Παραμύθια
Ήταν κάποτε ένα όμορφο και εντυπωσιακό κόκκινο τριαντάφυλλο το οποίο όμως φοβόταν όσο τίποτα άλλο την απόρριψη.
Ήθελε να το αγαπούν όλοι, να βρίσκεται σε συμφωνία με κάθε περιβάλλον και να μην προκαλεί καμία χρωματική αντίθεση.
Έτσι αποφάσισε να παρουσιαστεί σαν λευκό για να ταιριάζει με τα πάντα.
Σκέφτηκε ότι το λευκό είναι μια ασφαλής επιλογή, ένα ευέλικτο και ευπροσάρμοστο χρώμα γιατί μπορεί να συνδυαστεί με τα πάντα και έτσι θα μπορούσε να το προστατέψει από την πιθανή απόρριψη.
Πίστεψε, λοιπόν, ότι θα λαμβάνε αποδοχή και αναγνώριση από τα άλλα λουλούδια τα οποία θα το ήθελαν σίγουρα στο περιβάλλον τους.
Έκανε, όμως, ένα λάθος. Θεώρησε ότι το λευκό σημαίνει υποστηρίζω τα πάντα, ενώ στην πραγματικότητα σημαίνει δεν έχω άποψη, άρα απέχω. Και το να μην μπορεί κάποιος να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει μαζί σου, δε σε κάνει αξιαγάπητο αλλά βαρετό και αδιάφορο.
Το κόκκινο τριαντάφυλλο δεν ήταν σίγουρα αδιάφορο, είχε πέσει, όμως, στην παγίδα να πιστέψει ότι το εν λευκώ σημαίνει έχω το κεφάλι μου ήσυχο γιατί με αποδέχονται όλοι και μπορώ να προσαρμοστώ σε οποιοδήποτε περιβάλλον.
Στην πραγματικότητα, όμως, σημαίνει ότι κρύβω την πραγματική ταυτότητα μου, χάνω την ιδιαιτερότητά μου και στερώ από τους άλλους τη δυνατότητα να με αγαπήσουν για αυτό που είμαι και όπως μου αξίζει.
Δεν έφταιγε, βέβαια, και το ίδιο γιατί έτσι του είχαν μάθει. Του είχαν πει ότι σημασία έχει να μην ξεχωρίζεις και να μην προκαλείς αλλά να ταιριάζεις με τους περισσότερους. Στην πραγματικότητα, βέβαια, αρκεί να ταιριάζεις με τους εκλεκτούς σου.
Πέρασε καιρός ώσπου ήρθε η ώρα που το κόκκινο τριαντάφυλλο διαπίστωσε το λάθος του στην πράξη. Τα σημάδια της φθοράς ήταν πλέον ορατά. Με τον καιρό άρχισε να μαραίνεται γιατί κανείς δεν του έδινε σημασία, αντιθέτως όλοι το θεωρούσαν μια δεύτερη επιλογή, μια ακόμα εναλλακτική λύση. Μέχρι και το ίδιο άρχισε να αμφιβάλει για τον εαυτό του και για το αν άξιζε να αγαπηθεί.
Η αλήθεια είναι πως δε λάμβανε την αγάπη και το ενδιαφέρον που θεωρούσε ότι του άξιζε, όμως, σε αυτό είχε και εκείνο ένα μερίδιο ευθύνης γιατί δεν άφηνε να βγει προς τα έξω η πραγματική, ξεχωριστή του φύση.
Προτιμούσε να μένει προφυλαγμένο πίσω από την ασφάλεια του λευκού. Αγνοούσε ότι αυτό το ασφαλές λευκό λειτουργούσε, παράλληλα ως πανοπλοία που το εμπόδιζε να έρθει σε ουσιαστική επαφή με άλλα τριαντάφυλλα σαν και εκείνο.
Γιατί βρέθηκε δίπλα σε πολλά κόκκινα τριαντάφυλλα αλλά δεν τον αναγνώρισαν. Και αντίστοιχα συνάντησε πολλά λευκά τριαντάφυλλα που ήταν κατά βάθος κόκκινα. Δεν το φαντάστηκε ότι ήταν σαν και εκέινο.
Μέχρι που το κόκκινο τριαντάφυλλο, ένα βήμα πριν μαραθεί τελείως, αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα και να αποκαλύψει την πραγματική του φυσιογνωμία.Έτσι και αλλιώς ήταν ένα βήμα πριν τον όλεθρο, δεν είχε να φοβηθεί κάτι. Μόνο προς το καλύτερο θα μπορούσαν να πάνε τα πράγματα. Τότε άνοιξε τα πέταλά του και βγήκε προς τα έξω το κόκκινο χρώμα του.
Τότε ήταν η στιγμή που ξαναγεννήθηκε και βρήκε την αγάπη που έψαχνε τόσο καιρό, η οποία παρεπιμπτόντως ήταν μπροστά του αλλά το ίδιο ήταν τόσο ερμητικά κλειστό που δε μπορούσε να τη δει.
Η ιστοριά με το κόκκινο τριαντάφυλλο που ήθελε να γίνει λευκό είναι μια αναλογία που αφορά την προσπάθεια που κάνει ο άνθρωπος για κοινωνική αποδοχή, συχνά παρεμελώντας ιδιαίτερα στοιχεία της προσωπικότητάς του και εν τέλει βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την προσωπική του ευτυχία. Δε χρειάζεται να γίνετε αποδεκτοί από όλους, μόνο από αυτούς που έχουν σημασία για εσάς.
Αντιγόνη Παπαζαρκάδα newsitames
Aπό την Ζωή
Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μια βασίλισσα, που είχε 4 συντρόφους.
Πάνω απ’ όλους έδειχνε αδυναμία στον τέταρτο. Τον στόλιζε με ακριβά ρούχα, του χάριζε πάντα τα καλύτερα, τον στόλιζε με κοσμήματα, του φορούσε αρώματα και του φερόταν πολύ γενναιόδωρα..
