Διαβάσαμε
Λέει, να φτιάξουμε τον κόσμο δικαιότερο…
-Δεν είναι εύκολο, του λέω.
Να προσπαθήσουμε, λέει.
– Ωραία, να προσπαθήσουμε, και από πού ν’ αρχίσουμε;
Ν’ αρχίσουμε από τον άνθρωπο, να φτιάξουμε τον άνθρωπο σωστότερο!
– Μα δεν είμαστε Θεοί. Ο άνθρωπος φτιάχτηκε ήδη.
Πας πολύ βαθειά και γίνεσαι μοιρολάτρης, λέει. Ας φτιάξουμε αυτά που μπορούμε, τα πάνω-πάνω, κάτι είναι και αυτό.
– Και ποιά είναι αυτά τα πάνω-πάνω που μπορούμε;
Να γνωρίσει πρώτα τον εαυτό του, και ύστερα να βγει λίγο έξω από το καβούκι του, να δει και τους γύρω του, να δει την ομορφιά των άλλων και το θαύμα του κόσμου, λέει.
– Καλά τα λες, όμως γιατί δεν μπορεί να βγει έξω από το καβούκι του μόνος του;
Διότι νομίζει πως ό,τι πιο ωραίο φτιάχτηκε στον κόσμο είναι αυτός, και πως ο κόσμος γυρίζει γύρω από τον ίδιο! Είναι πεταλούδα ο άνθρωπος και γυρίζει γύρω από το δικό του φως μέχρι να καεί από τις λαθεμένες δικές του επιλογές, λέει.
– Είναι σαν να μου λες ότι είναι παγιδευμένος μέσα στην δική του ομορφιά.
Όχι. Σου λέω ότι είναι παγιδευμένος μέσα στην θωρακισμένη του άγνοια.
– Αν είναι έτσι να του το πούμε, είναι απλό και θα το καταλάβει, λέω.
Νομίζεις ότι είναι απλό. Είναι πιο εύκολο για το άνθρωπο να βγει έξω από τα σύνορα του ηλιακού συστήματος παρά από το συρματόπλεγμα του εαυτού του.
– Κι εγώ που νόμιζα πως ήταν εύκολο. Τι θα κάνουμε, λοιπόν, ρωτάω.
Να του δείξουμε το συμφέρον του, λέει. Μόνο αυτό καταλαβαίνει ο μυωπικός άνθρωπος.
-Και γιατί είναι συμφέρον του να γνωρίσει και την ομορφιά των άλλων και του κόσμου, ρωτάω πάλι.
Για να γλυτώσει από την αόρατη μοναξιά του, λέει.
-Και είναι αυτό το συμφέρον του; Νόμιζα πως θα μου έλεγες ότι θα αποκτήσει πλούτο όταν γνωρίσει και την ομορφιά των άλλων.
Αυτό σου λέω, μόνον που δεν βλέπουμε όλοι τον πλούτο με τον ίδιο τρόπο.
-Δηλαδή, ρωτάω;
Δηλαδή, οι πιο πολλοί αναγνωρίζουν το χρήμα ως μοναδικό πλούτο και μέσα εκεί παγιδεύονται, λέει.
-Πώς παγιδεύονται, αδελφέ; Δεν το καταλαβαίνω. Ο πλούτος του χρήματος ανοίγει πολλούς ορίζοντες.
Ναι, αλλά κλείνει και τον ουσιαστικό ορίζοντα του ζωτικού χρόνου για τον άνθρωπο. Αυτόν τον μοναδικό πλούτο που είναι μια ανεκτίμητη αξία, λέει.
-Και τι να τον κάνει κανείς αυτόν το χρόνο;
Μα σου είπα. Να γνωρίσει τον άγνωστο εαυτό του και μετά τον κόσμο!
-Και δεν υπάρχει χρόνος γι’ αυτό, ρωτάω.
Όχι. Δεσμεύεις όλον τον χρόνο σου για να αποκτήσεις περισσότερο χρήμα και μετά, για να διατηρήσεις όλα όσα απέκτησες με χρήμα. Με τον τρόπο αυτόν, ο φόβος να χάσεις τα όσα απέκτησες γίνεται συνεχώς δυνάστης σου, χωρίς να το βλέπεις, και συνεχίζεις αναλώνεσαι σε λάθος κατεύθυνση.
-Θέλεις να πεις ότι η απληστία είναι αυτή που ροκανίζει το χρόνο μας.
Ναι. Είναι σαν να υπάρχεις για να αποκτάς και εξυπηρετείς μόνον τα υπάρχοντά σου και όχι τον άνθρωπο μέσα σου. Και όταν το καταλάβεις – αν το καταλάβεις – τότε ο χρόνος, ο δικός σου μοναδικός χρόνος, έχει πετάξει μακριά για σένα. Και, δυστυχώς, δεν μπορείς με την περιουσία σου να εξαγοράσεις ούτε ένα δευτερόλεπτο από το χρόνο, που, δυστυχώς, βλέπεις να λιγοστεύει μπροστά σου. Τότε αντιλαμβάνεσαι πως δεύτερη ζωή δεν έχει, που λέει και ο ποιητής. Τότε αντιλαμβάνεσαι πως ξόδεψες πολύ χρόνο να “κατακτήσεις“ τον κόσμο και όχι για να γνωρίσεις τον κόσμο.
-Είναι σαν να μου λες, δηλαδή, ότι ο προσωπικός μας χρόνος είναι η προίκα της ζωής μας!
Καλά το κατάλαβες. Ο προσωπικός μας χρόνος είναι το σημαντικότερο προνόμιο που μας χάρισε η φύση. Αυτός είναι ο πραγματικός πλούτος μας! Ο χρόνος μας!
-Και μ’ αυτόν το πλούτο θα φτιάξουμε τον κόσμο δικαιότερο, ρωτάω.
Μ’ αυτόν τον πλούτο θα φτιάξουμε τον άνθρωπο μέσα μας σωστότερο και τον κόσμο γύρω μας πιο ανθρώπινο, λέει.
– Ίσως να έχει δίκαιο! Όμως, δεν είναι εύκολο, εξακολουθώ να λέω..
__________________________
~ Γιάννης Χαριτάντης, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών
Πηγή: psychologized.eu
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Μαζεύω τα σύνεργά μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα. ‘Οχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε.
Ο ήλιος βασίλεψε, θάμπωσαν τα βουνά, οι οροσειρές του μυαλού μου κρατούν ακόμα λίγο φως στην κορφή τους, μα η άγια νύχτα πλακώνει, ανεβαίνει από τη γης, κατεβαίνει από τον ουρανό, και το φως ορκίστηκε να μην παραδοθεί, μα το ξέρει, σωτηρία δεν υπάρχει, δεν θα παραδοθεί, μα θα σβήσει.
Ρίχνω στερνή ματιά γύρα μου, ποιον ν’ αποχαιρετήσω; τι ν’ αποχαιρετήσω; τα βουνά, τη θάλασσα, την καρπισμένη κληματαριά στο μπαλκόνι μου, την αρετή, την αμαρτία, το δροσερό νερό; Μάταια, μάταια, κατεβαίνουν όλα ετούτα μαζί μου στο χώμα.
Σε ποιον να εμπιστευθώ τις χαρές και τις πίκρες μου, τις μυστικές δονκιχώτικες λαχτάρες της νιότης, την τραχιά σύγκρουση αργότερα με το Θεό και με τους ανθρώπους, και τέλος την άγρια περηφάνια που έχουν τα γεράματα που καίγουνται μα αρνιούνται, ως το θάνατο, να γίνουν στάχτη; Σε ποιον να πω πόσες φορές σκαρφαλώνοντας, με τα πόδια, με τα χέρια, τον κακοτράχαλο ανήφορο του Θεού, γλίστρησα κι έπεσα, πόσες φορές σηκώθηκα, όλο αίματα, και ξανάρχισα ν’ ανηφορίζω; Που να βρω μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;
Σφίγγω ήσυχα, πονετικά, ένα σβώλο κρητικό χώμα στη φούχτα μου, το κρατούσα το χώμα τούτο πάντα μαζί μου, σε όλες μου τις περιπλάνησες, και στις μεγάλες μου αγωνίες το ‘σφιγγα μέσα στη φούχτα μου κι έπαιρνα δύναμη, δύναμη μεγάλη, σα να ‘σφιγγα το χέρι φίλου αγαπημένου. Μα τώρα που βασίλεψε ο ήλιος και το μεροκάματο τέλεψε, τι να την κάμω τη δύναμη; Δεν την έχω ανάγκη πια, κρατώ το χώμα ετούτο της Κρήτης και το σφίγγω με άφραστη γλύκα, τρυφεράδα κι ευγνωμοσύνη, σα να σφίγγω μέσα στη φούχτα μου και ν’ αποχαιρετώ το στήθος γυναίκας αγαπημένης. Αυτό ήμουν αιώνια, αυτό θα είμαι αιώνια, πέρασε αστραπή η στιγμή που στροβιλίστηκες, άγριο χώμα της Κρήτης, κι έγινες αγωνιζόμενος άνθρωπος.
