Σχέσεις
Όταν ήμουν μικρή, δεν πίστευα καθόλου στα παραμύθια, μεγάλη το έπαθα το κακό!
Πετσόκοβα τα μαλλάκια από τις κούκλες που μου χάριζαν κι έτρεχα να παίξω με τα σπαθιά και τα τόξα που έφτιαχνα από τα κλαδιά της φουντουκιάς. Γελούσα με το γυάλινο γοβάκι και θαρρούσα πως η Σταχτοπούτα έπρεπε απλά να πάει στο χορό ξυπόλητη, ο πρίγκιπας αν την αγαπούσε δεν θα την άφηνε να φύγει.
Στη ζωή αρνήθηκα ελεημοσύνες ευτυχίας και δώρα ξεπουλήματος, γρατσουνίζοντας πολλάκις τα ποδαράκια μου στα αγκάθια και τις τσουκνίδες. Βούτηξα στα λασπόνερα όταν χρειάστηκε και φιλτράρισα τις αξίες μου. Κάθε στιγμή μου τη σημάδεψα ψίχουλο ψίχουλο να μου χαράζει πορεία και το μονοπάτι το διέσχισα με δρασκελιές και όχι βήματα.
Πλήρωσα τα καμώματά μου ακριβά και τα στραβά τα δέχτηκα να με σφαλιαρίζουν δίχως μετάνοιες και μοιρολατρίες. Όταν κλάφτηκα σκούπισα με καραβόπανο τα δάκρυα και όταν γέλασα βροντοφώναξα τόσο που ακούστηκα μέχρι την άλλη άκρη του πλανήτη. Σιχάθηκα τη μιζέρια και μέθυσα στα θέλω μου. Όλα στη φωτιά και ακόμη ακόμη και την ψυχή μου, στο γόνατο την έκοψα μερίδες σαν ήταν αναγκαίο και όταν το ‘νιωσα, αδίσταχτα τις μοίρασα για φαγοπότι στα θηρία και τις σαύρες, στις ύαινες και τα φίδια. Κάποια κομμάτια της όμως δεν κατάφεραν ποτέ να μου τ’ αρπάξουν, τα άφησα να πετάξουν ψηλά σαν αετόπουλα, πάνω από τα σύννεφα σε καθαρό ουρανό, και όσο και να μου λέγαν σταμάτα, εγώ δεν απαρνήθηκα ποτέ την αδιάκοπη φύση μου. Ελεύθερες στιγμές έβλεπα στον ορίζοντα, με γλάρους και πεταλούδες έκανα παρέα, μ’ αυτά πορεύτηκα μια ζωή κι ας λέγαν ότι θέλαν. Στη μοίρα παλιά δεν πίστευα, μα όταν μου το φύλαξε και με κυνήγησε, κατάματα την κοίταξα και τσιγγάνικα της χόρεψα το χορό του πολέμου.
Διάβασα· ΠΟΛΥ. Σπούδασα· ΠΟΛΥ. Ταξίδεψα· ΠΟΛΥ. Δούλεψα· ΠΟΛΥ. Ερωτεύτηκα· ΠΟΛΥ. Αγαπήθηκα· ΠΟΛΥ. Μισήθηκα – θέλω να πιστεύω ΛΙΓΟ.
Δεν έμαθα να σκύβω το κεφάλι μήτε όμως και να προσποιούμαι το λυγμό μου. Δάγκωσα τα χείλη και αγκομαχώντας έπαιξα κορόνα γράμματα το αύριο και μία και δυο και άλλες, απίθανες φορές ξαναξεκίνησα, ανακατάταξα, ματαμπόρεσα! .
Δε μου χαρίστηκαν τα βραβεία και οι περγαμηνές, τα κέρδισα με το σπαθί μου. Δε δέχτηκα τα διαμάντια της εκποίησης, ότι κατάφερα ή απαρνήθηκα είναι ατόφια κατορθώματά μου. Απόλυτα και γενναιόδωρα αγνάντεψα το μελτέμι και τη φουρτούνα αντάμα και με μακροβούτια κορόιδεψα το άγνωστο ή απέφυγα το γνωστό.
Προσπάθησα· να μην εκφυλίσω αυτά που ένιωσα· να μη μαγαρίσω τα αισθήματά μου· να μην τσιγκουνευτώ τα χαμόγελά μου. Φιλοδώρημα στη ζωή όλες οι ευκαιρίες και όλα τα χτυποκάρδια.
Στις συμβουλές? Δεν είμαι ομολογώ ιδιαίτερα καλή να τις ακολουθώ. Εξάλλου, δεν εθελοτυφλώ, το έργο αυτό το ξέρω καλά, γεννήθηκα για να αλητεύω, με τη συμβατικότητα μάλωσα από πολύ νωρίς.
Εδώ οι δράκοι, αλλά δίπλα τους και η νεραϊδόσκονη. Καλό το μαζί, μπορώ όμως και το χώρια. Μούσκεμα στη βροχή μα χαϊδεμένη και στον ήλιο.
Άφθαρτη ακόμη, πιο σοφή από πριν, σημαδεμένη μα νικήτρια απ’ το χθες, πιο χαμογελαστή από το τώρα, γεμάτη και ικανοποιημένη, τα παραμύθια πλέον πραγματικά πιστεύω πως υπάρχουν και είναι ευλογία να ζεις με τη μαγεία τους. Ενίοτε με κοροϊδεύουν και πονάνε, μα με κάνουν ονειροπόλα, δυνατή, αισιόδοξη. Και αλώβητη. Ζω· ΠΟΛΥ.
Από την φίλη μου Χριστίνα
- Ήμουν ένα όμορφο νεαρό κορίτσι στα 26 μου ερωτεύτηκα και έφτιαξα το σπίτι μου.
Ο άντρας μου μορφωμένος, αφοσιώθηκα στον σύντροφό μου και στο να μεγαλώσω τα παιδιά μου, έδωσα τον εαυτό μου πλήρως με όλη την αγάπη της γυναίκας και της μητέρας.
Σταμάτησα να σκέφτομαι τον εαυτό μου. Ο σύζυγός μου αν κι μορφωμένος ήταν αντίθετος να συνεχίσω την δουλειά μου και την καριέρα μου, δεσμευμένη στην οικογένειά μου φροντίζοντας τα πάντα. Τότε άρχισα να ξεχνώ τον εαυτό μου.
Ναι, ξέχασα τον εαυτό μου για να φροντίζω τα παιδιά μου, να τα εκπαιδεύω, να φροντίζω τις ανάγκες τους, έγινα εξαιρετική μητέρα. Ήταν δική μου ευθύνη ως μητέρα, ήθελα να μεγαλώσω πολύτιμους ανθρώπους.
Ξέχασα τον εαυτό μου, για πολλά χρόνια, ίσως, δεκαετίες χωρίς να το καταλάβω, η υγεία μου και το σώμα μου άλλαζε… μεγάλωσα,,, ένα ατύχημα μου δημιουργούσε άγχος και κρίσεις πανικού, όλοι ήταν αδιάφοροι, το ένστικτό μου με προειδοποίησε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, ωστόσο δεν το άκουσα.
Ξέχασα τον εαυτό μου, όταν μεγάλωσαν τα παιδιά μου, αφοσιώθηκα στο να κάνω τις ανάγκες τους: να φροντίζω τα εγγόνια και να φτιάχνω γεύματα, συνοδευόμενα από φωνές και κακομεταχείριση από αυτούς στους οποίους έδωσα τόση αγάπη. Δεν ήμουν τίποτα για αυτούς.
Ξέχασα τον εαυτό μου… και σήμερα ο σύντροφός μου θέλει να με εγκαταλείψει, γιατί έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του με τα παιδιά, δεν έχει πλέον δεσμεύσεις γιατί έχει ήδη τελειώσει τη δέσμευσή του ως πατέρας.
Ξέχασα τον εαυτό μου και δεν είχα συνέειδητοποιησα ότι ο σύντροφός μου με είχε ήδη εγκαταλείψει πριν από πολλά χρόνια,
Τώρα, μόνη εγκαταλελειμμένη, στην πόρτα του γήρατος γεμάτη αρρώστιες.
