Διαβάσαμε

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 25 Μαρτίου 2022

Μια φορά κι έναν καιρό

ένας φούρναρης παράγγειλε
σ’ ένα φτωχό ζωγράφο

να τον ζωγραφίσει την ώρα
που φούρνιζε ψωμιά.

Ο ζωγράφος άρχισε να δουλεύει
και όταν καταπιάστηκε
να εικονίζει το φουρνιστήρι,

αντί να το φτιάξει οριζόντιο
σύμφωνα με την προοπτική,

το έφτιαξε κάθετο
δείχνοντας όλο του το πλάτος.

Έπειτα, με τον ίδιο τρόπο,
ζωγράφισε πάνω στο φουρνιστήρι
κι ένα καρβέλι.

Πέρασε ένας άνθρωπος
και του είπε:

”Το ψωμί έτσι όπως το έβαλες,
θα πέσει.”

Ο ζωγράφος αποκρίθηκε
χωρίς να σηκώσει το κεφάλι:

”Μόνο τα αληθινά ψωμιά πέφτουν.
Τα ζωγραφισμένα στέκονται.

Στη ζωγραφιά
πρέπει να φαίνονται όλα.”

Ο ζωγράφος του παραμυθιού
είναι ο Μυτιληνιός
Θεόφιλος Γ. Χατζημιχαήλ.

Ένας λαικός άνθρωπος,
ένας τρελός στα μάτια του κόσμου,

που τον άκουε να λέει παράδοξα
πράγματα για τις ζωγραφιές του

ή τον έβλεπαν
να ροβολά στους δρόμους
ντυμένος Μεγαλέξαντρος

μαζί με ένα κοπάδι χαμίνια
που είχε ντύσει ”Μακεδόνους”.

Τον περιγελούσαν, του έκαμαν
πολύ χοντρά αστεία’ μια φορά

τράβηξαν την ανεμόσκαλα
όπου ήταν ανεβασμένος
για τη δουλειά του
και τον έριξαν κάτω.

Τόσο πολύ
μας ενοχλούν οι άνθρωποι
που δε μας μοιάζουν.

Όμως, ο περιπλανώμενος
αυτός ζωγράφος

καταναλώθηκε ολόκληρος
σαν ένας αυθεντικός τεχνίτης,
στο δημιούργημά του.

Και το δημιούργημά του
είναι ένα ζωγραφικό γεγονός
για την Ελλάδα.

Ένα γεγονός
που δε διδάσκει λαογραφικά,

όπως θα είχαμε την τάση
να φανταστούμε,

αλλά είναι ένα γεγονός
που διδάσκει ζωγραφικά.

Που βοηθεί και φωτίζει
όποιον έχει μίαν επαρκή
οπτική συνείδηση.

Ύστερα από τον Θεόφιλο
δε βλέπουμε πια
με τον ίδιο τρόπο.

Αυτό είναι το σπουδαίο
και αυτό είναι το πράγμα

που δε μας έφεραν τόσοι
περιώνυμοι μαντατοφόροι
μεγάλων ακαδημιών.

Ο Θεόφιλος μάς έδωσε
ένα καινούριο μάτι.

Μπορεί να μην είναι
δεξιοτέχνης.

Μπορεί η αμάθειά του
σε τέτοια πράγματα
να είναι μεγάλη.

Όμως αυτό το τόσο σπάνιο,
το ακατόρθωτο πριν απ’ αυτόν
για το ελληνικό τοπίο:

μια στιγμή χρώματος και αέρα,
σταματημένη εκεί

μ’ όλη την εσωτερική ζωντάνια της
και την ακτινοβολία της κίνησής της.

Αυτόν τον ποιητικό ρυθμό
που συνδέει τα ασύνδετα,

συγκρατεί τα σκορπισμένα
και ανασταίνει τα φθαρτά.

Αυτή την ανθρώπινη ανάσα
που έμεινε

σ’ ένα ρωμαλέο δέντρο,
σ’ ένα κρυμμένο άνθος,
ή στο χορό μιας φορεσιάς.

Αυτά τα πράγματα
που τ’ αποζητούσαμε τόσο πολύ
γιατί μας έλειψαν τόσο πολύ.

Αυτή τη χάρη
μας έδωσε ο Θεόφιλος
και αυτό δεν είναι λαογραφία.

Ο ζωγραφικός κόσμος
του Θεόφιλου,

είναι ένας κόσμος
χωρίς τεχνάσματα
και χωρίς υπεκφυγές,

όπου τα πράγματα δεν πέφτουν,
όπως πέφτουν τα αληθινά ψωμιά.

Στέκουν
και θρέφουν.

Γιώργος Σεφέρης

Σαν σήμερα, το 1934,
ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ
έφυγε από τη ζωή.

…………………………………………………………

Αποσπάσματα από το βιβλίο:
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ – ΔΟΚΙΜΕΣ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Μαρτίου 2022

ΕΓΚΩΜΙΟ ΣΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ

Το άδικο προχωράει σήμερα με αβέβαιο βήμα.
Γι’ ακόμα δέκα χιλιάδες χρόνια
οι καταπιεστές παίρνουνε μέτρα.
Η βία μάς βεβαιώνει πως
όπως είναι τα πράγματα, θα παραμείνουν.
Φωνή άλλη δεν ακούγεται
πάρεξ η φωνή των κυριάρχων,
ενώ η εκμετάλλευση ξελαρυγγιάζεται στις αγορές
πως μόλις τώρα ν’ αποδίδει ξεκινάει.
Μα κι από τους καταπιεσμένους
πολλοί λένε τώρα: ’Κείνο που θέλουμ’ εμείς
ποτέ δεν πρόκειται να γίνει.

