Σχέσεις
Μια γριούλα πέρασε..
Στάθηκε, ανασήκωσε απ’ το καλάθι που κρατούσε μερικά συκόφυλλα που το σκέπαζαν, διάλεξε και με φίλεψε δυο σύκα.
– Με γνωρίζεις κυρά μου; τη ρώτησα..
– Όχι παιδί μου, είναι ανάγκη να σε γνωρίζω για να σε φιλέψω;
Άνθρωπος δεν είσαι; Άνθρωπος είμαι και εγώ, δεν φτάνει;
Γέλασε… ένα δροσερό κοριτσίστικο γέλιο..
Και τράβηξε το δρόμο της κούτσα κούτσα κατά το κάστρο.
Έσταζαν τα δυο σύκα μέλι, ποτέ θαρρώ δεν γεύτηκα πιο νόστιμα. Τα ‘τρωγα και με δρόσιζαν τα λόγια της γριάς..
«άνθρωπος είσαι, άνθρωπος κι εγώ, φτάνει!»Φίλεμα το λέμε στην ελληνική γλώσσα…..
Είναι φορές που ένα πανέρι μήλα μπορεί να φανερώσει όλο το πλέγμα των εθίμων φιλοξενίας στο χωριό.
Και είναι φορές που βλέπεις τα μάτια να χαμογελούν……μ’ ένα βλέμμα καθαρό……
Απλοί άνθρωποι….. αγράμματοι, αλλά με μία κίνηση φανερώνουν τη μαγεία της ανθρώπινης επικοινωνίας.
Απο Καλημέρα από το χωριό
«Ένα κρουαζιερόπλοιο άρχισε να βουλιάζει στη θάλασσα και έπρεπε άμεσα να εκκενωθεί από τους επιβάτες. Ένα ζευγάρι έτρεξε γρήγορα προς τις σωσίβιες λέμβους. Όταν έφτασαν όμως, είδαν έντρομοι ότι υπήρχε χώρος για να σωθεί μόνο ένα άτομο.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο άντρας έσπρωξε τη σύζυγό του και πριν προλάβει εκείνη να αντιδράσει, πήδηξε αυτός μέσα στη βάρκα.
Τότε η γυναίκα του, η οποία στέκονταν στο πλοίο που βυθίζονταν, φώναξε στον σύζυγό της μια φράση».
Η δασκάλα σταμάτησε την αφήγηση της, γύρισε προς τη τάξη και ρώτησε τα παιδιά:
– «Τι νομίζετε ότι του φώναξε;»
Οι περισσότεροι από τους μαθητές με ενθουσιασμό απάντησαν ότι η σύζυγος φώναξε: «Σε μισώ!», «Δεν το περίμενα ποτέ αυτό από εσένα» και «Νόμιζα ότι με αγαπούσες».
Η δασκάλα παρατήρησε ένα αγόρι που ήταν συνέχεια σιωπηλό.
Τον ρώτησε τι πίστευε ότι φώναξε η σύζυγος και αυτός της απάντησε:
– «Κυρία, νομίζω ότι του φώναξε: «Να προσέχεις το παιδί μας»».
