Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 28 Ιανουαρίου 2017

Γύρω από εκείνον ήταν συγκεντρωμένοι σαν ζωηρό μελίσσι οι μαθητές του. Κάποιος, ένας νεαρός που μοιραζόταν την ίδια λάμψη στα μάτια, του είπε:

«Δάσκαλε, κοίταξα ξανά τα σχέδιά μου και έκανα κάποιες διορθώσεις στις αναλογίες. Τώρα νομίζω ότι έχω υπολογίσει σωστά και με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια τις αποστάσεις που χωρίζουν τη Γη από τον Ήλιο και τη Σελήνη».

«Νομίζω, Αναξίμανδρε, ότι δε θα έχεις πέσει έξω στους υπολογισμούς σου. Μπορείς, λοιπόν, να μας τους παρουσιάσεις αύριο, την ώρα που θα μελετάμε αστρονομία», του αποκρίθηκε ο Θαλής.

Ο Μέλισσος δεν μπόρεσε να μη θαυμάσει το δάσκαλο και το μαθητή, που από εκείνη τη μικρή γωνία του σύμπαντος κατόρθωναν ήδη να μετρούν τις αποστάσεις ανάμεσα στη Γη και στη Σελήνη, στη Γη και στον Ήλιο…

Τότε ο Θαλής είδε το Μέλισσο, που στεκόταν λίγο παράμερα από τους μαθητές του και παρακολουθούσε.

«Φίλε μου, τι κάνεις;» τον ρώτησε αμέσως πηγαίνοντας προς το μέρος του. «Πάει πολύς καιρός!»

«Όμως, Θαλή, δε σε λησμονώ ποτέ. Όχι ύστερα από εκείνο που συνέβη τότε…»
«Είναι πολύ ωραία εδώ, στη Σχολή σου, Θαλή!» είπε με θαυμασμό ο Μέλισσος. «Tόσοι νέοι μαθητές που, όπως κι εσύ, αποζητούν τη γνώση για τη γνώση. Και μαθαίνουν τόσα πράγματα, για την αστρονομία, για τα μαθηματικά, ακόμα και για το πώς πρέπει να κυβερνιούνται οι πολιτείες»

«Πάνω απ’ όλα μαθαίνουν να μαθαίνουν!» είπε ο Θαλής
«Μαθαίνουν και να αποζητούν τη γνώση και να την κατακτούν βήμα βήμα», πρόσθεσε ο
Μέλισσος και συνέχισε: «Όπως εκείνος ο αλλοτινός Οδυσσέας είχε την Ιθάκη του, έτσι και για τους νέους που έρχονται εδώ η Ιθάκη είναι η , γνώση. Εγώ, βλέπεις, Θαλή, είμαι ταξιδιώτης και από αυτή τη σκοπιά τα βλέπω τα πράγματα».

«Έτσι είναι, Μέλισσε», αποκρίθηκε ο Θαλής.

Κι έπειτα πρόσθεσε: «Να, βλέπεις εκείνον το νέο εκεί πέρα; Τον λένε Αναξίμανδρο και είναι εδώ και τρία χρόνια περίπου μαθητής μου. Ήδη ανακάλυψε σπουδαία πράγματα κι έχει αναπτύξει μια δική του θεωρία… Ξέρεις τι υποστηρίζει; Ότι έχει δίκιο ο Όμηρος να λέει πως η ζωή γεννήθηκε στη θάλασσα. Ο Αναξίμανδρος όμως προχωρεί ακόμα περισσότερο και υποστηρίζει πως ο μακρινός πρόγονος όλων των ανθρώπων ήταν ένα υδρόβιο ζώο, κάποιο είδος ψαριού. Και ότι στο πέρασμα πολλών, αναρίθμητων, χιλιάδων χρόνων αυτό το θαλάσσιο ζώο βγήκε στη στεριά και σιγά σιγά συνήθισε να ζει σε αυτή κι έγινε το πρώτο στεριανό ζώο. Και από το πρώτο αυτό στεριανό ζώο
προέρχονται όλα τα όντα που ζουν σήμερα στη στεριά και, βέβαια, κι εμείς οι άνθρωποι μαζί…
Α, να το θυμάσαι το όνομα του Αναξίμανδρου, Μέλισσε. Είναι ήδη σοφός, κι ας είναι τόσο νέος. Κάποια μέρα ελπίζω να με διαδεχτεί εδώ, στη Σχολή μου».

ο Μέλισσος σώπασε για λίγο συλλογισμένος. Έπειτα είπε:

«Παράξενα μου φαίνονται όλα αυτά που μου λες, Θαλή. Αλλά, βέβαια, γι’ αυτό σε λένε σοφό, και πιστεύω κι εγώ πως είσαι. Και αυτός είναι και ο λόγος που βρίσκομαι σήμερα εδώ. Ήρθα για τη σοφία σου, Θαλή».

«Εγώ, Μέλισσε», αποκρίθηκε ο Θαλής, «δεν είπα ποτέ σοφό τον εαυτό μου. Έτσι με είπαν άλλοι. Όμως εγώ γνωρίζω πως είναι δύσκολη για τους ανθρώπους η σοφία και συχνά συμβαίνει όσο πιο κοντά της νομίζει κάποιος ότι βρίσκεται τόσο πιο πολύ αυτή να του ξεφεύγει και να ξεμακραίνει…»

Ο πιο σοφός απ’όλους 
ΟΥΡΑΝΙΑ ΤΟΥΤΟΥΝΤΖΗ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Ιανουαρίου 2017

Το παραμύθι που ακολουθεί είναι κεφαλονίτικη παραλλαγή μιας παλαιάς λαϊκής αφήγησης. Ανήκει στον ευρύ τύπο των διηγηματικών ή κοσμικών παραμυθιών, τα οποία αναφέρονται στις περιπέτειες των ανθρώπων χωρίς να χρησιμοποιούν υπερφυσικά στοιχεία. Ειδικότερα, το συγκεκριμένο παραμύθι κατατάσσεται στην κατηγορία των διδακτικών παραμυθιών που, όπως παρατηρεί ο Δ. Λουκάτος, «έχουν πάντα μέσα τους μια διάθεση για διδασκαλία».

Κάποτε ήταν ένας πλούσιος βασιλιάς, πολύ πλούσιος, που ό,τι επιθυμούσε η καρδιά του το ’χε. Όλα τα είχε, και τον έλεγαν ευτυχισμένο, ώσπου έπαθε μια παράξενη ανορεξιά και δεν είχε όρεξη να βάλει τίποτα στο στόμα του. Σιγά σιγά αδυνάτιζε, κι άρχισε να γίνεται γκρινιάρης και παράξενος. Πολλοί γιατροί επήγαιναν και τον έβλεπαν, μα τα γιατρικά τους τίποτα δεν μπορούσαν να του κάμουν. Η ανορεξιά του βασιλιά όλο και κρατούσε, κι εκείνος έρεβε μέρα με την ημέρα. Τίποτα δε λιμπιζόταν να φάει· ούτε «του πουλιού το γάλα», που λέει ο λόγος.

Oπού κάποια μέρα, έτυχε να περνάει από το παλάτι του ένας ασπρομάλλης γέροντας φτωχός, που ήτανε όμως σοφός κι ήξερε από γιατρικά. Του είπανε λοιπόν για το βασιλιά, κι ανέβηκε να τον δει. «Μήπως κουράζεσαι, βασιλιά μου;», τον ρώτησε. «Τι λες, γιατρέ μου», του λέει ο βασιλιάς. «Όλη μέρα ξαπλωμένος απάνου στο θρόνο μου, ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι δεν κουνώ». «Μήπως έχεις έγνοιες και σκοτούρες για το λαό σου;» «Όχι, κάθε άλλο. Εγώ ζω ξέγνοιαστος, και καρφάκι δε μου καίεται για κανέναν!» «Μήπως επιθύμησες ποτέ σου κάτι και δεν μπόρεσες να το ’χεις;» «Oύτε κι αυτό! Βασιλιάς είμαι, κι ό,τι γυρέψω, το βλέπω μπροστά μου!…».

Σκέφτηκε, σκέφτηκε λίγο ο γέροντας, ύστερα γυρίζει και λέει του βασιλιά: «Άκουσε, βασιλιά μου: Καθώς βλέπω, δεν έχεις τίποτα σοβαρό. Εκείνο που φταίει και δεν έχεις όρεξη να τρως, είναι το ψωμί που σου δίνουν στο παλάτι! Να διατάξεις να σου φέρουν να φας το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου. Αν μπορέσεις να το ’χεις αυτό, τότε θα γιατρευτείς!».

Από την ίδια μέρα ο βασιλιάς έδωσε διαταγή στους φουρναραίους του παλατιού να ζυμώσουν και να του ψήσουν «το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου!». Έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά οι ψωμάδες σ’ όλο το βασίλειο, ποιος θα κάμει στο βασιλιά το πιο γλυκό ψωμί! Ζύμωσαν με ζάχαρη κι ανθόγαλα κάθε λογής ψωμιά και του τα ’φερναν στο παλάτι να τα δοκιμάσει. Μα κανένα απ’ όλα εκείνα τα ψωμιά δεν άνοιγε την όρεξη στο βασιλιά. Oύτε κι ήθελε να τα φάει. Το ’να του μύριζε, τ’ άλλο του βρομούσε. Ώσπου μια μέρα, έξω φρενών ο βασιλιάς, έστειλε ανθρώπους του να πάνε να βρούνε το γέροντα και να τον ξαναφέρουνε μπροστά του. Έτσι λοιπόν κι έγινε.

«Θα σε κρεμάσω, που με ξεγέλασες!», του φώναξε ο βασιλιάς μόλις τον είδε. «Γιατί, βασιλιά μου;», τον ρώτησε ο γέροντας. «Γιατί το γλυκό ψωμί, που είπες να μου φτιάξουνε να φάω, δε μου έκαμε τίποτα!» «Μπα;», έκαμε ο γέροντας. «Φαίνεται πως το ψωμί που σου ζύμωσαν, δεν ήταν τόσο γλυκό όσο έπρεπε!» O βασιλιάς ήταν πάλι έτοιμος ν’ αγριέψει, μα είδε το γέρο που κάτι συλλογιζότανε, και περίμενε.

