Διαβάσαμε
Τότε είναι που παρουσιάστηκε η αλεπού.
– Καλημέρα, είπε η αλεπού.
– Καλημέρα, αποκρίθηκε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας και γύρισε, μα δεν είπε τίποτα..
– Ποια είσαι; είπε ο μικρός πρίγκιπας. Μου φαίνεσαι πολύ όμορφη…
– Είμαι μια αλεπού, είπε η αλεπού.
– Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. Είμαι τόσο λυπημένος…
– Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού. Δε μ’ έχουν ημερώσει.
– Α! με συγχωρείς, έκανε ο μικρός πρίγκιπας. Το σκέφτηκε όμως και πρόσθεσε:
– Τι πάει να πει «ημερώσει;»
– Εσύ δεν είσαι απ’ εδώ, είπε η αλεπού, τι γυρεύεις;
– Γυρεύω τους ανθρώπους, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Τι πάει να πει «ημερώσει;»
– Οι άνθρωποι, είπε η αλεπού, έχουν τουφέκια και κυνηγούνε. Μεγάλος μπελάς! Ανατρέφουν όμως και κότες. Αυτό είναι το μόνο τους όφελος. Κότες γυρεύεις;
– Όχι, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Γυρεύω φίλους. Τι πάει να πει «ημερώσει;»
– Είναι κάτι που παραμελήθηκε πολύ, είπε η αλεπού. Σημαίνει «να δημιουργείς δεσμούς…».
– Να δημιουργείς δεσμούς;
– Βέβαια, είπε η αλεπού. Για μένα, ακόμα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο μ’ άλλα εκατό χιλιάδες αγοράκια. Και δε σ’ έχω ανάγκη. Μήτε κι εσύ μ’ έχεις ανάγκη. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια μ’ εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Αν όμως με ημερώσεις, ο ένας θα έχει την ανάγκη του άλλου. Για μένα εσύ θα είσαι μοναδικός στον κόσμο. Για σένα εγώ θα είμαι μοναδική στον κόσμο…
– Αρχίζω να καταλαβαίνω, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Ξέρω ένα λουλούδι…νομίζω πως με ημέρωσε…
– Γίνεται, είπε η αλεπού. Βλέπει κανείς στη Γη τόσα περίεργα πράγματα…
– Ω! δεν είναι πάνω στη Γη, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
Η αλεπού φάνηκε πολύ παραξενεμένη:
– Πάνω σ’ άλλο πλανήτη;
– Ναι.
– Έχει κυνηγούς σ’ αυτόν τον πλανήτη;
– Όχι.
– Πολύ ενδιαφέρον αυτό. Και κότες;
– Όχι.
– Τίποτα δεν είναι τέλειο, αναστέναξε η αλεπού. Ξαναγύρισε όμως στην ιδέα της:
– Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγάω τις κότες, οι άνθρωποι κυνηγούν εμένα. Όλες οι κότες μοιάζουν, κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν. Γι’ αυτό λοιπόν βαριέμαι κάπως. Αν με ημερώσεις όμως, η ζωή μου θα είναι σαν ηλιόλουστη. Θα γνωρίσω έναν κρότο από πατήματα που θα είναι διαφορετικός απ’ όλους τους άλλους. Τ’ άλλα πατήματα με κάνουν να χώνομαι κάτω απ’ τη γη. Το δικό σου θα με κάνει να βγαίνω έξω απ’ τη φωλιά μου, σα μια μουσική. Κι ύστερα, κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τα χωράφια με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό, είναι κρίμα! Εσύ όμως έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο. Θα είναι λοιπόν θαυμάσια όταν θα μ’ έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ’ αρέσει ν’ ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχυα…
Σώπασε η αλεπού και κοίταξε πολλή ώρα το μικρό πρίγκιπα.
– Σε παρακαλώ…ημέρωσέ με, του είπε.
– Θέλω βέβαια, της αποκρίθηκε ο μικρός πρίγκιπας, μα δεν με παίρνει ο καιρός. Έχω ν’ ανακαλύψω φίλους και πολλά πράματα να γνωρίσω.
– Δε γνωρίζει κανείς παρά τα πράματα που ημερώνει, είπε η αλεπού. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίσουν τίποτα. Τ’ αγοράζουν όλα έτοιμα στα εμπορικά. Καθώς όμως δεν υπάρχουν εμπορικά που πουλάνε φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θες ένα φίλο, ημέρωσέ με!
– Τι πρέπει να κάνω; είπε ο μικρός πρίγκιπας.
– Πρέπει να έχεις μεγάλη υπομονή, αποκρίθηκε η αλεπού. Θα καθίσεις πρώτα κάπως μακριά μου, έτσι στο χορτάρι. Εγώ θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου κι εσύ δε θα λες τίποτα. Τα λόγια είναι που κάνουν τις παρεξηγήσεις. Αλλά, κάθε μέρα, θα μπορείς να κάθεσαι λιγάκι πιο κοντά…
Την άλλη μέρα ήρθε πάλι ο μικρός πρίγκιπας.
– Θα ‘ταν πιο καλά να έρχεσαι πάντα την ίδια ώρα, είπε η αλεπού. Αν έρχεσαι λόγου χάρη, στις τέσσερις το απόγευμα, εγώ θ’ αρχίζω από τις τρεις να είμαι ευτυχισμένη. Όσο θα περνάει η ώρα, τόσο εγώ θα νιώθω και πιο ευτυχισμένη. Στις τέσσερις πια, δε θα μπορώ να καθίσω και θα τρώγομαι∙ θ’ ανακαλύψω την αξία της ευτυχίας. Αν έρχεσαι όμως όποτε και να’ ναι, δε θα ξέρω ποτέ ποια ώρα να φορέσω στην καρδιά μου τα καλά της…Σ’ όλα χρειάζεται κάποια τελετή.
– Τι είναι τελετή; είπε ο μικρός πρίγκιπας.
– Είναι κι αυτό κάτι που πολύ παραμελήθηκε, είπε η αλεπού. Είναι αυτό που κάνει τη μια μέρα να μη μοιάζει με τις άλλες, τη μια ώρα με τις άλλες ώρες. Οι κυνηγοί μου, λόγου χάρη, έχουν μια τελετή. Κάθε Πέμπτη χορεύουν με τις κοπέλες του χωριού. Γι’ αυτό η Πέμπτη είναι θαυμάσια μέρα! Μπορώ και κάνω μια βόλτα ως τ’ αμπέλι. Αν χόρευαν οι κυνηγοί όποτε και να ‘ναι, όλες οι μέρες θα μοιάζαν μεταξύ τους, κι εγώ δε θα είχα καθόλου διακοπές.
ΜΠ3
Έτσι ο μικρός πρίγκιπας ημέρωσε την αλεπού. Κι όταν κόντευε πια η ώρα που θα χωρίζανε:
– Αχ! είπε η αλεπού. Κλάμα που θα κάνω…
– Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκιπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, μα εσύ θέλησες να σε ημερώσω…
– Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.
– Μα τώρα θα κλάψεις! είπε ο μικρός πρίγκιπας.
– Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.
– Και τότε τι κέρδισες;
– Κέρδισα, είπε η αλεπού, γιατί μου μένει το χρώμα του σταριού.