Όμως όποιος ακόμα ανεβαίνει
δεν κάνει να λέει ποτέ!
Καθόλου βέβαιο το βέβαιο δεν είναι.
Όταν οι Αποπάνω αποσώσει θα ’χουνε τους λόγους τους,
θα μιλήσουνε οι Αποκάτω.
Ποιος θα τολμήσει πια να ξαναπεί ποτέ!
Ποιος φταίει που υπάρχει ακόμα καταπίεση; Εμείς!
Ποιος να την συντρίψει θ’ αναλάβει; Εμείς ομοίως!
Οι γονατισμένοι όλοι, εμπρός! Σηκωθείτε!
Οι χαμένοι όλοι, εμπρός! Στον αγώνα! Πολεμήστε!
Όποιος την κατάστασή του ξέρει και κατανοεί
πώς θα εμποδιστεί να την αλλάξει;
Οι νικημένοι του σήμερα, βλέπετε,
είναι οι νικητές του αύριο,
όσο για κείνο το π ο τ έ
έχει πλέον γίνει  σ ή μ ε ρ α, κι έχουμε κιόλας αργήσει!

ΑΝ ΜΕΙΝΟΥΝΕ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ

Αν μείνουνε τα πράγματα όπως είναι
είσαστε χαμένοι.
Η μεταβολή, ναι, είναι εσάς ο φίλος σας,
και η διαφωνία ο σύμμαχός σας στον αγώνα.
Από το τίποτα
κάτι πρέπει εσείς να φτιάξετε,
οι δε του κόσμου οι παντοδύναμοι
να γίνουν πρέπει τίποτα.
Αυτό που ήδη κατέχετε αφήστε το·
πιάστε πάρτε αυτό που σας αρνιούνται

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 13 Μαρτίου 2022

Παραδέξου πόσο ευλογημένος είσαι που ξυπνάς κάθε πρωί, μη το ξεχνάς, μη το θεωρείς δεδομένο, δεν είναι και δεν θα είναι ποτέ. Κάθε μέρα να ευγνωμονείς που υπάρχεις σε αυτό τον κόσμο, να το δείχνεις με το χαμόγελο σου και να φροντίζεις να είναι αληθινό, να προέρχεται από την ψυχή σου.

Μέσα σε ένα κόσμο που πρωταγωνιστεί το ψέμα, η κακία, η μιζέρια εσύ φρόντισε να είσαι η άλλη μεριά του νομίσματός, η αλήθεια, η καλοσύνη, η χαρά και ας μη ταιριάζεις με τους υπόλοιπους, τίποτα πιο όμορφο από το αληθινό.

Να σηκώνεσαι με φόρα από το κρεβάτι σου κάθε πρωί, με όρεξη, με χαμόγελο, έτοιμος να ζήσεις, να αρπάξεις την κάθε ευκαιρία, να χαρίσεις σε εσένα και σε όσους αγαπάς χαμόγελα. Αυτό είναι η ζωή, χαρούμενες στιγμές, γεμάτες από ξεγνοιασιά και ευγνωμοσύνη που είμαστε ακόμη εδώ. Στιγμές αξέχαστες που δείχνουν πόσο ευλογημένοι αισθανόμαστε για αυτά που έχουμε. Θέλει θάρρος και ειλικρίνεια για να παραδεχτείς πόσο τυχερός είσαι που έχεις ένα σπίτι, υλικά για να μαγειρέψεις, ανθρώπους για να μοιραστείς την χαρά και τον πόνο σου. Πράγματα, απλά, καθημερινά που είναι τόσο σημαντικά και καθόλου δεδομένα. Αν κοιτάξεις γύρω σου, στο δρόμο, θα δεις ανθρώπους που πεινάνε, που δεν έχουν έναν άνθρωπο, ο καθένας μας κρύβει μία ιστορία, αναλογίσου και συνειδητοποίησε το.

Να χαίρεσαι λοιπόν αυτά που έχεις, να δείχνεις ευγνωμοσύνη, μη γίνεσαι αχάριστος, βάλε το θάρρος στη ζωή σου και κάνε όσα θέλεις, μη φοβηθείς στιγμή, μη τα παρατήσεις επειδή όλα σου φαίνονται μάταια. Ξέρεις θα πέσεις πολλές φορές σε αυτήν την παγίδα, κάθε φορά όμως να ρίχνεις μία μάτια στην ψυχή σου, στη ζωή σου, να κοιτάς πόσο γεμάτος είσαι από ευλογία, όλα αυτά που ήρθαν στο δρόμο σου, τους ανθρώπους σου και αυτά που κατέκτησες. Όλα αυτά σου δίνουν δύναμη να προσπαθείς, σου θυμίζουν την αξία που έχει η ζωή, το πόσο όμορφη είναι μέσα στις ατέλειες και στις δυσκολίες της.

Πάντα σου δίνει κάτι όμορφο μέσα στην ασχήμια που επικρατεί και είναι το φως μέσα στη μαυρίλα που σε οδηγεί σε όσα θέλεις να κατακτήσεις και θα τα κατακτήσεις έχοντας το θάρρος, την δύναμη να αντέξεις ότι έρθει στο δρόμο σου. Δόξα τω θεώ είσαι ευλογημένος με τόσο απόθεμα δύναμης που δεν έχεις φανταστεί. Για αυτό σου λέω, μη διστάσεις ποτέ, μη γίνεις εγωιστής, αχάριστος, δέξου ό,τι τελειώνει και καλωσόρισε ό,τι έρχεται.

Ζήσε την ζωή σου με χαρά και αγάπη, έχοντας πάντα στο μυαλό σου πως όλα στο τέλος θα πάνε καλά και αν δεν πάνε θα τα κάνουμε εμείς να πάνε. Και ας σε πουν τρελό, ονειροπόλο, εσύ πάντα να προσπαθείς για το καλύτερο, για το αδύνατο, για ένα καλύτερο κόσμο, να ξέρεις ότι εσύ προσπάθησες και να είσαι ευτυχισμένος με αυτό που κατάφερες. Μέσα σε αυτήν την ασχήμια που μας περιβάλλει, να κρατήσεις το χαμόγελο σου ζωντανό και να νιώσεις ευλογημένος γιατί αυτό είσαι και ας δυσκολεύεσαι ώρες, ώρες να το παραδεχτείς και ας σε τρώει η μιζέρια και η αχαριστία.