«Άκουσε, βασιλιά μου», του λέει ο γέροντας ύστερ’ από λίγο. «Αν θέλεις να δοκιμάσεις στ’ αληθινά το ψωμί που θα σε γιατρέψει, πρέπει να ’ρθεις μαζί μου για τρεις μέρες μονάχα και να κάνεις ό,τι σου λέω. Αν δε γίνεις καλά, είσαι ελεύτερος να μου πάρεις το κεφάλι!»

Κι ο βασιλιάς, παιδί μου, θέλοντας και μη, δέχτηκε να πάει μαζί με τον παράξενο γέροντα, εκεί που του ’λεγε. Φόρεσε κι αυτός φτωχικά ρούχα, ποδέθηκε παλιοπάπουτσα, πήρε κι ένα μπαστούνι στα χέρια του κι έφυγε κρυφά από το παλάτι, μακριά, κι επήγανε στον κάμπο, εκεί που καθόταν ο γέροντας, σε μια καλύβα, μέσα σ’ ένα χωράφι σπαρμένο.

Ξημερώνοντας, έδωκε ο γέροντας στο βασιλιά ένα δρεπάνι και του λέει: «Έλα να θερίσουμε!». Έπιασε ο βασιλιάς και θέριζε μες στο λιοπύρι ολάκερημέρα. Έκαμε καμιά σαρανταριά δεμάτια στάχυα. Ήρθε το βράδυ, πέσανε ξεροί να κοιμηθούνε. Oύτε φαΐ όλη μέρα, ούτε τίποτα. Έμενε, βλέπεις, κι ο γέροντας νηστικός.
Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, ξύπνησε ο γέροντας το βασιλιά και του λέει: «Σήκω τώρα, να πάρουμε όλ’ αυτά τα δεμάτια, να τα πάμε στ’ αλώνι να τ’ αλωνίσουμε!». Κουβάλησε στην πλάτη του ο βασιλιάς περσότερ’ από τα μισά, κι ύστερα όλη μέρα, γκαπ γκουπ, τα κοπάνιζε με το δάρτη, ώσπου κάμανε το στάρι σωρό, τ’ανεμίσανε και το βάλανε στο σακί. Κι όλη μέρα την περάσανε πάλε έτσι, νηστικοί κι οι δυο τους, μόνο λίγο νερό ήπιανε από τη στέρνα, που ήτανε κοντά στην καλύβα. Πέσανε πάλι κουρασμένοι το βράδυ και κοιμηθήκανε.

Την τρίτη μέρα, το χάραμα, ο γέροντας σήκωσε το βασιλιά: «Ξύπνα», του λέει, «τώρα να πάμε το στάρι μας στο μύλο να τ’ αλέσουμε! Πάρ’ το εσύ στην πλάτη σου, γιατί εγώ δεν μπορώ, και πάμε εκεί στην κορφή του βουνού, που ’ναι ο μύλος». Τι να κάμει ο βασιλιάς, αφού έτσι ήτανε η συφωνία, φορτώνεται το σακί στην πλάτη, και κουρασμένος κι ελεεινός το κουβάλησε στην κορφή. Τώρα αρχίνησε και να πεινάει, μα δεν έλεγε ακόμα τίποτα.

Αλέσανε το στάρι τους, και για να μην τα πολυλογούμε, γυρίσανε κατά το μεσημέρι στην καλύβα, πάλι ο βασιλιάς φορτωμένος τ’ αλεύρι. «Έλα τώρα να ζυμώσουμε», του λέει ο γέρος. Ξεχώρισε ως δέκα λίτρες αλεύρι, το ’ριξε στη σκάφη κι έβαλε το βασιλιά να ζυμώνει. Ύστερα τον έστειλε στο λόγγο να κόψει ξύλα, κι αργά κατά το βράδυ βάλανε κι εκάψανε το φούρνο, για να ψήσουνε 3-4 καρβέλια. O βασιλιάς τώρα πεινούσε κι επερίμενε πότε να ψηθούν τα ψωμιά, για να φάει! Μα πιο πολύ τα λιμπιζόταν, όταν άρχισε να βγαίνει από το φούρνο η μυρωδιά τους. «Πεινάω πολύ», λέει του γέρου. «Περίμενε και θα φας!», του απάντησε κείνος.
Σε λίγο βγήκανε τα καρβέλια, αχνιστά και ροδοψημένα. Σαν πεινασμένος λύκος τότε ο βασιλιάς άρπαξε το καρβέλι, το έκοψε με τα χέρια του κι άρχισε να τρώει. Μα με την πρώτη μπουκιά που κατάπιε, το πρόσωπό του έγινε κόκκινο από χαρά και φώναξε: «Μάλιστα! Αυτό είναι το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου! Κι όμως ούτε μια κουταλιά ζάχαρη δεν έριξα στο ζυμάρι του!». Τότε ο γέροντας χαμογέλασε και του είπε: «Βασιλιά μου, πρέπει να ξέρεις πως η ζάχαρη του ψωμιού σου ήταν ο ιδρώτας που έχυσες για να το φτιάξεις. Τώρα είσ’ ελεύτερος να ξαναπάς στο παλάτι σου. Κοίτα μονάχα να δουλεύεις αποδώ κι εμπρός, και θα δεις πως η όρεξη δε θα σου λείψει».

O βασιλιάς ακολούθησε την ορμήνεια του γέροντα, κι όταν γύρισε στο παλάτι του, δούλευε κάθε μέρα για το λαό του, εκατέβαινε και στον κήπο του γι’ άλλες δουλειές, κι από τότε γιατρεύτηκε από την ανορεξιά κι έτρωε καλά, που μακάρι να τρώαμε κι εμείς έτσι!
Νεοελληνικά λαογραφικά κείμενα, επιμέλεια Δ. Λουκάτος, Βασική Βιβλιοθήκη, Ζαχαρόπουλος

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 23 Ιανουαρίου 2017

Άμα πεινάς το ξέρεις. Φωνάζουνε τα σπλάχνα σου. Άμα κρυώνεις, το ίδιο. Άμα αγαπάς, πώς να το καταλάβεις; Γιατί: τι είναι η αγάπη; Κάποιος πήγε να πει κάτι και δεν είπε τίποτα. Είπε πως είναι κάτι σαν φωτιά. Μα είναι; Άλλος είπε πάλι, πως είναι δροσούλα, άλλος σαν δοξαριά. Τι είναι τέλος πάντων… Κι αν, πάλι, αγάπη είναι κάτι που το λένε «αγάπη», είναι αυτό η αγάπη; Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! Μα αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά; Ένα πουλάκι κελαηδά ολομόναχο σ’ ένα έρημο δάσος… Αν δεν τ’ ακούσει κανείς.. είναι κελάηδηγμα; Κι είναι μπορετό να κελαηδήσει γλυκά ένα ολομόναχο πουλάκι, αν δεν υπάρχει πίσω από κάποιο φύλλο το αυτάκι ενός άλλου πουλιού; Πήγαν κι οι σοφοί να πούνε κάτι πάνω σ’ αυτό και τα κάνανε θάλασσα. Αυτοί, γι’ αγάπη!… Τα μωρά ξέρουν περσσότερα. Ένα λουλούδι είπε: «Αγάπη; Είμαι εγώ». Τρελαίνεσαι με τέτοια καμώματα. Ένας «Πέρσης» θα πει αυτό είναι «τρίχα». Ένας βαρκάρης θ’ αφήσει τα κουπιά και θα σκουπίσει το κούτελο του. Δε θα ξέρει να πει τίποτα. Μπορεί αυτό να είναι αγάπη. Μα είναι; Ποιος να του το πει; Όσο έχεις κάτι μέσα σου και δε χρειάζεται να το πεις, το έχεις και ησυχάζεις. Σε καίει… Σε λιώνει… Εσύ το βλέπεις. Κι αντί να βάλεις τα κλάμματα, το ρίχνεις στο τραγούδι. Είσαι μεθυσμένος και δεν έχεις πιει ούτε στάλα! Αυτό το «πράμα» πρέπει να σκάβεις μέσα σου μια λακούβα να το θάβεις, κι ό, τι βρέξει. Μην το λες πουθενά. Άστο να σε κάψει. Θα ξέρεις ότι χάνεσαι λίγο λίγο από μια αρρώστια που δεν ξέρεις τ’ όνομά της. Θα ξέρεις όμως ότι είναι μια αρρώστια, που σε κάνει όμορφο. Ομορφαίνεις και πεθαίνεις… Κι όταν θα νομίσεις ότι πέθανες… θα ‘χει τελειώσει η αρρώστια. Θα είσαι ζωντανός, μα θα είσαι και άσκημος. Θα ‘χεις φρικτά ασκημίσει. Αλήθεια… αυτό είναι η αγάπη; Όποιος αγαπά δεν μπορεί να το πει. Κι όποιος δεν αγαπά, δεν το ξέρει.

Aπόσπασμα από το βιβλίο «Ένα παιδί μετράει τ’άστρα» του Μενέλαου Λουντέμη.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Ιανουαρίου 2017

Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι,
περπατήσαμε μέσ’ απ’ τα δέντρα
Φοβισμένοι, αφήνοντας τις λέξεις μας να είναι τρυφερές

Από φόβο μήπως ξυπνήσουμε τις κουρούνες,
Από φόβο μήπως έρθουμε
Αθόρυβα μέσα σ’ έναν κόσμο φτερών και κραυγών.

Αν ήμασταν παιδιά, ίσως να σκαρφαλώναμε,
Θα πιάναμε τις κουρούνες να κοιμούνται, και δεν θα σπάγαμε ούτε κλαράκι,
Και, μετά το μαλακό ανέβασμα,
Θα τινάζαμε τα κεφάλια μας πιο πάνω απ’ τα κλαριά
Για να θαυμάσουμε την τελειότητα των άστρων.

Πέρα απ’ τη σύγχυση, όπως συμβαίνει συνήθως,
Και τον θαυμασμό για όσα ο άνθρωπος γνωρίζει,
Πέρα απ’ το χάος θα ’ρχόταν η μακαριότητα.

Αυτό, τότε, είναι ομορφιά, είπαμε,
Παιδιά που με θαυμασμό κοιτάζουν τ’ αστέρια,
Είναι ο σκοπός και το τέλος.

Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι, περπατήσαμε μέσ’ απ’ τα δέντρα.

. . .