Τι αγώνας, τι αγωνία, τι κυνηγητό του ανθρωποφάγου αόρατου θεριού, τι επικίντυνες ουρανικές και σατανικές δυνάμες η φούχτα τούτη το χώμα ! Ζυμώθηκε μ’ αίμα, δάκρυο και ιδρώτα, γίνηκε λάσπη, γίνηκε άνθρωπος, πήρε τον ανήφορο, να φτάσει -που να φτάσει; Σκαρφάλωνε αγκομαχώντας το σκοτεινό όγκο του Θεού, ‘απλωνε τα χέρια, έψαχνε, έψαχνε και μάχουνταν να βρει το πρόσωπό του.
Κι όταν, τα ολόστερνά ετούτα χρόνια, απελπισμένος πια, ένιωσε πως ο σκοτεινός αυτός όγκος δεν έχει πρόσωπο, τι καινούριος, όλο αναίδεια και τρόμο, αγώνας να πελεκήσει την ακατέργαστη κορφή και να της δώσει πρόσωπο -το πρόσωπό του !
Μα τώρα το μεροκάματο τέλεψε, μαζεύω τα σύνεργά μου. Ας έρθουν άλλοι σβώλοι χώματα να συνεχίσουν τον αγώνα. Είμαστε, εμείς οι θνητοί, το τάγμα των αθανάτων, κόκκινο κοράλλι το αίμα μας, και κτίζουμε απάνω στην άβυσσο ένα νησί.
Χτίζεται ο Θεός, έβαλα κι εγώ το δικό μου κόκκινο πετραδάκι, μια στάλα αίμα, να τον στερεώσω, να μη χαθεί, να με στερεώσει, να μη χαθώ, έκαμα το χρέος μου.
Απλώνω το χέρι, φουχτώνω το μάνταλο της γης, ν’ ανοίξω την πόρτα να φύγω, μα κοντοστέκουμαι στο φωτεινό κατώφλι ακόμα λίγο. δύσκολο, πολύ, να ξεκολλήσουν τα μάτια, τ’ αυτιά, τα σπλάχνα από τις πέτρες και τα χόρτα του κόσμου. λες: Είμαι χορτάτος, είμαι ήσυχος, δε θέλω πια τίποτα, τέλεψα το χρέος και φεύγω. μα η καρδιά πιάνεται από τις πέτρες κι από τα χόρτα, αντιστέκεται, παρακαλάει: «Στάσου ακόμα!»
Μάχουμαι να παρηγορήσω την καρδιά μου, να τη συβάσω να πει λεύτερα το ναι. Να μη φύγουμε σα σκλάβοι, δαρμένοι, κλαμένοι, από τη γης, παρά σα βασιλιάδες που έφαγαν, ήπιαν, χόρτασαν, δε θέλουν πια, και σηκώνουνται από το τραπέζι. Μα η καρδιά χτυπάει ακόμα μέσα στα στήθια, αντιστέκεται, φωνάζει: «Στάσου ακόμα!»
Στέκουμαι, ρίχνω στερνή ματιά στο φως, που αντιστεκεται κι αυτό, σαν την καρδιά του ανθρώπου, και παλεύει. Σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό, έπεσε απάνω στα χείλια μου μια χλιαρή ψιχάλα, η γης μύρισε. γλυκιά φωνή, μαυλιστικιά, ανεβαίνει από τα χώματα: «’Ελα.. έλα.. έλα…»
Πλήθυνάν οι ψιχάλες. το πρώτο νυχτοπούλι αναστέναξε, κι ο πόνος του κύλησε από τις νυχτομένες φυλλωσιές, γλυκός πολύ, μέσα στο βρεμένο αέρα. Ησυχία, γλύκα μεγάλη, κανένας στο σπίτι. κο έξω τα χωράφια διψούσαν κι έπιναν μ’ ευγνωμοσύνη, με βουβήν ευδαιμονία, το πρωτοβρόχι. ανασηκώνουντανη γης σα μωρό, κατά τον ουρανό, να βυζάξει.
‘Εκλεισα τα μάτια. κρατούσα πάντα το σβώλο το χώμα της Κρήτης κι ο ύπνος με πήρε. Ο ύπνος με πήρε κι είδα όνειρο: Ξημέρωνε, λέει, ζυγαριάζουνταν αποπάνω μου ο Αυγερινός, έτρεμε, έλεγα τώρα θα πέσει. κι έτρεχα, έτρεχα ανάμεσα στα έρημα άνυδρα βουνά, ολομόναχος. Πέρα στην ανατολή πρόβαλε ο ήλιος. δεν ήταν ήλιος, ήταν ένα προύντζινο ταψί γεμάτο κάρβουνα αναμμένα. Ο αέρας χοχλάκιζε. Κάπου κάπου μια σταχτιά πετροπέρδικα πετούσε από το βράχο, χτυπούσε τα φτερά της και κακάριζε, χαχάριζε και με περγελούσε. ένα κοράκι, σ’ ένα αναγύρισμα του βουνού, τινάχτηκε ως με είδε. σίγουρα θα με περίμενε, και με πήρε ξωπίσω σκώντας τα γέλια. Θύμωσα, έσκυψα, πήρα μιαν πέτρα να του την πετάξω. μα το κοράκι είχε αλλάξει κορμί, είχε γίνει ένα γεροντάκι και μου χαμογελούσε.
Τρόμος με κυρίεψε κι άρχισα πάλι να τρέχω. Στρούφιζαν τα βουνά, στρουφίζουμουν κι εγώ μαζί τους. ολοένα οι κύκλοι στένευαν, μ’ έπιασε ζάλη. Χοροπηδούσαν γύρα μου τα βούνα, ένοιωσα ξαφνικά δεν ήταν ετούτα βουνά ήταν τ’ απολιθώματα προκατακλυσμιαίου εγκέφαλου και μαύρος θεόρατος σταυρός ήταν καρφωμένος δεξιά μου, αψηλά, σε μιαν πέτρα, κι απάνω του ένα θεριακωμένο προύντζινο φίδι σταυρωμένο.
Αστραπή έσκισε το μυαλό μου, φώτισε γύρα μου τα βουνά, είδα: Είχα μπει στο φοβερό στροφιχτό φαράγγι που ‘χαν πάρει, τώρα και χιλιάδες χρόνια, οι Εβραίοι, με το Γεχωβά μπροστάρι, φεύγοντας την ευτυχισμένη παχιά γη του Φαραώ. Το φαράγγι ετούτο στάθηκε το πύρινο αργαστήρι όπου, πεινώντας. διψώντας, βλαστημώντας, σφυροκοπήθηκε η ράτσα του Ισραήλ.
Τρόμος με κυρίεψε, τρόμος και χαρά μεγάλη. ακούμπησα σ’ ένα βράχο να καταλαγιάσει το στροβίλισμα του μυαλού μου, ‘εκλεισα τα μάτια, κι ολομεμιάς τα πάντα γύρα μου αφανίστηκαν. ένα ελληνικό ακρογιάλι απλώθηκε μπροστά μου, θάλασσα σκούρα λουλακιά, κόκκινοι βράχοι, κι ανάμεσα στους βράχους η χαμηλή μπασιά κατασκότεινης σπηλιάς. ‘Ενα χέρι τινάχτηκε μέσα από τον αέρα και σφήνωσε στη φούχτα μου ένα δαδί αναμμένο. Κατάλαβα την προσταγή. έκαμα το σταυρό μου, τρύπωξα μέσα στη σπηλιά.
Γύριζα, γύριζα, τσαλαβουτούσα σε μαύρα παγωμένα νερά, κρέμουνταν απάνω από το κεφάλι μου ογροί, γαλάζοι σταλαχτίτες, ασκώνουνταν από τη γης γιγάντιοι πέτρινοι φαλλοί που στραφτάλιζαν και γελούσαν στη δαδίσια αναλαμπή. ‘Ηταν η σπηλιά ετούτη το θηκάρι μεγάλου ποταμού και το ‘χε παρατήσει αδειανό, γιατί άλλαξε, μέσα στους αιώνες πορεία…
Σούριξε το προύντζινο φίδι θυμομένο. άνοιξα τα μάτια, είδα πάλι τα βουνά, το φαράγγι, τους γκρεμούς. η ζάλη είχε κατασταλάξει. τα πάντα ακινήτησαν, φωτίστηκα, κατάλαβα: όμια και τις πυρπολούμενες γύρα μου οροσειρές τις είχε καταστρέψει ο Γεχωβάς για να περάσει. Είχα μπει μέσα στο φοβερό θηκάρι του θεού, ακολουθούσα, πατούσα τ’ αχνάρια του.