Ο τρίτος σύντροφος της βασίλισσας είχε μεγάλη αυτοπεποίθηση, ήταν αλαζών, όμως εκείνη τον αγαπούσε και τον σύστηνε με υπηρηφάνεια στον κύκλο της και φοβόταν μήπως κάποια μέρα, θα την άφηνε για άλλη γυναίκα..
Ο δεύτερος σύντροφος της ήταν πάντα ευγενικός κι υπομονετικός μαζί της. Όταν εκείνη αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα, ήξερε ότι μπορούσε να βασιστεί πάνω του, ότι θα την άκουγε και θα τη βοηθούσε στην λύση του.
Ο πρώτος αν και ήταν πιστός σαν σκυλί και βρισκόταν πάντα δίπλα της, εκείνη δεν του έδινε σημασία, τον παραμελούσε, τον ειρωνευόταν και τον έδιωχνε από κοντά της.
Και μια μέρα, η βασίλισσα αρρώστησε βαριά και κατάλαβε πως θα πεθάνει. Σκέφτηκε τότε πως είχε 4 συντρόφους, όμως σε λίγο δε θα’χε κανέναν. Έτσι τους φώναξε όλους μπροστά της και ρώτησε πρώτα τον τέταρτο που ήταν η μεγάλη της αδυναμία:
«Σ” αγάπησα περισσότερο από τους άλλους, σε είχα πάντα στα πλούτη, ντυμένο με τα πιο όμορφα ρούχα και μες την καλοπέραση, δε σου χάλασα ποτέ χατίρι. Τώρα που πεθαίνω, θα με ακολουθήσεις για να έχω παρέα, εκεί που πάω?»
«Δεν υπάρχει περίπτωση! Εσύ τον δρόμο σου κι εγώ τον δικό μου. » απάντησε εκείνος κοφτά και την παράτησε σύξυλη. Τα λόγια του την πλήγωσαν σα μαχαίρι στην καρδιά.
Μετά ρώτησε τον τρίτο σύντροφό της. «Σ “αγάπησα σ όλη μου τη ζωή και πάντα γύρευα την συντροφιά σου. Τώρα που πεθαίνω, θα με ακολουθήσεις στο θάνατο?»
«Όχι, φυσικά» απάντησε εκείνος. «Η ζωή είναι πολύ ωραία για να την αφήσω. Όταν πεθάνεις, θα παντρευτώ μια άλλη.» Η Βασίλισσα ένοιωσε να της κόβεται η αναπνοή και η καρδιά της βούλιαξε…
Ύστερα, ρώτησε τον δεύτερο σύντροφό της.
«Πάντα ερχόμουν σε σένα για βοήθεια και πάντα ήσουν εκεί για μένα. Όταν πεθάνω, θα με ακολουθήσεις για να μου κρατάς συντροφιά?»
«Λυπάμαι, δε μπορώ να σε βοηθήσω τώρα. Το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να “περπατήσω” μαζί σου μέχρι τον τάφο σου.», απάντησε το παλικάρι κάνοντας την καρδιά της να ραγίσει από θλίψη…
Τότε, ακούστηκε μια φωνή: «Εγώ βασίλισσα μου θα έρθω μαζί σου! Θα σε ακολουθήσω όπου κι αν πας!»
Η βασίλισσα γύρισε να δει από πού ερχόταν η φωνή και είδε τον πρώτο της σύντροφο. Φαινόταν πολύ ταλαιπωρημένος και παραμελημένος.
Θρηνώντας η βασίλισσα
«Αχ τι λάθος που έκανα η δύστυχη, έπρεπε να σε είχα προσέξει περισσότερο, όταν είχα την ευκαιρία!» είπε και ξεψύχησε . Ήταν ήδη πολύ αργά.
Εδώ τελειώνει το παραμύθι και αρχίζει η πραγματικότητα.
Η Βασίλισσα είσαι εσύ και έχεις 4 συντρόφους στη ζωή σου
Ο τέταρτος σύντροφος σου είναι το ΣΩΜΑ σου. Όση προσοχή κι αγάπη κι αν του δώσεις, όσα κι αν του προσφέρεις, όσο κι αν το στολίσεις, όση αδυναμία κι αν του δείξεις, όταν έρθει η στιγμή και πεθάνεις, θα σε εγκαταλείψει χωρίς οίκτο.
Ο τρίτος σύντροφός σου είναι η ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΣΟΥ, ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ STATUS και ό,τι υλικό κατέχεις. Βρίσκονται μαζί σου όσο είσαι εν ζωή. Όμως μπορεί να σε εγκαταλείψουν και σίγουρα όταν έρθει η ώρα να φύγεις ακολουθούν άλλους και σε έχουν κιόλας ξεχάσει.
Ο δεύτερος σύντροφος σου είναι η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΣΟΥ. Όσο κι αν βρίσκονται κοντά σου, την ύστατη ώρα, μόνο να σε ξεπροβοδίσουν μέχρι τον τάφο σου μπορούν…όχι όμως να έρθουν μαζί σου.
Ο πρώτος σου σύντροφος είναι το ΠΝΕΥΜΑ σου, που σχεδόν είναι πάντα παραμελημένο από το κυνήγι του πλούτου, της δύναμης, της εξουσίας, των υλικών αγαθών. Όμως, το πνεύμα σου είναι το μόνο που θα σε ακολουθήσει όπου κι αν πας, το μόνο που θα είναι πιστό αιώνια!
Καλλιέργησέ το, δυνάμωσέ το, διατήρησέ το ζωντανό, καθώς θα σε συντροφεύει για πάντα..
Πηγή: pentapostagma
Πριν πάρα πολλά χρόνια, δε θυμάμαι πόσα ακριβώς, σε μια χώρα μακρινή ζούσε
μια φυλή ινδιάνων. Ο ινδιάνος αρχηγός της φυλής είχε μια πανέμορφη και
νέα κόρη που όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμα.
Μια μέρα όπως καθόταν έξω από τη σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός,
τον επισκέφτηκε ο Άνεμος και του είπε:
“Μεγάλε αρχηγέ, αγαπάω την κόρη σου και με αγαπά και εκείνη.
Θα μου τη δώσεις να γίνει γυναίκα μου;”
“Όχι”, του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς
να δεχτεί δεύτερη κουβέντα.