Τραγούδι (Eskimo)
Και ξαναθυμάμαι τις μικρές μου περιπέτειες. Όταν ξανοίχτηκα με ένα θαλασσινό άνεμο στο καγιάκ μου και νόμισα πως κινδύνευα. Οι φόβοι μου που θεωρούσα μεγάλους για όλα τα επίγεια που έπρεπε να βρω και να αποκτήσω. Κι όμως υπάρχει μόνο ένα μεγάλο πράγμα το σπουδαιότερο πράγμα: να ζήσω για να δω στα καλύβια και στα ταξίδια τη μεγάλη μέρα που ξημερώνει και το φως που γεμίζει τη γη.
Εκλιπαρώντας την ανάσα (Zuni)
Εκλιπαρώντας την ανάσα του θεού τη ζωοδότρα ανάσα του την αρχαία ανάσα του την ανάσα των νερών την ανάσα των σπόρων την ανάσα των αγαθών την ανάσα της γονιμότητας την ανάσα της δύναμης την ανάσα του δυνατού πνεύματος την ανάσα κάθε ευτυχίας ζητώντας την ανάσα του και μέσα στο ζεστό μου σώμα τραβώντας την ανάσα του τη φυσάω στην ανάσα σου ευτυχισμένες πάντα για να ζεις.
Φιλία (Aztec)
Σαν φτερό από κετζάλ*, σαν ευωδιαστό λουλούδι λάμπει η φιλία: σαν φτερά ερωδιού υφαίνεται γεμάτη στολίδια. Το τραγούδι μας είναι φωνή πουλιού σαν κουδουνάκι: Τι όμορφα που κάνεις κι αντηχεί! Εδώ, ανάμεσα στα λουλούδια που μας περικλείουν ανάμεσα στα ανθισμένα λουλούδια, τραγουδάς. * Σ.τ.μ.: Εξωτικό πουλί
Λόγια της μητέρας στο νεογέννητο γιο της την ώρα που κόβει τον ομφάλιο λώρο (Aztec)
Κόβω από την κοιλιά σου τον αφαλό: να ξέρεις πως ο τόπος που γεννήθηκες δεν είναι η πατρίδα σου, γιατί είσαι υπηρέτης και πολεμιστής, είσαι το πουλί που λέγεται κετζάλ, είσαι το πουλί που λέγεται ζακουάν, είσαι υπηρέτης και πολεμιστής Εκείνου που κατοικεί σε Όλους τους Τόπους. Το σπίτι που γεννήθηκες δεν είναι παρά η φωλιά σου. Είναι ένας σταθμός στο δρόμο σου. Είναι το σημείο εισόδου σου στον κόσμο. Εδώ ξεπήδησες, εδώ άνθισες. Εδώ αποχωρίζεσαι τη μάνα σου σαν το πελεκούδι που κόπηκε απ’ την πέτρα.
Σε μια αγαπημένη γυναίκα (Otomi)
Στον ουρανό ένα φεγγάρι· στο πρόσωπο σου ένα στόμα. Στον ουρανό πολλά άστρα· στο πρόσωπο σου μόνο δύο μάτια.
Τραγούδι ονείρου (Papago)
Εκεί που διασταυρώνονται τα βουνά. Στην κορυφή του βουνού, ούτε ξέρω που. Περιπλανήθηκα εκεί που το μυαλό και η καρδιά μου έμοιαζαν χαμένα. Έφυγα μακριά.
Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σιου, λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.
“Αγαπιόμαστε” αρχίζει ο νέος.
“Και θα παντρευτούμε” λέει εκείνη.
“Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…”
“Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…”
“Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί.”
“Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου”.
“Σε παρακαλούμε” ικετεύουν, “πες μας τί μπορούμε να κάνουμε…”
Ο μάγος τους κοιτάζει και συγκινείται που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.
“Υπάρχει κάτι …” λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. “Αλλά δεν ξέρω…είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.”
“Δεν μας πειράζει” λένε και οι δύο.
“Ό,τι και να’ ναι” επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.
“Ωραία” λέει ο μάγος. “Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας; Πρέπει να το ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτα άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου, και να κυνηγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;”
Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά.
“Κι εσύ Άγριε Ταύρε” συνεχίζει ο μάγος, “πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή, τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να τον τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο….Πηγαίνετε τώρα.”
Οι δυο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο…
Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε.
Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.
“Πετούσαν ψηλά;” ρωτάει ο μάγος.
“Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε….Και τώρα;” ρωτάει ο νέος. “Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;”
“Όχι” λέει ο γέρος.
“Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;” προτείνει η νεαρή.
“Όχι” ξαναλέει ο γέρος. “Κάντε ότι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες…Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν, να πετάξουν ελεύθερα.”
Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.
Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου, μέχρι που πληγώνονται.
“Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.”
Το φίλτρο
Η νέα χρονιά ήρθε με δώρο
Αόρατο μπήκε
διάτρητο πλέγμα στην πόρτα
Οτι ειναι χοντρό μενει απ έξω
Οι λεπτές μόνο αισθήσεις διαπερνούν
Ο καινούργιος χρόνος
αφήνει την πόρτα ανοιχτή
σε όσους αδολα θελουν να μπουν
και για οσους οργισμένα
θέλουν να βγουν
Το φούσκωμα του εγώ
και άλλων παρόμοιων σκουπιδιών
Θα φυλάσσονται σε κάδο
άχρηστων συμπεριφορών
Δίνω όρκο μεγάλο
ότι με πληγώνει βαθιά
με ελαφριά την καρδιά
θα πω ευχαριστώ
δεν θα πάρω
Ανοιγομαι στο δυνατό , το αληθινό
το αυτονόητο…..και το μεγάλο
Του φίλου μου Μανώλη Γραμματικάκη
Πάντα τη θάλασσα, άνθρωπε λεύτερε, θ’ αγαπάς!Αυτή είναι ο καθρέπτης σου κοιτάζεις τους βυθούς σουστο κύλισμα τ’ ατελείωτο του κύματος, κι ο νους σουκλείνει κι αυτός την πίκρα της αβύσσου, της βαθιάςΣ’ αρέσει να βυθίζεσαι στο πέλαο που σου μοιάζει’να κλείσεις στην αγκάλη σου θες τον ωκεανό,και της καρδιάς σου η τρικυμιά καμιά φορά ησυχάζει,τον άγριο του κι αδάμαστο ακούοντας στεναγμόΕίστε κι οι δυο σκοτεινοί κι απόκρυφοι’ κανείς,ω άνθρωπε, δε μέτρησε την άπατη άβυσσό σου’κανείς δεν ξέρει, ω θάλασσα, τον πλούτο τον κρυφό σου,τόσο με ζήλια κρύβετε τα μυστικά σας εσείς!Κι όμως, να που αναρίθμητους αιώνες στη ζωή,ο ένας τον άλλον άφοβα κι ανήλεα πολεμάτε,τόσο κι οι δυο σας τη σφαγή, το θάνατο αγαπάτε,ω πολέμαρχοι αιώνιοι, ω αμείλικτοι αδερφοί!
Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι,
οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι
σκύβοντας μαζί
κεφαλοκαύκι γεμισμένο άχυρο. Aλίμονο!