-Αυτός είναι ο δρόμος, φώναξα μέσα στ’ όνειρό μου, αυτός είναι ο δρόμος του ανθρώπου, άλλον δεν έχει!
Κι ως τινάχτηκε από τα χείλια μου ο αυθάδης ετούτος λόγος, ανεμοσίφουνας με τύλιξε, φτερούγες άγριες με σήκωσαν, κι ολομεμιάς βρέθηκα στην κορφή του θεοβάδιστου Σινά. Μύριζε ο αγέρας θειάφι, τα χείλια μου μερμήδιζαν, σα να τ’ αγκύλωσαν αρίφνητες, αόρατες σπίθες. Σήκωσα τα βλέφαρα. ποτέ τα μάτια μου, ποτέ τα σπλάχνα μου δε είχαν χαρεί τόσο απάνθρωπο, τόσο αρμονισμένο με την καρδιά μου όραμα, χωρίς νερό, χωρίς δεντρό, χωρίς ανθρώπους. Χωρίς ελπίδα. Εδώ η ψυχή ενός απελπισμένου ή περήφανου ανθρώπου βρίσκει την άκρα ευδαιμονία.
Κοίταξα το βράχο όπου στεκόμουν . δυο βαθιές γούβες σκαμμένες στο γρανίτη θα ‘ταν οι πατημασιές του προφήτη με τα κέρατα που περίμενε τον πεινασμένο Λιόντα να προβάλει. Εδώ, στην κορφή του Σινά, δεν του ‘χε δώσει προσταγή να περιμένει; Περίμενε.
Περίμενα κι εγώ. ‘Εσκυβα απάνω από τον γκρεμό, αφουκράζουμουν. άξαφνα, μακριά, μακριά πολύ, κουφοβρόντηξαν πατημασιές. Κάποιος ζύγωνε, και τα βουνά κουνιούνταν. έπαιζαν τα ρουθούνια μου -όλος ο αγέρας μύριζε μπροσταρότραγος. «’Ερχεται! ‘Ερχεται!» μουρμούριζα κι έζωνα σφιχτά τη μέση μου. συντάζουμουν να παλέψω.
Αχ, πόσο την είχα λαχταρίσει τη στιγμή ετούτη! Χωρίς να μπαίνει στη μέση και να με παραπλανάει ο αδιάντροπος ορατός κόσμος, ν’ αντικρίσω, πρόσωπο με πρόσωπο, το λιμασμένο θεριό της ζούγκλας τ’ ουρανού. Τον Αόρατο. Τον Ανερχόταγο. Τον αγαθό Πατέρα που τρώει τα παιδιά του και στάζουν τα χείλια του, τα γένια του, τα νύχια του αίματα.
Θα του μιλήσω θερρετά, θα του πω τον πόνο του ανθρώπου, τον πόνο του πουλιού, του δεντρού και της πέτρας, όλοι πήραμε απόφαση, δε θέμε να πεθάνουμε, κρατώ μιαν αναφορά, την υπόγραψαν όλα τα δέντρα, τα πουλιά, τα θεριά, οι ανθρώποι, δε θέμε, Πατέρα, να μας φας, και δε θα φοβηθώ, θα του τη δώσω.
Μιλούσα, παρακαλούσα, έσφιγγα τη μέση μου κι έτρεμα.
Κι εκεί που περίμενα, σα να μετακουνήθηκαν οι πέτρες κι άκουσα μεγάλη αναπνοή.
«Νά τος… νά τος έφτασε ! ». μουρμούρισα και στράφηκα ανατριχιάζοντας.
Μα δεν ήταν ο Γεχωβάς, δεν ήταν ο Γεχωβάς, ήσουν εσύ Παππού, από το αγαπημένο χώμα της Κρήτης, και στέκοσουν μπροστά μου, άρχοντας αυστηρός, με το σφηνωτό γενάκι το κάτασπρο, με τα στεγνά χείλια τα σφιγμένα, με το εκστατικό μάτι, το γεμάτο φλόγες και φτερούγες, και στα μαλλιά σου περιπλέκουνταν ρίζες από θυμάρι.
Με κοίταξες, κι ως με κοίταξες ένοιωσα πως ο κόσμος ετούτος είναι ένα σύννεφο φορτωμένο αστροπελέκι κι άνεμο, σύνεφο κι η ψυχή του ανθρώπου φορτωμένη αστροπελέκι κι άνεμο, κι από πάνω φυσάει ο θεός και σωτηρία δεν υπάρχει.
Σήκωσα τα μάτια, σε κοίταξα. ‘Eκαμα να σου πω: «Παππού, αλήθεια δεν υπάρχει σωτηρία;» μα η γλώσσα μου είχε κολλήσει στο λαρύγγι μου, έκαμα να σε ζυγώσω, μα τα γόνατά μου λύγισαν.
‘Aπλωσες τότε το χέρι, σα να πνίγομουν κι ήθελες να με σώσεις.
Αρπάχτηκα με λαχτάρα από το χέρι σου, πασαλειμμένο ήταν με πολύχρωμες μπογιές, θαρρείς ζωγράφιζε ακόμα, έκαιγε. ‘Aγγιξα το χέρι σου, πήρα φόρα και δύναμη, μπόρεσα να μιλήσω.
-Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ’ μου μιαν προσταγή.
Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου. δεν ήταν χέρι, ήταν πολύχρωμη φωτιά. ως τις ρίζεςτου μυαλού μου περεχύθηκε η φλόγα.
-Φτάσε όπου μπορείς παιδί μου…
Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σα νάβγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης.
‘Εφτασε ως τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε.
-Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ μου μιαν πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.
Κι ολομεμιάς, ως να τα πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα, αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεγμένες θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε:
-Φτάσε όπου δεν μπορείς !…
Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.
H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.
Kι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ’ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.
snhell.gr
Η οικογένεια ως βατήρας
Το σπίτι όπου έζησε το παιδάκι που ήμουν κάποτε, και τα πρόσωπα με τα οποία μοιράστηκα την οικογενειακή μου ζωή υπήρξαν ο βατήρας πάνω στον οποίο πάτησα για να εκτελέσω το άλμα προς την ενήλικη ζωή μου.
Η οικογένεια αποτελεί πάντοτε τον βατήρα, και κάποια στιγμή πρέπει να σταθούμε στην άκρη του και να πραγματοποιήσουμε το άλμα προς τον κόσμο και τη μετέπειτα ζωή.
Αν, καθώς πάω να πηδήξω από τον βατήρα, πιαστώ από κάπου και κρεμαστώ, θα μείνω εκεί να κρέμομαι και δεν θα πραγματοποιήσω το ταξίδι μου ποτέ.
Τι καλά που θα ήταν αν βρίσκαμε το θάρρος να πηδήξουμε από τον βατήρα μ” έναν θεαματικό τρόπο! Αυτό μπορεί να γίνει αν ο βατήρας είναι υγιής. Αν η οικογενειακή σχέση είναι υγιής. Αν το ζευγάρι των γονιών είναι υποστηρικτικό.
Ο βατήρας αυτός πατάει πάνω σε τέσσερα βασικά στηρίγματα, τόσο σημαντικά, που αν δεν είναι στέρεα κανένα παιδάκι δεν μπορεί να περπατήσει πάνω του χωρίς να πέσει.
Το πρώτο στήριγμα είναι η αγάπη
Ένα παιδί που δεν ένιωσε ότι το αγάπησαν οι γονείς του, έχει μια θλιβερή ιστορία: θα του είναι πολύ δύσκολο να αγαπήσει τον εαυτό του. Η αγάπη για τον εαυτό μας μαθαίνεται μέσα από την αγάπη που δεχόμαστε από τους γονείς μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να διδαχτούμε και αλλιώς, λέω απλώς ότι αυτός είναι ο καλύτερος τόπος και τρόπος για να το μάθουμε. Και βέβαια, ένα παιδί που δεν αγαπήθηκε δεν μπορεί ούτε το ίδιο να αγαπήσει, κι αν έτσι έχει συμβεί στη ζωή του, τι μπορεί να κάνει αργότερα στις σχέσεις του με τους άλλους;
Ο βατήρας που δεν έχει αυτό το στήριγμα είναι επικίνδυνος. Είναι δύσκολο να βαδίσει κανείς πάνω του. Είναι ένας βατήρας χωρίς ισορροπία.
Το δεύτερο στήριγμα είναι η εκτίμηση
Αν η οικογένεια δεν έχει ένα καλό απόθεμα αυτοεκτίμησης, αν οι γονείς θεωρούν ότι οι ίδιοι είναι ένα τίποτα, τότε και το παιδί θα αισθάνεται ένα τίποτα. Αν προέρχεται κανείς από ένα σπίτι όπου δεν τον εκτιμούν και δεν θεωρούν ότι αξίζει, δυσκολεύεται να πιστέψει ο ίδιος για τον εαυτό του ότι αξίζει. Τα σπίτια με ένα καλό επίπεδο αυτοεκτίμησης διαθέτουν κατάλληλους βατήρες.