Έκπληκτη η δασκάλα τον Διαβάστε τη συνέχεια »
“Μια φορά έλεγα: Ετούτος είναι Τούρκος και Βούλγαρος, ετούτος Έλληνας. Έχω εγώ κάμει πράματα για την πατρίδα, αφεντικό, που να σηκώνεται η τρίχα σου’ έσφαξα, έκλεψα, έκαψα χωριά, ατίμασα γυναίκες, ξεκλήρισα σπίτια… Γιατί; Γιατί, λέει, ήταν Βούλγαροι, Τούρκοι. Ου να χαθείς, παλιάνθρωπε, λέω συχνά στον εαυτό μου και τον μουντζώνω’ ου να χαθείς, κουτεντέ! Έβαλα μαθές γνώση, κοιτάζω τώρα τους ανθρώπους και λέω: Ετούτος είναι καλός άνθρωπος, εκείνος κακός. Δεν πάει να ‘ναι Βούλγαρος ή Ρωμιός; Το ίδιο μου κάνει’ είναι καλός, είναι κακός, αυτό μονάχα τώρα ρωτώ. Κι όσο γερνώ, ναι, μα το ψωμί που τρώγω, μου φαίνεται πως θ’ αρχίσω κι αυτό να μην το ρωτώ. Μωρέ, δεν πάει να ‘ταν καλός ή κακός! Όλους τους λυπούμαι, το σπλάχνο μου σκίζεται, όταν δω έναν άνθρωπο, κι ας καμώνουμαι πως δε μου καίγεται καρφί. Να, λέω, κι ο φουκαράς ετούτος τρώει, πίνει, αγαπάει, φοβάται, έχει κι αυτός το θεό του και τον αντίθεό του, θα τα κακαρώσει κι αυτός και θα ξαπλωθεί τέζα στο χώμα, θα τόνε φαν τα σκουλήκια… Ε τον κακομοίρη! Αδέρφια είμαστε όλοι… Κρέας για τα σκουλήκια!…”
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά
Η οικογένεια αποτελεί πάντοτε τον βατήρα, και κάποια στιγμή πρέπει να σταθούμε στην άκρη του και να πραγματοποιήσουμε το άλμα προς τον κόσμο και τη μετέπειτα ζωή.
Αν, καθώς πάω να πηδήξω από τον βατήρα, πιαστώ από κάπου και κρεμαστώ, θα μείνω εκεί να κρέμομαι και δεν θα πραγματοποιήσω το ταξίδι μου ποτέ.
Τι καλά που θα ήταν αν βρίσκαμε το θάρρος να πηδήξουμε από τον βατήρα μ’ έναν θεαματικό τρόπο! Αυτό μπορεί να γίνει αν ο βατήρας είναι υγιής. Αν η οικογενειακή σχέση είναι υγιής. Αν το ζευγάρι των γονιών είναι υποστηρικτικό.
Ο βατήρας αυτός πατάει πάνω σε τέσσερα βασικά στηρίγματα, τόσο σημαντικά, που αν δεν είναι στέρεα κανένα παιδάκι δεν μπορεί να περπατήσει πάνω του χωρίς να πέσει.
1. Το πρώτο στήριγμα είναι η αγάπη
Ένα παιδί που δεν ένιωσε ότι το αγάπησαν οι γονείς του, έχει μια θλιβερή ιστορία: θα του είναι πολύ δύσκολο να αγαπήσει τον εαυτό του. Η αγάπη για τον εαυτό μας μαθαίνεται μέσα από την αγάπη που δεχόμαστε από τους γονείς μας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να διδαχτούμε και αλλιώς, λέω απλώς ότι αυτός είναι ο καλύτερος τόπος και τρόπος για να το μάθουμε. Και βέβαια, ένα παιδί που δεν αγαπήθηκε δεν μπορεί ούτε το ίδιο να αγαπήσει, κι αν έτσι έχει συμβεί στη ζωή του, τι μπορεί να κάνει αργότερα στις σχέσεις του με τους άλλους;
Ο βατήρας που δεν έχει αυτό το στήριγμα είναι επικίνδυνος. Είναι δύσκολο να βαδίσει κανείς πάνω του. Είναι ένας βατήρας χωρίς ισορροπία.
2. Το δεύτερο στήριγμα είναι η εκτίμηση
Αν η οικογένεια δεν έχει ένα καλό απόθεμα αυτοεκτίμησης, αν οι γονείς θεωρούν ότι οι ίδιοι είναι ένα τίποτα, τότε και το παιδί θα αισθάνεται ένα τίποτα. Αν προέρχεται κανείς από ένα σπίτι όπου δεν τον εκτιμούν και δεν θεωρούν ότι αξίζει, δυσκολεύεται να πιστέψει ο ίδιος για τον εαυτό του ότι αξίζει. Τα σπίτια με ένα καλό επίπεδο αυτοεκτίμησης διαθέτουν κατάλληλους βατήρες.