οι στεγνές φωνές μας όταν
ψιθυρίζουμε μαζί
είναι ήσυχες κι ανόητες
σαν άνεμος σε ξερό χορτάρι
ή πόδια ποντικών σε σπασμένο γυαλί
στο ξερό μας κελάρι
σχήμα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα,
παραλυμένη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση
αυτοί που πέρασαν
με ολόισια μάτια, στου θανάτου το άλλο βασίλειο
μας θυμούνται -αν καθόλου μας θυμούνται-
σαν κούφιους ανθρώπους
σα βαλσαμωμένους
μάτια δεν τολμώ να δω στα όνειρα
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
αυτά δεν εμφανίζονται εκεί:
τα μάτια είναι
ηλιόφως σε μια σπασμένη κολώνα
εκεί, είναι ένα δέντρο χορεύοντας
και φωνές
στου ανέμου το τραγούδισμα
πιο μακρινές και πιο τελεστικές
από ένα μαραμένο αστέρι
ας είμαι όχι πιο κοντά
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
ας φορέσω επίσης
τις μεταμφιέσεις
αρουραίου τρίχωμα, κοράκου δέρμα, κουρελούδες
σ’ έναν αγρό
φερόμενος όπως φέρεται ο άνεμος
όχι πιο κοντά
όχι αυτή την τελική συνάντηση
στου λυκόφωτος το βασίλειο
αυτή είναι η νεκρή χώρα
αυτή είναι του κάκτου η χώρα
εδώ τα πέτρινα είδωλα
σηκώνονται, εδώ λαμβάνουν
την ικεσία ενός χεριού νεκρού ανθρώπου
κάτω απ’ το σπίθισμα σβησμένου άστρου
αυτό είναι σαν αυτό
στου θανάτου το άλλο βασίλειο
ξυπνώντας μόνοι
την ώρα που είμαστε
τρέμοντας με τρυφερότητα
χείλη που θα φιλούσαν
κάνουν προσευχές σε τσακισμένες πέτρες
αόμματοι
αν δεν τα μάτια μας ξαναφανούν
όπως το αέναο άστρο
του πολύφυλλου ρόδου
στου θανάτου το λυκοφωτικό βασίλειο
η ελπίδα μόνο
των κενών ανθρώπων
των άδειων ανθρώπων
μεταξύ ιδέας
και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης
και δράσης
πέφτει η σκιά
μεταξύ αντίληψης
και δημιουργίας
πέφτει η σκιά
η ζωή είναι πολύ μακριά
μεταξύ πόθου
και σπασμού
μεταξύ δύναμης
και ύπαρξης
μεταξύ ουσίας
και πτώσης
πέφτει η σκιά
γιατί δικό σου είναι το βασίλειο
γιατί δική σου είναι η ζωή
γιατί η ζωή σου είναι δική σου
δική σου
αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος
όχι μ’ ένα πάταγο αλλά μ’ ένα λυγμό

Για το βιβλίο του Massimo Recalcati «Το σύμπλεγμα του Τηλέμαχου – Γονείς και παιδιά μετά τη δύση του πατέρα» (μτφρ. Άννα Πλεύρη & Γιοβάνα Βεσσαλά, εκδ. Κέλευθος).
Του Γιώργου Λαμπράκου
Το βιβλίο του πολυπράγμονα Ιταλού ψυχαναλυτή Μάσσιμο Ρεκαλκάτι Το σύμπλεγμα του Τηλέμαχου: γονείς και παιδιά μετά τη δύση του πατέρα μου το είχε προτείνει εδώ και καιρό ένας φίλος και πατέρας με τα καλύτερα λόγια. Στο μεταξύ, έχοντας γίνει εσχάτως πατέρας κι εγώ, αποφάσισα να το διαβάσω με την επιπρόσθετη περιέργεια που σου γεννιέται όταν προσδοκάς από ένα έργο να σου μιλήσει για κάτι άκρως προσωπικό, εν προκειμένω για το πώς μεγαλώνει κανείς ένα παιδί. Ευτυχώς, το έργο του Ρεκαλκάτι δεν περιορίζεται σε αυτό, αλλά συγκροτεί μια ευρύτερη θεώρηση για τη σύγχρονη εποχή σε ό,τι αφορά, εκτός από τη σχέση γονέων και παιδιών, κρίσιμα διακυβεύματα όπως το νόημα της ζωής μετά τον θάνατο των θεών-πατέρων (επουράνιων και επίγειων), την ηθική της ανάληψης της ατομικής ευθύνης, την ιδεολογική στράτευση στον περασμένο αιώνα και τις ψυχοκοινωνικές διεκδικήσεις των νέων στην ψηφιακή εποχή.
Το “σύμπλεγμα του Τηλέμαχου” είναι ο μεταφορικός τρόπος του Ρεκαλκάτι για να μιλήσει για τη δυσφορία που νιώθουν οι νέοι μετά την “έκλειψη”, την “εξάχνωση”, τη “δύση” του πατέρα. Τα παιδιά αναζητούν τον χαμένο τους πατέρα. Πώς και πού θα τον βρουν;
Στο Σύμπλεγμα του Τηλέμαχου το κυρίαρχο θέμα είναι ο νόστος του. Ναι, ο Τηλέμαχος νοσταλγεί, πράγμα πολύ παράξενο: ξέρουμε καλά πως ο Οδυσσέας είναι αυτός που νοσταλγεί, που θέλει να επιστρέψει σώος και αβλαβής στην πατρίδα του, στην Πηνελόπη και στον Τηλέμαχο, που θέλει να εκκαθαρίσει το βασίλειό του από τους μισητούς μνηστήρες που εποφθαλμιούν τη θέση και την περιουσία του, και φυσικά την κλίνη της συζύγου του, και να ζήσει εκεί ευτυχής και πλήρης μέχρι τον θάνατό του, καθώς έχει απορρίψει συνειδητά την αθανασία με την οποία τον είχε δελεάσει η Καλυψώ. Κι όμως σήμερα ο Τηλέμαχος είναι αυτός που νοσταλγεί, μας λέει ο Ρεκαλκάτι και, πιο συγκεκριμένα, νοσταλγεί τον πατέρα: το «σύμπλεγμα του Τηλέμαχου» είναι ο μεταφορικός τρόπος αυτού του ψυχαναλυτή για να μιλήσει για τη δυσφορία που νιώθουν οι νέοι μετά την «έκλειψη», την «εξάχνωση», τη «δύση» του πατέρα. Τα παιδιά αναζητούν τον χαμένο τους πατέρα. Πώς και πού θα τον βρουν;
Η σχέση πατέρα-παιδιού και ειδικότερα πατέρα-γιου, όπως την ξέρουμε από τη λογοτεχνία, την ψυχανάλυση και τη ζωή, είναι μια σχέση δομικά συγκρουσιακή, οιδιπόδεια: από ένα σημείο και μετά το παιδί βλέπει τον πατέρα ως εμπόδιο στη ζωή και θέλει να τον βγάλει από τη μέση, μεταφορικά μιλώντας, για να βρει και να πάρει τον δικό του δρόμο. Ο Τηλέμαχος, σύμφωνα με τον Ρεκαλκάτι, είναι το αντίστροφο του Οιδίποδα: αναζητά τον πατέρα ως ελπίδα, ως μαρτυρία, ως αυτόν που θα έρθει από τα ξένα και θα ενσαρκώσει επιτέλους τον Νόμο (τον «Νόμο του λόγου», όπως επαναλαμβάνει) προσφέροντας νόημα και κληροδοτώντας επιθυμία στο παιδί. Αυτός ο πατέρας δεν είναι (και δεν πρέπει να είναι) ο παλιός αυταρχικός πατέρας-αφέντης, ο Νόμος ως οπισθοδρομικός καταπιεστής, αλλά ο Νόμος ως προοδευτικός απελευθερωτής, ως αυτός που θα μεταδώσει στο παιδί τόσο την επιθυμία, δηλαδή τη βούληση για ζωή, όσο και το όριο, δηλαδή τη βούληση για ευθύνη. Χωρίς επιθυμία επέρχεται η κατάθλιψη, η έλλειψη νοήματος, το μηδενιστικό σβήσιμο της ζωής, ενώ χωρίς όριο επέρχεται η «θανάσιμη απόλαυση», η εξουσιομανία επί των άλλων και η αδυναμία ανάληψης μιας ηθικής ευθύνης απέναντί τους (και, εννοείται, των άλλων απέναντι σε μας).