Being but Men

Being but men, we walked into the trees
Afraid, letting our syllables be soft
For fear of waking the rooks,
For fear of coming
Noiselessly into a world of wings and cries.

If we were children we might climb,
Catch the rooks sleeping, and break no twig,
And, after the soft ascent,
Thrust out our heads above the branches
To wonder at the unfailing stars.

Out of confusion, as the way is,
And the wonder, that man knows,
Out of the chaos would come bliss.

That, then, is loveliness, we said,
Children in wonder watching the stars,
Is the aim and the end.

Being but men, we walked into the trees.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Ιανουαρίου 2017

Μου αρέσει να συνδέω τα τραγούδια με τους ανθρώπους. Και κάθε νότα, κάθε ήχος γίνεται εικόνα. Γίνεται πρόσωπο, μορφή, ρυτίδα, χαμόγελο, δάκρυ, χαστούκι.

Κλείνω τα μάτια και ταξιδεύω με τη δύναμη του ήχου. Το έχεις νιώσει;

Δεν έχει σημασία αν ακούς μπαλάντα ή χαρντ κορ κομμάτι. Δεν έχει σημασία αν είσαι ακίνητος ακούγοντάς το ή αν χορεύεις ασταμάτητα, γρήγορα, αργά, έντονα, παθιασμένα, νωχελικά, ρυθμικά…

Εκείνη την ώρα το σώμα σου μπορεί να βρίσκεται σε οποιαδήποτε θέση ή κατάσταση, αλλά η ψυχή σου είναι γαλήνια. Είναι σαν όλα να σταματάνε. Τα χείλη σου κινούνται μηχανικά στις υποδείξεις της μελωδίας αλλά η σκέψη σου ταξιδεύει, απομακρύνεται από την πεζή αναβίωση ενός χορευτικού ορχηστρικού επεισοδίου.

Συνδέω κάθε νότα, κάθε φράση με συναισθήματα. Συναισθήματα που ταυτίστηκαν με ανθρώπους και στιγμές. Στιγμές που χαράχτηκαν στη μνήμη μου, με καθόρισαν, με άλλαξαν, με στιγμάτισαν ή στιγμές που προσπέρασαν βιαστικά, που χάθηκαν σε κλάσματα δευτερολέπτου αλλά μου χάρισαν μια ανάμνηση.

Νιώθω μια δύναμη στο στήθος μου τόσο έντονη που μου θυμίζει ότι είμαι ζωντανή. Ότι αυτό αρκεί. Μια τέτοια δύναμη, το συναίσθημα που μου χαρίζει… αρκεί αυτό για να συνεχίσω, να θυμηθώ, να αναπολήσω, να αναζητήσω, να χαμογελάσω, να ζήσω!

Μου αρέσει η μουσική γιατί με βοηθά να μην ξεχνάω. Μικρές απλές συζητήσεις, έντονες βραδιές, δυνατούς δεσμούς, ένα συνθηματικό, μια σύνδεση, ένα αστείο, ένα πάρτι γενεθλίων.

Ένα τραγούδι που μου πρότεινες εντάσσοντας με στον κόσμο σου.

Ένα τραγούδι που μου αφιέρωσες, αποκαλύπτοντας λίγο πως νιώθεις και μετατρέποντάς το σε κωδικό εισόδου στο δικό μας μοναδικό κόσμο.

Ένα τραγούδι που τυχαία ακούσαμε, ανακαλύπτοντας, δημιουργώντας μια κοινή διαδρομή.

Ένα τραγούδι που μου έμαθες να αγαπώ, που αγάπησα σαν δικό μου και μέσα από αυτό σου παραδόθηκα απαλλαγμένη από άμυνες.

Ένα τραγούδι που τα λόγια του με ξεγυμνώνουν και δίνουν υπόσταση, έκφραση στο θυμό, την οργή, τη θλίψη, την αγάπη, τον έρωτα που ένιωσα.

Ένα τραγούδι που η μελωδία και το ύφος του μου θυμίζει το πώς ζεις φέρεσαι και κινείσαι.

Ένα τραγούδι που μου τραγούδησες όταν, ως βρέφος, με κρατούσες στην αγκαλιά σου και μετατράπηκε σε παιδική ανάμνηση χτίζοντας την αιώνια σχέση μας.

Ένα τραγούδι που συνέπεσε με ένα γεγονός και αποτελεί μυστική μυθωδία που αναπόφευκτα και ασυνείδητα, συνειρμικά με οδηγεί να το ξαναζήσω, να θυμηθώ.

Ένα τραγούδι που χωρίς σκοπό, γιατί, εξήγηση με έκανε να ανατριχιάσω, με άγγιξε και έγινε ένα με όσα είμαι.

Η μουσική. Ένα τραγούδι. Που ξυπνάει πάθη. Που θυμίζει όνειρο. Που σου ψιθυρίζει όσα νιώθεις, σκέφτεσαι, είσαι, όσα έζησες μοιράστηκες, όσα σε συνδέουν με τον κόσμο γύρω σου κι εντός σου.

You know what music is? God’s little reminder that there’s something else besides us in this universe, a harmonic connection between all living beings, every where, even the stars. – Robin Williams

από  O-klooun

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Ιανουαρίου 2017

Πόσο αντιλαμβανόμαστε τον πραγματικό εαυτό μας και τις αισθήσεις μας; Η Virginia Satir, Αμερικανίδα συγγραφέας και ψυχοθεραπεύτρια, που δούλεψε εκτενώς με οικογένειες, παρατήρησε ότι πολλοί ενήλικες μαθαίνουν από την παιδική τους ηλικία να απορρίπτουν τις πληροφορίες που δέχονται από τις αισθήσεις τους κι έτσι να μην δίνουν σημασία στο τι ακούνε, βλέπουνε, μυρίζουν ή νιώθουν κάθε στιγμή. Υποστηρίζοντας ότι ο άνθρωπος πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή επαφή με τον εσωτερικό εαυτό του, ανέπτυξε στο βιβλίο της Making Contact τη θέση των Πέντε Ελευθεριών, οι οποίες βοηθούν τον άνθρωπο να συνδεθεί με τον εαυτό του στο «εδώ και τώρα» και να δει καθαρά τις δημιουργικές επιλογές που έχει στη διάθεσή του ανά πάσα στιγμή:

1.    Η ελευθερία να βλέπουμε και να ακούμε αυτό που υπάρχει κι όχι αυτό που θα «έπρεπε» να υπάρχει, αυτό που υπήρχε ή που θα υπάρξει.

2.    Η ελευθερία να λέει κανείς αυτό που αισθάνεται και σκέφτεται, κι όχι αυτό που θα «έπρεπε» να αισθάνεται και να σκέφτεται.

3.    Η ελευθερία να αισθάνεται κανείς αυτό που αισθάνεται κι όχι αυτό που θα «έπρεπε» να αισθάνεται.

 

4.    Η ελευθερία να ζητάει κανείς αυτό που θέλει κι όχι να περιμένει πάντα την άδεια να το ζητήσει.

5.    Η ελευθερία να διακινδυνεύει κανείς για λογαριασμό του αντί να προτιμά την ασφάλεια της αδράνειας και να μην «ταράζει τα νερά».

Βιώνοντας περισσότερο αυτά που επιθυμεί, ο άνθρωπος μαθαίνει να αντιλαμβάνεται καλύτερα τα συναισθήματά του, να κατανοεί και να τα εξωτερικεύει αντί να τα καταπιέζει, να τα απορρίπτει ή να τα αποκρύβει από τον ίδιο και τον περίγυρό του. Παράλληλα, απελευθερώνεται από πεποιθήσεις της κοινωνίας που για τον ίδιο είναι δυσλειτουργικές και συγκρατούν τον πραγματικό του εαυτό και τις επιθυμίες του, αναγκάζοντάς τον να συμπεριφερθεί με τρόπο μη αυθεντικό.

Από το βιβλίο της Virginia Satir, Making Contact. [Πηγή: www.doctv.gr]

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 19 Ιανουαρίου 2017

Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι σέβονται την ανθρώπινη ατομικότητα και γι’ αυτό είναι πάντοτε συγκαταβατικοί, γελαστοί, ευγενικοί, υποχρεωτικοί.

Δεν χαλούν τον κόσμο για το σφυρί ή για τη γομολάστιχα που χάθηκαν. Δεν αγανακτούν για τους θορύβους ή το κρύο.

Δέχονται με καλοσύνη τα χωρατά και την παρουσία ξένων ανθρώπων στο σπιτικό τους. Δεν συμπονούν μονάχα τους κατώτερους, τους αδύναμους και τις γάτες. Πονάει η ψυχή τους και για κείνο που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι.

Είναι ντόμπροι και φοβούνται το ψέμα σαν τη φωτιά. Δεν λένε ψέματα ακόμα και για τιποτένια πράγματα. Το ψέμα προσβάλλει εκείνους που το ακούνε και ταπεινώνει στα μάτια τους εκείνους που το λένε. Δεν παίρνουν ποτέ πόζα, στο δρόμο είναι όπως και στο σπίτι τους, δεν ρίχνουν στάχτη στα μάτια του κατώτερου τους.

Δεν είναι φλύαροι και δεν αναγκάζουν τον άλλο να ακούει τις εκμυστηρεύσεις τους όταν δεν τους ρωτάει. Δεν ταπεινώνονται για να κεντήσουν τη συμπόνια του διπλανού. Δεν παίζουν με τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής των άλλων για να κερδίζουν σαν αντάλλαγμα αναστεναγμούς και χάδια.

Δεν λένε “εμένα κανείς δεν με καταλαβαίνει”, ούτε “πουλήθηκα για πέντε δεκάρες”, γιατί αυτά δείχνουν πως αποζητάν τις φτηνές εντυπώσεις. Είναι πρόστυχα τερτίπια, ξεθωριασμένα, ψεύτικα. Δεν είναι ματαιόδοξοι. Δεν τους απασχολούν τέτοια ψεύτικα διαμάντια όπως οι γνωριμίες με εξοχότητες.

Όταν κάνουν δουλειά που δεν αξίζει ένα καπίκι, δεν γυρίζουν με χαρτοφύλακα των εκατό ρουβλιών και δεν καμαρώνουν πως τάχα τους άφησαν να μπουν εκεί που δεν επιτρέπουν στους άλλους. Κι ο Κριλώφ ακόμα λέει πως το άδειο βαρέλι ακούγεται πιο πολύ από το γεμάτο.