Όταν κοιτάζεις την ζωή σου με ειλικρίνεια και θάρρος θα καταλάβεις πως όντως είσαι και θα νιώσεις ευτυχισμένος, έτοιμος να συνεχίσεις να προσπαθείς για όλα αυτά που έχεις στο μυαλό σου.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Μαρτίου 2022

Πάρε μόνο τα πιο σημαντικά.
Πάρε τα γράμματα.
Ό,τι μπορείς να κουβαλήσεις πάρε μόνο.
Τις εικόνες πάρε, και τα κεντήματα,
πάρε τ’ ασημικά, πάρε τον ξύλινο σταυρό,
και τις χρυσές ρεπλίκες.

Πάρε λίγο ψωμί, λαχανικά απ’ τον κήπο
κι έπειτα φύγε.
Δεν θα γυρίσουμε ποτέ.
Την πόλη μας δεν θα την ξαναδούμε.
Πάρε τα γράμματα, όλα τα γράμματα,
ως και το τελευταίο κακό μαντάτο.

Το μαγαζάκι εκείνο στη γωνία δεν θα το ξαναδούμε.
Ούτε θα πιούμε ξανά απ’ το πηγάδι μας το ξεραμένο.
Οικεία πρόσωπα δεν θ’ αντικρίσουμε ξανά.
Είμαστε πρόσφυγες.
Θα τρέχουμε όλη νύχτα.

Θα τρέχουμε μες σε χωράφια μ’ ηλιοτρόπια.
Θα τρέχουμε για να ξεφύγουμε απ’ τα σκυλιά. Θα αναπαυόμαστε δίπλα σε αγελάδες.
Θα πίνουμε απ’ τις χούφτες μας νερό.
Μες σε στρατόπεδα θα περιμένουμε,
τους δράκους του πολέμου ενοχλώντας.

Δεν θα επιστρέψεις ξανά,
ούτε κι οι φίλοι σου θα επιστρέψουν.
Δεν θα υπάρξουν ξανά κουζίνες καπνισμένες,
συνηθισμένες δουλειές,
φώτα ονειρικά σε νυσταγμένες πόλεις,
λιβάδια πράσινα, επαρχιώτικοι χερσότοποι.

Ο ήλιος μια κηλίδα θα είναι
σε τρένου φτηνού το παράθυρο, που θα περνά βιαστικό μπροστά από χολεριασμένους λάκκους καλυμμένους μ’ ασβέστη.
Θα έχουν ματώσει οι φτέρνες των γυναικών,
κουρασμένοι σκοποί θα φρουρούν χιονισμένα σύνορα.

Ένας ταχυδρόμος μ’ άδειους τους σάκους σκοτωμένος θα κείτεται,
κάποιος παπάς, μ’ ένα κακόμοιρο χαμόγελο στα χείλη, θα κρέμεται απ’ τα πλευρά του,
κοιμητηρίου σιωπή, θόρυβος στρατηγείου,
κι ανεπεξέργαστες λίστες νεκρών θα υπάρχουν,

λίστες τόσο μακρές που δεν θα προλαβαίνεις καν να ψάξεις
για το δικό σου όνομα.

Ποίημα του Ουκρανού Σέρχι Ζαντάν
(Serhiy Zhadan), σε ελληνική απόδοση του
Σπύρου Κιοσσέ.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Μαρτίου 2022

Τα τσερκένια ( Το έθιμο του πετάγματος χαρταετού στη Σμύρνη).