Γυριζω πίσω το χρόνο και βλέπω τη ζωή μου, ήμουν σύζυγος και μητέρα που είχα προσφέρει τη ζωή μου για την οικογένειά μου, πίστεψα ότι ήμουν σημαντική για την οικογένειά μου, αλλά δεν ήταν έτσι.
Αν μπορούσα να σου δώσω μια συμβουλή, φίλη, νοικοκυρά, αφοσιωμένη στον άντρα σου και στα παιδιά σου, θα ήταν ότι, ΝΑΙ να είσαι καλή σύζυγος και μητέρα, αλλά μην ξεχνάς να είσαι γυναίκα, μην ξεχνάς τον εαυτό σου, βρες δουλειά για να μην εξαρτάσαι από κανέναν κι από τίποτα.
Μην αφήσεις τη ζωή να σου πάρει τα καλύτερα χρόνια, να θυμάσαι ότι έχεις μόνο τον εαυτό σου.!
Και σταμάτησα να γράφω
Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και με ένα κόμπο στο λαιμό, έκλαψα και έκλαψα… την αγκάλιασα και της ζήτησα συγγνώμη που την εγκατέλειψα.
<< Ένα κείμενο αφιερωμένο σε όλες τις Μητέρες”
Aπό το Μένουμε Ελλάδα
1. Ο Βασιλιάς και το αλάτι (Λιβυκό Λαϊκό Παραμύθι)
Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς που ρώτησε τις τρεις κόρες του πόσο τον αγαπούν. Η μεγαλύτερη απάντησε όσο το χρυσάφι, η μεσαία όσο τον ήλιο και το φεγγάρι ενώ η μικρότερη όσο το αλάτι. Ο βασιλιάς έγινε έξαλλος με την τρίτη του κόρη καθώς πίστευε πως το μέγεθος της αγάπης της κόρης του ήταν ασήμαντο. Την έδιωξε από το παλάτι λέγοντάς της πως δε θέλει να την ξανά δει.
Η κοπέλα περιπλανήθηκε για χρόνια με μεγάλο παράπονο που τόσο άδικα την έδιωξε ο πατέρας της. Ένας πρίγκιπας που την είδε την ερωτεύτηκε και την παντρεύτηκε. Μετά από πολλά χρόνια έμαθε πως, στο δικό της βασίλειο, θα έδιναν γεύμα προς τιμήν του πατέρα της.
Διέταξε όλα τα φαγητά που θα σερβιριστούν να είναι ανάλατα και να μη δοθεί αλάτι, όσο και αν ζητήσουν.
Όταν ο πατέρας της άρχισε να τρώει, πέταξε θυμωμένος το κουτάλι και είπε πως είναι όλα άνοστα. Ζήτησε να του δώσουν αλάτι. Αρνήθηκαν και θύμωσε ακόμα πιο πολύ. «Θα φύγω», φώναζε, «αφού δε μπορείτε να μου δώσετε κάτι τόσο σημαντικό όσο το αλάτι». Και τότε, η κοπέλα απάντησε, «μα εσείς κάποτε διώξετε την κόρη σας επειδή σας είπε πως σας αγαπάει σαν το αλάτι». Ο βασιλιάς την αναγνώρισε και έπεσε στα πόδια της με κλάματα παρακαλώντας να τον συγχωρέσει. Η κοπέλα τον συγχώρεσε.
Του τόνισε πως από δω και πέρα δεν πρέπει να υποτιμάει τα απλά πράγματα στη ζωή, όπως είναι το αλάτι.
2. Οι δύο λύκοι (Ινδιάνικο Παραμύθι)
Ένα νέο αγόρι μίας φυλής Ινδιάνων αναρωτιόταν τι ήταν η ψυχή. Ρωτούσε τους πάντες μα κανενός η απάντηση, δεν ήταν ικανοποιητική. Μέχρι που ρώτησε τον ηλικιωμένο αρχηγό της φυλή τους. Εκείνος του μίλησε για τους δύο λύκους που υπάρχουν στη ψυχή κάθε ανθρώπου. Το αγόρι κάθισε δίπλα του και ο αρχηγός ξεκίνησε να του μιλάει για τη μάχη μεταξύ των δυο λύκων που υπάρχουν στις ψυχές όλων των ανθρώπων.
Ο ένας λύκος είναι το κακό και ότι συμβολίζει: το θυμό, τη ζήλια, τη θλίψη, την απογοήτευση, την απληστία, την αλαζονεία, την ενοχή, την προσβολή, την κατωτερότητα, το ψέμα, τη ματαιοδοξία και την υπεροψία. Ο άλλος λύκος είναι το καλό και ότι συμβολίζει: τη χαρά, την ειρήνη, την αγάπη, την ελπίδα, την ηρεμία, την ταπεινοφροσύνη, την ευγένεια, τη φιλανθρωπία, τη συμπόνια, τη γενναιοδωρία, την αλήθεια και την ευσπλαχνία.
Το αγόρι σκέφτηκε για ένα λεπτό και μετά τον ρώτησε «Και ποιος λύκος κερδίζει;» Ο γέρος Ινδιάνος απάντησε «Αυτός που ταΐζεις».
3. Ο Κύκλος του 99 (Χόρχε Μπουκάι, Αργεντινή)
Κάποτε σε ένα βασίλειο ζούσε ένας υπηρέτης που ήταν μονίμως χαρούμενος. Όλη μέρα τραγουδούσε, έκανε πλάκες και όλοι γύρω του, διασκέδαζαν μαζί του. Κάποια στιγμή, ο βασιλιάς φανερά εκνευρισμένος με τη χαρά του υπηρέτη του, τον ρώτησε «Πώς γίνεται εγώ, ένας βασιλιάς, να έχω όλα τα πλούτη και να είμαι λυπημένος ενώ εσύ ένας υπηρέτης να είσαι χαρούμενος;» Ο υπηρέτης απάντησε «Γιατί να μην είμαι; Έχω την υγεία μου, την οικογένειά μου, στέγη και φαγητό. Τι άλλο θα μπορούσα να ζητήσω;». Τον βασιλιά δεν τον έπεισε η εξήγηση του υπηρέτη. Φώναξε ένα σοφό σύμβουλό του, εξηγώντας του την κατάσταση.
Ο σοφός του εξήγησε πως ο υπηρέτης είναι χαρούμενος γιατί δεν είχε μπει στον κύκλο του 99.
Θα μπορούσε να τον βάλει αλλά θα έχανε για πάντα το χαμόγελό του και τη θέση του θα έπαιρνε ένας μίζερος υπηρέτης. Ο βασιλιάς σκέφτηκε, αφού δε γέλαγε ο ίδιος, δε θα έπρεπε να γελάει κανείς. Έτσι, ζήτησε από το σοφό να βάλει τον υπηρέτη του στον κύκλο του 99. Ο σοφός ζήτησε ένα πουγκί με 99 χρυσά νομίσματα, ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο και το άφησε έξω από το σπιτάκι του υπηρέτη. Ανοίγοντας την πόρτα ο υπηρέτης βρήκε το πουγκί. Αμέσως σχηματίστηκε έκπληξη στο πρόσωπό του, φόβος και ερευνητική ματιά μήπως ήταν κανένας τριγύρω.
Μπήκε γρήγορα στο σπίτι του. Άδειασε το περιεχόμενο και χρυσά νομίσματα έπεσαν στο πάτωμα. Δεν πίστευε αυτό που έβλεπε! Ένας θησαυρός, όλος δικός του. Άρχισε να παίζει με τα νομίσματα και να τα τοποθετεί σε στοίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρεις, … ταυτόχρονα, έκανε και το άθροισμα. Που είναι το τελευταίο; Μέτρησε πάλι τις στοίβες για να βρει το λάθος, τίποτα. Δεν μπορεί, τα νομίσματα έπρεπε να ήταν εκατό.
Τα ενενήντα εννέα ήταν πολλά αλλά του έλειπε ένα.
Συνεχώς σκεφτόταν, τι θα έπρεπε να κάνει για να αγοράσει ακόμα ένα χρυσό νόμισμα. Θα έπρεπε να βρει και δεύτερη δουλειά. Θα έβαζε τη γυναίκα του να δουλέψει και θα έκαναν σκληρή οικονομία στο σπίτι. Έτσι, σε έξι χρόνια θα είχαν αγοράσει το εκατοστό νόμισμα και μετά θα ήταν άρχοντας! Τους μήνες που ακολούθησαν ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδιά του. Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κοιμόταν λίγο αλλά επέμενε στην απόφασή του.