Η Βιρτζίνια Σατίρ λέει: «Στις καλές οικογένειες, η χύτρα της αυτοεκτίμησης του σπιτιού είναι γεμάτη». Που σημαίνει: οι γονείς πιστεύουν ότι είναι αξιόλογοι άνθρωποι, πιστεύουν ότι τα παιδιά τους αξίζουν, ο μπαμπάς πιστεύει ότι η μαμά αξίζει, η μαμά πιστεύει ότι ο μπαμπάς αξίζει, ο μπαμπάς και η μαμά πιστεύουν ότι έχουν μια οικογένεια που αξίζει, και είναι κι οι δύο υπερήφανοι για την ομάδα που έχουν φτιάξει.
Όταν έρχεται σπίτι το παιδί και λέει: «Τι ωραία που είναι αυτή η οικογένεια!» τότε ξέρουμε πως ο βατήρας είναι γερός.
Όταν έρχεται το παιδί σπίτι και λέει: «Μπορώ να πάω να μείνω στο σπίτι της θείας Μαργαρίτας;»… τότε έχουμε πρόβλημα.
Όταν λέει ο πατέρας στο παιδί: «Γιατί τότε δεν πας να μείνεις με τη θεία σου τη Μαργαρίτα;» πάλι κάτι συμβαίνει.
Το τρίτο στήριγμα είναι οι κανόνες
Στην οικογένεια πρέπει να υπάρχουν κανόνες, με τη μόνη προϋπόθεση ότι δεν θα είναι αυστηροί. Οι κανόνες πρέπει να είναι ευέλικτοι, ελαστικοί, αμφισβητήσιμοι, συζητήσιμοι και διαπραγματεύσιμοι. Πάντως, πρέπει να υπάρχουν. Ακριβώς όπως πιστεύω ότι οι κανόνες στην οικογένεια υπάρχουν για να μπορεί κανείς να τους παραβεί και είναι δική μας υποχρέωση να βάζουμε καινούργιους, πιστεύω και ότι η διαδικασία αυτή πρέπει να βασίζεται σε μια χρονική στιγμή που τα παιδιά έχουν μάθει να μεγαλώνουν και να ωριμάζουν σ” ένα περιβάλλον με ασφάλεια και προστασία.
Αυτό είναι το περιβάλλον της οικογένειας. Οι κανόνες αποτελούν το πλαίσιο ασφάλειας και πρόβλεψης που είναι αναγκαίο για την ανάπτυξη μου. Ένα σπίτι χωρίς κανόνες δημιουργεί έναν βατήρα πάνω στον οποίο το παιδί δεν μπορεί να σταθεί για να κάνει το άλμα του στον κόσμο…
Το τελευταίο στήριγμα είναι η επικοινωνία
Για να μπορέσει να πραγματοποιηθεί το άλμα, είναι αναγκαίο να υπάρχει διαρκής και έντιμη επικοινωνία. Με κανένα άλλο θέμα δεν έχουν ασχοληθεί τόσο πολύ τα εγχειρίδια ψυχολογίας, όσο με αυτό της επικοινωνίας. Να διαβάζετε μαζί σαν ζευγάρι, να κουβεντιάζετε με τα παιδιά σας, να συζητάτε όλοι μεταξύ σας με την τηλεόραση κλειστή… Αυτός είναι ένας τρόπος για να ενισχυθεί η επικοινωνία, όχι όμως ο πιο σημαντικός.
Ουσιαστικό είναι αυτό που ξεκινάει με ερωτήσεις που κάνει κανείς με αληθινό ενδιαφέρον, μέσα από την καρδιά του: Πώς είσαι; Πώς τα πέρασες σήμερα; Θέλεις να κουβεντιάσουμε;
Και σ” αυτό το στήριγμα —αποκλειστικά σ” αυτό το στήριγμα—, στηρίζεται η δυνατότητα επανόρθωσης των υπολοίπων.
Αγάπη, εκτίμηση, κανόνες και επικοινωνία: πάνω σ” αυτόν τον βατήρα στέκεται το παιδί νια να κάνει το άλμα του στη ζωή. Για να βαδίσει, καταρχάς, τον δρόμο της αυτοεξάρτησης και, στη συνέχεια, τον δρόμο της συνάντησης με τους άλλους.
~ Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι «Ο Δρόμος της Συνάντησης» Εκδόσεις OPERA
_________________
Πηγή: enallaktikidrasi.com
H εκπαιδευτική ιστοσελίδα «Open Syllabus Explorer» κατέταξε την «Πολιτεία» του Πλάτωνα στην πρώτη θέση των βιβλίων που έχουν μελετηθεί περισσότερο στα οκτώ κορυφαία πανεπιστήμια των Ηνωμένων Πολιτειών και, σύμφωνα με τις διεθνείς αξιολογήσεις, κορυφαία και του κόσμου. Τα οκτώ κορυφαία πανεπιστήμια συνθέτουν τη λεγόμενη Ivy League της ανώτατης εκπαίδευσης στις ΗΠΑ. Σε αυτήν ανήκουν τα πανεπιστημιακά ιδρύματα του Χάρβαρντ, του Πρίνστον, του Μπράουν, της Πενσυλβάνιας, του Γέιλ, του Κόρνελ, το πανεπιστήμιο Κολούμπια, καθώς και το Ντάρτμουθ Κόλετζ.
Την ίδια στιγμή η «Πολιτεία» είναι το δεύτερο πιο διαβασμένο βιβλίο σε όλα τα αμερικανικά πανεπιστήμια, λίστα στην οποία συμπεριλαμβάνονται δύο ακόμη σημαντικά έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας: η «Ηθική» του Αριστοτέλη και η τραγωδία του Σοφοκλή «Οιδίπους Τύραννος».
Οι ερευνητές της ιστοσελίδας κατέληξαν σε αυτό το αποτέλεσμα εξετάζοντας την on line βάση δεδομένων για τα βιβλία που μελετήθηκαν την τελευταία δεκαετία σε πάνω από ένα εκατομμύριο «courses» των αμερικανικών πανεπιστημίων.
Στη σχετική λίστα ακολουθούν η «Σύγκρουση των Πολιτισμών» του Σάμιουελ Χάντιγκτον, το «The Element of style» του Ουίλιαμ Στρανκ, ο «Λεβιάθαν» του Χομπς, ο «Ηγεμόνας» του Μακιαβέλι, η «Δημοκρατία στην Αμερική» του Αλέξις ντε Ντοκβίλ, η «Θεωρία της Δικαιοσύνης» του Τζον Ρόουλς, το «Γράμμα από τη φυλακή του Μπέρμιγχαμ» του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, το «Περί ελευθερίας» του Τζον Στιούαρτ Μιλ και η «Εξέλιξη της συνεργασίας» του Ρόμπερτ Άξελροντ. Το βιβλίο που έχει μελετηθεί περισσότερο σε όλα τα αμερικανικά πανεπιστήμια είναι το «The Element of style» και ακολουθεί η «Πολιτεία» στη δεύτερη θέση, ενώ στην πέμπτη θέση είναι η «Ηθική» του Αριστοτέλη. Σε αυτήν τη λίστα βρίσκεται και το «Κομουνιστικό Μανιφέστο» του Μαρξ (τέταρτη θέση). «Ο Οιδίπους Τύραννος» είναι στην όγδοη θέση, μία πιο πάνω από τον «Φρανκενστάιν» της Μέρι Σέλεϊ.
«Υπάρχουν δύο τρόποι να λάβεις μόρφωση από την Ivy League» σημειώνει η εφημερίδα Ουάσινγκτον Ποστ, παρουσιάζοντας τη μελέτη. «Ο ένας είναι να ξοδέψεις 200.000 δολάρια για να σπουδάσεις σε ένα από τα αμερικανικά πανεπιστήμια που θεωρούνται ανάμεσα στα κορυφαία του κόσμου. Ο άλλος είναι να διαβάσεις τα βιβλία που διδάσκονται στα μαθήματα αυτών των πανεπιστημίων».
Πηγή:lifo.gr
Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.
Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια.
Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις.
Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού.
Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.
Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.
Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια.
Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
Και μαθαίνεις… μαθαίνεις
…με κάθε αντίο μαθαίνεις.
~ Jorge Luis Borges, “Μαθαίνεις”
__________________
Πηγή: espejoparaperdedores.blogspot.gr
by Αντικλείδι
(από τη Σταυρούλα)
Δεν ήσουν εδώ… Ήσουν πάλι με τους δράκους σου φίλε!
Κάναμε ποδήλατο μαζί… Αλλά εσύ αλυσσοδεμένος, τους είχες βγάλει
ξανά βόλτα.
Σε άκουσα να λες ότι φοβάσαι το αύριο.