To κείµενο που ακολουθεί είναι απόσπασµα από το µυθιστόρηµα του K. Πολίτης,”Στου Χατζηφράγκου” (1963). Στο έργο αυτό περιγράφονται µε νοσταλγική διάθεση η ζωή και οι περιπέτειες µιας παρέας παιδιών σε µια γειτονιά (Στου Χατζηφράγκου) της Σµύρνης στις αρχές του 20ού αιώνα. Στο συγκεκριµένο απόσπασµα ένα από τα παιδιά, γέρος πρόσφυγας πια στην Αθήνα, περιγράφει το έθιµο του πετάγµατος των χαρταετών, που εκείνα τα χρόνια στη Σµύρνη τους έλεγαν τσερκένια.
Θα σου µιλήσω για τα τσερκένια. Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; ∆εµένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; Ε, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα µεταδείς ένα τέτοιο θάµα.Αρχινούσανε την Καθαρή ∆ευτέρα -ήτανε αντέτι-και συνέχεια την κάθε Κυριακή και σκόλη,ώσαµε των Βαγιών. Από του Χατζηφράγκου τ’ Αλάνι κι από το κάθε δώµα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε µαχαλά της πολιτείας, αµολάρανε τσερκένια.Πήχτρα ο ουρανός. Τόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά.Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι τα φέρνανε οι γερανοί µονάχα τη Μεγαλοβδοµάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά µαζί µας. Ολάκερη τη Μεγάλη Σαρακοστή, κάθε Κυριακή και σκόλη,η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό.Ανέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός.∆ε χώραγε το µυαλό σου πώς µπόραγε να µείνει κολληµένη χάµω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγµα στα ύψη. Και όπως κοιτάγαµε όλο ψηλά,τα µάτια µας γεµίζανε ουρανό,ανασαίναµε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα µας και κάναµε παρέα µε αγγέλοι.
Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορωνίζανε ψηλά.Θα µου πεις, κι εδώ,την Καθαρή ∆ευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αµολάρουνε τσερκένια. Είδες όµως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρµενίζει στα ουράνια; Όχι.Εκεί, ούλα ήταν λογαριασµένα µε νου και γνώση,το
κάθε σοκάκι δεµένο µε τον ουρανό.Και χρειαζότανε µεγάλη µαστοριά και τέχνη για ν’ αµολάρεις το τσερκένι σου.O Σταυράκης, ο Σταυράκης του Αµανατζή, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Μα χαραµίστηκε η ζωή του. Ας είναι… Που λες, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Παιδί ακόµα, ήτανε µάνα στις µυρωδιές. Να σου εξηγηθώ. Συµφωνούσες µ’ έναν άλλον που αµόλαρε τσερκένι -όλα γίνονταν µε συµφωνία,τίµια, δίχως χιανετιά-συµφωνούσες µαζί του να παίρνετε µυρωδιές. ∆ηλαδή ποιος θα ξούριζε την οριά του αλλουνού. O Σταυράκης άφηνε σπάγγο, έφερνε το τσερκένι του πιο πέρα και λίγο πιο κάτω από το τσερκένι τ’ αλλουνού, τράβαγε τότε σπάγγο µε δυνατές χεριές, και χραπ! του ξούριζε την οριά. Ήξερε κι άλλα κόλπα ο Σταυράκης. Και τα τσιγαροχαρτάκια της οριάς γινόντουσαν άσπρα πουλάκια,πεταρίζανε στα ουράνια, ώσπου τα ‘χανες από τα µάτια σου. Το κολοβό τσερκένι αρχίναγε να παίρνει τάκλες -να, όπως γράφουνε τώρα κάποιες φορές οι εφηµερίδες για τ’ αεροπλάνα-και σαν ήπεφτε µε το κεφάλι, δεν είχε γλιτωµό: χτύπαγε κάπου, ήσπαζε ο γιαρµάς στη µέση, και το τσερκένι σωριαζότανε ίδιο κορµί µε τσακισµένη ραχοκοκαλιά. Ήτανε µάνα ο Σταυράκης.Μα εξόν από τις µυρωδιές, ήτανε και τα παρσίµατα. Μπλέκανε τα δυο τσερκένια, τράβαγες σπάγγο,τεζάρανε, κι όποιος ήσπαζε το σπάγγο τ’ αλλουνού του ‘παιρνε το τσερκένι. Κι αυτό µε τίµια συµφωνία. Φώναζες, να τα παίρνοµε; Ναι, σου αποκρινότανε ο άλλος, µα τι σπάγγο έχεις; Γιατί, ανείχες σπάγγο σιτζίµι ή διµισκί, κι ο άλλος είχε σπάγγο τσουβαλίσιο, σίγουρα τον έκοβες. Έπρεπε να’ναι ισοπαλία, που λένε. Βέβαια, γινόντουσαν και χιανετιές καµιά φορά.Σπάνια όµως.Τα τσερκένια δεν ήτανε σαν τα εδώ, τετράγωνα ή µε πολλές γωνίες. Να σου εξηγηθώ. Φαντάσου ένα καλαµένιο τόξο -µισό τσέρκι, δηλαδή-µε την κόρδα και µε τη σαΐτα του. H σαΐτα του -αυτός είναι ο γιαρµάς του τσερκενιού-ήτανε µια ξύλινη βέργα. O γιαρµάς, λοιπόν, περίσσευε κάτω από την κόρδα, δυο φορές πιο µακρύς παρά από την κόρδα ώσαµε τη µέση του τσερκιού. Αυτό, για την ισορροπία. Ήτανε δεµένος στην κορφή του τσερκιού, το ίδιο και καταµεσής στην κόρδα. Κάτω, η µύτη του είχε µια χαρακιά. Ένας σπάγγος ξεκίναγε από την µιαν άκρη του τσερκιού, πλάι στην κόρδα,κατέβαινε, χωνότανε στη χαρακιά ή δενότανε γύρω στη µύτη, ανέβαινε από την άλλη, και ξαναδενότανε στην άλλη άκρη του τσερκιού. Το τσερκένι, λοιπόν, ήτανε ένα τόξο, που τέλειωνε κάτω µυτερό, σε σφήνα. Αυτός ήτανε ο σκελετός. Τον ντύνανε ύστερα µε χαρτί, χοντρό ή πιο λιανό,ανάλογα µε το µπόι του τσερκενιού. Βέβαια, το καλό τσερκένι, ήπρεπε να ‘ναι καλοζυγιασµένο, να µη γέρνει ούτε από τη µια µπάντα ούτε από την άλλη. Μα, να σου πω την αµαρτία µου, εµένα µ’ άρεσε να γέρνει λιγάκι από τη µια. Του κρέµαγα σκουλαρίκι από την άλλη, και σαν κορώνιζε ψηλά, καµάρωνε ίδια κοπέλα.Το πιο φτηνό τσερκένι ήτανε ο Τούρκος:ένα µονοκόµµατο κόκκινο χαρτί, µε κολληµένα πάνω τοµεσοφέγγαρο και τ’ άστρο. Ύστερα ερχότανε ο Φραντσέζος, µπλου, άσπρο, κόκκινο, κολληµένα πλάι πλάι µε τσιρίσι. Ακόµα πιο ακριβός ήτανε ο Έλληνας. Βλέπεις για την ελληνικιά παντιέρα,χρειάζονται πολλές λουρίδες, άσπρες και γαλάζιες, χώρια ο σταυρός στη µια γωνιά, και ήθελε δουλειάτο κόλληµα. Στο κόστος τού παράβγαινε ο Αµερικάνος, κόκκινες και άσπρες λουρίδες, και τ’ άστραστη γωνιά. Μα πιο ακριβό απ’ ούλα τα τσερκένια, πανάκριβο, ώσαµε οχτα-ράκι, µπορεί και δέκα µεταλλίκια -σου µιλάω για τρεχούµενο µπόι, κοντά ένα µέτρο-ήτανε το µπακλαβουδωτό. Ούλο µικρά µικρά τρίγωνα και µπακλαβουδάκια, χρώµατα χρώµατα. Εξόν από τον κόπο για το κόλληµα,χρειαζότανε και µεγάλη τέχνη, για να ‘ναι ούλα τα κοµµατάκια ταιριαστά στο σχέδιο και στο χρώµα.Πήγαινε και πολύ τσιρίσι… Ακριβούτσικο ήτανε κι ο ουρανός µε τ’ άστρα, σκούρο µαβί, µεκολληµένα πάνω του, από χρυσόχαρτο, ούλα τ’ άστρα και οι κοµήτες τ’ ουρανού. Και πού να δεις κάτιθεόρατα τσερκένια, πάνω από µπόι ανθρώπου. Αυτά, τ’ αµολάρανε οι µεγάλοι, όχι µε σπάγγο, µεσκοινάκι. Τα κουµαντάρανε δυο δυο νοµάτοι, γεροί άντροι, µε χέρια ροζιασµένα στη δουλειά, γιατί το τράβηγµα του αέρα σού χαράκιαζε τα δάχτυλα. Τα µάτωνε. Αµόλαρα κι εγώ ένα τέτοιο τσερκένι µιαβολά.Αυτά είχα να σου πω. Ήτανε θάµα να βλέπεις ολάκερη την πολιτεία ν’ ανεβαίνει στα ουράνια. Να, για να καταλάβεις, ξέρεις το εικόνισµα, που ο άγγελος σηκώνει την ταφόπετρα, κι ο Χριστός βγαίνει από τον τάφο κι αναλήφτεται στον ουρανό, κρατώντας µια πασχαλιάτικια κόκκινη παντιέρα; Κάτι τέτοιο ήτανε.Αυτά είχα να σου πω. Έλα, πήγαινε τώρα. Στο καλό.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 7 Μαρτίου 2022