Αν έχουν ταλέντο, το σέβονται. Θυσιάζουν γι’ αυτό την ησυχία τους, τις γυναίκες, το κρασί, την κοσμική ματαιότητα. Είναι περήφανοι για την αξία τους και έχουν συνείδηση της αποστολής τους. Αηδιάζουν από την ασχήμια και καλλιεργούν μέσα τους την ομορφιά.

Δεν μπορούν να κοιμηθούν με τα ρούχα, δεν μπορούν να βλέπουν στο τοίχο κοριούς, να πατούν σε φτυσιές. Δαμάζουν όσα μπορούν και εξευγενίζουν το ερωτικό ένστικτο. Δεν κατεβάζουν βότκα όπου βρεθούν. Πίνουν μονάχα όταν είναι ελεύθεροι και τους δίνεται ευκαιρία. Γιατί τους χρειάζεται “γερό μυαλό σε γερό κορμί”

________________

Απόσπασμα από γράμμα του Αντόν Τσέχωφ στον αδερφό του Νικολάι τον Μάρτιο του 1886. Ο αδερφός του Τσέχωφ ήταν ένας ταλαντούχος ζωγράφος και συγγραφέας ο οποίος ήταν βυθισμένος στις καταχρήσεις. Ο αλκοολισμός τον είχε φέρει στο σημείο να κοιμάται στους δρόμους αδιαφορώντας για τα ταλέντα του. Όταν πήρε το γράμμα από τον αδερφό του, ο Νικολάι ήταν 28 και ήταν μια προσπάθεια του Αντόν να βοηθήσει τον αδερφό του, να ξαναβρεί τον δρόμο του. Ο Νικολάι θα πεθάνει τρία χρόνια αργότερα

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 10 Ιανουαρίου 2017
……..” Με ενθουσιάζει η ιδέα να μιλήσω για λέξεις, που ξαπλώνουν με ηδυπάθεια για να παντρευτούν τους ήχους, ειδικά τακτοποιημένους κι αποκλειστικά συνταιριασμένους γι’ αυτές.

Εδώ πρέπει ν’ αποκαλύψω πως όταν οι λέξεις έρχονται σ’ επαφή μ’ αυτό που λέμε Μουσική, πριν απ’ όλα λιποθυμούν, ξαπλώνουν, παραδίδονται και χάνουν κάθε από φυσικού τους ενέργεια, κίνηση, ζωή. Κι ύστερα αρχίζει η περιπέτεια της μελωδίας. Πρέπουσας ή απρεπούς. Κατάλληλης ή ακαταλλήλου.
Εγώ όμως θα σας μιλήσω για την πρέπουσα και κατάλληλη. Γι’ αυτήν που θα ταιριάξει άρρηκτα με τις λέξεις, έτσι που δύσκολα θα τις διαβάζει κανείς μετά, χωρίς ν’ αργοκυλά στον νου του το μελωδικό τους ντύσιμο. Μια και η λέξη όταν την πολιορκεί η Μουσική, λούζεται την παρθενική της χάρη και δίχως δική της ρυθμική αγωγή, μένει γυμνή έτσι καθώς ξαπλώνει στο κρεββάτι των «πέντε γραμμών», για να την κάνει δική του ο μουσικός.
Απορρίπτει τη σκόνη από την καθημερινή της χρήση και ξαναπαίρνει την αρχική της πρόθεση, τη δύναμη της καταγωγής της. Για να συζευχθεί η λέξη με τη Μουσική, οφείλει να περάσει μεσ’ απ’ την κάθαρση της ποιητικής θεραπείας. Να αποκτήσει ποιητική υπόσταση – που σημαίνει, να ξαναβρεί αυτή την προαναφερθείσα «παρθενική χάρη» και ν’ αποκαλυφθεί καινούργια, απρόοπτη, έτσι καθώς θα τοποθετηθεί πλάι σε άλλες καινούργιες κι απρόοπτες αναγεννημένες λέξεις. Γιατί – ο Ζίντ λέει – δεν υπάρχει μεγαλύτερο εμπόδιο στην ευτυχία απ’ την ανάμνησή της. Το ίδιο και με τη λέξη. Τίποτα πιο άχρηστο κι οδυνηρό για μια καινούργια της παρουσία απ’ την ανάμνηση των χρήσεών της. Η Ποίηση ξέρει να τη θεραπεύει. Εκείνη μόνο την αποκαλύπτει και τότε μόνο η Μουσική την δέχεται για σύντροφο παντοτινό. Η λέξη, είπαμε, πριν συζευχθεί τον ειδικώς τακτοποιηθέντα ήχο, γίνεται άμορφο σχήμα, σύνολο συλλαβών και φωνηέντων. Όμως σαν φράση-στίχος, σαν μια γραμμική σειρά λέξεων, διατηρεί τον εσωτερικό ρυθμό της και οφείλει να τον διατηρήσει και η Μουσική. Κάθε αυθαίρετο ρυθμικό πλησίασμα της Μουσικής, που δεν παίρνει υπ’ όψη της την εσωτερική ρυθμική αγωγή του στίχου, κινδυνεύει να καταλήξει σε μιαν αταίριαχτη και προδομένη συνουσία. Κι έτσι παρουσιάζεται αυτή η ιδιότυπη αντίθεση λέξης και στίχου, στη μουσική τους μεταμόρφωση. Ενώ η λέξη οφείλει να ξαναρυθμιστεί απ’ τα «εξ ων συνετέθη», η φράση-στίχος διατηρεί τον εσωτερικό ρυθμό της και τοποθετείται μες στη Μουσική, με μια αντίστοιχη ή σχετική ρυθμική μορφή.
Και με τη λέξη ξαναγεννημένη και τοποθετημένη σε μια ειδική αλλά πέρα για πέρα σχετική ηχητική σειρά, αρχίζει το τραγούδι”….

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 7 Ιανουαρίου 2017

Νόμοι και κανόνες, άγραφοι ή όχι, στο σχολείο, στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στη δουλειά, στα καταστήματα, οπουδήποτε υπάρχει κοινωνική συναναστροφή και ανάγκη για οριοθέτηση. Απαραίτητοι για να ορίσουν τι πρέπει και τι δεν πρέπει μεταξύ των ανθρώπων και του χώρου που αυτοί βρίσκονται.

Τι θα γίνονταν στους δρόμους χωρίς το κώδικα οδικής κυκλοφορίας ή στη θάλασσα χωρίς τους αντίστοιχους κανόνες για τη ναυσιπλοΐα; Χάος και αταξία στην προσπάθεια όλων να φτάσουν στον προορισμό τους. Και στην οικογένεια το θεμέλιο λίθο της κοινωνίας τι γίνεται με τους κανόνες;
Οι κανόνες μέσα στην οικογένεια είναι απαραίτητοι πρώτα από όλα για να κάνουν λειτουργική τη συμβίωση των ανθρώπων κάτω από την ίδια στέγη και μετά ιδιαίτερα όταν υπάρχουν παιδιά για να θέσουν τα αναγκαία όρια. Και πραγματικά τα παιδιά έχουν ανάγκη για οριοθέτηση που τους προσφέρει το αίσθημα της ασφάλεια σε αντίθεση με μια ξέφρενη ελευθέρια, που παρόλο που φαίνεται ότι τη ζητούν απελπισμένα, θα τους δημιουργούσε σύγχυση, έντονο άγχος και ανασφάλεια. Η οικογένεια λοιπόν λειτουργώντας σαν ένα σύστημα που σκοπό έχει την ωρίμανση των ατόμων που την απαρτίζουν ορίζει τους δικούς της κανόνες, ανάλογα με τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες που υπάρχουν, που αφορούν τη σχέση των μελών μεταξύ τους και τις σχέσεις που αναπτύσσονται με τον κοινωνικό περίγυρο.

Όμως για να μπορούν οι κανόνες να εξυπηρετούν το σκοπό τους και να είναι λειτουργικοί θα πρέπει να έχουν κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Πρώτα από όλα θα πρέπει να είναι ξεκάθαροι για να μην υπάρχουν παρανοήσεις, πολύ περισσότερο όταν υπάρχουν παιδιά που εύκολα μπορούν να μπερδευτούν, θα πρέπει να είναι δίκαιοι, κατάλληλοι για την κάθε περίπτωση, εκσυγχρονισμένοι, δηλαδή να είναι σύμφωνα με τις ανάγκες που έχουν παρουσιαστεί τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο και όχι με αυτές που μπορεί να υπήρχαν στο παρελθόν και τέλος και για ορισμένες περιπτώσεις δεν θα πρέπει να είναι άκαμπτοι. Όταν λοιπόν πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις μπορούν να θεωρηθούν λειτουργικοί και ότι εξυπηρετούν το στόχο τους.

Επομένως η παραβίαση τους θα πρέπει να έχει και τις ανάλογες «συνέπειες». Ιδιαίτερα στα παιδιών, που αρέσκονται να δοκιμάζουν τα όρια μας και το μέχρι που μπορούν να φτάσουν, και αφού εξεταστούν όλα τα παραπάνω είναι αναγκαία η επισήμανση της παραβίασης των κανόνων και η επιβολή της προκαθορισμένης συνέπειας (στέρηση τηλεόρασης, ηλεκτρονικού παιχνιδιού, σύντομη παραμονή στο δωμάτιο). Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι σε καμία περίπτωση δεν εννοούμε οτιδήποτε περιέχει σωματική, ψυχολογική ή λεκτική βία. Η στέρηση, σε λογικά πλαίσια, των δραστηριοτήτων που αρέσουν στο παιδί είναι αρκετή για τη μη συμμόρφωσης του με τους κανόνες. Η μη επιβολή των προκαθορισμένων κάνει τους γονείς να φαίνονται αναξιόπιστοι και ασυνεπείς σε αυτά που λένε και πράττουν.