Για το τώρα, αυτή τη στιγμή που ζούμε “μαζί”, ούτε λέξη…
Μου είπες πως έχεις βαρεθεί να περιμένεις.
Αλλά όταν σε ρώτησα να μου περιγράψεις τι; Δεν ήξερες την απάντηση.
Άρχισες πάλι να αοριστολογείς για ιδανικά και χαμένες ευκαιρίες.
Για προσδοκίες και όνειρα που ταΐστηκες απο μικρός.
Για τα παραμύθια που σε γοήτευσαν κι ας είχαν δράκους, γιατί εσύ
εκπαιδεύτηκες πως για να προστατευθείς, αμέσως ΕΠΡΕΠΕ να χτίσεις
το δικό σου φρούριο προστασίας.
Και το δικό σου συγκεκριμένα, ήταν φτιαγμένο απο λεφτά. Πολλά λεφτά!
Κι απο τότε κλεισμένος μέσα στο κάστρο σου περιμένεις να φανούν
οι δράκοι, μάταια αναβάλοντας τη ζωή σου για κάτι απειλητικό
που ΘΑ έρθει.
Και η ζωή σου φεύγει περιμένοντας τους δράκους, με φόβο
μήπως το κάστρο που έφτιαξες για να σε “προστατεύει” αν θα αντέξει
να είναι ασφαλές…
Ώσπου μια θεομηνία, ένας μεγάλος σεισμός, ένας κατακλυσμός σωριάζει μεμιάς το κάστρο σου, και μένεις έρμαιο των δράκων.
Αισθάνεσαι γυμνός. Τρέμεις περιμένοντας απροστάτευτος πια να φανούν
οι δράκοι να σε κατασπαράξουν.
Τι έκπληξη! Απο τότε έχουν περάσει οι μέρες, οι βδομάδες, οι μήνες…
Αλλά κανένας δράκος δεν σου έστειλε ούτε SMS!
Και τότε συνειδητοποιείς, ότι δράκοι ΔΕΝ υπάρχουν.
Υπάρχεις μόνο εσύ και οι φόβοι σου, φίλε.
Και η δύναμη που έχεις παραδώσει στο μυαλό σου για να κατασκευάζει
μια ζωή που νοσταλγεί το χθές και τρέμει το αύριο.
Κι έχεις ξεχάσει την πραγματική ζωή που πηγάζει απο την καρδιά σου.
Αυτή που δεν έχει τίποτα να φοβηθεί, γιατί ξέρει μόνο να αγαπάει και
να προσφέρει.
Με πολλή συμπόνια,
Ο Δράκος σου
Του Bisba : Ο Bisba είναι διαφημιστής και κειμενογράφος. Μαγεύεται απο τον κόσμο των ιδεών και απογειώνεται όταν αυτές υλοποιούνται. Ως αμετανόητος υλιστής, συνειδητοποίησε τη ματαιότητα του “έχω” και ξεκίνησε την αναζήτηση του “είμαι”. Με ή χωρίς ποδήλατο σ΄αυτό το ταξίδι της γνώσης σημασία έχουν οι ιστορίες στη διαδρομή…
πηγή : http://enallaktikidrasi.com
Μονάχα με την ποίηση
Δε θα χαθούν ποτέ
Τα μεγάλα ιστιοφόρα της αυγής
Ούτε τα φώτα ούτε η χαρά
Ούτε τα δέντρα ούτε η νύχτα
Μονάχα με την ποίηση
Θα ‘μαστε ακόμα ικανοί
Να βλέπουμε και ν’ αγαπούμε
Να ονομάζουμε τα πράγματα
Με τις πιο καθημερινές λέξεις
Και μ’ ένα βλέμμα να οδηγούμαστε
Σε μιαν αλήθεια οριστική
Μονάχα με την ποίηση
Θα μεγαλώσουνε τα στάχυα
Και τα στήθη των κοριτσιών
Το ποτάμι θ’ απομείνει ποτάμι
Η θάλασσα θάλασσα
Κι ο ουρανός ουρανός
Μονάχα με την ποίηση
Θ’ ανακαλύψουμε ξανά τ’ αστέρια
Μέσα στις καπνοδόχες
Κι όλη τη θλίψη που ενδημεί
Στο βάθος των ματιών
Και θα μπορέσουμε να ξαναβρούμε
Το γενέθλιο χωριό μας
Παραχωμένο μες στα χιόνια
Μονάχα με την ποίηση
Θ’ ανακαλύψουμε ξανά τον έρωτα
Και πατώντας από κλωνί σε κλωνί
Κι από ελπίδα σ’ ελπίδα
Θα εγκαθιδρύσουμε
Την αγνή βασιλεία των φτερών
«Μη φοβάστε να κλάψετε. Με αυτό τον τρόπο θα απελευθερώσετε το νου σας από λυπητερές σκέψεις» – Hopi
«Είναι καλύτερο να έχετε λιγότερες βροντές στα λόγια και περισσότερες αστραπές στα χέρια» – Apache
«Όλα τα φυτά είναι αδελφοί και αδελφές μας. Μας μιλούν και αν αφουγκραστούμε, μπορούμε να τα ακούσουμε» – Arapaho
«Πες μου και θα το ξεχάσω. Δείξε μου και μπορεί να μην το θυμάμαι. Κάνε με να συμμετάσχω και θα το καταλάβω» – Άγνωστη φυλή
«Όταν δείχνουμε τον σεβασμό μας προς στις άλλες μορφές ζωής, θα ανταποκριθούν με σεβασμό προς εμάς» – Arapaho
«Αυτός που κοιμάται με τα σκυλιά, ξυπνάει με ψύλλους» – Blackfoot
«Τι είναι η ζωή; Είναι η λάμψη μιας πυγολαμπίδας τη νύχτα. Είναι η ανάσα ενός βούβαλου το χειμώνα. Είναι η μικρή σκιά που τρέχει πάνω στο γρασίδι και χάνεται στο ηλιοβασίλεμα» – Blackfoot
«Όταν γεννηθήκατε, κλαίγατε και ο κόσμος πανηγύριζε. Ζήστε τη ζωή σας έτσι ώστε όταν πεθάνετε, ο κόσμος να κλαίει κι εσείς να πανηγυρίζετε» – Cherokee
«Αυτός που έχει το ένα πόδι στο κανό και το άλλο στη βάρκα, θα πέσει στο ποτάμι» – Tuscarora
«Ο πρώτος μας δάσκαλος είναι η καρδιά μας» – Cheyenne
«Να θυμάστε πως τα παιδιά σας δεν είναι δικά σας, σας τα έχει δανείσει ο Δημιουργός» – Mohawk
«Οι νόμοι των ανθρώπων αλλάζουν με την κατανόηση της ανθρώπινης φύσης. Μόνο οι νόμοι του πνεύματος μένουν πάντοτε οι ίδιοι» – Crow
«Δεν υπάρχει θάνατος, μόνο αλλαγή κόσμων» – Duwamish
«Δεν μπορείτε να ξυπνήσετε αυτόν που προσποιείται ότι κοιμάται» – Navajo
«Όλα τα όνειρα ξεκινούν από τον ίδιο ιστό» – Hopi
www.omorfizoi.gr
(απο την Σταυρούλα)
Κάποτε, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν το Υπουργείο Παιδείας στεγαζόταν στην Μητροπόλεως, επισκέφθηκα ένα σύμβουλο του Υπουργού και καθώς καθυστερούσε – κατά τα συνήθη – η συνάντηση, για να «σκοτώσω» τον χρόνο μου στον προθάλαμο όπου καθόμουν, άρχισα να μετρώ στην απέναντί μου τεράστια εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα, τους διατελέσαντες υπουργούς Παιδείας από την σύσταση του ελληνικού κράτους μέχρι τότε:
Στα 170 χρόνια συνέχειας ελληνικού κράτους είχαν διατελέσει υπουργοί Παιδείας, 180 περίπου ψυχές. Έχει υπάρξει μάλιστα και ημερήσιος Υπουργός Παιδείας…
Θυμάμαι καλά αυτό το περιστατικό κάθε φορά που ακούω πως ο κάθε νέος Υπουργός ανακοινώνει την έναρξη ενός διαλόγου ή τις προθέσεις του για μεταρρυθμίσεις:συνήθως η επιφυλακτικότητα, ορισμένες φορές η καχυποψία, και ένα μειδίαμα στο άκουσμά τους, περιγράφουν το τι εισπράττω από τις ανακοινώσεις του εκάστοτε κ. Υπουργού Παιδείας.