Θα ‘ρθει ένας καιρός
που οι άνθρωποι

θα θαυμάζουν
ο ένας τον άλλον,

όπου καθένας τους
θα λάμπει σαν αστέρι
στα μάτια του άλλου,

όπου όλοι
θ’ ακούνε το διπλανό τους
σα να ‘τανε μουσική η φωνή του.

Θα υπάρχουν άνθρωποι
ελεύθεροι στη γη,

εξαγνισμένοι από κάθε
απληστία και φθόνο.

Και τότε η ζωή,
δε θα ‘ναι πια η ζωή,
μα ένας ύμνος στον άνθρωπο.

Η μορφή του θα πάει ψηλά,
γιατί οι ελεύθεροι άνθρωποι
μπορούν να φτάσουν όλα τα ύψη.

Θα ζούνε τότε μέσα
στην ελευθερία και στην ισότητα.

Θα ζούνε για την ομορφιά.

Οι καλύτεροι θα ‘ναι εκείνοι
που θα μπορούν ν’ αγκαλιάσουν

περισσότερο τον κόσμο
μέσα στην καρδιά τους,

εκείνοι που θα τον
αγαπήσουν πιο βαθιά,

εκείνοι που θα ‘ναι
οι πιο ελεύθεροι,

γιατί μέσα σ’ εκείνους θα υπάρχει
η περισσότερη ομορφιά.

Τότε η ζωή θα ‘ναι μεγάλη
και μεγάλοι θα ‘ναι εκείνοι
που θα τη ζούνε.

Μαξίμ Γκόρκι

Απόσπασμα από το βιβλίο:
Η ΜΑΝΑ

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 6 Μαρτίου 2022

Τι όμορφο που είναι να ζειςν

Nα μπορείς να διαβάζεις τον κόσμο

τη ζωή να τη νοιώθεις τραγούδι χαράς
τι όμορφο που είναι να ζεις σαν παιδί
να απορείς και να ζεις.

Κι όμως είναι ν’ απορείς
πως αυτό το ωραίο τραγούδι
πως αυτή η ζωή η γεμάτη χαρά
έχει γίνει σκληρή,
έχει γίνει φτηνή και τόσο πικραμένη
που είναι πονεμένη.

Τι όμορφο που είναι να ζεις
να σου λεν καλημέρα του κόσμου τα χείλη
τη ζωή να την κάνεις τραγούδι αγάπης
τι όμορφο που είναι να ζεις
σαν παιδί να απορείς και να ζεις!

Ναζίμ Χικμέτ, Απόδοση στα ελληνικά Γιάννης Ριτσος

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Φεβρουαρίου 2022

Η ζωή σου είναι η δική σου ζωή

μην την αφήσεις να τσακιστεί σε μια φτηνή υποταγή.

Να παραφυλάς.

Υπάρχουν τρόποι να ξεφύγεις.

Και κάπου υπάρχει και ένα φως.

Μπορεί να μην είναι πολύ δυνατό αλλά διώχνει σκοτάδι.

Να παραφυλάς.

Οι θεοί θα σου προσφέρουν ευκαιρίες.

Να τις μάθεις.

Να τις αρπάξεις.

Να παραφυλάς.

Να θυμάσαι πως δεν μπορείς ποτέ να νικήσεις το θάνατο

μα καμιά φορά μπορείς να νικήσεις το θάνατο της ζωής.

Και όσο πιο συχνά το κάνεις τόσο περισσότερο φως θα υπάρχει.

Η ζωή σου είναι η δική σου ζωή.

Κατάλαβέ το όσο την έχεις.

Είσαι υπέροχος.

Οι θεοί προσμένουν μεγάλη ευχαρίστηση από σένα

Μην ξεχνάς

υπάρχει πάντα κάποιος ή κάτι που σε περιμένει,

κάτι δυνατότερο, πιο έξυπνο,

πιο κακό, πιο καλοσυνάτο, πιο ανθεκτικό,

κάτι μεγαλύτερο, κάτι καλύτερο,

κάτι χειρότερο, κάτι με μάτια σαν της τίγρης, σαγόνια σαν του καρχαρία,

κάτι πιο τρελό από τρελό,
λογικότερο του λογικού,

υπάρχει πάντα κάτι ή κάποιος που σε περιμένει

ενώ φοράς τα παπούτσια σου

ή ενώ κοιμάσαι
ή ενώ πετάς τα σκουπίδια
ή χαϊδεύεις τη γάτα σου
ή πλένεις τα δόντια σου
ή γιορτάζεις μια αργία

υπάρχει πάντα κάποιος ή κάτι
που σε περιμένει.

Έχε το καλά στον νου σου
ώστε όταν συμβεί
να είσαι όσο πιο έτοιμος γίνεται.

Μέχρι τότε, καλή σου μέρα
αν είσαι ακόμα εκεί.