Ο άνθρωπος είναι ένα «ομιλ-όν» (Λακάν), γέννημα της βιολογίας αλλά θρέμμα της κοινωνίας και κυρίως της γλώσσας της. Κατά τη χαϊντεγκεριανή ιδιόλεκτο, την οποία αξιοποίησε ο Λακάν στην ψυχανάλυση, ο οίκος του ανθρώπου είναι ο οίκος της γλώσσας. Χωρίς τον Νόμο του λόγου, σημειώνει ο Ρεκαλκάτι, όχι μόνο δεν μπορεί να υπάρχει ισορροπημένο υποκείμενο, αλλά δεν μπορεί να υπάρχει ούτε κοινωνικό συμβόλαιο. «Η ζωή αρχίζει να πεθαίνει όταν αρχίζουμε να μιλάμε» γράφει σε μια μόνο φαινομενικά παράδοξη πρόταση, για να επιμείνει όμως ότι μια νέα ζωή θα γεννηθεί με τον λόγο, με τον Νόμο του λόγου, τον οποίο καλείται να φέρει και να εκφέρει ο πατέρας. Επομένως, πατέρας δεν είναι πια «αυτός που έχει τον τελευταίο λόγο στο νόημα της ζωής και του θανάτου, αλλά μάλλον αυτός που ξέρει να φέρει τον λόγο και, συνεπώς, ξέρει να παραιτείται από την εξουσία τού να έχει τον τελευταίο λόγο».
Ο Ρεκαλκάτι δεν διστάζει να πολιτικοποιήσει τον ψυχαναλυτικό λόγο του, τονίζοντας ότι «ενώ η δεξιά αποτυχία της κληρονομιάς προκύπτει από την υπερβολική πίστη στο παρελθόν, η αριστερή αποτυχία προκύπτει από την επαναστατική απόρριψη του παρελθόντος».
Τι έχει συμβεί στην εποχή μας; Αντί για τη συνέχιση των γενεών και την κληροδότηση της επιθυμίας από τους γονείς στα παιδιά, συχνά διαπιστώνεται η «σύγχυση των γενεών»: οι γονείς παλιμπαιδίζουν, φορούν νεανικά ρούχα, ανοίγουν λογαριασμούς στα κοινωνικά δίκτυα όπου και ναρκισσεύονται, όντας αυτά μάλλον «τα πραγματικά κακομαθημένα παιδιά». Από την άλλη, τα παιδιά νιώθουν απέραντη μοναξιά και υπαρξιακό κενό, νοσταλγούν κανονικούς γονείς που να θέτουν εύλογα όρια και θεμιτές κατευθυντήριες γραμμές, και παράλληλα αιτούνται εργασία με νόημα, αξιοπρέπεια και ικανοποιητικές απολαβές (και όχι εξάλειψη της εργασίας, όπως επιδίωκε ο «αθώος ελευθερισμός» του ’68: εύκολα εξεγείρεσαι κατά της εργασίας όταν δεν υπάρχει δομική ανεργία). Ο Ρεκαλκάτι δεν διστάζει να πολιτικοποιήσει τον ψυχαναλυτικό λόγο του, τονίζοντας ότι «ενώ η δεξιά αποτυχία της κληρονομιάς προκύπτει από την υπερβολική πίστη στο παρελθόν, η αριστερή αποτυχία προκύπτει από την επαναστατική απόρριψη του παρελθόντος». Ο πολιτικά στρατευμένος άνθρωπος του πρώτου μισού του 20ού αιώνα απομαγεύτηκε τόσο απότομα ώστε στο δεύτερο μισό μετατράπηκε σε «λαμόγιο που κλέβει για τον εαυτό του και μόνο», επαναλαμβάνοντας και επιβεβαιώνοντας τον «λόγο του καπιταλιστή».
Ο 20ός αιώνας, ιδίως στο πρώτο μισό του, ήταν ο αιώνας της ιδεολογίας, όπου «ο φασισμός, ο ναζισμός, ο σταλινισμός ζωντάνεψαν την παραληρηματική και σαρωτική φαντασίωση για έναν τρελό και αιμοσταγή πατέρα». Έκτοτε περάσαμε στη μεταπολεμική εποχή και στο άλλο άκρο, καθότι οι αριστερίστικες εξεγέρσεις του ’68 και της δεκαετίας του ’70 (επηρεασμένες κι από τον Αντι-Οιδίποδα των Ντελέζ και Γκουαταρί) αξίωναν την πλήρη εξάλειψη του πατέρα και του νόμου (του) και κατ’ επέκταση την πλήρη ελευθερία, εντέλει την ασυδοσία και τη «θανάσιμη απόλαυση» των πάντων από τους πάντες, «τη διαστροφική λατρεία μιας άμεσης, απεριόριστης, απόλυτης, χωρίς φραγμούς απόλαυσης». Ο Ρεκαλκάτι στέκει ανάμεσα στα δύο άκρα, στηριζόμενος στη μεσότητα των πορισμάτων της ψυχανάλυσης: αφενός δεν θέλουμε πια, και δικαίως, τον καταπιεστικό πατέρα (και νόμο) του παρελθόντος, αφετέρου δεν γίνεται να υπάρχει ατομική και κοινωνική ζωή χωρίς πατέρα (και νόμο). Καθώς ο Ρεκαλκάτι πιστεύει (και ορθά) ότι «το ανεκρίζωτο κακό κατοικεί την ύπαρξή μας» (συνεπώς δεν είναι απλώς αποτέλεσμα των κοινωνικών και οικονομικών δομών και σχέσεων), η ελευθερία μας οφείλει να είναι οριοθετημένη ώστε να δοθεί χώρος για την ευθύνη. Μακριά από τον γιο-Οιδίποδα και τον γιο-Νάρκισσο, προκρίνει την ύπαρξη και τη σημασία ενός γιου-Τηλέμαχου που «αναζητά τον πατέρα ως τόπο ενός εφικτού ορθού Νόμου». Συγχρόνως, πέρα από τον γιο-Νάρκισσο αλλά σε συνύφανση με αυτόν, ο Ρεκαλκάτι επισημαίνει μια άλλη περίπτωση, την πιο ανησυχητική στην εποχή του διαδικτύου: αμέτρητοι νέοι «ζουν στον λεγόμενο πολιτισμένο κόσμο ως αιχμάλωτοι, οικειοθελώς έγκλειστοι στα δωμάτιά τους. Έχουν διακόψει κάθε δεσμό με τον κόσμο, έχουν αποσυρθεί από τη ζωή, έχουν εγκαταλείψει σχολείο και εργασία. Αυτό το ανώνυμο πλήθος προτιμά την αυτιστική απόσυρση, τη ναρκισσιστική αναδίπλωση στον εαυτό του, αντί για τη δυσκολία της μετάφρασης που επιβάλλει ο Νόμος του λόγου. Είναι ένα σημείο των καιρών».