Παρ’ όλα αυτά η πρόσφατη έναρξη του διαλόγου για την Παιδεία, μ’ έχει οπλίσει με μια σχετική αισιοδοξία:
Τόσο η ποιότητα των μελών της επιτροπής (πως μπορείς να μην εμπιστευθείς κάποια τουλάχιστον από τα μέλη μιας – τόσο σημαντικής- επιτροπής όταν μάλιστα είσαι φίλιος αναγνώστης των γραπτών και των βιβλίων τους;), όσο και η δομή του (μια από τις πολύ ενδιαφέρουσες καινοτομίες εντοπίζεται στο γεγονός ότι δεν θα υπάρχει μόνο οριζόντια αλλά και κάθετη δομή με ευκταίο αποτέλεσμα την αποφυγή στεγανών μεταξύ των βαθμίδων εκπαίδευσης), αποτελούν ένα αξιόπιστο εχέγγυο.
Βέβαια από την καλή δομή ενός εθνικού διαλόγου και την ποιότητα των μελών μιας επιτροπής μέχρι το δια ταύτα, υπάρχει μεγάλη διαδρομή.
Άλλωστε το γεγονός της ύπαρξης 180 (και βάλε) διατελεσάντων υπουργών Παιδείας, σχετικοποιεί την αισιοδοξία: Το πολλάκις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού…
Τις ίδιες πάνω-κάτω μέρες με την έναρξη του διαλόγου στην Παιδεία σε μια 4η τάξη ενός Δημοτικού σχολίου η δασκάλα ή ο δάσκαλος έβαλε σαν θέμα έκθεσης το «Πού βρίσκεται η ποίηση;»
Η απάντηση ενός παιδιού 9 μόλις ετών ήταν ακριβώς η παρακάτω:
Ώστε εκεί βρίσκεται η ποίηση. Και η ποίηση στην Παιδεία, που βρίσκεται;
Υπάρχει μια πλατεία στο Παρίσι, η Place Maubert, που λέγεται ότι πήρε το όνομά της από τον Αλβέρτο τον Μέγα.
Ανάμεσα στην «καρολίγγεια αναγέννηση» και την ανάπτυξη των πανεπιστημίων του 13ου αιώνα, η μετάδοση της της γνώσης στην Ευρώπη εξασφαλίσθηκε κυρίως μέσω των μοναστηριακών και κατόπιν εκκλησιαστικών σχολών.
Καθηγητές και μαθητές είναι περιπλανώμενοι: οι δεύτεροι ακολουθούν τους πρώτους στις μετακινήσεις σ’ όλη την Ευρώπη, ταξιδεύοντας από πόλη σε πόλη στο ρυθμό μιας ζήτησης που αυξάνεται όσο μεγαλύτερη είναι η φήμη του δασκάλου (1).
Ο Αλβέρτος για παράδειγμα είχε χρηματίσει καθηγητής στο Ράτισμπον, κατόπιν στο Στρασβούργο και την Κολωνία προτού διδάξει στο Παρίσι όπου τα μαθήματά του γνωρίζουν τέτοια επιτυχία ώστε αναγκάζεται να τα παραδίδει σε ανοιχτό χώρο, σε μια πλατεία που διατηρεί το όνομά του : την πλατεία Μωμπέρ.
Αναρωτιέμαι πόσοι αλήθεια ήταν τυχεροί στην ζωή τους να συναντήσουν τέτοιους δασκάλους;
Θα μπορούσε άραγε να υπάρξει ένα εκπαιδευτικό σύστημα που να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε τα αμφιθέατρα να μην επαρκούν να χωρέσουν τους φοιτητές εξ αιτίας της ρητορικής γοητείας των της πλειοψηφίας των δασκάλων τους;
Στα χρόνια που σπούδασα στο Παρίσι, θυμάμαι πως φοιτητές διαφόρων Πανεπιστημίων και ειδικοτήτων συσσωρεύονταν στους υπαίθριους χώρους του Πανεπιστημίου της Βενσέν για να παρακολουθήσουν την εκφορά του λόγου του Ντελέζ, τα μαθήματά του δηλαδή. Τόσο ήταν το πλήθος.
Στα χρόνια που κύλησαν, είχα την τύχη να διαβάσω στο «Βήμα» το παρακάτω κείμενο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά με τίτλο «Μνήμη Αθανασίου Κανελλόπουλου»:
«Είχα πολλούς δασκάλους στην ζωή μου. Άκουσα και πάσχισα να παρακολουθήσω σοφούς ή λιγότερους σοφούς καθηγητές. Πολλές φορές γοητεύτηκα και συγκλονίστηκα, και ποιο πολλές ακόμη έπηξα θανάσιμα. Οι γνώσεις, οι εντυπώσεις και οι αναμνήσεις σωρεύτηκαν, παγιώθηκαν, ανακατεύτηκαν και με τον καιρό ξεθώριασαν. Και, στο τέλος, μέσα από διεργασίες απρόβλεπτες και εν πολλοίς αθέλητες, έγινα δάσκαλος και ο ίδιος. Δεν ήρθε βέβαια ο καιρός του απολογισμού. Δεν έχω επιχειρήσει ποτέ να σταθμίσω τις επιρροές που δέχθηκα και δέχομαι ακόμη. Επιρροές που γλιστρούν η μία πίσω από την άλλη, επιρροές ρητές ή αφανείς, που η καθεμιά τους ακολουθεί τη δική της άδηλη πορεία.
Οι μνήμες όμως παραμένουν. Και αναμοχλεύοντάς τες ότι την πιο συγκροτημένη διδασκαλία δεν την απήλαυσα ούτε στο Αθήνησι ούτε στη Χαϊδελβέργη ούτε στη Σορβόννη ούτε στο Yale, αλλά στο ετοιμόρροπο, σκονισμένο, κακοφωτισμένο και αθέρμαστο νομικό φροντιστήριο της οδού Καπλανών, στη μουντή και ασφυκτική ατμόσφαιρα της μετεμφυλιακής Αθήνας. Εκεί όπου, έχοντας επιστρέψει από την εξορία, ο Θανάσης Κανελλόπουλος δίδασκε, αργά πάντα το βράδυ αστικό δίκαιο.
Είναι βέβαια δύσκολο, μετά από τόσα χρόνια, να εντοπίσω με ακρίβεια τους λόγους για τους οποίους η διδασκαλία του μένει πάντα ζωντανή στη θύμησή μου. Η αυστηρότητα στην έκφραση και η ακριβολογία δεν ήταν αποκλειστικά δικό του προνόμιο. Αλλά και η ευρυμάθεια, το χιούμορ, η ευρηματικότητα και η ευστοχία των παραδειγμάτων και ανεκδότων με τα οποία διάνθιζε την ομιλία του είναι στοιχεία που τα συνάντησα και σε άλλους.
Ο Θανάσης Κανελλόπουλος γεννούσε λόγο ρέοντα, πειστικό και γοητευτικό, χωρίς κενά, αλλά και δίχως επιτήδευση ή στόμφο. Σ’ αυτό όμως δεν διέφερε από άλλους προικισμένους δασκάλους που έχουν την έκτη εκείνη αίσθηση που επιτρέπει την άμεση κατάκτηση του ακροατηρίου.
Αυτό που θυμάμαι απ’ αυτόν ξεπερνάει τόσο το περιεχόμενο του λόγου του όσο και το ύφος του. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ο Θανάσης Κανελλόπουλος μετέδιδε τη χαρά της αποδεικτικής επιχειρηματολογίας, την ομορφιά του αυστηρού συλλογισμού, την αισθητική και αισθαντική αυταξία της αφαιρετικής σκέψης.
Οι νομικές κατηγορίες και έννοιες δεν εμφανίζονταν σαν ψυχρά αντικείμενα μάθησης και γνώσης, αλλά ζωντάνευαν σαν στοιχεία ενός λογικού παιγνίου, ενός αινίγματος ή γρίφου που καλούμαστε να επιλύσουμε, να αναστρέψουμε και να απολαύσουμε.
Σωκρατικά, διασκέδαζε κατασκευάζοντας σοφιστικά οικοδομήματα με στόχο να τα ανατρέψει, μας ενέπλεκε σε λογικούς μαιάνδρους, αφήνοντάς μας να επινοήσουμε δικές μας εξόδους από τον λαβύρινθο, μας έκανε να πιστεύουμε ότι είμαστε πιο έξυπνοι από ό,τι ήμαστε και να θέλουμε να γίνουμε ακόμη εξυπνότεροι. Μας δίδαξε πολύ περισσότερα από το να αγαπήσουμε το αστικό δίκαιο και τη νομική επιστήμη.Μας εμφύσησε την απόλαυση της σκέψης.»
Αλήθεια, είναι εφικτό, η εμφύσηση της απόλαυσης της σκέψης να μην αποτελεί χαρισματικό προνόμιο μιας χούφτας διδασκόντων αλλά να μπορεί να υιοθετηθεί ως όραμα μιας εθνικής εκπαιδευτικής πολιτικής;
Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η διαμόρφωση των πολιτών του 21ου αιώνα αποτέλεσε το θέμα ευρείας συζήτησης στους εκπαιδευτικούς κύκλους της Γαλλίας την οποία ξεκίνησε το Υπουργείο Παιδείας με την συνεργασία του γαλλικού Κοινοβουλίου.