Εγώ είμαι, νομίζω –
μόλις έκαψα τα δάχτυλά μου

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 30 Ιανουαρίου 2022

Υπήρχε κάποτε μια νεαρή πολεμίστρια…
Ο δάσκαλός της της είπε ο τι θα πρέπει να πολεμήσει τον φόβο.
Εκείνη δεν ήθελε να το κάνει. Φαινόταν πολύ επιθετικό. Ηταν τρομακτικό και έμοιαζε εχθρικό..
Αλλά ο δάσκαλος είπε πως έπρεπε να το κάνει και της έδωσε οδηγίες γιά την μάχη.
Η μέρα έφτασε.
Η μαθήτρια πολεμίστρια στάθηκε από την μία πλευρά και ο φόβος σπό την άλλη.
Η νεαρή γυναίκα ένοιωθε πολυ μικρή και ο φόβος φαινόταν τεράστιος και άγριος. Ο καθένας είχε τα όπλα του.
Η νεαρή σηκώθηκε και πήγε προς τον φόβο, έκανε τρείς βαθιές υποκλίσεις και ρώτησε:
“Μπορώ να έχω την άδεια να πολεμήσω με σένα;”
Ο φόβος είπε:
“Σ ευχαριστώ που δείχνεις τόσο σεβασμό και ζητάς την άδεια”.
Τότε η νεαρή είπε: “Πως μπορώ να σε νικήσω;”
Ο φόβος απάντησε: ” Τα όπλα μου είναι ό τι μιλάω γρήγορα και έρχομαι πολύ κοντά στα μούτρα σου. Τότε παραλύεις και κάνεις ό τι σου πω. Αν δεν κάνεις ό τι σου λέω, δεν εχω δύναμη.
Μπορείς να με ακούσεις, να με σεβαστείς, ακόμη και να σε πείσω, αλλά αν δεν κάνεις ό τι σου λέω, δεν θα έχω καμμία δύναμη”. Με αυτόν τον τρόπο η νεαρή πολεμίστρια μεταμόρφωσε την την σχέση της με τον φόβο. Αυτή ηταν η νίκη της…
Και από εχθρός, ο φόβος έγινε σύμμαχος. Διαβάστε τη συνέχεια »

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 30 Ιανουαρίου 2022

ΓΚΑΖΕΡΑ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ

Έχω χαθεί πολλές φορές στη θάλασσα

με το αυτί γεμάτο νιόκοπα λουλούδια,

με τη γλώσσα γεμάτη έρωτα και αγωνία.

Πολλές φορές έχω χαθεί στη θάλασσα,

όπως χάνομαι στην καρδιά κάποιων παιδιών.

Δεν υπάρχει νύχτα που, δίνοντας ένα φιλί,

να μη νιώθεις το γέλιο των απρόσωπων ανθρώπων,

μήτε υπάρχει κανείς που, χαϊδεύοντας ένα νεογέννητο,

να ξεχνά τα ασάλευτα κρανία των αλόγων.

Γιατί τα ρόδα αναζητούν στο μέτωπο

ένα σκληρό κοκάλινο τοπίο

και τα χέρια του ανθρώπου δεν έχουν άλλο σκοπό

παρά να μιμηθούν τις υπόγειες ρίζες.

Έτσι όπως χάνομαι στην καρδιά κάποιων παιδιών,

έχω χαθεί πολλές φορές στη θάλασσα.

Αδιάφορος για το νερό πάω γυρεύοντας

ένα θάνατο από φως που να με αναλώνει.

ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Το απόβραδο λέει: Διψώ για σκοτάδι

Κι εγώ, γι’ αστροφεγγιά, λέει το φεγγάρι.
Η κρουσταλλένια βρύση χείλη αποζητάει
και στεναγμούς ο άνεμος.
Μα εγώ διψώ γι’ αρώματα και γέλια,
διψώ για καινούρια τραγούδια
χωρίς φεγγάρια και κρίνους,
και χωρίς πεθαμένες αγάπες.
Για ένα τραγούδι αυγινό που να ταράξει
του μελλούμενου καιρού
τα βαλτονέρια. Και να γεμίσει μ’ ελπίδα
τα κύματα και το βούρκο τους.
Για ένα ολόφωτο γαληνεμένο τραγούδι
πλούσιο από στοχασμούς,
παρθένο από λύπες κι αγωνίες,
παρθένο κι από ονειροφαντασίες.
Τραγούδι ανάλαφρο που να πλημμύριζε
με γέλια τη σιωπή.
(Ωσάν κοπάδι από τυφλά περιστέρια
απολυμένα μέσ’ στο μυστήριο).
Τραγούδι που να ‘φτάνε ως την ψυχή των πραγμάτων,
ως την ψυχή των ανέμων
και να συγχωνευθεί στο τέλος με της αμνημόνευτης
καρδίας την ευφροσύνη.

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Η θάλασσα
χαμογελάει μακρυάθε.
Κι είναι τα δόντια της αφρός,
τα χείλη της ουρανός.
-Μα τί πουλάς, εσύ θολή κοπέλλα,
με τα γυμνά σου στήθια στον αγέρα;
-Νερό της θάλασσας, αφέντη,
εγώ πουλώ.
-Τί κουβαλάς, αγόρι μελαψό,
με το αίμα σου ανακατωμένο;
-Νερό της θάλασσας, αφέντη,
κουβαλώ.
-Κι αυτά τα δάκρυα τ’ αρμυρά
πούθε έρχονται, μητέρα;
-Νερό της θάλασσας, αφέντη,
κλαίω εγώ.
-Και τούτη η πίκρα η βαρειά,
καρδιά μου πούθε να γεννιέται;
-Έχει πικράδα το νερό της θάλασσας,
περίσσια!
Η θάλασσα
χαμογελάει μακρυάθε.
Τα δόντια της αφρός,
τα χείλη της ουρανός.
(Μετ. Βαρβιτσιώτη)

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 16 Ιανουαρίου 2022

Απόσπασμα”

… Στάθηκε μπροστά μου πατώντας ανάλαφρα στα δάχτυλα των ποδιών για να δείξει ψηλότερη.