“Το Σύμπλεγμα του Τηλέμαχου” είναι ένα πολύπλευρο δοκίμιο βασισμένο σε μια καλομελετημένη ψυχαναλυτική θεώρηση, το οποίο υπερβαίνει τα όρια της ψυχολογίας για να φανερώσει τις ευρύτερες πολιτισμικές ανάγκες της εποχής μας.
Ο Ρεκαλκάτι βασίζει τη θεωρία του στον Λακάν, στον επιβλητικότερο «γιο» του «πατέρα» Φρόιντ, αλλά αξιοποιεί και τον Γουίνικοτ, την Ντολτό, ακόμα και τον Φρομ. Παράλληλα διανθίζει το κείμενό του, όπως συνήθιζαν οι παλιοί και συνηθίζουν οι νέοι ψυχαναλυτές (βλ. τον γουινικοτικό Άνταμ Φίλιπς και τις αναφορές του στην ποίηση, ή τον λακανικό Ντάριαν Λίντερ και τις αναφορές του στα εικαστικά), με επιλεκτικές και προσεκτικά ενσωματωμένες αναφορές στην πεζογραφία (Μπέκετ, Πάστερνακ, Ροθ, Καμύ, ΜακΚάρθι) και τη φιλοσοφία (Λουκρήτιος, Σοπενχάουερ, Νίτσε, Κίρκεγκωρ, Άρεντ, Αντόρνο). Συνάμα φαίνεται να τον ενδιαφέρει, τουλάχιστον σε αυτό το βιβλίο, ο κινηματογράφος, όπου διαπιστώνει την καίρια φανέρωση της προβληματικής μεταξύ πατέρων και παιδιών: σε ταινίες του Μορέττι, του Παζολίνι και του Τορνατόρε, στο συγκινητικό Μπίλλυ Έλλιοτ, στον Γιο των Νταρντέν και στις δυνατές τελευταίες ταινίες του Ίστγουντ. Ακόμα, δεν λείπουν αυτοβιογραφικά κομμάτια για τα ανήσυχα εφηβικά και μετεφηβικά χρόνια του, αλλά και καρφιά στον λαϊκισμό της ιταλικής πολιτικής σκηνής. Σημασία προπάντων έχει πως ο Ρεκαλκάτι γράφει με στόχο να γίνει κατανοητός, γεγονός όχι πάντα αυτονόητο στις ψυχαναλυτικές και φιλοσοφικές μελέτες. Το Σύμπλεγμα του Τηλέμαχου είναι ένα πολύπλευρο δοκίμιο βασισμένο σε μια καλομελετημένη ψυχαναλυτική θεώρηση, το οποίο υπερβαίνει τα όρια της ψυχολογίας για να φανερώσει τις ευρύτερες πολιτισμικές ανάγκες της εποχής μας.
* Στην κεντρική εικόνα φωτογραφία από την ταινία του Alexander Sokurov «Πατέρας και γιος» (2003).
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΟΣ είναι μεταφραστής και συγγραφέας.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Ενώ με τον γιο-Οιδίποδα σε πρώτο επίπεδο υπάρχει η σύγκρουση γενεών, ο αγώνας, η διαμάχη ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις του κόσμου, η άρνηση της κληρονομιάς, της υιικής ιδιότητας, με τον γιο-Νάρκισσο βρίσκεται στο επίκεντρο η αδιάκριτη συγχώνευση γονιών και παιδιών, η σύγχυση μεταξύ των γενεών, η απουσία συγκρούσεων και η λατρεία μιας ατομικής ευτυχίας χωρίς δεσμούς με τον Άλλον. Ο γιος-Τηλέμαχος είναι μια νέα ερμηνεία της σύγχρονης δυσφορίας των νέων. Ο Τηλέμαχος γίνεται σύμβολο του “σωστού κληρονόμου”: ξέρει να είναι γιος και ξέρει να κάνει το πιο επικίνδυνο ταξίδι για να γίνει κληρονόμος. Μας δείχνει πώς μπορείς να είσαι γιος χωρίς να παραιτείσαι από την επιθυμία σου».
Το σύμπλεγμα του Τηλέμαχου
Massimo Recalcati

Για το βιβλίο του Massimo Recalcati «Τα χέρια της μητέρας – Επιθυμία, φαντασιώσεις και κληρονομιά της μητέρας» (μτφρ. Χρήστος Πονηρός, εκδ. Κέλευθος).
Της Κλημεντίνης Βουνελάκη
Με το οιδιπόδειο σύμπλεγμα στον πυρήνα της ψυχαναλυτικής σκέψης, το αίνιγμα της Σφίγγας θα επανέρχεται ολοένα για να βρει τη λύση του. Από την ανακάλυψη της παιδικής σεξουαλικότητας το 1905 από τον Φρόυντ, που ήταν επανάσταση και σκάνδαλο μαζί, ως τις μέρες μας, πλήθος ψυχαναλυτών έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με τη λειτουργία του ψυχισμού. Οι ανασκαφές στον αθέατο χώρο της ψυχής αναζητούν το πρώιμο ψυχικό τραύμα και, με άλλα λόγια, την αρχή των πραγμάτων.
Ο Ρεκαλκάτι αποπειράται μια δημιουργική σύνθεση συχνά διαφορετικών προσεγγίσεων. Αντιστέκεται στα κλειστά νοήματα και τις δογματικές αγκυλώσεις μέσα από έναν λόγο μεστό και πυκνό που, χωρίς να ενδίδει στην εύκολη εκλαΐκευση, καταφέρνει να είναι πολυεπίπεδος, ενσωματώνοντας υλικό από την κλινική του εμπειρία, προσωπικές αναμνήσεις και εικόνες από κινηματογραφικές ταινίες.