Την επόμενη μέρα η αγνή κοπέλα προσπάθησε
να μιλήσει στον πατέρα της,
“Πατέρα, αγαπάω τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω μαζί του στο κατάλυμα του και να γίνω γυναίκα του;”
“Όχι”, της απάντησε αυστηρά ο αρχηγός. “Δε σου το επιτρέπω. Όταν ο Άνεμος ήταν παιδί, συνήθιζε να έρχεται στο αντίσκηνο μου μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε πάντοτε τη φωτιά που προσπαθούσα με τόσο κόπο να ανάψω. Δε γνωρίζει ούτε να πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δε σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του.”
Ευθύς αμέσως, ο αρχηγός άρπαξε την κοπέλα από το χέρι και την οδήγησε
σε ένα αδιαπέραστο δάσος από μαύρα έλατα για να την κρύψει από τον Άνεμο.
“Ο Άνεμος ίσως να την έβλεπε αν την έκρυβα μέσα σε ένα πευκόδασος, όμως δε θα μπορέσει ποτέ να τη διακρίνει μέσα σε ένα τόσο πυκνό δάσος από μαύρα έλατα”, σκέφτηκε δυνατά.
Όμως ο Άνεμος είχε ήδη γίνει αόρατος και όλη την ώρα που ο αρχηγός μονολογούσε έστεκε εκεί κοντά και άκουγε προσεκτικά κάθε του λέξη.
Έτσι όταν ήρθε η επόμενη νύχτα, ο Άνεμος άρχισε να τρέχει γύρω γύρω από το πυκνό μαύρο δάσος μέχρι που βρήκε ένα μικρό κενό και μπόρεσε να εισχωρήσει ανάμεσα
από τα δέντρα. Έψαξε αρκετά παρ’ όλες τις δυσκολίες, μα στο τέλος κατάφερε
να βρει τη νεαρή κοπέλα και να τη βγάλει από το πυκνό δάσος.
Δε τόλμησε να πλησιάσει τους άλλους Ινδιάνους ξανά γιατί φοβόταν πως
ο αρχηγός θα του πάρει την όμορφη κοπέλα κι έτσι έψαξε άλλο τόπο για να ζήσουν μακριά τους.
Ταξίδεψαν αρκετά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με κατεύθυνση προς το βορρά.
Κάποια στιγμή βρήκαν μια πολύ όμορφη περιοχή για να στήσουν το κατάλυμα που θα στέγαζε τον έρωτα τους. Την ίδια κιόλας νύχτα την πήρε στην αγκαλιά του και
την έκανε γυναίκα του.
Χαιρόταν τον έρωτα τους ευτυχισμένοι και κανένας από τους δύο δε μπορούσε να σκεφτεί πως ο αρχηγός θα μπορούσε να τους εντοπίσει. Όμως ο πατέρας της κοπέλας τους έψαχνε σα μανιασμένος μέχρι που στο τέλος ανακάλυψε το κατάλυμα τους.
Τότε ο Άνεμος έκρυψε τη νεαρή γυναίκα του και έγινε αόρατος, όμως ο μεγάλος Αρχηγός άρχισε να καταστρέφει τα πάντα γύρω του με τα όπλα που είχε φέρει μαζί του και χωρίς να το γνωρίζει κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του Άνεμου που τον άφησε αναίσθητο.
Όταν ο άνεμος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του ανακάλυψε πως η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί και άρχισε να την ψάχνει. Περιπλανήθηκε σαν τρελός στα δάση της περιοχής και στο τέλος την είδε μέσα σε ένα κανό που οδηγούσε ο πατέρας της
στο Μεγάλο-Νερό.
“Έλα μαζί μου,” άρχισε να της φωνάζει με απελπισία.
Η κοπέλα κατατρόμαξε και το πρόσωπο της έγινε λευκό σαν το χιόνι, γιατί δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, ενώ άκουγε την φωνή του αγαπημένου της να την καλεί απελπισμένα. Ο Άνεμος, μετά το χτύπημα που είχε δεχτεί στο κεφάλι από τον πατέρα της,
είχε ξεχάσει πως να μεταμορφώνεται και είχε παραμείνει αόρατος.
Ο Άνεμος θύμωσε τόσο πολύ τότε με τον αρχηγό που φύσηξε με όλη του τη δύναμη πάνω στο κανό. “Ας αναποδογυρίσει”, σκέφτηκε. “Μπορώ να μεταφέρω τη γυναίκα μου ασφαλή στην ξηρά.” Έτσι το κανό αναποδογύρισε με το φύσημα του ανέμου και ο αρχηγός με την κόρη του πέσανε μέσα στο νερό.
“Έλα αγαπημένη μου, πιάσε το χέρι μου”, φώναζε ο άνεμος στην κοπέλα.
Μα δε θυμόταν πως ήταν αόρατος και ότι η κοπέλα δε θα μπορούσε να δει το χέρι του. Κι έτσι η κοπέλα άρχισε να βουλιάζει, να βουλιάζει, μέχρι που έφτασε στον πάτο της λίμνης. Κι ο αρχηγός φυσικά έχασε τη ζωή του μια και ο Άνεμος
δεν προσπάθησε να τον βοηθήσει.
Όταν ο Άνεμος κατάλαβε πως η αγαπημένη του έχασε τη ζωή της εξαιτίας του,
γέμισε θλίψη και άρχισε να αγριεύει.
“Ο άνεμος ποτέ δε φυσούσε τόσο δυνατά και θλιμμένα” έλεγαν οι ινδιάνοι μεταξύ τους ενώ προσπαθούσαν να προφυλαχτούν μέσα στα αντισκηνά τους.
Το Μεγάλο Πνεύμα λυπήθηκε την κοπέλα που έχασε τη ζωή της τόσο άδικα πέφτοντας στο νερό και την επόμενη νύχτα την μετέφερε ψηλά στα αστέρια και της έδωσε ένα σπίτι στο φεγγάρι.
Η κοπέλα ζει ακόμα εκεί, όμως το πρόσωπο της έμεινε κατάλευκο,
όπως ήταν τη στιγμή που τρομαγμένη έπεσε από το κανό.