Ο υπηρέτης είχε μπει στον κύκλο του ενενήντα εννέα. Επειδή δεν άντεχε άλλο τη γκρίνια και τη μιζέρια του, ο βασιλιάς τον έδιωξε από το παλάτι. Ο σοφός που ήταν μάρτυρας σε όλα αυτά είπε στο βασιλιά «Σας το είπα ότι θα τον διώχνατε αν τον έβαζα στον κύκλο του 99. Ο κύκλος είναι μία «ιδεολογία» που την έχουμε όλοι, πάντα κάτι να μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι και δυστυχώς, μόνο αν είμαστε ικανοποιημένοι μπορούμε να απολαύσουμε όσα έχουμε».
4. Η Σαρανταποδαρούσα που χόρευε όμορφα (Τζόστειν Γκάρντερ, Νορβηγία)
Ήταν κάποτε μία σαρανταποδαρούσα που ήξερε να χορεύει υπέροχα με τα σαράντα ποδαράκια της. Κάθε φορά που χόρευε μαζεύονταν γύρω της όλα τα ζώα του δάσους για να την θαυμάσουν. Όλα ήταν γοητευμένα από την τέχνη της.
Μόνο ένα ζώο δεν άντεχε, από τη ζήλια του, ο βάτραχος. Σκεφτόταν συνεχώς πως θα την έκανε να σταματήσει το χορό. Δε μπορούσε, φυσικά, να πει ότι ο χορός δεν του άρεσε και δε μπορούσε να ισχυριστεί ότι ο ίδιος χόρευε καλύτερα γιατί ,απλά, κανείς δε θα τον πίστευε. Με τα πολλά, σκέφτηκε ένα πραγματικά διαβολικό σχέδιο.
Κάθισε και έγραψε στη σαρανταποδαρούσα ένα γράμμα.
«Ασύγκριτη χορεύτρια σαρανταποδαρούσα, είμαι ένας ταπεινός θαυμαστής της εξαίσιας χορευτικής σου τέχνης και πολύ θα ήθελα να μάθω πως ακριβώς χορεύεις. Σηκώνεις πρώτα το αριστερό πόδι υπ’ αριθμ.27 και ύστερα το δεξί πόδι υπ’ αριθμ.12; Ή αρχίζεις το χορό σηκώνοντας το δεξί πόδι υπ’ αριθμ.33 και ύστερα το δεξί πόδι υπ’ αριθμ.39; Περιμένω με ανυπομονησία την απάντησή σου. Με όλη μου την αγάπη, το Βατράχι.»
Μόλις η σαρανταποδαρούσα πήρε το γράμμα άρχισε να σκέφτεται, για πρώτη φορά στη ζωή της, πως ακριβώς χόρευε. Ποιο πόδι σήκωνε πρώτο; Ποιο πόδι ερχόταν δεύτερο;
Η σκέψη της, είχε πνίξει τη φαντασία της και με τη φαντασία της χόρευε.
Έτσι, η σαρανταποδαρούσα μας δε ξανά χόρεψε ποτέ.
5. Ο Άνθρωπος, το άλογο και ο σκύλος (Πάουλο Κοέλιο, Βραζιλία)
Ένας άνθρωπος, το άλογό του και ο σκύλος του, περπατούσαν σε ένα δρόμο. Ξαφνικά έπιασε μία δυνατή βροχή και έτρεξαν να κρυφτούν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Τότε τους χτύπησε ένας κεραυνός και έχασαν τις ζωές τους. Δεν αντιλήφθηκαν όμως ότι είχαν περάσει στον άλλο κόσμο και θεώρησαν ότι σταμάτησε η βροχή, οπότε μπορούσαν να συνεχίσουν την πεζοπορία τους. Ο δρόμος ήταν ανηφορικός, ο ήλιος έκαιγε και οι τρεις είχαν διψάσει πολύ. Μέχρι που συνάντησαν μία τεράστια πύλη που οδηγούσε σε ένα υπέροχο μέρος.
Ο άνθρωπος ρώτησε το φύλακα της πύλης ποιο ήταν αυτό το μέρος και ο φύλακας απάντησε πως ήταν ο παράδεισος. Ο άνθρωπος ρώτησε και πάλι, αν θα μπορούσαν να ξαποστάσουν και να πιουν λίγο νερό. Τότε ο φύλακας του απάντησε πως ο άνθρωπος μπορεί, τα ζώα όχι. Ο άνθρωπος, όσο και αν διψούσε, δε μπορούσε να αφήσει τους φίλους του. Χαιρέτισε και έφυγε.
Βρέθηκε σε ένα μονοπάτι ακόμα πιο όμορφο που τον οδήγησε σε μία πύλη που όμοια δεν είχε ξανά δει. Ένας πανέμορφος τόπος! Πλησίασε τον φύλακα της πύλης και τον ρώτησε αν θα μπορούσαν να ξεδιψάσουν κάπου και ο φύλακας τους οδήγησε σε μία πηγή. Ήπιαν αρκετό νερό και αφού ξεδίψασαν, ο άνθρωπος ρώτησε το φύλακα πως λέγεται αυτό το μέρος και ο φύλακας απάντησε πως είναι ο παράδεισος. Ο άνθρωπος απορημένος του είπε πως και στην άλλη πύλη που ρώτησε, πάλι ο παράδεισος είπαν ότι είναι. Και ο φύλακας απάντησε
«Όχι, εκεί ήταν η κόλαση. Εκεί μένουν όλοι αυτοί που είναι ικανοί να εγκαταλείψουν απλόχερα τους φίλους τους μόνο για τη δική τους ευχαρίστηση.»
Ο καθένας χρειάζεται ένα μέρος όπου θα νιώθει άνετα να κλαίει. Στα 27 μου, βρήκα ένα μέρος λίγο απροσδόκητο: ένα παντοπωλείο που ανήκε σε έναν 94χρονο Έλληνα, γράφει η Νικολέτα Ρίτσαρτσον στο today.com και συνεχίζει:
Δάκρυα χαράς, δάκρυα λύπης, δάκρυα απογοήτευσης – όλα χύθηκαν μπροστά στον Κυριάκο, έναν μπακάλη με ομώνυμη επιχείρηση. Κάπου ανάμεσα στις κονσέρβες με τον μπακλαβά, τους γεμάτους με ελιές κουβάδες και τις σειρές με το εισαγόμενο ελαιόλαδο, εμείς, δύο άγνωστοι με διαφορά γενεών, μετατραπήκαμε απροσδόκητα σε φίλους ζωής.
Το 2019, ο νυν σύζυγός μου, Σαμ, και εγώ μετακομίσαμε στην Αστόρια, την ελληνική γειτονιά στο Κουίνς της Νέας Υόρκης. Ως κάποια που πήγαινε στην Αστόρια με τον παππού της μεγαλώνοντας, ήμουν ενθουσιασμένη που θα συνδεόμουν με τους γείτονές μου σε μια αναζήτηση βαθύτερης πολιτισμικής ένταξης.
Την πρώτη φορά που συνάντησα τον Κυριάκο, χρειαζόμουν μια χάρη. Είχαμε μόλις μετακομίσει και η εταιρεία φυσικού αερίου έπρεπε να ανοίξει το αέριο στο διαμέρισμά μας. Επειδή όμως κάποιος έμενε στο υπόγειο όπου βρισκόταν ο διακόπτης του φυσικού αερίου της πολυκατοικίας, η εταιρεία αερίου μου είπε ότι μπορούσαν να μπουν μόνο αν υπήρχε κάποιος -εκτός από μένα- από τη
Πανικοβλήθηκα. Δεν ήξερα κανέναν. Ποιος θα ήταν διαθέσιμος να διακόψει τη μέρα του για να σταθεί σε ένα τυχαίο υπόγειο για κάποιον που δεν γνώριζε καν;
Περιπλανήθηκα στη γωνία και είδα μια μπλε τέντα με εισαγόμενα ελληνικά προϊόντα στη βιτρίνα. Με υποδέχτηκε ένας ασπρομάλλης άντρας με μπλε ποδιά πίσω από τον πάγκο. Του εξήγησα τα πράγματα, και αν και κατάλαβα ότι δεν μιλούσε άπταιστα αγγλικά, κατάλαβε αρκετά. Σοκαρίστηκα όταν συμφώνησε να με βοηθήσει.