Εκτός όμως από αυτούς τους φανερούς κανόνες υπάρχουν και κάποιοι άλλοι βαθύτεροι και κρυφοί που κάνουν το ακριβώς αντίθετο. Δύσκολα εντοπίζονται και αφορούν την ελευθερία του σχολιασμού. Συνήθως αυτοί οι άγραφοι νόμοι απαγορεύουν στα άτομα της οικογένειας να αναφέρονται σε συγκεκριμένα θέματα. Έτσι μπορεί να είναι η απαγόρευση της έκφρασης κάποιου συναισθήματος, ιδιαίτερα αυτών που χαρακτηρίζονται λανθασμένα σαν αρνητικά, η αναφορά σε δυσάρεστες καταστάσεις, σε κάποιο μυστικό της οικογένειας που αφορά το παρελθόν ή το παρών, σε κάτι που σχετίζεται με το σώμα είτε πρόκειται για κάποια ιδιαιτερότητα ενός μέλους της οικογένειας είτε πρόκειται για ερωτήματα που έχουν περισσότερο οι έφηβοι σχετικά με την ανάπτυξη τους και γενικά σε θέματα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ταμπού.
Η μη ελευθερία στο σχολιασμό και οι άγραφοι κανόνες που ισχύουν μπορούν να δημιουργήσουν κυρίως στα παιδιά αποξένωση και μείωση της αυτοεκτίμησης τους. Η απαγόρευση της έκφρασης για αυτά που αισθάνονται, καταλαβαίνουν, βιώνουν και τους προβληματίζουν δηλαδή για τις εμπειρίες της ζωή τους που έχουν ανάγκη να συζητήσουν λειτουργεί ανατρεπτικά για την ωρίμανση και την ανάπτυξη τους. Η συζήτηση με κατανόηση και ο ελεύθερος σχολιασμός με σεβασμό μέσα σε ένα ανθρώπινο οικογενειακό πλαίσιο μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερα οφέλη από την αποσιωπήσει και το κουκούλωμα.
Επομένως σίγουρα οι κανόνες είναι χρήσιμοι, κανόνες σωστοί και λειτουργικοί που διευκολύνουν και δεν δυσκολεύουν, που παρέχουν όρια και ασφάλεια. Στην οικογένεια, το κύτταρο της κοινωνίας, οι απαραίτητες απαγορεύσεις αλλά και η απαραίτητη ελευθερία δίνουν την δυνατότητα για την ωρίμανση και εξέλιξη των μελών της, μεγαλύτερων και μικρότερων και κατ’ επέκταση της ίδιας της κοινωνίας.
Πηγές:
•Σατίρ, Β. (1988),Πλάθοντας ανθρώπους, Στυλιανούδη Λ. (μεταφ.), Νίκας Αγγ. (επιμ.), Εκδόσεις Κέδρος.
•Καππάτου Α. (2013), Μεγαλώστε ευτυχισμένα παιδία, Εκδόσεις Μίνωας.
________
~ maxmag.gr
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Σταυρούλα Σωτηροπούλου στις 3 Ιανουαρίου 2017

Ξένος του κόσμου και της σάρκας κατέβηκε την παραμονή από τα ύψη, αφού μάζεψε τις φτερούγες, όπως τις κρύβει θεϊκός άγγελος. Έφερνε δώρα από τα πάνω βασίλεια, για να φιλέψει τους κατοίκους της πρωτεύουσας. Ήταν ο καλός άγγελος της πόλης.

Κρατούσε στο χέρι ένα άστρο και στο στήθος του έπαλλε ζωή και δύναμη και από το στόμα του έβγαινε πνοή θεϊκής γαλήνης. Τα δώρα αυτά ήθελε να τα μεταδώσει σε όλους, όσοι πρόθυμα τα δέχονται.
Μπήκε πρώτα σε ένα αρχοντικό μέγαρο. Είδε εκεί την ψευτιά και τη σεμνοτυφία, την ανία και την ανώφελη ζωή, ζωγραφισμένα στα πρόσωπα του άντρα και της γυναίκας και άκουγε τα δυο παιδιά να ψελλίζουν λέξεις σε άγνωστη γλώσσα. Ο Άγγελος πήρε τα τρία ουράνια δώρα του και έφυγε τρέχοντας από εκεί.

Πήγε στην καλύβα ενός φτωχού ανθρώπου. Ο άντρας έλειπε όλη τη μέρα στην ταβέρνα. Η γυναίκα προσπαθούσε με λίγο ξερό ψωμί να αποκοιμίσει τα πέντε παιδιά, βλαστημώντας ταυτόχρονα την ώρα που είχε παντρευτεί. Τα μεσάνυχτα επέστρεψε ο άντρας της, αυτή τον έβρισε νευρική, με φωνή διαπεραστική, εκείνος την έδειρε με το ραβδί με τους ρόζους και μετά από λίγο οι δυο πλάγιασαν, χωρίς να κάνουν την προσευχή τους και άρχισαν να ροχαλίζουν με βαριούς ήχους. Έφυγε από κει ο Άγγελος.

Ανέβηκε σε μεγάλο κτίριο, πλούσια φωτισμένο. Ήταν εκεί πολλά δωμάτια με τραπέζια, κι επάνω τους έσκυβαν άνθρωποι, μετρώντας χρήματα, παίζοντας με χαρτιά. Χλωμοί και δυστυχισμένοι, όλη η ψυχή τους ήταν συγκεντρωμένη στην ασχολία αυτή. Ο Άγγελος κάλυψε με τις φτερούγες του τα μάτια του, για να μη βλέπει, και προσπέρασε.
Στο δρόμο συνάντησε πολλούς ανθρώπους, άλλους να βγαίνουν από τα καπηλειά, πιωμένους, και άλλους να κατεβαίνουν από τα χαρτοπαίγνια, μεθυσμένους από χειρότερο μεθύσι. Είδε μερικούς ν’ ασχημονούν και άκουσε μερικούς να βλαστημούν τον Αη-Βασίλη για φταίχτη. Ο Άγγελος κάλυψε με τις φτερούγες του τα αυτιά, για να μην ακούει, και προσπέρασε.

Ξημέρωνε πια το πρωί της πρωτοχρονιάς και ο Άγγε¬λος, για να παρηγορηθεί, μπήκε στην εκκλησία. Πολύ κοντά στις πόρτες είδε ανθρώπους να μετρούν νομίσματα, μόνο που δεν είχαν τραπουλόχαρτα στα χέρι. Και στο βάθος αντίκρυσε έναν άνθρωπο χρυσοστόλιστο, με μίτρα στο κεφάλι, σα Μήδο σατράπη της εποχής του Δαρείου, που έκανε προσποιητές κινήσεις. Δεξιά και αριστερά άλλοι έψαλλαν με φωνές που δεν ήταν φυσικές: Το Δεσπότη και Αρχιερέα!

Ο Άγγελος δε βρήκε παρηγοριά. Πήρε τα φτερωτά του δώρα -το άστρο το προορισμένο να λάμπει στις συνειδήσεις, την αύρα, την ικανή να δροσίζει τις ψυχές, και τη ζωή, την πλασμένη για να πάλλει στις καρδιές, τέντωσε τις φτερούγες του και επέστρεψε στις ουράνιες αψίδες.
Εφημερίδα «Αλήθεια», 1 Ιανουάριου 1907.

Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος – Διηγήματα για τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Νοεμβρίου 2016

Σε μια εποχή που εστιάζει στα επιτεύγματα και τις επιδόσεις, τα παιδιά χρειάζονται να μάθουν να προσφέρουν, να μοιράζονται και να συμπάσχουν. Χωρίς γονεϊκά κηρύγματα με βαρετά ηθικά διδάγματα.

«Ποιoς ενδιαφέρεται σήμερα να μεγαλώσει ηθικά παιδιά;». Το ερώτημα το λαθράκουσα από μια παρέα γονέων στην παιδική χαρά. Εμεινε εκεί να αιωρείται ανάμεσα στην αμμοδόχο και τις κούνιες.

Το ίδιο απόγευμα, την ώρα που διάβαζα στα παιδιά μου την αγαπημένη (μου) σειρά παιδικών βιβλίων – «Ο μικρός φιλόσοφος» (εκδ. Μεταίχμιο) – το ερώτημα σαν να επανήλθε. Φυσικά, δεν έδωσα απάντηση. Αλλωστε, στο «ηθικός» κάθε γονιός προσδίδει το νόημα που θέλει.

Οπως έγραφε προ καιρού στους «New York Times» o Ανταμ Γκραντ, καθηγητής μάνατζμεντ και ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, παρότι οι δυτικοί γονείς δείχνουμε μια κάποια εμμονή με τις επιδόσεις των παιδιών μας (θυμάμαι έναν γνωστό που ολοφυρόταν επειδή η κόρη του δεν κατόρθωσε να πάρει το Proficiency στην Α΄ Γυμνασίου), η επιτυχία δεν είναι τελικά το Νο 1 στις προτεραιότητες που έχουμε για το μεγάλωμά τους.

Άνθρωποι από 50 χώρες που μετείχαν σε πρόσφατη έρευνα για το ποιες είναι οι βασικές αρχές στη ζωή τους, περιέργως δεν προέταξαν τα επιτεύγματα αλλά το ουσιαστικό ενδιαφέρον για τους άλλους, αυτό που λέμε «ενσυναίσθηση».

Στο άρθρο του αυτό («Raising a Moral Child»), το οποίο προκάλεσε, είναι η αλήθεια, μεγάλο διαδικτυακό κουσκούς, ο Γκραντ υπογραμμίζει ότι η «ηθική ανάπτυξη» του παιδιού δεν είναι εύκολη υπόθεση (αρκεί μια ματιά στις στρατιές ηθικά υπανάπτυκτων ενηλίκων).

Εδώ δεν επαρκούν τα εντατικά ιδιαίτερα μαθήματα, ούτε τα ηθικοπλαστικά γονεϊκά κηρύγματα. Ούτε καν οι μύθοι του Αισώπου. Εδώ μιλούν οι πράξεις.

Σε ένα παλαιό κλασικό πείραμα, ο διαβόητος καναδός ψυχολόγος Τζέι Φίλιπ Ράστον κάλεσε 140 παιδιά (δημοτικού και γυμνασίου) να παίξουν με ένα παιχνίδι, το οποίο στη συνέχεια καλούνταν είτε να κρατήσουν είτε να χαρίσουν σε ένα μη προνομιούχο παιδί.

