξεδιάλυτο μυστήριο του θανάτου. Μάθαμε τη συγκρότηση του πυρήνα των ατόμων, τα στοιχεία της ύλης των απώτατων γαλαξιών, τη σύνθεση του φωτός, τη δομή του DNA. Και δεν ξέρουμε να ορίσουμε τον ίδιο τον εαυτό μας. Το μόνο που ισχυρίζεσαι κι ο Θεός δεν μεταβάλλει, Κείνο το κάτι ανεξακρίβωτο που υπάρχει, Παρ’ όλα αυτά μέσα στο Μάταιο και στο Τίποτα. Ελύτης έφη.

 

 

Μαρία Ανδρεάδου στις 11 Δεκεμβρίου 2015

 

Φωτογραφία : Μαρία Ανδρεάδου

Κύριε, μη μου δίνεις την οδύνη που περιέχω.
Είμαι το διεσταλμένο ρόδο δίχως σεμνότητα,
είμαι ο καρπός που αποστάζει ασύστολα χυμό,
είμαι η θερμότατη καλοκαιρινή μέρα
που αντηχεί το φως, την πυράδα του ήλιου.
Είμαι βαρύς από τον ίδιο τον εαυτό μου,
υποφέρω την έννοια του εαυτού μου,
σε βάρος αισθήσεων υπέρμετρο.
Πολύχρωμο έντομο με έντονο χνούδι χρωμάτων
να πετάξω δεν δύναμαι πια.
Πού ν’ αποθέσω τον εαυτό μου;

Η ζωή πιο ωραία,
ισάξια του θανάτου, με πληρώνει.
Κύριε, μη με παραδίνεις στις δυνάμεις που περιέχω.
Να καταστρέψει η αρμονία
την ηδονή που αναθρώσκει,
να συνθέσω τη γαλήνη.

Τα λόγια μου σπρώχνονται
στα στόματα απ’ το σώμα μου
όπως η ζωή που αναβλύζει απ’ τη γη
στην ορμή απ’ το θερμό φως.

Στους νεκρούς ανάμεσα πέρασα
γεμάτος ζωής προσφορά,
πώς θα μου απαντήσει
η σιωπηλή ζωή;
Έκραξα στους ζωντανούς ανάμεσα,
ποιοι είναι οι επιζώντες
και δεν ακούω ομιλία καμιά;

Με διαπερνούν τα πρόσωπα,
ανόητοι περιπατητές της Κυριακής ημέρας,
άσχημος όχλος.
Περιέχω τον δρόμο με τα βρώμικα χαρτιά,
με τ’ ακατάλληλα σκουπίδια,
κατέχω τη στεκούμενη κατάσταση
της στατικής αηδίας στάσιμης,
μιλώ τα φθαρμένα λόγια της κοινής αντίληψης,
χαμογελώ στα πρόσωπα τα βδελυρά κι αδιάφορα
χωρίζομαι, αποχωρίζομαι, δεν υπάρχω,
βρίσκομαι στην αποσύνθεση.

Ζωή Καρέλλη /Από τη συλλογή Πορεία (1940)

πηγή : http://www.translatum.gr/