Το γκάζι μας άνοιξε με επιτυχία και ο Κυριάκος κατευθύνθηκε πίσω στο μαγαζί του πριν προλάβω να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου. Όταν πετάχτηκα ξανά για να τον ευχαριστήσω, ελαχιστοποίησε το μέγεθος της χάρης και μου δώρισε έναν χυμό για να τον πάρω σπίτι. Η ανταλλαγή αυτή μου άφησε κάτι πολύ περισσότερο από μια σόμπα που δούλευε και έναν χυμό στο ψυγείο: είχα βρει έναν αξιόπιστο γείτονα που ενσάρκωνε το «φιλότιμο», μια αμετάφραστη ελληνική λέξη που αντιπροσωπεύει έναν άνθρωπο που είναι αυθεντικά και ανιδιοτελώς δοτικός προς τους άλλους.
Ο Κυριάκος με έσωσε πολλές φορές
Κατά τη διάρκεια των επόμενων μηνών, ο Κυριάκος με έσωσε πολλές φορές – όταν δεν είχα αρκετά μετρητά για να πληρώσω ένα προϊόν ή όταν απλά ήθελα να δω ένα φιλικό πρόσωπο κατά τη διάρκεια των πρωινών μου διαδρομών. Γνώρισε τον Σαμ, τους γονείς μου, τη θεία μου και τα ξαδέλφια μου και μου μίλησε για τα παιδιά και τα εγγόνια του. Ο Κυριάκος έλαμπε κάθε φορά που έδειχνε τη φωτογραφία του εγγονού του, που αποφοίτησε από το Χάρβαρντ, κολλημένη στον τοίχο πίσω από το ταμείο.
Παρενέβη ακόμη και όταν με πρόσλαβε ένας γείτονας που υποπτευόμουν από καιρό ότι με περιφρονούσε επειδή δεν μιλούσα ελληνικά. Ο άνδρας είχε αρχίσει να κάνει ανάρμοστα σχόλια που με κορόιδευαν και μου υπενθύμιζαν ότι η «ελληνικότητά» μου δεν ήταν αρκετή.
Μια μέρα είχα τελειώσει το τρέξιμο και καθώς πλησίαζα στην πόρτα, ο γείτονας μου είπε: «Φαίνεται ότι παχαίνεις». Το αίμα μου έβρασε. Ήμουν μπερδεμένη, πληγωμένη, θυμωμένη και σε πλήρη δυσπιστία που αυτό το άτομο είχε το θράσος να σχολιάζει το σώμα μιας γυναίκας με τέτοια ανεμελιά.
Το επόμενο πρωί, με την καρδιά μου ακόμα βαριά, μπήκα στο κατάστημα του Κυριάκου. Όταν με χαιρέτησε, με δυσκολία συγκράτησα τα συναισθήματά μου. Καθώς του είπα τι συνέβη, το πρόσωπο του που έδειχνε ανησυχία μετατράπηκε ξαφνικά σε θυμό, καθώς άρχισε να επαναλαμβάνει: «Θα του μιλήσω».
Δεν ξαναείδα ποτέ εκείνον τον άνθρωπο έξω από την πόρτα μου.
Ο Κυριάκος δεν νοιαζόταν αν μιλούσα ελληνικά ή αν ήμουν από την Ελλάδα, και δεν με έκρινε με βάση την αντίληψή του για μένα ως Ελληνίδα. Αναγνώρισε την περηφάνια μου ως κάποια που ταυτιζόταν ως Ελληνοαμερικανίδα και τη λαχτάρα μου να συνδεθώ με τους γύρω μου και με αγκάλιασε – όχι γι’ αυτό που οι άλλοι ήθελαν να είμαι, αλλά γι’ αυτό που ήμουν.
Μετά την πανδημία
Όταν χτύπησε η πανδημία, ο Σαμ κι εγώ φύγαμε από το διαμέρισμά μας για να μείνουμε για λίγο με τις οικογένειές μας. Όταν επιστρέψαμε μήνες αργότερα, ανυπομονούσα να επισκεφτώ τον Κυριάκο.
Μπήκα στο μαγαζί του και κοιταχτήκαμε πίσω από τις μπλε μάσκες μας. Τα μάτια μου βούρκωσαν. Κάναμε βασικές ερωτήσεις που, εκείνη την εποχή, είχαν μεγάλη βαρύτητα: «Πώς αισθάνεσαι; Πώς είναι η οικογένειά σου; Είσαι καλά;». Ανακουφίστηκα όταν άκουσα ότι η υγεία του ήταν μια χαρά, και μπερδεύτηκα όταν έμαθα ότι κράτησε το κατάστημά του ανοιχτό καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας, δουλεύοντας – απ’ όσο ήξερα – μόνος του.
Εκ των υστέρων κατάλαβα ότι αυτό δεν αποτελεί έκπληξη: Ο Κυριάκος ευδοκιμεί προσφέροντας στους ανθρώπους που περνούν την πόρτα του.
Όπως και στις περισσότερες επισκέψεις μου για να δω τον Κυριάκο, δεν έμεινα εκεί για πολύ: Τα φτωχά ελληνικά μου και τα σπαστά αγγλικά του μας άφησαν να περιοριζόμαστε στη συζήτηση. Αλλά κατά τη διάρκεια αυτής της συγκεκριμένης επίσκεψης, με αποκάλεσε «υιοθετημένη εγγονή του» και καθώς έφυγα με ένα κουτί μπακλαβά, δώρο, συνειδητοποίησα ότι το συναίσθημα ήταν αμοιβαίο. Ο υιοθετημένος μου παππούς.
Τον Αύγουστο του 2022
Είχα μόλις επιστρέψει από ένα ταξίδι στην Ελλάδα με τη μαμά μου, και ήμουν έτοιμη να πω στον Κυριάκο τα πάντα γι’ αυτό, καθώς και να εξασκήσω τις νεοαποκτηθείσες δεξιότητές μου στην ελληνική γλώσσα. Ο Σαμ κι εγώ είχαμε μετακομίσει από τη γειτονιά, αλλά επέστρεφα για να τον επισκέπτομαι.
Μπήκα μέσα με το «yassou» (γεια σου) και το πρόσωπό του φωτίστηκε. Τον ρώτησα πώς ήταν, και τότε η χαρά του μετατράπηκε γρήγορα σε θλίψη. Ο Κυριάκος είχε χάσει ένα στενό μέλος της οικογένειάς του και φαινόταν συντετριμμένος. Του είπα πόσο τον αγαπούσε η οικογένειά του, οι φίλοι και οι γείτονές του. Ο Κυριάκος τότε με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια, χωρίς να συγκρατεί δάκρυα ή συναισθήματα, και είπε: «Δεν με άφησες; Έτσι δεν είναι;».
Η καρδιά μου βυθίστηκε στο στήθος μου.
«Φυσικά και δεν σε άφησα!» είπα.
Αγκαλιαστήκαμε – δεν χρειαζόταν να χρησιμοποιήσει λόγια για να καταλάβω το βάρος αυτού που μόλις είπε. Τον διαβεβαίωσα ότι θα επέστρεφα, και καθώς έβγαινα έξω με ένα κουτί ελληνικά μπισκότα με πορτοκάλι και κανέλα που ονομάζονται μελομακάρονα, το είπε ξανά σαν να το παγίωνε στο σύμπαν: «Δεν με άφησες, έτσι δεν είναι;».
Μια ισχυρή φιλία με διαφορά ηλικίας
Όλο αυτό το διάστημα, πίστευα ότι τον χρειαζόμουν περισσότερο από ό,τι εκείνος εμένα, αλλά εκείνη η επίσκεψη άλλαξε τη νοοτροπία μου. Ο Κυριάκος υποδέχεται αμέτρητα πρόσωπα σε καθημερινή βάση και έχω παρατηρήσει ότι τα συναντά με την ίδια αβίαστη στοργή που έχω αγαπήσει και θαυμάσει. Αλλά δεν ξέρεις ποτέ τι περνάει κάποιος άλλος, και το να εμφανιστείς μπροστά σε κάποιον είναι συχνά το πιο σημαντικό πράγμα που μπορούμε να κάνουμε ο ένας για τον άλλον – ακόμη και αν δεν είμαστε σίγουροι ότι το χρειαζόμαστε.