-Λοιπόν θα με πάρεις;
-Ναι. Πώς σε λένε;
Μού’πε κάτι που θά’ταν αδύνατο να το θυμηθώ και να το ξαναπώ.
-Θα σε λέω Λι, της είπα.
Συμφώνησε.
-Πόσο χρονών είσαι;
Σήκωσε τα δάχτυλα και με μούντζωσε και με τα δέκα δάχτυλα.
Κατάλαβα.
[…]
Μπήκαμε στο Καρρέ. Πήρα ένα αυγό ωμό και της τό’δωσα. Τό’σπασε και τό’δωσε του αδερφού της. Το κατάπιε σα φίδι.
-Φάε ό,τι θέλεις, της είπα.
-Δώσε μου, αποκρίθηκε.
-Διάλεξε μόνη σου.
Δίστασε. Πήρε λίγο απ’όλα και τα τύλιξε σ’ένα χαρτί. Κίνησε να φύγει. Την κάθισα δίπλα μου με το ζόρι. Πήρα ένα μπισκότο και το πλησίασα στο στόμα της. Έσφιξε τα χείλα της.
-Γιατί δεν τρως;
-Πρέπει να το πάω στο σπίτι.
-Φάε αυτό, θα σου δώσω κι άλλο.
-Και το άλλο θα το πάω.
-Ποιός σ’έμαθε έτσι;
-Κανείς.
Τότε;
Τσιμουδιά. Το πήρε, έκοψε λίγο και το μάσησε ανόρεχτα. Έδωσε το περισσότερο στον αδελφό της που το κατάπιε σα γλάρος.
[…]
Το απόγευμα ανέβηκα στον Ασύρματο. Έλαμπε από την πάστρα. Το ίδιο κι η κάμαρά μου. Η μικρή καθόταν σ’ένα πεζούλι, το μωρό κοιμόταν στα γόνατά της. Σηκώθηκε και τό’βαλε στην πλάτη.
-Πολλά βιβλία, είπε, είναι δικά σου;
-Ναι.
-Και τά’χεις διαβάσει;
-Όλα.
-Θα ξέρεις πολλά.
-Όχι περισσότερα από σένα, συλλογίστηκα, κι ό,τι δεν ξέρω το μαθαίνω τώρα από σένα, στα σαράντα μου.
[…]
Είμαι ένας ατζαμής – ο μεγαλύτερος που ξέρω- στις κρίσιμες ώρες. Λέω κάτι κουβέντες, που δεν έχουν καμιά θέση κείνη την ώρα και που τις θυμούνται οι άλλοι και περισσότερο απ’όλους εγώ όταν έρχονται στο νου μου, την ώρα που πάω να κοιμηθώ, και με βασανίζουν. Είναι κάτι παγίδες που στήνω σ’εμένα τον ίδιο.
-Θα με θυμάσαι όταν φύγω; τη ρώτησα. Θα με θυμάσαι;
Δεν αποκρίθηκε. Γιατί τό’πα; Για να μου απαντήσει μ’ευχαριστίες; Να μου δείξει τί μου χρωστούσε; Ποιός δαίμονας ξέρει; Και με γαργαλάει με την ουρά του, καταστρέφει την ευτυχισμένη στιγμή και κάνει τους άλλους να τραβιούνται από μένα.
[…]
-Πάρε όσα αυγά περίσσεψαν, είπε, και μια ντουζίνα κονσέρβες σολομό. Δώσε τα στην ψυχοκόρη σου να μην πάνε χαμένα. Κάθε πρωί ερχόταν και μου γέμιζε το θερμός νερό.
Της τό’πα.
-Τώρα είμαι πλούσια, είπε. Καμιά σ’όλα τα Σαμπάν δεν έχει το βιος μου.
Κατέβασε το κεφάλι της.
-Το ευχαριστώ είναι πρόστυχη πληρωμή. Όταν δυο άνθρωποι ζούνε ο ένας με την ανάσα του άλλου δε χωράει πληρωμη.
-Θα ξαναγυρίσω, της είπα.
-Κανείς δεν ξαναγυρίζει. Ο καλός Δράκος κατεβαίνει στα σπίτια μας μονάχα μια φορά. Πολλοί δεν τον έχουν ούτε συναντήσει. Εγώ τον είδα.
-Τότε γιατί δεν τον δένεις με σκοινί της Μανίλλα, να μη σου φύγει.
-Όσοι τον αγγίσανε μίκρυνε. Έγινε ένα σκουλήκι ίσαμε το νύχι μου. Σκλαβωμένος δε μπορεί πια να κάνει καλό.
-Πώς είναι;
-… είναι κεντημένος με χρυσές κλωστές σε μεταξωτό του Σαντούνγκ.
-Και πώς βοηθάει;
-Δε βοηθάει. Προλαβαίνει. Όταν κάποιος πέσει στο ποτάμι, κανείς δικός του δεν τον βοηθάει. Δεν πρέπει. Το σωστό είναι να τον προλαβαίνουν πριν πέσει.
Είναι νάνος, σκέφτηκα. Δεν είναι φυσικό να μιλάει έτσι.
-Την αλήθεια, πες μου την αλήθεια, της είπα. Πόσο χρονών είσαι;
-Όσο και προχτές που με ρώτησες. Δέκα. Μα γιατί ρωτάς;
[…]
Στο τελωνείο του Πειραιά, ένας ελεγκτής, ψάχνοντας τις αποσκευές μου, βρήκε στον πάτο ενός σάκου που δεν είχε ανοίξει από την ημέρα που αφήσαμε το καράβι ένα μικρό δέμα από στρατσόχαρτο. Το άνοιξε. Ξετύλιξε με προσοχή μια μικρή παλιά παντιέρα πού’χε στο μάκρος της ένα Δράκοντα κεντημένο με χρυσοκλωνά ξεφτισμένη.
Τη χαρακτήρισε “αντικείμενο άνευ αξίας” και την ξανάβαλε στη θέση της.”

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Ιανουαρίου 2022

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ” Άργησα πολύ να καταλάβω τι σημαίνει ταπεινοσύνη και φταίνε αυτοί που μου μάθανε να την τοποθετώ στον άλλο πόλο της υπερηφάνειας. Πρέπει να εξημερώσεις την ιδέα της ύπαρξης μέσα σου, για να την καταλάβεις.