Έτσι τις νύχτες, στο σεληνόφως, κοιτάζει κάτω στη Γη,
προσπαθώντας να βρει τον αγαπημένο της Άνεμο αλλά δεν ξέρει πως είναι αόρατος.
Ο Άνεμος πάλι, δε γνωρίζει πως εκεί ψηλά στο φεγγάρι βρίσκεται η αγαπημένη του γυναίκα που χάθηκε και έτσι περιπλανιέται στα δάση και ψάχνει ανάμεσα
στα βράχια των βουνών να τη βρει, όμως ποτέ δε σκέφτεται
να κοιτάξει ψηλά στο φεγγάρι…
β
Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα Συναισθήματα.
Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.
Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.
Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.
Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.
Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»,
«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα»
Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.
«Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη.
«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία.
Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια.
«Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου».
«Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.
Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία.
Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.
Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!».
Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του.
Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.
Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση:
«Γνώση, ποιος με βοήθησε»;
«Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση.
«Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε o Χρόνος;»
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με τη βαθιά σοφία της είπε:
«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο
μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».
Μια μέρα o γάιδαρος ενός αγρότη έπεσε σε ένα πηγάδι.
Το ζώο φώναζε απελπισμένα για ώρες κι ο αγρότης προσπαθούσε να καταλάβει τι έπρεπε να κάνει. Τέλος, αποφάσισε ότι το ζώο ήταν γέρικο, και τα έξοδα που απαιτούνταν για να το βγάλει από το πηγάδι ήταν πολλά. Δεν άξιζε τον κόπο να προσπαθήσει να σώσει τον γάιδαρο. Το μόνο που σκέφτηκε να κάνει ήταν να το θάψει ζωντανό.
Κάλεσε όλους τους γείτονές του να έρθουν και να τον βοηθήσουν. Πήραν όλοι από ένα φτυάρι και άρχισαν να πετάνε χώματα στο πηγάδι. Στην αρχή, ο γάιδαρος συνειδητοποίησε τι συνέβαινε και φώναξε φρικτά. Μετά όμως, προς έκπληξη όλων, ησύχασε.
Λίγα φορτία χώμα αργότερα, ο γεωργός κοίταξε κάτω το πηγάδι κι έμεινε έκπληκτος με αυτό που είδε.
Ήταν κάτι καταπληκτικό!!!!
Με κάθε φτυαριά χώμα που έπεφτε στην πλάτη του, ο γάιδαρος τιναζόταν και να έκανε ένα βήμα προς τα πάνω.
Οι γείτονες του αγρότη συνέχισαν να πετάνε φτυαριές χώμα πάνω στο ζώο, κι αυτό κάθε φορά τιναζόταν κι έκανε ένα βήμα προς τα πάνω. Πολύ σύντομα, όλοι ήταν έκπληκτοι με το γαϊδούρι να έχει φτάσει στην επιφάνεια του πηγαδιού.
Η ζωή μπορεί να φέρει σε σας πολλές φτυαριές από σκουπίδια μέσα στο πηγάδι της ζωής σας. Να θυμάστε όμως πως κάθε ένα από τα προβλήματά σας αυτά είναι ένα εφαλτήριο. Μπορούμε να βγούμε από τα βαθύτερα πηγάδια απλά με ένα τίναγμα. Πατάμε πάνω στο πρόβλημα και κάνουμε ένα βήμα πάνω.
Ο μύθος λέει οτι πριν ακόμα υπάρξει η ανθρωπότητα, μαζεύτηκαν διάφορα τελώνια για να σκαρώσουν μια φάρσα. Λέει ένα από αυτά:
«Πολύ σύντομα θα δημιουργηθούν οι άνθρωποι. Δεν είναι δίκαιο να έχουν τόσες αρετές και τόσες δυνατότητες. Κάτι πρέπει να κάνουμε για να τους είναι πιο δύσκολο να πάνε μπροστά. Να τους γεμίσουμε διαστροφές κι ελαττώματα… Αυτό θα τους καταστρέψει».
Το μεγαλύτερο στα χρόνια τελώνιο, λέει:
«Προβλέπεται να έχουν ελαττώματα και διπροσωπία αλλά αυτό θα τους κάνει απλώς πιο ολοκληρωμένους. Νομίζω οτι πρέπει να τους στερήσουμε κάτι που, όπως και να ’ναι θα τους κάνει να ζουν κάθε μέρα κι από μια καινούργια πρόκληση».
«Τι πλάκα θα ’χει!!!» είπαν όλα μαζί.
Αλλά ένα νεαρό και πονηρό τελώνιο, από μια γωνιά, σχολιάζει:
«Πρέπει να τους πάρουμε κάτι σημαντικό… αλλά τί;»
Μετά από πολλή σκέψη, το μεγαλύτερο αναφωνεί:
«Το βρήκα! Θα τους πάρουμε το κλειδί της ευτυχίας».
«Θαυμάσια… φανταστική… καταπληκτική ιδέα!» φωνάζουν τα τελώνια χορεύοντας γύρω από ένα τεράστιο καζάνι.
Το γέρικο στοιχειό συνεχίζει:
«Το πρόβλημα είναι πού να το κρύψουμε για να μη μπορέσουν να το βρουν».
Το πρώτο τελώνιο ξαναπαίρνει το λόγο:
«Να το κρύψουμε στην κορυφή του πιο ψηλού βουνού του κόσμου».
Αμέσως, όμως, ένα άλλο τελώνιο απαντά:
«Όχι. Μην ξεχνάτε πως θα έχουν δύναμη και θα είναι πεισματάρηδες. Εύκολα, κάποια στιγμή, μπορεί ν’ ανέβει κάποιος και να το βρει, κι άμα το βρει ένας θ’ ακολουθήσουν όλοι, και τότε πάει, τελείωσε η πρόκληση».
Ένα τρίτο τελώνιο προτείνει:
«Να το κρύψουμε στο βυθό της θάλασσας».