Δεν γνωρίζω τα μυστικά της προσωπικής ζωής του Κυριάκου, αλλά ξέρω ότι είναι πρόθυμος να δώσει ένα χέρι βοήθειας, όποιος κι αν είσαι. Ξέρω ότι είναι ένας σκληρά εργαζόμενος άνθρωπος, που του αρέσει να διευθύνει το μαγαζί του και να φροντίζει, να ταΐζει τους φίλους και την οικογένειά του. Ξέρω ότι είναι πατέρας και παππούς που αγαπάει την οικογένειά του με όλη του την καρδιά και ότι έχει περάσει από στενοχώριες. Ξέρω ότι δεν περιμένει κανένα αντάλλαγμα για την καλοσύνη του, αλλά ότι έχει σημασία όταν αυτή ανταποδίδεται. Ξέρω ότι ξέρει πόσα σημαίνει για μένα και το αντίστροφο.
Μέχρι σήμερα, ο Κυριάκος εξακολουθεί να ανοίγει το κατάστημά του, να γεμίζει τα ράφια, να υποδέχεται τους πελάτες και να διευθύνει μια επιχείρηση που λειτουργεί ως ασφαλής χώρος για τους γείτονες. Ανησυχώ γι’ αυτόν, αλλά ξέρω επίσης ότι το κατάστημα δεν είναι απλώς μια επιχείρηση – είναι μια σανίδα σωτηρίας γι’ αυτό που αγαπάει να κάνει: να προσφέρει πίσω και να στηρίζει την κοινότητά του.
Aπό in.gr
“Δεν είναι θέμα ηθικολογίας. Είναι θέμα οπτικής…Για μένα λοιπόν η καλλιτεχνία δεν είναι επάγγελμα. Μια γυναίκα η οποία έχει πέντε παιδιά, δεν έχει σύζυγο, καθαρίζει σκάλες και παρ’ όλα αυτά βγάζει ένα μπολάκι με νερό για το αδέσποτο ή σε κοιτάει και σου λέει “καλημέρα”, για μένα είναι καλλιτέχνης .
Καλλιτέχνης δεν γίνεσαι όταν πιάσεις ένα μικρόφωνο, ένα πινέλο ή ένα στιλό. Ο τρόπος που αντιμετωπίζεις την ασχήμια, τη μεταβολίζεις και τη δίνεις πίσω ως καλοσύνη ή ως φως, ο τρόπος που στέκεσαι απέναντι στις σκοτεινές στιγμές της ζωής σου, για μένα σε κάνει καλλιτέχνη, ανεξαρτήτως επαγγέλματος.”
(Via: Σωτήρης Τσαφούλιας)
«Ένας αστρονόμος είπε:
Δάσκαλε, τι έχεις να πεις για το Χρόνο;
Κι εκείνος αποκρίθηκε:
Θα θέλατε να μετρήσετε το χρόνο που είναι χωρίς μέτρα και άμετρος.
Θα θέλατε να προσαρμόσετε τη διαγωγή σας, ακόμα και να κατευθύνετε την πορεία της ψυχής σας, σύμφωνα με τις ώρες και τις εποχές.
Θα θέλατε να κάνετε τό χρόνο ένα ποταμάκι για να καθήσετε στην όχθη του και να παρακολουθείτε τό κύλισμά του.
Και μήπως δεν είναι ό Χρόνος όπως είναι ή αγάπη, αδιαίρετος και χωρίς ρυθμό;
Αλλα αν στη σκέψη σας έχετε ανάγκη να μετράτε το χρόνο σε εποχές, κάνετε κάθε εποχή να περιλαμβάνει όλες τις άλλες εποχές,
Και κάνετε τό σήμερα να αγκαλιάζει το παρελθόν με την ανάμνηση και το μέλλον με τη λαχτάρα.
Ώστόσο, το άχρονο που είναι μέσα σας έχει επίγνωση του άχρονου της ζωής.
Και ξέρει ότι το χθες δεν είναι τίποτα περισσότερο από την ανάμνηση του σήμερα, και τo αύριο, τo όνειρο του σήμερα.
Κι ότι αυτό που τραγούδα και διαλογίζεται μέσα σας κατοικεί ακόμα μέσα στα όρια της πρώτης εκείνης στιγμής που διασκόρπισε τα αστέρια στό διάστημα.
Ποιός ανάμεσά σας δε νιώθει ότι η δύναμή του ν’ αγαπά είναι απεριόριστη;
Αλλά και ποιός,ώστόσο, δεν αισθάνεται στι αυτή η ίδια η αγάπη, αν και απεριόριστη, είναι αιχμαλωτισμένη μέσα στό κέντρο της ύπαρξης του,
και δεν πετά από σκέψη αγάπης σε άλλη σκέψη αγάπης, ούτε από πράξεις αγάπης σε άλλες πράξεις αγάπης;
Και μήπως δεν είναι ο χρόνος όπως η αγάπη, αδιαίρετος και χωρίς ρυθμό;
Αλλά, αν στη σκέψη σας έχετε ανάγκη να μετράτε το χρόνο σε εποχές, κάνετε κάθε εποχή να περιλαμβάνει όλες τις άλλες εποχές.
Και κάνετε το σήμερα να αγκαλιάζει το παρελθόν με την ανάμνηση και το μέλλον με τη λαχτάρα.»
Χαλίλ Γκιμπράν – Χρόνος
Μια μέρα ήξερες επιτέλους
τι έπρεπε να κάνεις, και ξεκίνησες,
αν και οι φωνές γύρω σου
φώναζαν συνεχώς τις
κακές συμβουλές τους
αν και το όλο το σπίτι
άρχισε να τρέμει
και αισθάνθηκες το παλιό δυνατό τράβηγμα
στους αστραγάλους σου.
«Βελτίωσε τη ζωή μου!»
κάθε φωνή φώναζε.
Μα δεν σταμάτησες.
Ήξερες τι έπρεπε να κάνεις,
αν και ο άνεμος εξέταζε
με τα σκληρά του δάχτυλα
τα ίδια αυτά θεμέλια
αν και η μελαγχολία τους
ήταν τρομερή. Ήταν ήδη αρκετά
αργά, και ήταν μια άγρια νύχτα,
και ο δρόμος γεμάτος πεσμένα
κλαδιά και πέτρες.
Μα, σιγά-σιγά,
καθώς άφηνες τις φωνές τους πίσω,
τα αστέρια άρχισαν να καίνε
μέσα από τα φύλλα των νεφών,
και υπήρχε μια νέα φωνή,
την οποία σιγά-σιγά
αναγνώρισες ως δική σου,
που σε κράτησε συντροφιά
καθώς βημάτιζες όλο και βαθύτερα
στον κόσμο,
αποφασισμένος να κάνεις
το μόνο πράγμα που μπορούσες να κάνεις
– αποφασισμένος να σώσεις
τη μόνη ζωή που μπορούσες να σώσεις.
Μαίρη Όλιβερ, 1935-2019
Είμαστε μία γενιά που δεν θα γυρίσει ποτέ … Μια γενιά που πήγε σχολείο και γύρισε πίσω με τα πόδια.
Μια γενιά που έκανε τα μαθήματά της μόνη της για να βγει το συντομότερο δυνατό να παίξει στο δρόμο.
Μια γενιά που περνούσε όλο τον ελεύθερο χρόνο της στο δρόμο.
Μια γενιά που έπαιζε κρυφτό όταν ήταν σκοτάδι. Μια γενιά που έφτιαχνε κέικ λάσπης.
Μια γενιά που μάζευε μπάλες. Μια γενιά που αγαπούσε τα lollies.
Μια γενιά που έφτιαχνε χάρτινα παιχνίδια με γυμνά χέρια .
Μια γενιά που μάζευε φωτογραφίες και άλμπουμ με αποκόμματα.
Μια γενιά που είχε γονείς, όχι ηλικιωμένους.
Μια γενιά που γέλασε λίγο πριν τον ύπνο για να μην ξέρουν οι γονείς ότι είμαστε ακόμα ξύπνιοι.