Στο πρώτο μέρος του πειράματος διαφορετικές ομάδες παιδιών παρακολούθησαν έναν δάσκαλο να παίζει το παιχνίδι. Σε κάποιες ομάδες παιδιών ο δάσκαλος εξήρε τη γενναιόδωρη συμπεριφορά, σε κάποιες άλλες πάλι σιωπούσε εντελώς.

Μπροστά σε κάποιες ομάδες, ο δάσκαλος χάριζε το παιχνίδι στο φτωχό παιδί, μπροστά σε κάποιες άλλες κρατούσε το παιχνίδι για τον εαυτό του.

Τα αποτελέσματα του πειράματος ήταν πραγματικά εντυπωσιακά. Η επίδραση του ενήλικου ήταν βεβαίως καταλυτική στη συμπεριφορά των ανηλίκων.

Πιο γενναιόδωρη ομάδα αποδείχθηκε όμως εκείνη με τα παιδιά που απλώς είδαν τον δάσκαλο να χαρίζει το παιχνίδι. Χωρίς συμβουλές.

Πρωτίστως, χωρίς την κουραστική παρλάτα: «Είναι σημαντικό να μοιράζεσαι με τους άλλους και ιδιαίτερα με εκείνους που έχουν ανάγκη…».

Όμως τo ηθικό IQ του παιδιού δεν βρίσκεται πάντα ψηλά στη γονεϊκή ατζέντα.

«Δίνοντας προτεραιότητα στην ευτυχία των παιδιών μας, συχνά αποφεύγουμε να τα “στριμώξουμε” όταν δεν πάρουν την ευθύνη που τους αναλογεί απέναντι στους συνομηλίκους τους» θα γράψει ο Ρίτσαρντ Βάισμπουρντ, παιδοψυχολόγος και ειδικός σε θέματα εκπαίδευσης στο Harvard Graduate School of Education (HGSE), στο βιβλίο του «The Parents We Mean to Βe» (2009).

Είναι, π.χ., ένας αμερικανός έφηβος που έχει πια βαρεθεί την ποδοσφαιρική ομάδα στην οποία παίζει και θέλει να ξεκινήσει βόλεϊ. Η μητέρα του τον προτρέπει να κάνει αυτό που τον ευχαριστεί. Ο πατέρας του, πάλι, προσπαθεί να τον αποτρέψει, το ποδόσφαιρο είναι καλό για το CV του στο κολέγιο.

Και οι δύο γονείς ενδιαφέρονται για το παιδί, αλλά κανείς δεν ασχολείται με το «ηθικά» προφανές: Πώς θα επηρεάσει η ξαφνική αποχώρηση του παιδιού τους την υπόλοιπη ποδοσφαιρική ομάδα;

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο Βάισμπουρντ, που εδώ και χρόνια ανατέμνει το ζήτημα της ηθικής στην ανατροφή των παιδιών, μεγάλωσε με έναν πατέρα (μεσίτη στο επάγγελμα) που αγαπούσε να φέρνει «τροφή για σκέψη» στο μεσημεριανό τραπέζι.

Είχε μάλιστα αδυναμία στα κλασικά ηθικά αινίγματα.

Ανάμεσά τους το «δίλημμα του Χάινζ»: πρέπει ο αφοσιωμένος σύζυγος να κλέψει το πανάκριβο φάρμακο που αδυνατεί να πληρώσει αλλά που θα σώσει τη ζωή της βαριά άρρωστης γυναίκας του;».

«Όλα έχουν ένα ηθικό δίδαγμα, αρκεί να μπορέσεις να το βρεις» γράφει ο Λιούις Κάρολ στην «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων».

Στην εποχή της βιομηχανοποιημένης παιδικής ηλικίας, με τη σύγχρονη οικογένεια να λειτουργεί σαν εταιρεία που παράγει «τέλεια παιδιά», το ηθικό δίδαγμα είναι ότι οι γονείς επιβάλλεται να δώσουν στα παιδιά τους όχι κηρύγματα περί ηθικής αλλά ηθικό σθένος.

 

Από ΒΗΜΑgasino

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Νοεμβρίου 2016

Της Χρύσας Κατσιτοπούλου.

Να προσέχετε τους εαυτούς σας! Να σας αγαπάτε !
Να δίνετε μέχρι εκεί που μπορείτε, να μη νιώθετε τύψεις όταν ξεμένετε από ενέργεια και δεν μπορείτε να βοηθήσετε κάποιον άλλο.
Η ενέργειά σας είναι πολύτιμη. Να έχετε χρόνο για τον εαυτό σας, να μιλάτε μαζί του, να του ασκείτε κριτική, να τον χαϊδεύετε, να τον μαλώνετε,να είστε πάντα σε επαφή με το είναι σας.
Μη χαραμίζετε τη ζωή σας με ενοχές, κόμπλεξ και ανελέητα… ΑΝ…
Μην υποτιμάτε τον εαυτό σας, μην επιτρέπετε σε ΚΑΝΕΝΑΝ να σας υποτιμάει, λογοκρίνει, μειώνει.
Μην έχετε στη ζωή σας ανθρώπους που σας βάζουν σε διαδικασία να απολογηθείτε.
Η ζωή σας είναι δικιά σας! ΟΧΙ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ! Να κάνετε ότι γουστάρετε ! Να ζείτε όπως γουστάρετε ! Να μη σας στιγματίζει καμία ταμπέλα ! Να είστε ΕΣΕΙΣ και να λέτε : “Χέστηκα σε ποιόν αρέσω, εγώ θα είμαι αυτός που θέλω!”
Να διαφέρετε!
Μην ξοδεύετε δευτερόλεπτο με ανθρώπους που δε σας εκτιμούν.
Μην είστε ζητιάνοι αγάπης, ζητιάνοι ενδιαφέροντος!
Αν σας αγαπάει κάποιος θα είναι στη ζωή σας. Αν θέλει να σας δει, θα σας δει ! Αν θέλει να σας βρει, θα σας βρει.
Μην καταπίνετε αμάσητο ότι σας πουλάνε, ο καλύτερος κριτής είναι το ένστικτό σας!
Μη θεωρείτε λογικό, δεδομένο, αυτονόητο ότι πρέπει να αντέξετε μια ζωή που σας επέβαλαν άλλοι!
Να παλεύετε την αξιοπρέπειά σας, τα δικαιώματά σας για τη ζωή ΣΑΣ ! Μη φοβάστε τα συναισθήματά σας!
Δεν είναι κακό να φοβάσαι, να κλαις, να λυγίζεις.
Αφού είσαι άνθρωπος, ΝΙΩΘΕΙΣ.
Μη φοβάστε να ερωτευτείτε!
Ο έρωτας είναι πηγή ζωής! Μην παραμελείτε την υγεία σας!
Ειδικά αν είστε γονείς είναι εγκληματικό αν το κάνετε. Προδίδουμε τα παιδιά μας αν δεν προστατεύουμε την υγεία μας. Βγάλτε από τη ζωή σας τον εγωισμό.
Είναι καταστροφικός! Τυφλώνει!
Να αγαπάτε με όλη σας την ψυχή και να έχετε δίπλα σας ανθρώπους που σας αγαπάνε για αυτό που είστε! Να αγαπάτε την ευάλωτη πλευρά σας ! Αν υπάρχουν στη ζωή σας άνθρωποι που δε δέχονται-αγαπάνε τη σκοτεινή , ευάλωτη ,παιδική πλευρά σας, να τους πετάτε έξω από τη ζωή σας ! Να αγαπάτε τη ζωή για να σας αγαπάει και αυτή !! Ορμήστε στη ζωή!
Μην περιμένετε την ιδανική στιγμή!
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΙΔΑΝΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ! ΔΕ ΘΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΟΤΕ!
Όσο την περιμένεις έχεις χάσει τη μισή ζωή σου στο περίμενε. Μην έχετε δεδομένη τη ζωή σας, ούτε τους ανθρώπους σας.
Να λέτε ασταμάτητα σ’ αγαπάω, συγνώμη, ευχαριστώ.
Μην κάνετε μακροπρόθεσμα σχέδια. Βάλτε κοντινούς στόχους.
Είναι ανόητο να σχεδιάζουμε τη ζωή μας. Χάνουμε το τώρα. Δε γράφουμε εμείς το σενάριο της ζωής μας.
Η ζωή θα μας δείξει τι ρόλο θα παίξουμε.
Να είστε μαχητές! Να είστε ονειροπόλοι! Να είστε άτακτοι.
Η αταξία του μυαλού σας χτίζει την προσωπικότητά σας, τη μοναδικότητά σας!
ΖΗΣΤΕ! ΤΩΡΑ!
ΣΗΜΕΡΑ…για να έχετε αύριο

 

Από anapnoes.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Νοεμβρίου 2016

Τις τελευταίες μέρες φοβάμαι ακόμα και να δω τα νέα. Πληρώνουμε τις ανόητες συμπεριφορές μιας μικρής μερίδας της ανθρωπότητας, και εξεγειρόμαστε, φωναχτά, ή σιωπηλά, στη φωλιά ενός μικρού διαμερίσματος όπου μπορούμε να νιώσουμε, έστω και ψεύτικα, ασφαλείς. Την σημερινή μέρα, όμως, θα τη διανύσουμε υπό τους ήχους του μεγαλύτερου συνθέτη και ποιητή της αγάπης, και οι μηχανές αναζήτησης, τα κοινωνικά δίκτυα, οι μουσικές ιστοσελίδες, και τελικά εμείς οι ίδιοι θα γεμίσουμε από τη φωνή του πιο γοητευτικού τραγουδοποιού που γνώρισε ο κόσμος τα τελευταία 50 χρόνια.

Ήμουν μόλις 14 χρονών όταν άρχισα να δοκιμάζω τις δυνάμεις μου στα καταχωνιασμένα μπαράκια του νησιού μου. Έφηβη, όταν οι βραδιές μου στη Σίφνο γέμιζαν με τους ήχους μιας παρουσίας που ήταν μεγαλύτερη από τη ζωή. Λέοναρντ Κοέν, αυτό το κείμενο είναι για σένα.