Ένα τέταρτο, παίρνει το λόγο και απαντά:
«Όχι. Θυμηθείτε πως είναι περίεργοι. Κάποια στιγμή θα κατασκευάσουν μια συσκευή για να μπορούν να κατεβαίνουν στο βυθό, και τότε θα το βρουν πολύ εύκολα».
Το τρίτο τελώνιο λέει:
«Να το κρύψουμε σε έναν πλανήτη μακριά από τη Γη».
Οι άλλοι όμως απαντούν:
«Όχι. Μη ξεχνάς την ευφυία τους. Μια μέρα, κάποιος θα κατασκευάσει ένα πλοίο με το οποίο θα μπορούν να ταξιδέψουν σε άλλους πλανήτες και θα το ανακαλύψουν».
Ένα γέρικο τελώνιο που είχε μείνει μέχρι τώρα σιωπηλό κι αφουγκραζόταν τις προτάσεις των άλλων, σηκώνεται, πάει στο κέντρο και λέει:
«Νομίζω πως ξέρω που πρέπει να το βάλουμε για να μην μπορέσουν πραγματικά να το βρουν. Πρέπει να το βάλουμε εκεί που δεν θα έψαχναν ποτέ».
Γυρνάνε όλοι έκπληκτοι και ρωτάνε μ’ ένα στόμα:
«Πού;»
Το γέρικο τελώνιο απαντά:
«Θα το κρύψουμε μέσα τους… πολύ κοντά στην καρδιά τους…»
Τα χειροκροτήματα πολλαπλασιάζονται, κι αρχίζουν να γελάνε όλα μαζί:
«Χα.. χα.. χα..! Θα ψάχνουν να το βρουν απ’ έξω, απελπισμένοι, και δεν θα ξέρουν πως το έχουν συνεχώς μαζί τους».
Ο νεαρός σκεπτικιστής σημειώνει:
«Οι άνθρωποι θα έχουν βαθιά επιθυμία να γίνουν ευτυχισμένοι, κι αργά ή γρήγορα θα βρεθεί ένας αρκετά σοφός ώστε να ανακαλύψει που βρίσκεται το κλειδί. Και τότε, θα το πει σε όλους».
«Μπορεί να γίνει κι έτσι» λέει το πιο ηλικιωμένο τελώνιο, ωστόσο, οι άνθρωποι θα έχουν επίσης μια έμφυτη δυσπιστία για τα πιο απλά πράγματα. Αν ποτέ υπάρξει αυτός ο άνθρωπος και αποκαλύψει πως το μυστικό κρύβεται μέσα στον καθένα… κανένας δεν θα τον πιστέψει».
Μία νεαρή κοπέλα πήγε στον πατέρα της και του μίλησε για τη ζωή της και πώς τα πράγματα είχαν γίνει πολύ δύσκολα για εκείνη. Δεν ήξερε πώς να φτιάξει την κατάσταση και ήθελε να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια και να τα παρατήσει . Είχε κουραστεί να προσπαθεί και να παλεύει. Της φαινόταν πως μόλις λυνόταν ένα πρόβλημα, εμφανιζόταν ένα άλλο.
Ο πατέρας της, χωρίς να της πει τίποτα, την πήγε στην κουζίνα. Γέμισε τρεις κατσαρόλες με νερό και τις έβαλε στην ηλεκτρική κουζίνα και τις τρεις. Γρήγορα, τα νερό στις κατσαρόλες άρχισε να βράζει. Τότε, στην πρώτη κατσαρόλα έβαλε καρότα, στη δεύτερη έβαλε αυγά και στην τρί τη έβαλε μερικούς κόκκους καφέ και τα άφησε όλα να βράσουν λίγο χωρίς να πει ούτε μια λέξη.
Περίπου σε είκοσι λεπτά έκλεισε τα τρία μάτια της ηλεκτρικής κουζίνας. Έβγαλε τα καρότα έξω από το νερό και τα έβαλε σ’ ένα μπολ. Έβγαλε έξω τα αυγά και τα έβαλε σ’ ένα μπολ. Μετά έβγαλε έξω τον καφέ και τον έβαλε σε ένα φλιτζάνι. Γυρνώντας στην κόρη του την ρώτησε: «Πες μου τι βλέπεις».
«Καρότα, αυγά και καφέ», του απάντησε η κόρη του. Ο πατέρας της την έφερε πιο κοντά και της ζήτησε να αγγίξει τα καρότα και να του πώς είναι. Εκείνη το έκανε και του είπε ότι ήταν μαλακά. Μετά ο πατέρας ζήτησε από την κόρη του να πάρει ένα αυγό και να το σπάσει και να πει πάλι τι παρατήρησε. Εκείνη αφού έβγαλε τα τσόφλια, είπε ότι παρατήρησε πως το αυγό μέσα ήταν σφιχτό. Στο τέλος, ο πατέρας ζήτησε από την κόρη του να πιει μια γουλιά από τον καφέ. Η κόρη του το έκανε και χαμογέλασε καθώς μύρισε το πλούσιο άρωμα του καφέ. Μετά ρώτησε: «Τι σημαίνουν όλα αυτά μπαμπά»;
Ο πατέρας της τής εξήγησε ότι το καθένα από αυτά τα τρία διαφορετικά πράγματα – τα καρότα, τα αυγά και οι κόκκοι καφέ – είχε αντιμετωπίσει τις ίδιες συνθήκες, δηλαδή το βραστό νερό. Το καθένα, όμως, από αυτά τα τρία, αντέδρασε διαφορετικά: Τα καρότα όταν μπήκαν μέσα στο νερό ήταν δυνατά και σκληρά, αλλά, από τη στιγμή που μπήκαν στο βραστό νερό, μαλάκωσαν και έγιναν αδύναμα. Τα αυγά, ενώ ήταν εύθραυστα με υγρό εσωτερικό, το λεπτό εξωτερικό τσόφλι τους, προστάτεψε το εσωτερικό του κάθε αυγού μετά που μπήκε στο βραστό νερό και το εσωτερικό του σκλήρυνε. Οι κόκκοι του καφέ, όμως, έκαναν κάτι μοναδικό: Μετά που μπήκαν στο βραστό νερό, άλλαξαν το νερό!