Μια γενιά που περνάει και δυστυχώς δεν θα επιστρέψει ποτέ!!!
Συκοφαντία
Γιατί δάκρυσες παιδί μου;
Απαίσιο δεν είναι όταν σε μαλώνουν για το τίποτα;
Γέμισες μελάνια από το γράψιμο – γι’ αυτό σε λένε βρώμικο;
Θα τολμούσες να αποκαλέσεις την πανσέληνο βρώμικη
γιατί γέμισε το πρόσωπό της μελάνια;
Για καθετί ασήμαντο εσένα κατηγορούν,
παιδί μου. Εκείνοι είναι αλάνθαστοι.
Έσχισες τα ρούχα σου παίζοντας
– γι’ αυτό σε λένε απρόσεκτο;
Πώς θα αποκαλούσαν ένα φθινοπωρινό πρωινό
που χαμογελάει μέσα απ’ τα ακατάστατά του σύννεφα;
Μη νοιάζεσαι γι’ αυτά που λένε για σένα,παιδί μου.
Απαριθμούν τις σκανδαλιές σου.
Όλοι ξέρουν ότι αγαπάς τα γλυκά
– γι’ αυτό σε λένε λαίμαργο;
Κι εμάς που σε αγαπάμε πώς θα μας λέγανε;
Να φεύγεις από σχέσεις και από ανθρώπους που δεν έδωσαν αγώνα για να σε κρατήσουν,
από ανθρώπους που σε θεωρούσαν δεδομένο, δεδομένη στη ζωή τους.
Από ανθρώπους που σε άφησαν να φύγεις και δεν διεκδίκησαν την αλλαγή.
Να φεύγεις. Να μην δραπετεύεις όμως. Γιατί αν δραπετεύσεις, κινδυνεύεις να ξαναγυρίσεις.
Να φεύγεις με το κεφάλι ψηλά. με αξιοπρέπεια, γιατί δεν σου δίνουν αυτό που ποθείς.
Γιατί η σχέση πρέπει να είναι πόθος, πάθος, σεβασμός, έλξη, έρωτας και αγάπη.
Και να μην φοβάται ο άλλος να δείχνει τα συναισθήματά του.
Γιατί στη σχέση ο άλλος πρέπει να σου δείχνει ότι σε θέλει, όπως του δείχνεις και εσύ,
και όχι να μαντεύεις…..
Και να αγαπάς. Εκείνον. Εκείνην. Αλλά να αγαπάς και τον εαυτό σου και να τον φροντίζεις.
Να φεύγεις από σχέσεις που σε κάνουν να αμφισβητείς τον εαυτό σου.
Γιατί ο δρόμος για την αυτοεκτίμηση δύσκολα χτίζεται, εύκολα όμως γκρεμίζεται.
Και ίσως χρειάζεται να φύγεις για να σε αναζητήσουν και να καταλάβουν ότι
άξιζες να είσαι στη ζωή τους. Και αν δεν το κάνουν, δεν πειράζει.
Και αν δεν το καταλάβουν, γιατί δεν θα μπορούν για τους δικούς τους λόγους, πάλι δεν πειράζει.
Πειράζει για εκείνους, όχι όμως για εσένα. Γιατί αυτό θα σημαίνει ότι εσύ πήρες την σωστή απόφαση. Σημαίνει ότι εσύ έφυγες από μία σχέση που ο άλλος δεν θα σε αντιμετώπιζε ποτέ όπως σου άξιζε.
Και εσύ….. Εσύ πάντα θα έκανες υποχωρήσεις και εκείνος θα μάθαινε στις υποχωρήσεις σου
και θα σου ζητούσε και άλλες, μέχρι που δεν θα είχες κάτι άλλο να δώσεις.
Να φεύγεις λοιπόν…..
Γιατί … «Έχω και εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς…
Μα δεν σκοτώνω άστρα…» ✨️
Κική Δημουλά
Βρισκόμαστε στη νοτιοανατολική επαρχία Χουνάν της Κίνας. Φανταστείτε απόκρημνες κορυφές από ψαμμίτη, βαθιά χαραγμένες κοιλάδες ποταμών και ομίχλη που σκεπάζει τους ορυζώνες. Τα βουνά καλύπτουν περισσότερο από το 80% της περιοχής. Τα απομονωμένα χωριά στις πλαγιές των λόφων αναπτύσσονται ανεξάρτητα το ένα από το άλλο.Εδώ, κρυμμένο ανάμεσα στις βραχώδεις πλαγιές και τα αγροτικά χωριά των ποταμών, γεννήθηκε η Nüshu. Πριν από περίπου 400 χρόνια, οι γυναίκες ήταν περιορισμένες στα δωμάτια τους με δεμένα πόδια. Έπρεπε να κάπως να τα βγάλουν πέρα. Ώσπου βρήκαν έναν τρόπο να εκφράζουν τις πιο προσωπικές τους σκέψεις η μία στην άλλη, χωρίς να τις καταλαβαίνουν οι άνδρες.
Μια κρυφή απειλούμενη γλώσσα μόνο για γυναίκες
Η Nüshu είναι μια συλλαβική γραφή – που σημαίνει «γυναικεία γραφή» στα κινεζικά – και αναδείχθηκε στην κομητεία Jiangyong του Χουνάν. Το γιατί άνθισε σε αυτό το απομακρυσμένο μέρος, παραμένει ένα μυστήριο. Είναι αξιοσημείωτο ότι, για εκατοντάδες ή ενδεχομένως χιλιάδες χρόνια, αυτή η ανείπωτη γραφή παρέμεινε άγνωστη στον έξω κόσμο μέχρι τη δεκαετία του 1980.
Ορισμένοι ειδικοί πιστεύουν ότι η γλώσσα μόνο για γυναίκες χρονολογείται από τη δυναστεία Σονγκ (960-1279) ή ακόμη και από τη δυναστεία Σανγκ πριν από περισσότερα από 3.000 χρόνια. Είναι μια φωνητική γραφή που διαβάζεται από τα δεξιά προς τα αριστερά και αντιπροσωπεύει ένα συνονθύλευμα τεσσάρων τοπικών διαλέκτων που μιλιούνται στην αγροτική Jiangyong.
Κάθε σύμβολο αντιπροσωπεύει μια συλλαβή και γράφτηκε με ακονισμένα ραβδιά μπαμπού και αυτοσχέδιο μελάνι τα καμένα υπολείμματα των γουόκ. Επηρεασμένο από τους κινεζικούς χαρακτήρες, το στυλ του είναι παραδοσιακά πιο επιμηκυμένο με καμπύλες, νηματοειδείς γραμμές που κλίνουν διαγώνια προς τα κάτω.
Περιγράφεται και ως «γραφή κουνουπιών» από τους ντόπιους λόγω της αγκαθωτής εμφάνισής της. Η γραφή μεταβιβάστηκε από τις αγρότισσες μητέρες στις κόρες τους και εφαρμόστηκε μεταξύ αδελφών και φίλων στη φεουδαρχική κοινωνία της Κίνας. Η τελευταία άριστη γνώστρια πέθανε στις 20 Σεπτεμβρίου 2004 σε ηλικία 98 ετών.
Αν και η Nüshu δεν μιλιόταν, οι γυναίκες στις κοινωνικές συγκεντρώσεις τραγουδούσαν και απήγγειλαν ποιήματα. Αυτά κυμαίνονταν από παιδικά τραγούδια μέχρι αφιερώσεις γενεθλίων και προσωπικές λύπες ή παράπονα για γάμο.
Αυτή η ελάχιστα γνωστή γραπτή γλώσσα αναβιώνει σήμερα στο μικροσκοπικό χωριό Puwei, το οποίο περιβάλλεται από τον ποταμό Xiao και είναι προσβάσιμο μόνο μέσω μιας μικρής κρεμαστής γέφυρας. Επτά διερμηνείς ή «κληρονόμοι» της γλώσσας, μαθαίνουν να διαβάζουν, να γράφουν, να τραγουδούν και να κεντάνε Nüshu.