Μπορεί να μην ξέρω όλες τις λεπτομέρεις της ζωής σου – δε μ’ενδιαφέρει. Καναδός και κατ’επιλογήν σου για πολλά καλοκαίρια ροβινσώνας στην ειδυλλιακή Ύδρα, θα απέρριπτες όλες τις εγκόσμιες πληροφορίες ως ασήμαντες. Ανέβασες τον πήχυ, Λέοναρντ. Πώς θα μπορέσουμε να ερωτευτούμε, αγαπημένε μου, χωρίς να νιώσουμε αυτό το κρυστάλλινο, βαθύ, κοφτερό, άγγιγμα της γοητείας που μας ώθησες να καταβροχθίσουμε; Πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε μια ζωή χωρίς εντάσεις, μια συμβατική ρουτίνα που μας καταπίνει; Μας κατέστρεψες Λέοναρντ.

Σ’όλη μου τη ζωή αναζητώ, όπως και τόσοι άλλοι, ένα συναίσθημα σαν αυτό που τραγουδιέται στους στίχους των χωρίς αμφιβολία ποιημάτων σου. Υπερβάλλω βέβαια – αλλά και ποιος δεν υπερβάλλει στον έρωτα – αλλά κάπου κάπου νιώθω πως φτιάχτηκα για να ακούω και να θρηνώ έρωτες που φευγαλέα άγγιξα. “Αγάπησε με μέχρι το τέλος της αγάπης” (Dance me to the end of love), τραγουδάς. Και αλλού:

“Σ’αγάπησα όταν η αγάπη μας ήταν ευλογημένη,
Σ’αγαπώ και τώρα που δεν έχει μείνει τίποτα,
Μόνο πίκρα και μια αίσθηση υπερωρίας,
Και μου έλειπες όταν το μέρος καταστράφηκε,
Και δε μ’ενδιαφέρει τι θα συμβεί στη συνέχεια,
Μοιάζει με ελευθερία αλλά τη νιώθω σαν θάνατο,
Είναι κάτι ανάμεσα, εικάζω” (Closing Time)

Αλήθεια, ακόμη και πριν παρακολουθήσουμε άναυδοι τις εξελίξεις στους υπολογιστές μας, – πώς θα μπορούσαμε άλλωστε να το αποφύγουμε; – πριν το μέλλον να φαντάζει τόσο ζοφερό, λίγα πράγματα είχαν σημασία. Σήμερα περισσότερο από ποτέ. Είναι δυο στίχοι, δυο αγγίγματα, μερικές ανάσες που σχηματίζουν καρδιές στα παράθυρα που θάμπωσαν από την έκρηξη της στιγμής. Τραγούδησες την αέναη επικράτηση της αγάπης, και το τέλος αυτής. Τραγούδησες για τη δημοκρατία στις ΗΠΑ (Democracy) -ω η ειρωνία!- για το αβέβαιο μέλλον (The Future), για την έλευση μιας άλλης εποχής.

“Οδηγούμαι από ένα σημάδι από τα ουράνια
Οδηγούμαι από ένα σημάδι στο δέρμα μου
Οδηγούμαι από την ομορφιά των όπλων μου
Πρώτα θα πάρουμε το Μανχάταν,
Μετά θα πάρουμε το Βερολίνο” (First we take Manhattan)

Το καλοκαίρι του 2008 η βαθιά φωνή σου έφτασε μέχρι τη Μαλακάσα. Ήταν μια σχεδόν ιδιωτική συναυλία, που μπορεί να μην έγινε σε μια εκκλησία, όπως άλλες, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν μυστικιστική. Σίγουρα μια εμπειρία ζωής. Όσο περνούσαν τα χρόνια η φωνή σου βάθαινε, αλλά τα τραγούδια σου παρέμεναν, όσο και τη δεκαετία του ’60, τολμηρά, σπαρακτικά, συνομωτικά. Μας έκλεινες το μάτι, εσύ και τόσο λίγοι άλλοι, ότι αυτό που νιώσαμε να χάνεται όσο βυθιζόμαστε στη νέα τάξη πραγμάτων, είναι εκεί, κάπου χωμένο, και το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να το αναζητήσουμε. Ψάξτε με στο λαβύρινθο του μυαλού σας, κάπου εκεί έχει κρυφτεί αυτή η σπίθα νιρβάνας που σας θυμίζω τακτικά.

“Ολοι ξέρουν ότι μ’αγαπάς μωρό μου,
Ολοι ξέρουν ότι αλήθεια μ’αγαπάς
Ολοι ξέρουν ότι έχεις υπάρξει πιστή
Αχ, εκτός από μια δυο βραδιές
Όλοι ξέρουν ότι έχεις υπάρξει διακριτική
Ύπηρξαν απλά τόσο πολύ άνθρωποι που έπρεπε οπωδήποτε να γνωρίσεις
Χωρίς τα ρούχα σου”

Μια γλυκιά παραίτηση. Μια συνειδητοποίηση αυτής της παράδοσης άνευ όρων στην ανθρώπινη ύπαρξη με όλα τα σφάλματά της, με όλες τις ανεπάρκειες της. Εγώ είμαι αυτός που έχεις ερωτευτεί πιο βαθιά, πιο τελειωτικά, πιο σπαρακτικά. Εγώ.

“Αν θέλεις έναν εραστή,
Θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις
Κι αν θέλεις έναν άλλο τρόπο αγάπης
Θα φορέσω μια μάσκα για σένα
Αν θες έναν σύντροφο, πάρε το χέρι μου
Ή
Αν θες να με χτυπήσεις με θυμό
Στέκομαι εδώ
Είμαι ο άντρας σου”
(I’m your man)

Στη Βιέννη λέει, υπάρχει “ένας ώμος που ο θάνατος πηγαίνει για να κλάψει, ένα δέντρο που τα περιστέρια πηγαίνουν για να πεθάνουν” (Take this waltz). Χαρμολύπη, αυτή η μοναδική συνταγή που οδηγεί τελματικά σ’ένα μικρό θάνατο.

Θα μπορούσε κάποιος να με πει γραφική, γλαφυρή, μια στάλα γελοία. Ανήκω περήφανα στην άλλη μερίδα. Μπορεί να μην είμαστε η μερίδα του λέοντος, αλλά είμαστε αυτοί που κλείνουμε, μαζί σου Λέοναρντ, το μάτι στην πεζή καθημερινότητα. Υπάρχει ένας άλλος κόσμος εκεί έξω και εσύ μας τον έμαθες. Σήμερα, 11 Νοεμβρίου της χρονιάς που χάρισε μόνο θανάτους από μεγάλες μουσικές προσωπικότητες, είναι μια μέρα γιορτής. Γιορτάζουμε την ύπαρξή σου. Είπες πρόσφατα στην αγαπημένη σου μούσα Μαριάν Ίλεν, λίγο πριν από το θάνατο της :

«Λοιπόν Μαριάν έχει έρθει η στιγμή που έχουμε γεράσει και τα κορμιά μας καταρρέουν και πιστεύω πως πολύ σύντομα θα σε ακολουθήσω. Να ξέρεις ότι βρίσκομαι τόσο κοντά σου που αν απλώσεις το χέρι σου θα αγγίξεις το δικό μου».

Δεν ξέραμε τότε πως η ώρα θα κατέφθανε τόσο γρήγορα. Συμφιλιωμένος με την ιδέα του θανάτου, προετοιμασμένος για τη συνέχεια, η βουδιστική σου πίστη σου επέτρεψε να καλωσορίσεις την στιγμή. Εύχομαι να έχεις καταλάβει σε ποιο βαθμό μας συντάραξες. Νομίζω πως ναι. Θα περάσω τη μέρα ακούγοντας τις βαθιά μελαγχολικές μουσικές σου, και θα σκεφτώ πως δεν είναι ώρα για θρήνους, αλλά για γιορτή, σε μια στιγμή που το χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ.

ΒΑΛΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Κυριακή Ψαρρού στις 9 Νοεμβρίου 2016

Το πηγαίο αίσθημα της αγάπης αποτελεί ιδεώδη και απώτερο στόχο της ανθρώπινης ζωής στο ποίημα του Ν. Καρούζου «Τα πουλιά δέλεαρ του Θεού, 2», που εκδόθηκε το 1961.

Θα περάσουν αποπάνω μας όλοι οι τροχοί*
στο τέλος
τα ίδια τα όνειρά μας θα μας σώσουν.
Αγάπη μείνε στην καρδιά –
αυτός ας είναι ο κανών* του τραγουδιού σου.
Με την αγάπη
θα σηκώσουμε την απελπισία μας
απ’ τ’ αμπάρι* του κορμιού.
Δεν είναι φορτίο για τη χώρα των αγγέλων
η απελπισία.
Και προπαντός
ας μην αφήσουμε την αγάπη
να συνωστίζεται* με τόσα αισθήματα…

http://digitalschool.minedu.gov.gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Νοεμβρίου 2016

Το 1961, ο είκοσι εφτάχρονος Στάνλει Μίλγκραμ, επίκουρος καθηγητής ψυχολογίας στο Γέιλ, αποφάσισε να μελετήσει την υπακοή στην εξουσία. Είχαν περάσει λίγα μόνο χρόνια από τα φρικτά εγκλήματα των Ναζί και γινόταν μια προσπάθεια κατανόησης της συμπεριφοράς των απλών στρατιωτών και αξιωματικών των SS, οι οποίοι είχαν εξολοθρεύσει εκατομμύρια αμάχων. Η ευρέως αποδεκτή εξήγηση –πριν το πείραμα του Μίλγκραμ- ήταν η αυταρχική τευτονική διαπαιδαγώγηση και η καταπιεσμένη –κυρίως σεξουαλικά- παιδική ηλικία των Γερμανών.

Όμως ο Μίλγκραμ ήταν κοινωνικός ψυχολόγος και πίστευε ότι αυτού του είδους η υπακοή –που οδηγεί στο έγκλημα- δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο της προσωπικότητας, αλλά περισσότερο των πιεστικών συνθηκών. Και το απέδειξε κάνοντας τη «φάρσα» του.

Τα υποκείμενα του πειράματος ήταν εθελοντές, κυρίως φοιτητές, οι οποίοι καλούνταν έναντι αμοιβής να συμμετέχουν σε ένα ψυχολογικό πείραμα σχετικό με τη μνήμη.

Χώριζε τους φοιτητές σε ζεύγη και –μετά από μια εικονική κλήρωση- ο ένας έπαιρνε το ρόλο του «μαθητευομένου» και ο άλλος του «δασκάλου».