«Και τώρα πες μου, ποιο απ’ αυτά είσαι εσύ;» ρώτησε ο πατέρας την κόρη του. «Όταν κάποια δυσκολία χτυπάει την πόρτα σου, πώς αντιδράς; Σαν καρότο, σαν αυγό, ή σαν κόκκος καφέ; Σκέψου το λίγο. Ποιο απ’ αυτά είσαι εσύ; Είσαι το καρότο που φαίνεται σκληρό και δυνατό, αλλά με τον πόνο και τις δυσκολίες λυγίζεις και μαλακώνεις και χάνεις τη δύναμή σου; Είσαι το αυγό που ξεκινάει με μαλακή καρδιά, αλλά αλλάζει με τη θερμότητα; Μήπως έτσι κι εσύ με έναν θάνατο, μ΄ έναν χωρισμό, ή μία άλλη δοκιμασία, σκληραίνει το μέσα σου, η καρδιά σου, κι ενώ το «έξω σου» μοιάζει το ίδιο, μέσα σου έχεις πίκρα και σκληράδα κι έχει σκληρύνει η καρδιά σου; Ή μήπως είσαι σαν τον κόκκο του καφέ; Ο κόκκος του καφέ είναι ο μόνος που εκείνος αλλάζει πραγματικά το καυτό νερό, δηλαδή τις ίδιες τις συνθήκες που του προκαλούν τον πόνο. Όταν το νερό ζεσταίνεται, ο κόκκος απελευθερώνει το άρωμα και τη γεύση του.
Εάν είσαι σαν τους κόκκους του καφέ, όταν τα πράγματα στη ζωή σου δεν πάνε καλά, εσύ έχεις τη δύναμη να αλλάζεις την κατάσταση γύρω σου; Όταν περνάς δοκιμασίες, δυναμώνεις μέσα σου ακόμα πιο πολύ; Πώς αντιμετωπίζεις τις αντιξοότητες; Σαν το καρότο, σαν το αυγό ή σαν τον κόκκο του καφέ;
Ελπίζω στη ζωή σου παιδί μου, να νοιώσεις αρκετή ευτυχία για να σε κάνει γλυκιά, αλλά και αρκετές δοκιμασίες για να σε κάνουν δυνατή, όπως και αρκετό πόνο για να παραμείνεις ανθρώπινη και να σου δώσει αρκετή εσωτερική δύναμη για να σε κάνει ευτυχισμένη. Στους πιο ευτυχισμένους ανθρώπους, δεν τους συμβαίνουν πάντα και τα καλύτερα. Απλώς εκείνοικάνουν το καλύτερο που μπορούν με αυτά που τους συμβαίνουν στη ζωή τους. Ένα λαμπρό αύρ ιο, βασίζεται πάντα πάνω σε ένα σβησμένο χθες, σε ξεχασμένο παρελθόν. Δεν μπορείς να προχωρήσεις στη ζωή αν δεν αφήσεις πίσω σου τις αποτυχίες σου, τα βάσανά σου και τους πόνους σου, αλλά και τις χαρές σου.
Όταν γεννήθηκες εσύ έκλαιγες και όλοι γύρω σου χαμογελούσαν. Ζήσε τη ζωή σου παιδί μου έτσι ώστε στο τέλος, ενώ θα φεύγεις πια από τη ζωή, εσύ να είσαι εκείνη που θα χαμογελάει, ενώ όλοι γύρω σου θα κλαίνε.
(πηγη: Ο Παραμυθάς)
ΜΕΝΟΝΤΑΣ ΔΟΥΛΟΙ ΣΤΗ ΜΙΖΕΡΙΑ της καθημερινότητας, μένουμε δούλοι στο πρόσκαιρο και εφήμερο και φθαρτό του κόσμου τούτου. Κλείνουμε όλη τη θέα της ζωής στις χωματερές εκτάσεις της ρουτίνας, γίνεται όλη η ζωή ένας παχύς χωματόδρομος που τον περνάμε έρποντας.
ΚΑΘΕ ΞΥΠΝΗΜΑ ΟΜΩΣ ΚΑΠΟΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΧΑΡΑΣ μέσα μας, κάθε γεύση μεθυστική του ιδιαίτερου και ξεχωριστού που υπάρχει στη ζωή, είναι μια γεύση του απόλυτου και γι’ αυτό μια γεύση αιωνιότητας.
Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΖΕΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ στην κάθε μέρα, στην κάθε ώρα, σαν σύγκριση και σαν νοσταλγία. Ο χαμένος παράδεισος ζει μέσα μας στις στιγμές της μεγάλης χαράς, στο πλησίασμα ενός ανθρώπου, μιας αλήθειας, μιας αγάπης, μιας ομορφιάς.
ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΣΤΗ ΖΩΗ, αυτές που κάνουν τη δίψα μας μαρτύριο και που το νιώθουμε καθαρά πως θ’ αρκούσαν, σε μία αέναη παράταση, να μας ξεδιψάσουν για μία αιωνιότητα».
«Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΗ, ΟΧΙ ΧΡΟΝΙΚΑ ΛΙΓΗ, όσο ποιοτικά και ποσοτικά. Είναι τόση μόνο, όσο για να ξυπνάει μέσα μας μια βαθιά, ακόρεστη δίψα. Ό,τι γευόμαστε σε τούτη τη ζωή δεν είναι παρά αρμυρό νερό που μεγαλώνει τη δίψα μας για ένταση και διάρκεια. Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να αποδώσει ό,τι ίσαμε τούτη τη στιγμή έχουμε δοκιμάσει στη ζωή: Διψάμε. Ό,τι γευτήκαμε κι ό,τι γευόμαστε είναι λίγο, ασήμαντο, μηδαμινό, μπροστά σ’ αυτό που διψάμε.
ΚΙ Η ΔΙΨΑ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΙΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΗ, το πιο φοβερό μαρτύριο. Οι στιγμές είναι ελάχιστες που η καρδιά ξεδιψάει για ζωή, το νερό κελαρύζει ελάχιστες στιγμές και μετά στερεύει κι η καρδιά μένει εκεί σκυμμένη καρτερώντας, πιο διψασμένη ύστερα απ’ αυτές τις στιγμές, πιο αχόρταστη, με τα χείλη ανοιχτά και ξεραμένα απ’ τη νοσταλγία.