Ο Μάσσιμο Ρεκαλκάτι, ψυχαναλυτής και μέλος της Ιταλικής Ένωσης Λακανικής Ψυχανάλυσης, εστιάζει την έρευνά του στην τριαδική μορφή του οιδιπόδειου και πιο συγκεκριμένα στις σχέσεις μητέρας-πατέρα-παιδιού. Με αφετηρία τον Φρόυντ και αιχμή του δόρατος τις θεωρήσεις του Λακάν, χωρίς να παραλείψει αναφορές στην αγγλοσαξονική σχολή των αντικειμενοτρόπων σχέσεων (Μέλανι Κλάιν και Ντόναλντ Ουίννικοτ), ο Ρεκαλκάτι αποπειράται μια δημιουργική σύνθεση συχνά διαφορετικών προσεγγίσεων. Αντιστέκεται στα κλειστά νοήματα και τις δογματικές αγκυλώσεις μέσα από έναν λόγο μεστό και πυκνό που, χωρίς να ενδίδει στην εύκολη εκλαΐκευση, καταφέρνει να είναι πολυεπίπεδος, ενσωματώνοντας υλικό από την κλινική του εμπειρία, προσωπικές αναμνήσεις και εικόνες από κινηματογραφικές ταινίες που του έχουν εγγραφεί ανεξίτηλα. Πρόκειται για στοιχεία που συγκροτούν εντέλει την προσωπική του ματιά, μια ματιά επίκαιρη που διαθέτει αμεσότητα, δεν απευθύνεται μόνο σε επαΐοντες, ενώ ταυτόχρονα ευνοεί τον αναστοχασμό.
Μετά το Σύμπλεγμα του Τηλέμαχου και την ενασχόλησή του με τη μορφή του πατέρα, σε αυτό το βιβλίο περνά στην επόμενη γωνία του τριγώνου όπου αποπειράται να φέρει σε πρώτο πλάνο τη σχέση μητέρας-παιδιού. «Προσπαθώ να διερευνήσω το μυστήριο της μητρότητας και πιο συγκεκριμένα αυτό που έχει μείνει από τη μητέρα στην εποχή της παρακμής της πατριαρχικής απεικόνισής της» αναφέρει, εξηγώντας τις προθέσεις του. Γιατί, αν η πατριαρχική κουλτούρα είχε ταυτίσει τη μητέρα με τη θυσία και την αυταπάρνηση συρρικνώνοντας τη γυναικεία υπόσταση και επιθυμία, τις τελευταίες δεκαετίες η εικόνα αυτή έχει ανατραπεί. Με τα κοινωνικά δεδομένα να έχουν αλλάξει, η σεξουαλικότητα έχει αποσυνδεθεί από την τεκνοποίηση, οπότε η γυναίκα συχνά αρνείται τη μητρότητα. Πρόκειται, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, «για δυο αποκλίσεις εξίσου παθολογικές». Η διδασκαλία του Λακάν έδειξε πως η υπόσταση της επιθυμίας της γυναίκας ως μη εξ ολοκλήρου απορροφημένης σε αυτή της μητέρας είναι η ουσιαστική προϋπόθεση ώστε η επιθυμία της να μπορεί να είναι δημιουργική. Μόνο αν δεν είναι ολοκληρωτικά ταυτισμένη με τον μητρικό ρόλο και κρατά την αναγκαία απόσταση, το παιδί μπορεί να βιώσει την απουσία που καθιστά δυνατή την είσοδό του στον κόσμο των συμβόλων και του πολιτισμού.
Από την πατριαρχική μητέρα της θυσίας στη ναρκισσιστική μητέρα
Αυτή η ασυνέχεια της γυναίκας με τη μητέρα αποτελεί σημείο-κλειδί στη θέασή του: Στο θαύμα της γέννησης, είναι αυτή που εκπροσωπεί το όνομα του Άλλου και δεν αφήνει να πέσει η ζωή στο κενό. Χρειάζεται ωστόσο αυτή ακριβώς η έντονη παρουσία της –μέσα από τη στενή της σχέση σώμα με σώμα με το παιδί της– να εμπεριέχει πάντα τη διάσταση της απουσίας. Το παιδί δεν είναι απώτερος σκοπός, ούτε ιδιοκτησία της μητέρας. Μια μητέρα «επαρκώς καλή» (Ουίννικοτ) είναι αυτή που ξέρει να μη δίνεται ολόκληρη στο παιδί της. Ο Νόμος της απαγόρευσης της αιμομιξίας –μέσω της εισβολής του Νόμου του πατέρα που χωρίζει το παιδί από τη μητέρα (βλ. Λακάν)– θέτει όρια στη συγχωνευτική επιθυμία. Φυσικά, η τραυματογόνος στάση της μητέρας είναι ασυνείδητη. Είναι ωστόσο δεδομένο πως το βρεφικό ψυχικό τραύμα, ως πρώιμη τραυματική εμπειρία, συμβάλλει στην εκδήλωση κάποιας ψυχοπαθολογίας στην ενήλικη ζωή του παιδιού – γεγονός που ανιχνεύεται στον ατελή αποχωρισμό του παιδιού από το μητρικό αντικείμενο.
Όταν η μητρική αγάπη καταλήγει στην ενσωμάτωση με το παιδί, στην καταβρόχθισή του, γίνεται αποπνικτική και συμβολικά ανθρωποκτόνα. Το κλειστό ζευγάρι μητέρας-παιδιού γίνεται το πρότυπο μιας σχέσης που δεν μπορεί να υποφέρει καμιά μορφή αποχωρισμού. Αλλά μια σχέση χωρίς αποχωρισμό είναι «σκλαβιά», στερείται επιθυμίας.
Ο Ρεκαλκάτι στο κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Η μητέρα-κροκόδειλος» –από συνταρακτικές απεικονίσεις στην υποσαχάρια ή τη μαύρη Αφρική που την απεικονίζουν να καταβροχθίζει τα πλάσματά της–, ακολουθώντας τα ίχνη του Λακάν αλλά και της Κλάιν, δεν διστάζει να παρομοιάσει τη μητρική επιθυμία «με το διάπλατα ανοιχτό στόμα ενός τρομερού κροκόδειλου». Όταν η μητρική αγάπη καταλήγει στην ενσωμάτωση με το παιδί, στην καταβρόχθισή του, γίνεται αποπνικτική και συμβολικά ανθρωποκτόνα. Το κλειστό ζευγάρι μητέρας-παιδιού γίνεται το πρότυπο μιας σχέσης που δεν μπορεί να υποφέρει καμιά μορφή αποχωρισμού. Αλλά μια σχέση χωρίς αποχωρισμό είναι «σκλαβιά», στερείται επιθυμίας. Μια ανάλογη έκπτωση της έννοιας της αγάπης βρίσκεται στο επίκεντρο όλων των παθολογικών εξαρτήσεων (ναρκωτικά κ.λπ). Για την ψυχανάλυση, η κατανόηση της παθολογίας της μητρικής επιθυμίας εδράζεται στη γυναικεία σεξουαλικότητα.
Στον αντίποδα των παραπάνω, η εποχή μας χαρακτηρίζεται από μια ριζική αντιστροφή των όρων της μητρικής παθολογίας. Η σεξουαλική απελευθέρωση του 1960-70 έφερε στο προσκήνιο τη ναρκισσιστική μητέρα που αγαπάει μόνο την εικόνα της (Φρόυντ). «Αυτό που διακυβεύεται εδώ είναι η ασυνείδητη απόρριψη της μητρότητας στο όνομα ενός στείρου ιδανικού της θηλυκότητας» επισημαίνει ο Ρεκαλκάτι, ο οποίος εντάσσει στη συνέχεια σε αυτή την κατηγορία, ως εξαιρετικά έντονη μορφή ναρκισσιστικής γυναίκας, τη Μήδεια του Ευριπίδη. «Η Μήδεια δείχνει ολοφάνερα τη μη ταύτιση ανάμεσα στη γυναίκα και τη μητέρα».