Οργανώθηκαν «Ημερίδες περισυλλογής» με στόχο την ανανέωση ενός ουμανιστικού και λαϊκού πολιτισμού, παρέχοντας στοιχεία πληροφόρησης και σκέψης.
Ο πρόεδρος του γαλλικού Επιστημονικού Συμβουλίου Εθνικής ΓνωμοδότησηςΕντγκάρ Μορέν προσδιόρισε τον στόχο του διαλόγου σαν μια απελευθέρωση της γνώσης και σαν μια αναγκαιότητα μεταρρύθμισης της σκέψης, δηλαδή κάτι πολύ περισσότερο από την εκπόνηση νέων πολύ συγκεκριμένων προγραμμάτων (που και αυτά θα διαμορφωθούν με την σειρά τους), αλλά σαν προώθηση νέων τρόπων σκέψης(2):
«Κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα εμφανίστηκε ένας αριθμός επιστημών, οι οποίες συνδύαζαν πολλά γνωστικά αντικείμενα, γεγονός που επέτρεψε την απελευθέρωσή τους και τα κατέστησε περισσότερο γόνιμα. Ο διαχωρισμός των γνώσεων σε κατηγορίες είναι επιζήμιος στη διαμόρφωση της σκέψης. Κι εδώ έχουμε μια πραγματική πρόκληση.
Οι γνώσεις είναι όλο και πιο διαιρεμένες και τα προς επίλυση προβλήματα όλο και πιο σύνθετα και γενικά. Γνωρίζω πως είναι τεράστιες οι αντιστάσεις στις συνήθειες της σκέψης και των θεσμών.
Οι οικονομικές επιστήμες και η Κοινωνιολογία για παράδειγμα, μαθήματα που στο Λύκειο μελετώνται παράλληλα, στο Πανεπιστήμιο χωρίζουν απότομα. Πως θα αντιμετωπισθούν τέτοιου είδους δυσκολίες;
Αυτό που πρέπει να επιδιώξουμε είναι η διάνοιξη νέου τρόπου σκέψης. Υπάρχουν «φυσικά αντικείμενα», π.χ. ο κόσμος, η Γη, η βιόσφαιρα, που έχουμε κατανοήσει μέσα από πολυεπιστημονικά γνωστικά αντικείμενα που αναπτύχθηκαν εδώ και πενήντα χρόνια.
Αν πάρουμε ως παράδειγμα την οικολογία, είναι προφανές πως καθηγητές Φυσικής, Χημείας ή Βιολογίας ακόμη και Ιστορίας ή Οικονομίας θα συναντώνται και θα εργάζονται από κοινού πάνω σε αυτά τα θέματα. Μήπως όμως αυτό σημαίνει πως πρέπει να διαμορφώσουμε έναν πολυδύναμο καθηγητή για όλα αυτά; Καθόλου.
Θα ήθελα να τους δείξω πως υπάρχουν κοινές θεματικές, ώστε να μπορούν οι ίδιοι στην συνέχεια να θεμελιώσουν τις ανάλογες σχέσεις. Θα ήταν ευχής έργο αν μπορούσαμε να δημιουργήσουμε ένα Κέντρο για εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπου θα περνούν εκεί κάποιο χρόνο μελετώντας προβλήματα που άπτονται της επιστημονικότητας, του ορθολογισμού, των σχέσεων μεταξύ ανθρωπιστικών και φυσικών επιστημών και, γιατί όχι, ανθρωπιστικών επιστημών και λογοτεχνίας.
Η λογοτεχνία είναι επίσης πολύ σημαντική. Διαθέτει αυτή την ανωτερότητα επί της Ιστορίας και της Κοινωνιολογίας, καθώς θεωρεί τα άτομα ενταγμένα σε ένα περιβάλλον, σε μια κοινωνία, σε μια προσωπική υπόθεση. Η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος είναι σχολεία ζωής για τους εφήβους, όπου μαθαίνουν να αναγνωρίζονται μεταξύ τους.»
Αν όλα τα παραπάνω ισχύουν κάπου εκεί θα πρέπει να βρίσκεται το όραμα στην Παιδεία. Δεν έχουμε παρά να προσπαθήσουμε να αναζητήσουμε και να εφαρμόσουμε μια νέα μορφή διδασκαλίας που στο επίκεντρό της θα βρίσκεται η πολυεπιστημονική προσέγγιση και μετάδοση της γνώσης, με δεσπόζουσα την θέση της λογοτεχνίας στην εκπαιδευτική διαδικασία ασχέτως διδασκόμενου γνωστικού αντικειμένου.
Αυτά, ίσως θα ήταν επαρκή πριν είκοσι χρόνια ώστε να διαμορφώσουμε μια τέτοια μορφή εκπαιδευτικού μοντέλου. Όμως η αλματώδης εισβολή των νέων τεχνολογιών στις ζωές όλων μας, μας έχει σταδιακά μετατρέψει από αναγνώστες του κόσμου σε θεατές του.
O Χανς Γκέοργκ Γκάνταμερ σε μια συνέντευξή του, το 1996 που αναδημοσιεύθηκε στον ελληνικό Τύπο (3) απάντησε ως εξής στην ερώτηση «Τι σημαίνει να διαβάζουμε ένα κείμενο, καθηγητή Γκάνταμερ;»:
«Είναι ένα από τα πιο δύσκολα και πιο επίκαιρα ερωτήματα σήμερα, δεδομένου ότι ζούμε το τέλος της εποχής του Γουτεμβέργιου. Οι θρίαμβοι της τεχνολογίας καθόρισαν τον αιώνα μας και το μέλλον μας. Ή καλύτερα ίσως την έλλειψη του μέλλοντος μας. Γι’ αυτό και σπρώχνουμε όλο και περισσότερο στο περιθώριο την εμπειρία της ανάγνωσης. Το δίκτυο ηλεκτρονικών πληροφοριών αναπτύσσεται όλο και περισσότερο επενδύοντας ήδη μέχρι την καρδιά κάθε οικογένειας. Όλες οι αποστάσεις έχουν χαθεί και ο καθένας μας μπορεί να βλέπει σε κάθε γωνιά τη Γης.Δεν είμαστε πλέον αναγνώστες του κόσμου, είμαστε θεατές του».
Έχοντας κατασταλάξει λοιπόν σε μια μορφή νέα διδασκαλίας και έχοντας υπόψη μας ότι οι γενιές που πρόκειται να εκπαιδευθούν δεν είναι πλέον αναγνώστες του κόσμου, αλλά θεατές του, θα πρέπει να αναζητηθούν τα αναγκαία εκείνα τεχνικά εργαλεία που προσφέρει η άνθιση των νέων τεχνολογιών, να υιοθετηθούν και να τύχουν εφαρμογής στην εκπαιδευτική κλίμακα όλων των βαθμίδων:
Από τα Μαζικά Ελεύθερα Διαδικτυακά Μαθήματα και την Παιχνιδοποίηση (Gamification) ως τα διεθνικά διαδικτυακά δίκτυα που προσφέρουν την δυνατότητα οι φοιτητές συνεργαζόμενων Πανεπιστημίων να ασκούνται στην συζήτηση και επίλυση κοινών προβλημάτων και ως το Moodle και γιατί όχι το Facebook.
Όμως εδώ ελλοχεύει ο μεγάλος κίνδυνος όπως τον επισημαίνει ο Φερνάντο Σαβατέρσε μια πρόσφατη συνέντευξή του: «Το εκπαιδευτικό σύστημα εγκαταλείπει τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία και εκχωρεί τις οδηγίες χρήσης του στο iPhone».
Και συμπληρώνει: «Δεν υφίσταται καμία τεχνολογία που να σου λέει τι πρέπει να κάνεις και πού να πας. Είναι μόνο ένα μέσον, ο ανθρωπισμός είναι ο στόχος. Ο κόσμος διαβάζει, το ζήτημα είναι να θέλει να διαβάζει βιβλία.»
Για να συμβεί όμως αυτό, θα πρέπει κάποιος να του εμφυσήσει την απόλαυση της σκέψης και να τον αναστρέψει: από θεατή του κόσμου σε αναγνώστη του.
Κάπου εκεί θα βρίσκεται η ποίηση στην Παιδεία.
Νομίζω.
*************
(1) Berstein Serge, Milza Pierre, «Ιστορία της Ευρώπης», 1ος Τόμος, Από την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία στα ευρωπαϊκά κράτη (5ος – 18ος αιώνας), Εκδόσεις Αλεξάνδρεια,
(2) Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία»,10-3-1998
(3) Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία»,10-11-1996
Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Απόσπασμα από την ομιλία του Τσάρλι Τσάπλιν, στα 70στά γενεθλιά του…
Οταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά ,
μπόρεσα να καταλάβω οτι ,
ο συναισθηματικός πόνος και η θλίψη απλώς με
προειδοποιούσαν να μη ζω ενάντια
στην αλήθεια της ζωής μου.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε
ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ
Oταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά,
κατάλαβα σε τι δυσκολη θέση ερχόταν κάποιος,
όταν του επέβαλα τις επιθυμίες μου.