ΤΙ ΔΙΨΑΜΕ; ΔΙΨΑΜΕ ΕΝΤΑΣΗ, ΔΙΑΡΚΕΙΑ, ΠΟΙΚΙΛΙΑ. Διψάμε το αδιάκοπα καινούργιο. Λαχταράμε τον ίλιγγο της πτώσης, της απροσμέτρητης πτώσης, αλλά και το φτερούγισμα της ανόδου. Κάθε τι ακραίο μας ηλεκτρίζει. Η γη είναι στενή, η ζωή φθαρμένη μέσα στα σχήματα. Ασφυκτιούμε μέσα στα δεσμά του τόπου, του χρόνου και των αισθήσεων.
ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΣ ΧΩΡΟΣ ΧΩΡΙΣ ΕΚΤΑΣΗ, η ανάγκη για μια απόλυτη διάρκεια κι η λαχτάρα για μια χωρίς όρια απόλαυση. Τα θέλουμε όλα, κι αυτό είναι το πιο βασανιστικό πάθος μεσ’ στη ζωή». [Πηγή: www.doctv.gr]
Από την ΔΑΝΑΗ
Το δωδεκαήμερο ξεκίνησε… από 25 Δεκεμβρίου μέχρι 6 Ιανουαρίου για τυχόν
παρασπονδίες, ζαβολιές, αναμπουμπούλες και βρωμοδουλειές… άλλοι φταίνε!
Χρόνια πολλά!!!
Μύλοι, καλικάτζαροι και ξωτικά στα λαϊκά παραμύθια… (Καλικάτζαροι στο
μύλο!) <https://www.youtube.com/watch?v=7IbgcfzCL3Y, απόσπασμα από το
ντοκιμαντέρ του Βασίλη Λουλέ «Πέρασα κι εγώ από κει κι είχα παπούτσια από
χαρτί – παραμύθια, για πάντα».
Κάποτε, στην όχθη μιας λίμνης ζούσε ένα μικρό Γεράκι. Στην απέναντι όχθη ζούσε μια Γερακίνα, ενώ γύρω από τη λίμνη είχαν επίσης τη φωλιά τους ένα Μεγάλος Αητός κι ένα Λιοντάρι. Στη μέση της λίμνης υπήρχε ένα μικρό νησί. Εκεί έμενε μια Νεροχελώνα.
Μια μέρα το μικρό Γεράκι πέταξε μέχρι τη φωλιά της Γερακίνας και τη ζήτησε σε γάμο.
– Έχεις φίλους; Το ρώτησε εκείνη.
– Όχι, δεσποινίς, απάντησε διστακτικά το Γεράκι.
– Μα πρέπει να έχουμε φίλους, του είπε εκείνη. Δε μπορούμε να ζούμε μόνοι μας. Έχουμε ανάγκη από συντροφιά και συμπαράσταση στη ζωή μας. Σε παρακαλώ πολύ να βρεις φίλους.
– Μα με ποιον θα μπορούσα να γίνω φίλος; ρώτησε το Γεράκι.
– Χμ! Τι θα έλεγες να γίνεις φίλος με τον Αητό και το Λιοντάρι, που είναι γείτονές μας. Ακόμα και με τη Νεροχελώνα, που ζει στο νησί.
Το μικρό Γεράκι ακολούθησε τη συμβουλή της Γερακίνας, πήγε και βρήκε τα άλλα ζώα και ζήτησε τη φιλία τους. Εκείνα δέχτηκαν με χαρά την πρότασή του, μια κι εκείνα ένιωθαν μοναξιά. Έτσι έκαναν όλα μαζί μια παρέα με σταθερή φιλία, δίνοντας την υπόσχεση να προστατεύουν ο ένας τον άλλο.
Σε λίγο καιρό η Γερακίνα γέννησε δυο αυγά απ’ όπου βγήκαν δύο γερακόπουλα.
Μια μέρα μερικοί άνθρωποι από το κοντινό χωριό πήγαν στο δάσος να κυνηγήσουν. Έψαχναν όλη την ημέρα χωρίς να καταφέρουν να πιάσουν τίποτα. Τότε κατέβηκαν στη λίμνη να ψαρέψουν. Στάθηκαν κοντά στο δέντρο όπου είχε τη φωλιά του το Γεράκι και άναψαν φωτιά να ζεσταθούν. Ο καπνός της φωτιάς έφτασε μέχρι τα πουλάκια που, μη μπορώντας να αναπνεύσουν καλά, έβγαλαν μια κραυγή. Οι άνθρωποι τα άκουσαν και σκέφτηκαν να τα φάνε. Άρχισαν λοιπόν να ρίχνουν κι άλλα ξύλα στη φωτιά για να τη δυναμώσουν και να ψήσουν τα γερακόπουλα.
Η Γερακίνα, που έτυχε να βρίσκεται εκεί κοντά, κατάλαβε τι συνέβαινε κι έτρεξε να βρει τον άντρα της.
– Πήγαινε γρήγορα να βρεις το Μεγάλο Αητό, του είπε. Κινδυνεύουν τα παιδιά μας!
Κι όση ώρα έκανε το Γεράκι να πάει να φέρει τον Αητό, εκείνη πετούσε γύρω από τους ανθρώπους προσπαθώντας να τους αποσπάσει την προσοχή και να τους καθυστερήσει.
Ο Μεγάλος Αητός έφτασε γρήγορα. εκείνη τη στιγμή ένας από τους ανθρώπους ανέβαινε στο δέντρο να πάρει τα μικρά από τη φωλιά ενώ οι υπόλοιποι εμπόδιζαν τη Γερακίνα να του επιτεθεί. Τότε ο Αητός έπεσε στη λίμνη, έβρεξε τα πλατιά φτερά του, τίναξε τα νερά πάνω από τη φωτιά και την έσβησε!