Στην πραγματική ζωή συναντά κανείς μητρικές φιγούρες που συχνά κινούνται αντιφατικά ανάμεσα στις δυο παθολογικά αντίθετες εκδοχές της μητρότητας: έγκλειστα, ασφυκτικά σχήματα της δυάδας μητέρα-παιδί σε έναν κόσμο χωρίς ετερότητα, περιπτώσεις εγκατάλειψης του παιδιού, ή άλλες φορές πάλι μητέρας που κακομεταχειριζόταν την κόρη της. Η αναφορά του Ρεκαλκάτι στη «Φθινοπωρινή σονάτα» του Μπέργκμαν αποτυπώνει την ολέθρια σχέση μητέρας-κόρης, όταν απουσιάζει η αγάπη. Εδώ ο Μπέργκμαν φτάνει σε μια βασική, όσο και μελαγχολική αλήθεια της ψυχανάλυσης: Η απουσία της αγάπης καθιστά τη δυνατότητα του αποχωρισμού πιο δύσκολη και όχι το αντίθετο.
* Η ΚΛΗΜΕΝΤΙΝΗ ΒΟΥΝΕΛΑΚΗ είναι δημοσιογράφος-κριτικός χορού.
Τα χέρια της μητέρας
πηγή : https://www.bookpress.gr
Ένας κόσμος υπέροχος είναι το βλέμμα του ανθρώπου. Μέσα του ταξιδεύουν οι στιγμές του. Τα καρδιοχτύπια της ψυχής του. Η πίκρα και το παράπονό του. Μέσα του ταξιδεύουν οι άνθρωποι που έγιναν συνοδοιπόροι του στην αναζήτηση για τις μικρές Ιθάκες της ζωής του.
Μέσα στο βλέμμα του ανθρώπου είναι γραμμένες οι πιο όμορφες ιστορίες. Γραμμένες με συναισθήματα και με λόγια τρυφερά. Ζωγραφισμένες με έρωτα, με πάθος και με χαμόγελο. Χαραγμένες με την αγάπη.
Εκεί, μέσα στο βλέμμα του θ’ ανακαλύψεις την πιο γλυκιά αλήθεια του. Αρκεί να κοιτάξεις βαθιά και αποφασιστικά μέσα του και θα τη βρεις μέσα στην προσμονή να σε περιμένει. Κι αυτή η τόσο καλά φυλαγμένη αλήθεια, κρατά σφιχτά στον κόρφο της το παράπονο και την αγωνία της ζωής του. Μην τα προσπεράσεις. Μην τα απαξιώσεις. Κι από το χέρι τρυφερά κρατάει την αγάπη. Δες πώς καταλαγιάζει η αντάρα σου όταν την αντικρίζεις!
Στα μάτια να τον κοιτάζεις τον άνθρωπο. Στο βλέμμα του ν΄ αναζητάς το φως που σου έχουνε κλεμμένο. Μέσα τους θα βρεις και τη δική σου λησμονημένη αλήθεια. Βλέπεις, μοιάζουν τόσο πολύ οι ιστορίες των ανθρώπων. Και οι στιγμές τους είναι τόσο μοναδικές, αλλά και τόσο ίδιες.
Η ομορφιά δε βρίσκει τόπο για να κρυφτεί. Καθρεφτίζεται μέσα στο ανθρώπινο βλέμμα και επιμένει σε έναν κόσμο που να μοσχοβολά τρυφερότητα κι αγάπη. Γι’ αυτό κι εσύ μέσα στα μάτια του ανθρώπου να την αναζητάς την ομορφιά που λαχταρά η καρδιά σου. Θα την αναγνωρίσεις γιατί θα είναι μοναδική στα δικά σου μάτια.
Της Γεωργίας Ανδριώτου. Από anapnoes
ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΑ ΛΑΜΨΗ ΤΟΥΣ, ΤΗΝ ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΤΡΟΧΙΑ ΤΟΥΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΑΚΟΥΣΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΗΣΥΧΙΑ Ο ΕΝΘΕΟΣ ΝΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.
«Το λέω για να τ’ ακούν οι νέοι, και να σκορπίσουν τα λαχεία τους κι αυτοί, όπου μπορέσουν κι όπου βρουν. Να μην τ’ αφήσουν κέρδος στους πολλούς. Έτσι τουλάχιστον, θα κατακτήσουμε τη δυνατότητα να μας φοβούνται. Ποιους; Εμάς, τους ποιητές. Μια και δεν είναι δυνατό να μας εντάξουν στα συρτάρια τους, σ’ ό,τι μπορούν να ελέγξουνε και να προβλέψουν οι ανερχόμενοι πολλοί. Τους φοβερίζει η άρνησή μας να δεχτούμε φάκελο, κατάταξη, τάξη κι αριθμό. Τους φοβερίζει η άρνησή μας να ενταχθούμε στις ομάδες αυτών που όταν κοιμούνται, τα χέρια τους είναι από μέσα ή απ΄ έξω από το πάπλωμα. Γιατί τα χέρια τα δικά μας την ώρα του ύπνου, ζωγραφίζουν ελεύθερα τους ανέμους, με χρώματα και με σχηματισμούς πτηνών, και μας τοποθετούν παντοτινά μες στους αιώνες, με την αθάνατη κι ερωτική μορφή του Λαχειοπώλη τ΄ Ουρανού».
Απόσπασμα από το βιβλίο του Μάνου Χατζιδάκι, Ta Σχόλια του Τρίτου
Ο γερό Maktoub κάθισε σε έναν βράχο στην έρημο του Γιουκατάν για να ξαποστάσει μαζί με τους φίλους του. Ο Μετράμπ, ο νεότερος της παρέας, σπάζοντας την σιωπή τον ρώτησε, «δάσκαλε τι είναι ο κύκλος και γιατί πρέπει να κλείνει;».
O Μάγος, πήρε ένα κλαδί που βρήκε κοντά του και επάνω στην άμμο σχημάτισε έναν κύκλο με τις δυο πλευρές του ανοιχτές. “Όλη η ισορροπία στο σύμπαν βασίζεται σε ενεργειακούς κύκλους, που για να είναι σε τροχιά ισορροπίας πρέπει να είναι κλειστοί. Αν για παράδειγμα ένας πλανήτης εκραγεί και σπάσει ο κύκλος, τότε θα καταστρέψει ολόκληρο το ηλιακό μας σύστημα, όπου η σταθερότητά του βασίζεται σε ισορροπημένους ομόκεντρους κύκλους.”
– Και όταν μιλούν οι άνθρωποι για κύκλους τι εννοούν, ρώτησε η Λάναρ.
“Οι άνθρωποι είναι μέρος μιας αλυσίδας που αποτελείται από κύκλους, είπε ο Μακτούμπ. Αν κάποιος δεν είναι κλειστός η κοινωνία των φίλων δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά!”
“Αν δύο άνθρωποι διαπιστώνουν ότι ο ενεργειακός κύκλος δεν είναι κλειστός, πρέπει να τον κλείσουν αμέσως γιατί εκτός του ότι κάνει κακό και στους δύο, κάνει κακό και στο περιβάλλον τους που δεν φταίει σε τίποτα. Το μόνο κακό είναι ότι δεν μπορεί να τον κλείσει μόνο ο ένας, πρέπει να τον κλείσουν και οι δύο μαζί. Ακόμα και αν πονάει. Είναι καλό για όλους και σύντομα θα είναι καλό και για τους δύο.”