Ένας κώδικας αντίστασης απέναντι στην πατριαρχική κοινωνία
Η Nüshu παρείχε έναν τρόπο στις γυναίκες να αντιμετωπίζουν τις οικιακές και κοινωνικές δυσκολίες. Βοήθησε στη διατήρηση δεσμών φιλίας σε διαφορετικά χωριά. Κεντούσαν τα συντροφικά λόγια σε υφάσματα, μαντήλια, βαμβακερές ζώνες και τα έγραφαν σε βιβλία και χάρτινες βεντάλιες.
Οι ηλικιωμένες γυναίκες συχνά συνέθεταν αυτοβιογραφικά τραγούδια για να διηγηθούν στις φίλες τους τις εμπειρίες τους. Ήθελαν να προωθήσουν την ηθική και να διδάξουν σε άλλες γυναίκες πώς να είναι καλές σύζυγοι μέσω της αγνότητας, της ευσέβειας και του σεβασμού.
Εκείνη την εποχή οι γυναίκες, των οποίων τα πόδια ήταν μεταφορικά και κυριολεκτικά δεμένα, στερούνταν εκπαιδευτικών προνομίων. Πολλές από αυτές τις γυναίκες ήταν αναλφάβητες και απλώς εξασκούνταν στο να αντιγράφουν τη Nüshu όπως την έβλεπαν. Με την πάροδο του χρόνου, δημιουργήθηκε μια ξεχωριστή γυναικεία κουλτούρα που υπάρχει ακόμη και σήμερα
Αρχικά θεωρήθηκε ως πράξη ανυπακοής απέναντι στην άκρως πατριαρχική κοινωνία της Κίνας. Ιστορικά, δεν ήταν κοινωνικά αποδεκτό για τις Κινέζες γυναίκες να μιλούν ανοιχτά για τις προσωπικές τους τύψεις, δυσκολίες της αγροτικής ζωής ή τα συναισθήματα θλίψης. Η Nüshu παρείχε μια διέξοδο στις γυναίκες και συνέβαλε στους δεσμούς γυναικείας φιλίας και υποστήριξης.
Αυτό είχε μεγάλη σημασία σε μια κοινωνία που κυριαρχούνταν από άνδρες. Οι γυναίκες που δημιούργησαν αυτόν τον ισχυρό δεσμό ήταν γνωστές ως «ορκισμένες αδελφές». Ήταν συνήθως μια ομάδα τριών ή τεσσάρων νέων γυναικών που έδιναν όρκο φιλίας γράφοντας επιστολές η μια στην άλλη.
Δίπλα σε ένα πηγάδι,
κανείς δεν διψάει.
Δίπλα σε μια αδελφή,
κανείς δεν απελπίζεται.
(Κείμενο Nüshu από τον καθηγητή Zhao Liming, μέσω του Tim Brookes στο «The Endangered Alphabets Project»)
Ενώ ήταν αναγκασμένες να παραμένουν υποταγμένες στους άνδρες των οικογενειών τους, οι ορκισμένες αδελφές έβρισκαν παρηγοριά μεταξύ τους. H Nüshu έχει ολοκληρώσει την ιστορική της αποστολή ως πολιτιστικό εργαλείο για τις εργαζόμενες γυναίκες της κατώτερης τάξης που δεν είχαν το δικαίωμα στην εκπαίδευση.
Πλέον αφήνει μόνο την όμορφη καλλιγραφία, τη σοφία και το γενναίο πνεύμα στις μελλοντικές γενιές γυναικών.
Γράφει η Βασιλίνα Ριστάνη
Είτε είμαστε λάτρεις της βρισιάς είτε όχι, πολλοί από εμάς πιάνουμε τους εαυτούς μας είτε ηθελημένα είτε άθελά μας να βρίσουμε ξανά και ξανά. Οι βρισιές δεν έχουν ενταχθεί στο επιστημονικό ενδιαφέρον και μέχρι σήμερα θεωρούνταν σημάδι επιθετικότητας, αδύναμης γλωσσικής επάρκειας ή ακόμη και χαμηλής νοημοσύνης.
Ωστόσο, αυτό ενδέχεται και να αλλάξει, αφού πλέον υπάρχουν κάποια στοιχεία που αμφισβητούν αυτή την άποψη.
Μια ανασκόπηση περισσότερων από 100 ακαδημαϊκών εργασιών σχετικά με το θέμα από διαφορετικούς κλάδους δημοσιεύτηκε στο Lingua, δείχνει ότι η χρήση λέξεων ταμπού μπορεί να επηρεάσει βαθιά τον τρόπο που σκεφτόμαστε, ενεργούμε και σχετιζόμαστε μεταξύ μας.
Οι άνθρωποι συχνά συνδέουν τις βρισιές με την κάθαρση – την απελευθέρωση ισχυρών συναισθημάτων. Είναι αναμφισβήτητα διαφορετικό – και πιο ισχυρό από – άλλες μορφές χρήσης της γλώσσας.
Είναι ενδιαφέρον ότι για τους ομιλητές περισσότερων από μίας γλωσσών, η κάθαρση είναι σχεδόν πάντα μεγαλύτερη όταν βρίζει κανείς στην μητρική του γλώσσα από ό,τι σε οποιαδήποτε γλώσσα που έμαθε στη συνέχεια.
Η δύναμη της βρισιάς προκαλεί τα συναισθήματα.
Οι βρισιές προκαλούν τα συναισθήματα. Αυτό μπορεί να μετρηθεί με αυτόνομες αποκρίσεις όπως αυξημένη εφίδρωση και μερικές φορές αυξημένος καρδιακός ρυθμός. Αυτές οι αλλαγές υποδηλώνουν ότι οι βρισιές μπορεί να ενεργοποιήσουν τη λειτουργία «μάχη ή φυγή».
Η νευροεπιστημονική έρευνα δείχνει ότι οι βρισιές μπορεί να εντοπίζονται σε διαφορετικά μέρη του εγκεφάλου από άλλες περιοχές ομιλίας. Συγκεκριμένα, μπορεί να ενεργοποιήσει μέρη του «μεταιχμιακού συστήματος» (συμπεριλαμβανομένων χαρακτηριστικών που είναι γνωστά ως βασικά γάγγλια και αμυγδαλή).
Αυτές οι βαθιές δομές εμπλέκονται σε πτυχές της επεξεργασίας της μνήμης και των συναισθημάτων που είναι ενστικτώδεις και δύσκολο να ανασταλούν. Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί η βρισιά μπορεί να παραμείνει ανέπαφη σε άτομα που έχουν υποστεί εγκεφαλική βλάβη και δυσκολεύονται να μιλήσουν.
Τα πειράματα που βασίζονται στο εργαστήριο δείχνουν επίσης γνωστικά αποτελέσματα. Γνωρίζουμε ότι οι βρισιές προσελκύουν περισσότερη προσοχή και οι άνθρωποι τις θυμούνται καλύτερα από άλλες λέξεις. Αλλά παρεμβαίνουν επίσης στη γνωστική επεξεργασία άλλων λέξεων/ερεθισμάτων και έτσι φαίνεται ότι οι βρισιές μερικές φορές μπορούν να εμποδίσουν και τον τρόπο σκέψης.
Αυτό μπορεί, ωστόσο, να αξίζει τον κόπο – τουλάχιστον μερικές φορές. Σε πειράματα που απαιτούσαν από τους ανθρώπους να βυθίσουν το χέρι τους σε παγωμένο νερό, οι βρισιές προκαλούν ανακούφιση από τον πόνο. Σε αυτές τις μελέτες, μια βρισιά οδηγεί σε υψηλότερη ανοχή στον πόνο και υψηλότερο κατώφλι πόνου σε σύγκριση με τις ουδέτερες λέξεις. Άλλες μελέτες έχουν βρει αυξημένη σωματική δύναμη σε άτομα μετά από βρισιές.
Η δύναμη της βρισιάς στις σχέσεις μας
Σύμφωνα λοιπόν με την ιστοσελίδα healthstories.gr, οι βρισιές δεν επηρεάζουν μόνο τον σωματικό και ψυχικό μας εαυτό – επηρεάζουν επίσης τις σχέσεις μας με τους άλλους. Η έρευνα στην επικοινωνία και τη γλωσσολογία έχει δείξει μια σειρά από διακριτούς κοινωνικούς σκοπούς της βρισιάς – από την έκφραση επιθετικότητας και την πρόκληση προσβολής έως τον κοινωνικό δεσμό, το χιούμορ και την αφήγηση ιστοριών.