Ο άνθρωπος που είχε ανέβει στο δέντρο άφησε τα πουλιά στη φωλιά και κατέβηκε να βοηθήσει τους συντρόφους του να μαζέψουν ξύλα για να ανάψουν άλλη φωτιά. Όμως ο Αητός την έσβησε κι αυτή βουτώντας στη λίμνη και τινάζοντας νερό από τα φτερά του πάνω της. Και πάλι οι άνθρωποι άναψαν καινούργια φωτιά, και πάλι την έσβησε ο Αητός, κι αυτό συνεχίστηκε για ώρες πολλές, ώσπου ο Αητός κουράστηκε. Δε σκέφτηκε όμως ούτε στιγμή να σταματήσει. Τότε η Γερακίνα είπε στον άντρα της:
– Άντρα μου, ο Αητός εξαντλήθηκε από την προσπάθεια. Πήγαινε γρήγορα και φώναξε τη Νεροχελώνα
Κι όση ώρα έκανε το Γεράκι να πάει να φέρει τη Νεροχελώνα, εκείνη πετούσε γύρω από τους ανθρώπους προσπαθώντας να τους αποσπάσει την προσοχή και να τους καθυστερήσει.
Η Νεροχελώνα ήρθε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μάζεψε λάσπη, την έριξε στη φωτιά και την έσβησε. Τότε ένας από τους ανθρώπους κατάφερε να την πιάσει.
– Ας μαγειρέψουμε τη Νεροχελώνα! Είπε στους άλλους. Είναι αρκετή για να χορτάσουμε όλοι!
Αλλά όταν την έδεσαν με ένα σχοινί η Νεροχελώνα τους τράβηξε και τους έριξε στο νερό. Οι άνθρωποι βγήκαν από τη λίμνη στάζοντας και τουρτουρίζοντας. Επειδή είχε πια νυχτώσει, άναψαν μια φωτιά για να στεγνώσουν και περίμεναν να ξημερώσει. Τότε η Γερακίνα είπε στον άντρα της:
– Άντρα μου, μόλις χαράξει και θα μπορούν να βλέπουν, αυτοί οι άνθρωποι θα πάρουν τα μικρά μας για να τα ψήσουν. Πήγαινε λοιπόν στο Λιοντάρι, όσο είναι καιρός, και ζήτα τη βοήθειά του.
Το Γεράκι έτρεξε στο Λιοντάρι, που κοιμόταν στη φωλιά του, και το ξύπνησε.
– Τι σ’ έπιασε κι ήρθες τέτοια ώρα; Βρυχήθηκε το Λιοντάρι ενοχλημένο, ανοίγοντας μόνο το ένα του μάτι!
Μόλις όμως άκουσε πως οι φίλοι του κινδυνεύουν ξύπνησε για τα καλά. Σηκώθηκε, τίναξε τη χαίτη του και είπε στο Γεράκι:
– Πήγαινε γρήγορα στη γυναίκα σου και στα παιδιά σου και πες τους να μην ανησυχούν.
Το Γεράκι έκανε ό,τι του είπε το Λιοντάρι. Μετά από λίγο, στο φως τους φεγγαριού, τα Γεράκια, ο Αητός και η Νεροχελώνα διέκριναν τη σιλουέτα του Λιονταριού να πλησιάζει αθόρυβα την ομάδα των ανθρώπων. Ένα φοβερό μουγκρητό έκανε να τρανταχτεί η γη και ν’ αντιλαλήσει ο τόπος. Οι άνθρωποι πετάχτηκαν κατατρομαγμένοι κι έτρεξαν να κρυφτούν μακριά, μέσα στο δάσος. τότε τα άλλα ζώα μαζεύτηκαν γύρω από το Λιοντάρι πανηγυρίζοντας τη σωτηρία των γερακόπουλων. Η Γερακίνα και το Γεράκι ευχαρίστησαν τους φίλους τους που έτρεξαν πρόθυμα να τους βοηθήσουν στον κίνδυνο.
Τα ζώα συνέχισαν τη φιλία τους σε όλη τους τη ζωή. Όσο για τους ανθρώπους, κανείς απ’ αυτούς δεν τόλμησε να ξαναπλησιάσει τις όχθες της λίμνης!
Ο Βασιλιάς πάει στον κήπο του και βλέπει πως τα δέντρα, οι θάμνοι και τα λουλούδια του ξεραίνονται
Η Βελανιδιά τού λέει πως ξεραίνεται γιατί δεν μπορεί να είναι τόσο ψηλή όσο το Πεύκο.
Γυρίζει προς το Πεύκο και το βλέπει πεσμένο κάτω γιατί δεν μπορεί να κάνει σταφύλια όπως το Αμπέλι.
Και το Αμπέλι ξεράθηκε γιατί δεν έκανε λουλούδια σαν την Τριανταφυλλιά.
Βλέπει την Τριανταφυλλιά να κλαίει γιατί δεν είναι γερή και δυνατή σαν τη Βελανιδιά.
Και ξάφνου, βλέπει ένα φυτό, μια Φρέζια, γεμάτη άνθη και πιο δροσερή από ποτέ.
Τη ρωτάει ο βασιλιάς:
«Πώς γίνεται και αναπτύσσεσαι τόσο καλά μέσα σ ’ αυτόν τον μαραμένο και θλιβερό κήπο;»
Το λουλούδι τού απαντάει:
«Δεν ξέρω. Ίσως γιατί υπέθετα πάντα ότι, όταν με φύτεψες, ήθελες φρέζιες. Αν ήθελες Βελανιδιά ή Τριανταφυλλιά, θα
είχες φυτέψει Βελανιδιά ή Τριανταφυλλιά.
Εκείνη τη στιγμή είπα μέσα μου: Τώρα, είναι η σειρά σου. Είσαι εδώ για να προσφέρεις την ευωδιά σου.
Κοιτάξου, απλώς, στον καθρέφτη.
Δεν γίνεται να είσαι άλλος άνθρωπος.
Μπορείς να χαίρεσαι και να ανθίζεις ποτισμένος με την αγάπη για τον εαυτό σου, ή να μαραίνεσαι καταδικασμένος από εσένα τον ίδιο.
Από το βιβλίο Ο Δρόμος της Αυτοεξάρτησης – Bucay
by Αντικλείδι.