Και όταν μάλιστα δεν ήταν η καταλληλη στιγμή
και ούτε ήταν έτοιμος ο άνθρωπος ,
ακόμα και αν αυτός ημουν εγώ.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε
ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά,
έπαψα να λαχταρώ για μια αλλη ζωή
και εβλεπα γύρω μου ότι τα πάντα μου έλεγαν να μεγαλώσω.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε
ΩΡΙΜΟΤΗΤΑ
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά,
καταλαβα οτι σε καθε περίσταση ήμουν στο καταλληλο μέρος
και πάντα στην καταλληλη στιγμή.
Αυτο με εκανε να γαληνέψω.
Σήμερα , ξερω οτι αυτό το λεμε
ΑΛΗΘΕΙΑ
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά ,
έπαψα να στερούμαι τον ελεύθερο χρονο μου και
να κάνω μεγαλόπνοα σχεδια για το μέλλον.
Σήμερα , κάνω μονο οτι μου αρέσει και με γεμίζει χαρά,
ότι αγαπώ και κάνει την καρδιά μου να γελά.
Με το δικό μου τρόπο και με τους δικούς μου ρυθμούς.
Σήμερα , ξέρω ότι αυτό το λέμε
ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά,
απελευθερώθηκα από ότι δεν ήταν υγιεινό για μένα.
Από φαγητά, άτομα, πράγματα, καταστάσεις και
οτιδήποτε με απομάκρυνε από τον εαυτό μου.
Παλιά , αυτό το έλεγα “υγιή εγωισμό”.
Σήμερα , ξερω οτι αυτό το λέμε
ΑΥΤΑΓΑΠΗ
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά ,
έπαψα να έχω πάντα δίκιο.
Ετσι έσφαλα πολύ λιγότερο.
Σήμερα, ξερω οτι αυτό το λεμε
ΑΠΛΟΤΗΤΑ
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά,
αρνήθηκα να συνεχίσω να ζω στο παρελθόν μου
και να ανησυχώ για το μέλλον μου.
Τωρα ζω κάθε μέρα την καθε στιγμή
που ξερω ότι ΟΛΑ συμβαίνουν.
Σήμερα , ξερω οτι αυτό το λέμε
ΠΛΗΡΟΤΑ
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά,
συνειδητοποίησα οτι, οι σκέψεις μου με έκαναν
ενα άτομο μίζερο και άρρωστο.
Οταν επικαλέστηκα την δύναμη της καρδιάς μου,
η λογική μου βρήκε ενα πολύτιμο σύμμαχο.
Σήμερα, αυτό το λέω
ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά,
κατάλαβα ότι, δεν πρέπει να φοβόμαστε
τις αντιπαραθέσεις , τις συγκρούσεις και οποιαδήποτε
προβληματα αντιμετωπίζουμε
με τον εαυτό μας ή με τους άλλους.
Αυτό το λεμε
ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ
Ξέρω ότι από τις εκρήξεις στο Σύμπαν
γεννιούνται νέα αστέρια.
Σημερα ξερω οτι,
ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ
http://face2face.gr/
από την Πετρούλα
Ζωγραφίστε πρώτα ένα κλουβί
με μιά πόρτα ανοιχτή
ζωγραφίστε μετά
κάτι όμορφο
κάτι απλό
κάτι ωραίο
κάτι χρήσιμο
για το πουλί
βάλτε έπειτα το μουσαμά απάνω σ’ ένα δέντρο
σ’ ένα κήπο
σ’ ένα πάρκο
ή σ’ ένα δάσος
κρυφτείτε πίσω από το δέντρο
χωρίς μιλιά
τελείως ακίνητοι …;
Κάποτε το πουλί έρχεται γρήγορα
μα μπορεί και να περιμένει χρόνια
πριν τ’ αποφασίσει
Μην απογοητευτείτε
περιμένετε
περιμένετε αν χρειαστεί χρόνια ολόκληρα
το αν έρθει γρήγορα ή αργά το πουλί
δε θα ‘χει καμιά σχέση
με την επιτυχία του πίνακα
Όταν φτάσει το πουλί
αν φτάσει
κρατείστε απόλυτη σιωπή
περιμένετε να μπει το πουλί στο κλουβί
κι όταν μπει
κλείστε απαλά την πόρτα με ένα πινέλο
μετά
σβήστε ένα ένα όλα τα σύρματα
προσέχοντας να μην αγγίξετε ούτε ένα φτερό του πουλιού
Ζωγραφίστε κατόπιν το δέντρο
διαλέγοντας το πιο ωραίο κλαδί του
για το πουλί
ζωγραφίστε ακόμη το πράσινο φύλλωμα και τη δροσιά του ανέμου
τη σκόνη του ήλιου
το σούρσιμο των ζώων στη χλόη μέσα στο κάμα του καλοκαιριού
και μετά περιμένετε το πουλί να τραγουδήσει
Αν δεν τραγουδά το πουλί
Είναι κακό σημάδι
σημάδι πως ο πίνακας είναι κακός
μ’ αν τραγουδά είναι καλό σημάδι
σημάδι πως μπορείτε να υπογράψετε
Τραβάτε λοιπόν πολύ απαλά
ένα φτερό απ’ το πουλί
και γράφετε τ’ όνομά σας σε μια γωνιά του πίνακα.
Παρασκευὴ εἶναι σήμερα θὰ πάω στὴ λαϊκὴ
νὰ κάνω ἕναν περίπατο στ’ ἀποκεφαλισμένα περιβόλια
νὰ δῶ τὴν εὐωδιὰ τῆς ρίγανης
σκλάβα σὲ ματσάκια.
Πάω μεσημεράκι ποὺ πέφτουν οἱ τιμὲς τῶν ἀξιώσεων
βρίσκεις τὸ πράσινο εὔκολο
σὲ φασολάκια κολοκύθια μολόχες καὶ κρινάκια.
Ἀκούω ἐκεῖ τί θαρρετὰ ἐκφράζονται τὰ δέντρα
μὲ τὴν κομμένη γλῶσσα τῶν καρπῶν
ρήτορες σωροὶ τὰ πορτοκάλια καὶ τὰ μῆλα
καὶ παίρνει νὰ ροδίζει λίγη ἀνάρρωση
στὶς κιτρινιάρικες παρειὲς
μιᾶς μέσα βουβαμάρας.
Σπάνια νὰ ψωνίσω. Γιατί ἐκεῖ σοῦ λένε διάλεξε.
Εἶναι εὐκολία αὐτὴ ἢ πρόβλημα; Διαλέγεις καὶ μετὰ
πῶς τὸ σηκώνεις τὸ βάρος τὸ ἀσήκωτο
ποὺ ἔχει ἡ ἐκλογή σου.
Ἐνῶ ἐκεῖνο τὸ ἔτυχε τί πούπουλο. Στὴν ἀρχή.
Γιατί μετὰ σὲ γονατίζουν οἱ συνέπειες.
Ἀσήκωτες κι αὐτές. Κατὰ βάθος εἶναι σὰν νὰ διάλεξες.
Τὸ πολὺ ν’ ἀγοράσω λίγο χῶμα. Ὄχι γιὰ λουλούδια.
Γιὰ ἐξοικείωση.
Ἐκεῖ δὲν ἔχει διάλεξε. Ἐκεῖ μὲ κλειστὰ τὰ μάτια.
agiazoni.gr
… ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ ΝΑ ΑΡΠΑΞΕΙΣ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΥΡΩΔΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΣΟΥ ΔΩΣΕΙ ΤΟ ΚΑΡΑΒΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΡΑΒΙ ΝΑ ΣΟΥ ΔΩΣΕΙ ΤΗ ΓΟΡΓΟΝΑ ΚΑΙ Η ΓΟΡΓΟΝΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΚΙ ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ…
Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγ-
γαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αγριοσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα
μαλλιά σου
χρυσά’ τ’ άστρα του Κύκνου κι’ εκείνο τ’ άστρο ό Αλδε-
βαράν
Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της
βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου˙ στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν μήτε ή γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές˙ o χιονισμένος
κάμπος, ως πέρα ό χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε
ρωτούν
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερημοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι’ οι
δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη
σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ· ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα
χαλίκια
σαν την ανάμνηση, της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των
νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλει-
στά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες
πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι’ αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού
σ’ αγγίζει
στάλες βαρειές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπο σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτε-
ρά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.
Ό δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν
εκείνους
πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
πού στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ό δρόμος δεν έχει αλλαγή˙ κράτησα τη ζωή μου.
Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.