Μια μέρα που ένιωθα να μ’ έχουν εγκαταλείψει όλα και μια μεγάλη θλίψη να πέφτει αργά στην ψυχή μου, τράβηξα κει που περπατούσα μες στα χωράφια χωρίς σωτηρία, ένα κλωνάρι άγνωστου θάμνου.

Το ‘κοψα και το ‘φερα στο απάνω χείλι μου. Ευθύς αμέσως κατάλαβα ότι ο άνθρωπος είναι αθώος.

Το διάβασα σ’ αυτή τη στυφή από αλήθεια ευωδιά τόσο έντονα, που πήρα να προχωρώ το δρόμο της μ’ ελαφρύ βήμα και καρδιά ιεραπόστολου.

Ώσπου, σε μεγάλο βάθος, μου έγινε συνείδηση πια, ότι όλες οι θρησκείες λέγανε ψέματα.

Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία.

Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή.

Ήταν ένα δικαίωμα.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 15 Ιανουαρίου 2022

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

“Υπήρχε κάποια εποχή στη ζωή μας που ήμασταν τόσο κοντά και τίποτα δεν φαινόταν να εμποδίζει τη φιλία και την αδελφοσύνη μας και μας χώριζε μόνο ένα μικρό γεφυράκι. Ακριβώς την ώρα που ήσουν έτοιμος να το περάσεις σε ρώτησα: «Θέλεις να περάσεις το γεφυράκι και να έρθεις κοντά μου;» – τότε έπαψες να το θέλεις. Και όταν σε ρώτησα ξανά, εσύ παρέμεινες σιωπηλός. Έκτοτε βουνά και άγριοι καταρράκτες μας χώρισαν, μπήκαν ανάμεσά μας κι αποξενωθήκαμε τόσο που ακόμη κι αν θέλαμε να έρθουμε κοντά ο ένας στον άλλον δεν θα μπορούσαμε. Αλλά όταν σκέφτεσαι τώρα αυτό το μικρό γεφυράκι, τα λόγια πέφτουν στο κενό, ενώ εσύ κλαις και δεν μπορείς να το πιστέψεις.»

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Δεκεμβρίου 2021
  1. Μία εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα οι μαγαζάτορες ετοίμαζαν τα μαγαζιά τους σ’ όλες τις γειτονιές, ιδίως αυτά που πουλούσαν τρόφιμα, εδώδιμα, αποικιακά, αλλαντικά και κρεατικά. Τα στόλιζαν με πρασινάδες, κλαδιά από μερσίνες, σχίνα, βάγια, δεντρολίβανα και κρομμύδες από τις εξοχές, ζουμπούλια, κατίμαρα μυρωδάτα, ως και μπλίρες. Βάζανε ακόμα και πρόσθετες λάμπες λουξ, με ασετιλίνη. Τις άναβαν και τη μέρα ακόμα, καθώς τέτοια εποχή οι μέρες ήτανε μουντές, χειμωνιάτικες.
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 18 Δεκεμβρίου 2021

Να βρίσκεις το καλύτερο στους άλλους.
Να αφήνεις με το πέρασμά σου τον κόσμο λίγο καλύτερο από ότι τον βρήκες.Κάθε μέρα να βάζεις στη ζωή σου μια δόση από γέλιο.Και να θυμάσαι ότι η πορεία μας γίνεται ομορφότερη όταν μπορούμε να τη μοιραζόμαστε.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Και να κοιτάς τον ήλιο στα μάτια…
Να απολαμβάνεις την ύπαρξή του, την απεραντοσύνη του.
Για πες μου, υπάρχει πιο ωραίο από το να δέχεσαι μέσα σου το φως του;

Να γελάς πολύ και συχνά…

Και να ονειρεύεσαι με πάθος.
Να θαυμάζεις το γαλάζιο του ουρανού και το βαθύ μπλε της θάλασσας.
Να μάθεις να χαίρεσαι τις απλές βόλτες με παρέες που θυμίζουν καλοκαίρι.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Να αφήνεις τον εαυτό σου να λύνεται στα γέλια.
Έτσι ξαφνικά κι απρόσμενα σαν ένα μικρό παιδί που σκόνταψε σε σκάλα.
Και ας σε λένε οι άλλοι τρελό ή αιθεροβάμων.
Να τους απαντάς πάντα ότι ”Εγώ τη ζωή έτσι θέλω να τη βλέπω”.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Και να απολαμβάνεις τον ήχο της βροχής με όλες σου τις αισθήσεις.
Και ας έχεις μέσα σου χειμώνα.
Και ας κρυώνεις με το βαθύ σκοτάδι.
Ακόμα και τότε μια μικρή αχτίδα φωτός θα λάμψει…αρκεί να χαμογελάσεις.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Να γεύεσαι εκείνο το γλυκό καφέ που με το πρώτο ξύπνημα θα φτιάξεις.
Και να αναζητάς εκείνη τη αίσθηση ανεμελιάς και αθωότητας που κάποιες φορές μπορεί να σου λείπει

Να γελάς πολύ και συχνά…

Να απολαμβάνεις τη μυρωδιά των λουλουδιών,
Και το αίσθημα ελευθερίας που η ελπίδα σου χαρίζει…Για σκέψου…κάπου γίνεται πόλεμος για να επέλθει η λύτρωση.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Να βάζεις γύρω σου αρώματα που πάντα θα σου θυμίζουν αισιοδοξία.
Εκείνο το συναίσθημα που κάνει το πρόσωπο να ανθίζει από λάμψη
Και εκείνο το βλέμμα που θα σε γεμίσει υποσχέσεις για να ξεκινήσεις από την αρχή.

Να γελάς πολύ και συχνά…

Και μη ξεχνάς όπου πας να πορεύεσαι με πίστη.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αλήθεια από αυτή.
Για κοίτα γύρω σου…ποσο όμορφοι γίνονται οι άνθρωποι όταν έχουν πίστη μέσα τους…

Να γελάς πολύ και συχνά…

ΝΙΚΌΛ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