Ο έκπληκτος «μαθητευόμενος» δενόταν χειροπόδαρα σε μια ηλεκτρική καρέκλα και του περνούσαν ηλεκτρόδια σε όλο το σώμα. Έπειτα του έδιναν να μάθει δέκα ζεύγη λέξεων.

Ο «δάσκαλος», από την άλλη, καθόταν μπροστά σε μια κονσόλα ηλεκτρικής γεννήτριας. Μπροστά του δέκα κουμπιά με ενδείξεις: «15 βολτ, 30 βολτ, 50 βολτ κλπ.» Το τελευταίο κουμπί έγραφε: «450 βολτ. Προσοχή! Κίνδυνος!»

Πίσω από το «δάσκαλο» στεκόταν ο πειραματιστής, ο υπεύθυνος του πειράματος. (Και περνάμε σε ενεστώτα για να γίνουμε μέτοχοι της στιγμής.)

«Θα λέτε την πρώτη λέξη από τα ζεύγη στο μαθητευόμενο. Αν κάνει λάθος θα σηκώσετε το πρώτο μοχλό και θα υποστεί ένα ηλεκτροσόκ 15 βολτ. Σε κάθε λάθος θα σηκώνετε τον αμέσως επόμενο μοχλό», λέει ο πειραματιστής και ο «δάσκαλος» αισθάνεται ήδη καλά που δεν του έτυχε στην κλήρωση ο άλλος ρόλος.

Το πείραμα ξεκινάει. Ο «δάσκαλος» λέει τις λέξεις από το μικρόφωνο. Ο «μαθητευόμενος», ήδη τρομαγμένος, απαντάει σωστά, αλλά όχι για πολύ. Μόλις κάνει το πρώτο λάθος ο «δάσκαλος» γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος του λέει να προχωρήσει στο πρώτο ηλεκτροσόκ. Ο «δάσκαλος» υπακούει. 15 βολτ δεν είναι πολλά, αλλά ο «μαθητευόμενος» έχει αλλάξει ήδη γνώμη. Παρ’ όλα αυτά απαντάει σωστά σε άλλη μια ερώτηση, αλλά στο επόμενο λάθος δέχεται 30 βολτ. «Αφήστε να φύγω», λέει ο «μαθητευόμενος» που δεν μπορεί να λυθεί. «Δε θέλω να συμμετάσχω σε αυτό το πείραμα.» Ο «δάσκαλος» κοιτάει τον πειραματιστή. Εκείνος του κάνει νόημα να συνεχίσει.

Τα βολτ αυξάνονται και τώρα πια ο πόνος είναι εμφανής στο πρόσωπο του «μαθητευόμενου», που εκλιπαρεί να τον αφήσουν ελεύθερο. Στα 200 βολτ ταρακουνιέται ολόκληρος. Ο «δάσκαλος» πριν κάθε ηλεκτροσόκ γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος, με σταθερή φωνή, του λέει ότι το πείραμα πρέπει να συνεχιστεί. Ο «δάσκαλος» συνεχίζει να βασανίζει έναν άγνωστο, έναν απλό φοιτητή που κλαίει, ζητάει τη βοήθεια του Θεού και παρακαλεί να τον λυπηθούν. Δεν μπορεί πια να απαντήσει στις ερωτήσεις, αλλά ο πειραματιστής λέει στο «δάσκαλο»:

«Τη σιωπή την εκλαμβάνουμε ως αποτυχημένη απάντηση και συνεχίζουμε με την τιμωρία.»

Στα 345 βολτ ο «μαθητευόμενος» τραντάζεται ολόκληρος, ουρλιάζει και χάνει τις αισθήσεις του.

Ο «δάσκαλος», ιδρωμένος και με τα χέρια του να τρέμουν, κοιτάει τον πειραματιστή.

«Μην ανησυχείτε», λέει εκείνος, «το πείραμα είναι απολύτως ελεγχόμενο… Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»

«Μα είναι λιπόθυμος», λέει ο «δάσκαλος».

«Δεν έχει καμιά σημασία. Το πείραμα πρέπει να ολοκληρωθεί. Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»

Πόσοι από τους εθελοντές έφτασαν ως τον τελευταίο μοχλό;

Πριν ξεκινήσει το πείραμα του ο Μίλγκραμ είχε κάνει μια «δημοσκόπηση» ανάμεσα στους ψυχιάτρους και στους ψυχολόγους, ρωτώντας τους τι ποσοστό των εθελοντών θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό.

Σχεδόν όλοι απάντησαν ότι κανείς δε θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό, πέρα ίσως από κάποια άτομα με κρυπτοσαδιστικές τάσεις, καθαρά παθολογικές.

Δυστυχώς έκαναν λάθος.

Μόλις το 5% των «δασκάλων» αρνήθηκαν εξ’ αρχής να συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο πείραμα και αποχώρησαν –συνήθως βρίζοντας τον πειραματιστή. Το υπόλοιπο 95% προχώρησε πολύ το πείραμα, πάνω από τα 150 βολτ. Και το 65%… Έφτασε μέχρι τον τελευταίο μοχλό, τα πιθανότατα θανατηφόρα 450 βολτ!

Που έγκειται η φάρσα;

Ο «μαθητευόμενος» δεν ήταν φοιτητής, αλλά ηθοποιός, που είχε προσληφθεί από το Μίλγκραμ για αυτόν ακριβώς το «ρόλο». Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός ούτε ηλεκτροσόκ. Ο ηθοποιός υποκρινόταν. Το μοναδικό πειραματόζωο ήταν ο «δάσκαλος». Όμως τα αποτελέσματα ήταν αληθινά: Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων θα υπακούσει και θα βασανίσει –ίσως και θα σκοτώσει- έναν άγνωστο του, αρκεί να δέχεται εντολές από κάποιον με κύρος (στην προκειμένη περίπτωση επιστημονικό) και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι δεν τον βαρύνει η ευθύνη για ό,τι συμβεί –αφού εκείνος «απλά ακολουθούσε τις διαταγές». Και φυσικά οι περισσότεροι από εμάς θα σκεφτούν όταν μάθουν για αυτό το πείραμα: «Εγώ αποκλείεται να έφτανα ως τον τελευταίο μοχλό.»

Όμως δείτε τι συμβαίνει στην κοινωνία μας, κάθε μέρα.

Ο υπάλληλος της ΔΕΗ που δέχεται να κόψει το ρεύμα από έναν άνεργο ή άπορο, ξέροντας ότι έτσι τον ταπεινώνει, τον υποβάλει σε ένα διαρκές βασανιστήριο και πιθανότατα θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του, ανήκει στο 65% του τελευταίου μοχλού. Και δεν είναι καθόλου κρυπτοσαδιστής. Απλά ακολουθάει τις εντολές που του έδωσαν.

Ο υπάλληλος του σούπερ-μάρκετ που σου δίνει το χαλασμένο ψάρι και σε διαβεβαιώνει ότι είναι φρέσκο δε σε μισεί, παρότι γνωρίζει ότι μπορεί να πάθεις και δηλητηρίαση. Απλώς ακολουθάει εντολές. Ο αστυνομικός ο οποίος ραντίζει με χημικά τους διαδηλωτές δεν είναι κρυπτοσαδιστής –αν και πολλοί θα διαφωνήσουν στο συγκεκριμένο παράδειγμα. Απλώς κάνει τη δουλειά του. Ο υπάλληλος της εφορίας ή της τράπεζας που υπογράφει την κατάσχεση κάποιου σπιτιού για 1.000 ευρώ χρέος, θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό στο πείραμα. Γιατί υπακούει.

Ο πολιτικός που υπογράφει το μνημόνιο το οποίο οδηγεί ένα ολόκληρο έθνος στην εξαθλίωση του νεοφιλελευθερισμού θα έφτανε μέχρι τον τελευταίο μοχλό. Και αυτός υπακούει, σε εντολές πολύ πιο ισχυρές από εκείνες του πειραματιστή με την άσπρη φόρμα. Αν όμως δούμε το πείραμα του Μίλγκραμ από την ανθρωπιστική-ηθική του πλευρά (από την πλευρά του 5% που αρνήθηκε να υπακούσει) θα καταλάβουμε ότι κανένας δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Αν σε διατάζουν να κάνεις κάτι που προκαλεί κακό στον άλλον, στο συμπολίτη σου, σε έναν μετανάστη, σε έναν άνθρωπο (ή σε ένα ζώο, αλλά αυτό περιπλέκει πολύ τα πράγματα, εφόσον συνεχίζουμε να τρώμε κρέας), πρέπει να αρνηθείς να υπακούσεις. Ακόμα κι αν χάσεις το μπόνους παραγωγικότητας, την προαγωγή, την επανεκλογή, τη δουλειά σου.

Μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να αρνηθούμε να υπακούσουμε στις «μικρές» και καθημερινές εντολές βίας –με τις οποίες οι περισσότεροι ασυνείδητα συμμορφωνόμαστε, μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να προβούμε σε μια γενικευμένη και μέχρι τέλους πολιτική, κοινωνική, καταναλωτική ανυπακοή, μόνο όταν μάθουμε να συμπεριφερόμαστε ως αυτεξούσιοι άνθρωποι και όχι ως ανεύθυνοι υπάλληλοι, μόνο τότε θα μπορέσουμε να γκρεμίσουμε τη λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού που μας θέλει υπάνθρωπους, υπάκουους και υπόδουλους.

Και μια τελευταία παρατήρηση:

Τα υποκείμενα του πειράματος του Μίλγκραμ, οι εθελοντές φοιτητές, μάθαιναν από εκείνον ποιος ήταν ο στόχος του πειράματος. Μάθαιναν ότι ο «μαθητευόμενος» ήταν ηθοποιός και ότι δεν είχε ποτέ υποστεί ηλεκτροσόκ. Ο Μίλγκραμ το έκανε αυτό για να τους ανακουφίσει, αλλά πέτυχε το ακριβώς αντίθετο. Αυτοί οι άνθρωποι, ειδικά το 65% που είχε φτάσει ως τον τελευταίο μοχλό, πέρασαν την υπόλοιπη ζωή τους κυνηγημένοι από τις Ερινύες της πράξης τους. Γιατί συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν τόσο αθώοι και τόσο «καλοί» όσο ήθελαν να πιστεύουν για τον εαυτό τους.

Aπό altrnativemagasine.net