Η κακή γλώσσα μπορεί ακόμη και να μας βοηθήσει να διαχειριστούμε την ταυτότητά μας και να επιδείξουμε οικειότητα και εμπιστοσύνη, καθώς και να ενισχύσουμε την προσοχή και την κυριαρχία στους άλλους ανθρώπους.
Σκάβοντας βαθύτερα
Παρά το γεγονός ότι έχει τόσο αξιοσημείωτη επίδραση στη ζωή μας, επί του παρόντος γνωρίζουμε πολύ λίγα για το από πού αντλείται η δύναμή της βρισιάς. Είναι ενδιαφέρον ότι, όταν ακούμε μια βρισιά σε μια άγνωστη γλώσσα, φαίνεται ακριβώς όπως κάθε άλλη λέξη και δεν θα παράγει κανένα από αυτά τα αποτελέσματα – δεν υπάρχει τίποτα ιδιαίτερο στον ήχο της ίδιας της λέξης που είναι παγκοσμίως προσβλητικό.
Άρα, η δύναμη δεν πηγάζει από τις ίδιες τις λέξεις. Ομοίως, δεν είναι εγγενές στις έννοιες ή τους ήχους της λέξης: ούτε οι ευφημισμοί ούτε οι παρόμοιες ηχητικές λέξεις έχουν τόσο βαθιά επίδραση πάνω μας.
Μια εξήγηση είναι ότι η «αποκρουστική προετοιμασία» – η χρήση τιμωρίας για την αποτροπή συνεχιζόμενων βρισιών – εμφανίζεται συνήθως κατά την παιδική ηλικία. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει μια σύνδεση μεταξύ της χρήσης της γλώσσας και της συναισθηματικής απόκρισης. Αν και αυτή η υπόθεση ακούγεται σωστή, αποδεικνύεται ασθενώς από λίγες μόνο μελέτες που έχουν διερευνήσει αναμνήσεις παιδικής τιμωρίας για βρισιές. Δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου εμπειρικές μελέτες για τις σχέσεις μεταξύ τέτοιων αναμνήσεων και απαντήσεων ενηλίκων στις βρισιές.
Βρισιά, μουσική και εφηβεία
Για να καταλάβουμε γιατί οι βρισιές έχουν τόσο βαθιά επίδραση πάνω μας, πρέπει να διερευνήσουμε τη φύση των αναμνήσεων των ανθρώπων για τις βρισιές. Ποια ήταν τα σημαντικά περιστατικά βρισιάς; Οι βρισιές έφερναν πάντα δυσάρεστες συνέπειες, όπως τιμωρία, ή υπήρχαν και οφέλη; Τι γίνεται με τις συνεχείς εμπειρίες των ανθρώπων που βρίζουν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους; Εξάλλου, η έρευνά μας δείχνει ότι οι βρισιές μπορεί μερικές φορές να βοηθήσουν τους ανθρώπους να δεθούν μεταξύ τους.
Είναι πιθανό ότι υπάρχει παρόμοιο μοτίβο μνήμης με αυτό της μουσικής – θυμόμαστε και μας αρέσουν καλύτερα τα τραγούδια που ακούγαμε κατά την εφηβεία. Αυτό συμβαίνει γιατί, όπως και η μουσική, οι βρισιές αποκτούν νέο νόημα στην εφηβεία. Γίνεται ένας σημαντικός τρόπος να ανταποκριθούμε στα έντονα συναισθήματα που έχουμε κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου και μια πράξη που σηματοδοτεί την ανεξαρτησία από τους γονείς και τη σύνδεση με τους φίλους. Έτσι, οι βρισιές και τα τραγούδια που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου μπορεί να συνδεθούν για πάντα με σημαντικές και άκρως αξέχαστες εμπειρίες.
Ένα τελευταίο σημείο που πρέπει να εξεταστεί είναι αν η βρισιά θα αρχίσει να χάνει τη δύναμή της εάν γίνει πιο κοινωνικά αποδεκτή και έτσι χάσει την προσβλητικότητά της. Προς το παρόν, πάντως, η βρισιά σίγουρα παραμένει αγένεια και χοντράδα.t
Από Τα Νεα
Η Μέρα της Αποτυχίας. Οι Φινλανδοί το αποφάσισαν, στις 13 Οκτωβρίου μιλάμε για τα λάθη μας
Η αποτυχία της κοινωνίας μας είναι ότι δεν αποδέχεται την αποτυχία. Είναι κάτι σαν άγραφος κανόνας: αν αποτύχεις, αυτομάτως στιγματίζεσαι, μηδενίζεσαι και πάλι απ΄την αρχή. Αυτή τη ρετσινιά, αυτή τη λάθος κουλτούρα αποφάσισαν να αλλάξουν οι Φινλανδοί οι οποίοι διοργανώνουν τη Μέρα της Αποτυχίας. Σε σχολεία, εταιρείες, καφέ, σε δημόσιους χώρους, μαζεύονται και μιλάνε ανοιχτά για τις ιστορίες αποτυχίας τους -ακόμα και τις πιο ντροπιαστικές- και μαθαίνουν ο ένας από τα λάθη του άλλου. Θέλουν, όπως λένε, να σπάσουν αυτό το φαύλο κύκλο: αποτυγχάνεις, δεν αποδέχεσαι την αποτυχία σου, ενίοτε τη φορτώνεις στους άλλους, ντρέπεσαι να μιλήσεις για τα λάθη σου, δε βρίσκεις εγκαίρως τη σωστή λύση, αποτυγχάνεις ολοκληρωτικά. Και το τίμημα για την κοινωνία είναι μεγάλο, λένε οι διοργανωτές της Day of Failure. Με το φόβο της αποτυχίας δεν προχωράμε μπροστά, δεν ξεκινάμε κάτι νέο και τολμηρό. Το 2012 οι Φινλανδοί αποφάσισαν να προάγουν την ημέρα αυτή σε Διεθνή, με στόχο να σταματήσει κάποια στιγμή ο στιγματισμός της αποτυχίας, δηλαδή οι άνθρωποι να επιβραβεύονται για το θάρρος τους παρά το τελικό αποτέλεσμα. Σε αυτή την ιδανική κοινωνία περισσότερα όνειρα θα γίνονται πραγματικότητα.
Από doctv
«Η ψυχή γερνάει, όταν σταματήσεις να αγαπάς το παιδί μέσα σου..»
Δε γερνάς επειδή ασπρίζουν τα μαλλιά σου
ή αποκτάς τις πρώτες ρυτίδες.
Γερνάς όταν μαυρίζει η καρδιά σου
και αρρωσταίνουν οι σκέψεις σου.
Γερνάς όταν σταματάς να γελάς, να χορεύεις, να ερωτεύεσαι!
Όταν αφήνεις τη συνήθεια να σου φτιάχνει το καθημερινό σου πρόγραμμα, όταν μιζεριάζεις και οι εκφράσεις του προσώπου σου είναι μονίμως μελαγχολικές.
Κανένας δε γερνάει όταν κάνει πράγματα που τον ευχαριστούν
κι όταν δεν επιτρέπει η καρδιά του να γεμίζει δηλητήριο.
Κανένας δε γερνάει όταν πλημμυρίζει τη ζωή του με αγάπη, ευγένεια, χαμόγελα, όνειρα..
Γερνάει όμως όταν επιτρέπει σε τοξικούς ανθρώπους
να έχουν χώρο στη ζωή του.
Γερνάει από τα αρνητικά συναισθήματα,
τις απαισιόδοξες σκέψεις,
τα απωθημένα που εκδικούνται επειδή αγνοήθηκαν!
Δες λίγο τα παιδιά! Τσακώνονται και αμέσως αγκαλιάζονται.Κατεβάζουν μούτρα μεταξύ τους και την ίδια ώρα κανονίζουν το επόμενο παιχνίδι τους. Ας τα μιμηθούμε λίγο. Ας μην επιτρέψουμε στην ψυχή μας να διαγράψει το παιδί που έχει μέσα της.
Είχαν δίκιο οι παλιοί που έλεγαν «θα γεράσεις γρήγορα αν θυμώνεις, αν γκρινιάζεις και αν μιζεριάζεις συνεχώς!» Λέω να το σκεφτούμε!
Δέσποινα Χατζάκη