“Παράξενα τα λόγια σου σήμερα γέροντα”, είπε ο Κάζαρ. “Δεν τα καταλαβαίνω…”.
“Παιδί μου”, είπε ο Μακτούμπ, “οι σχέσεις των ανθρώπων καμιά φορά είναι τόσο περίπλοκες, που δεν τις καταλαβαίνουν ούτε οι ίδιοι. Όταν δεν τις καταλαβαίνουν, πρέπει να μιλούν ανοιχτά και ειλικρινά, ώστε να κλείσουν τον κύκλο.”
“Αυτό είναι κάτι που δεν το καταλαβαίνεις, αλλά το νιώθεις. Κάνε υπομονή μέχρι να σου συμβεί. Σε όλους συμβαίνει στο ταξίδι της ζωής”. Πήρε και πάλι το κλαδί, στο κουρασμένο δεξί χέρι και έκλεισε τον κύκλο στην άμμο. Τότε στην θέα του κλειστού κύκλου, ένιωσαν όλοι τι εννόησε. Ο κλειστός κύκλος πάντα γαληνεύει.
Maktoub: The pilgrimage of The Mad Man
Για έναν ποιητή το θέμα δεν είναι να πει ότι βρέχει. Το θέμα είναι να δημιουργήσει τη βροχή! Paul Valery
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.
Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού’ μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα νά’ ναι αμελητέα
ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
[Άρχισε μια σιγανή βροχή…]
| Έπεφτε μια κίτρινη παλιά βροχή… Γ. Κ. |
| Άρχισε μια σιγανή βροχή αργά προς το βράδυ. Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μιαν απέραντη λασπωμένη πεδιάδαΚι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο να πεις, δε μοιάζει διόλου με το θάνατο Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό ή με σκοπό —σου είναι αδιάφορο—Μιαν εποχή μακρινή και νεκρή σα μια βίαια σκισμένη πολυτέλεια. Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί άραγε μια βροχή μπορεί να σου θυμίζει τόσα πράγματα— Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στοχάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν ώρα— Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κάμαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα και τ’ αναμμένο φως. Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφενείο με τις αδιάφορες φωνές. Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τί τάχα να γυρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα. Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που πορεύεται δίπλα σου μες στο σκοτάδι. Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσότερο κι απ’ το πιο κοφτερό λεπίδι. Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως δεν τέλειωσε ούτε και απόψε για σένανε το κάθε τι . Τόσο π’ αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου ξυπνήσει την ακριβήν υπόθεση μιας επιστροφής Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με τις πολύχρωμες φωνές. |
…Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος. Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο.
“”Όταν ο Θεός έφτιαξε τη γυναίκα εργαζόταν μέχρι αργά την 6η ημέρα, ένας άγγελος πλησίασε και είπε: – Γιατί σπαταλάς τόσο πολύ χρόνο γι’ αυτή; Και ο Κύριος απάντησε: – Ξέρεις πόσες προδιαγραφές πρέπει να πληροί για να την τελειοποιήσω; Πρέπει να μπορεί να πλυθεί, αλλά να μην είναι πλαστική, να παίζει περισσότερους από 200 ρόλους, και να μπορεί να φτιάξει όλων των ειδών τα φαγητά, θα πρέπει να μπορεί να αγκαλιάζει πολλά παιδιά ταυτόχρονα, να δίνει μια αγκαλιά που θα θεραπεύει οτιδήποτε, από ένα πληγωμένο γόνατο μέχρι μια πληγωμένη καρδιά και να τα κάνει όλα αυτά μόνο με δυο χέρια. Ο άγγελος εντυπωσιάστηκε. -“Μόνο δυο χέρια….αδύνατον! Και είναι το βασικό μοντέλο; Πολλή δουλειά για μια μέρα… περίμενε μέχρι αύριο και την ολοκληρώνεις. -‘ Όχι , είπε ο Κύριος. Είμαι τόσο κοντά στην ολοκλήρωση αυτής της δημιουργίας, που θα είναι η αγαπημένη της καρδιάς μου. Θεραπεύεται μόνη της όταν αρρωσταίνει και δουλεύει 18 ώρες την ημέρα. Ο άγγελος πλησίασε και άγγιξε την γυναίκα. – Μα την έφτιαξες τόσο μαλακή, Κύριε. – Είναι μαλακή, είπε ο Κύριος. Αλλά την έφτιαξα και δυνατή, επίσης. Δεν διανοείσαι τι μπορεί να αντέξει για να αντεπεξέλθει. – Μπορεί να σκεφτεί; ρώτησε ο άγγελος. Ο Κύριος απάντησε: – Όχι μόνο να σκεφτεί, αλλά να αιτιολογήσει και να διαπραγματευθεί. – Ο άγγελος άγγιξε της Γυναίκας το μάγουλο… – Κύριε, φαίνεται πως η δημιουργία σου στάζει! Της έχεις βάλει πολλά βάρη. – Δεν στάζει… είναι δάκρυ, ο Κύριος διόρθωσε τον άγγελο. – Τι εξυπηρετεί; ρώτησε ο άγγελος. Και είπε ο Κύριος: -Τα δάκρυα είναι ο τρόπος να εκφράσει τη λύπη της, τις αμφιβολίες της, την αγάπη της, τη μοναξιά της, τον πόνο και την υπερηφάνειά της. Αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση στον άγγελο. – Κύριε, είσαι ιδιοφυΐα. Σκέφτηκες τα πάντα. Η Γυναίκα είναι πραγματικά υπέροχη! – Πράγματι είναι! Η Γυναίκα έχει αντοχές που εντυπωσιάζουν τον άντρα. Μπορεί να διαχειριστεί προβλήματα και να έχει πολλές ευθύνες. Δημιουργεί ευτυχία, αγάπη και έχει άποψη. Χαμογελάει όταν θέλει να τσιρίξει. Τραγουδάει όταν θέλει να κλάψει, κλαίει όταν είναι ευτυχισμένη και γελάει όταν φοβάται. Δίνει μάχη για τα πιστεύω της. Αντιμάχεται την αδικία. Δεν δέχεται το “όχι” για απάντηση , όταν διαβλέπει καλύτερη λύση. Δίνει τον εαυτό της για την προκοπή της οικογένειάς της. Συνοδεύει τη φίλη της στο γιατρό αν φοβάται. Η αγάπη της είναι άνευ όρων. Κλαίει όταν τα παιδιά της κερδίζουν. Είναι ευτυχισμένη όταν οι φίλοι της τα καταφέρνουν. Χαίρεται όταν ακούει για μια γέννηση ή ένα γάμο. Είναι συντετριμμένη όταν χάνεται κάποιος συγγενής ή φίλος. Αλλά βρίσκει τη δύναμη να συνεχίσει στη ζωή. Γνωρίζει πως ένα φιλί και μια αγκαλιά θεραπεύουν μια πληγωμένη καρδιά. Έχει μόνο ένα ελάττωμα… Ξεχνάει τι αξίζει…»
tilestwra.gr