Η Βιρτζίνια Σατίρ λέει: «Στις καλές οικογένειες, η χύτρα της αυτοεκτίμησης του σπιτιού είναι γεμάτη». Που σημαίνει: οι γονείς πιστεύουν ότι είναι αξιόλογοι άνθρωποι, πιστεύουν ότι τα παιδιά τους αξίζουν, ο μπαμπάς πιστεύει ότι η μαμά αξίζει, η μαμά πιστεύει ότι ο μπαμπάς αξίζει, ο μπαμπάς και η μαμά πιστεύουν ότι έχουν μια οικογένεια που αξίζει, και είναι κι οι δύο υπερήφανοι για την ομάδα που έχουν φτιάξει.
Όταν έρχεται σπίτι το παιδί και λέει: «Τι ωραία που είναι αυτή η οικογένεια!» τότε ξέρουμε πως ο βατήρας είναι γερός.
Όταν έρχεται το παιδί σπίτι και λέει: «Μπορώ να πάω να μείνω στο σπίτι της θείας Μαργαρίτας;»… τότε έχουμε πρόβλημα.
Όταν λέει ο πατέρας στο παιδί: «Γιατί τότε δεν πας να μείνεις με τη θεία σου τη Μαργαρίτα;» πάλι κάτι συμβαίνει.
3. Το τρίτο στήριγμα είναι οι κανόνες
Στην οικογένεια πρέπει να υπάρχουν κανόνες, με τη μόνη προϋπόθεση ότι δεν θα είναι αυστηροί. Οι κανόνες πρέπει να είναι ευέλικτοι, ελαστικοί, αμφισβητήσιμοι, συζητήσιμοι και διαπραγματεύσιμοι. Πάντως, πρέπει να υπάρχουν.
Ακριβώς όπως πιστεύω ότι οι κανόνες στην οικογένεια υπάρχουν για να μπορεί κανείς να τους παραβεί και είναι δική μας υποχρέωση να βάζουμε καινούργιους, πιστεύω και ότι η διαδικασία αυτή πρέπει να βασίζεται σε μια χρονική στιγμή που τα παιδιά έχουν μάθει να μεγαλώνουν και να ωριμάζουν σ’ ένα περιβάλλον με ασφάλεια και προστασία.
Αυτό είναι το περιβάλλον της οικογένειας. Οι κανόνες αποτελούν το πλαίσιο ασφάλειας και πρόβλεψης που είναι αναγκαίο για την ανάπτυξη μου. Ένα σπίτι χωρίς κανόνες δημιουργεί έναν βατήρα πάνω στον οποίο το παιδί δεν μπορεί να σταθεί για να κάνει το άλμα του στον κόσμο…
4. Το τελευταίο στήριγμα είναι η επικοινωνία
Για να μπορέσει να πραγματοποιηθεί το άλμα, είναι αναγκαίο να υπάρχει διαρκής και έντιμη επικοινωνία. Με κανένα άλλο θέμα δεν έχουν ασχοληθεί τόσο πολύ τα εγχειρίδια ψυχολογίας, όσο με αυτό της επικοινωνίας. Να διαβάζετε μαζί σαν ζευγάρι, να κουβεντιάζετε με τα παιδιά σας, να συζητάτε όλοι μεταξύ σας με την τηλεόραση κλειστή… Αυτός είναι ένας τρόπος για να ενισχυθεί η επικοινωνία, όχι όμως ο πιο σημαντικός.
Ουσιαστικό είναι αυτό που ξεκινάει με ερωτήσεις που κάνει κανείς με αληθινό ενδιαφέρον, μέσα από την καρδιά του: Πώς είσαι; Πώς τα πέρασες σήμερα; Θέλεις να κουβεντιάσουμε;
Και σ’ αυτό το στήριγμα —αποκλειστικά σ’ αυτό το στήριγμα—, στηρίζεται η δυνατότητα επανόρθωσης των υπολοίπων.
Αγάπη, εκτίμηση, κανόνες και επικοινωνία: πάνω σ’ αυτόν τον βατήρα στέκεται το παιδί νια να κάνει το άλμα του στη ζωή. Για να βαδίσει, καταρχάς, τον δρόμο της αυτοεξάρτησης και, στη συνέχεια, τον δρόμο της συνάντησης με τους άλλους.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι «Ο Δρόμος της Συνάντησης»
Όταν ήμουν μικρή, δεν πίστευα καθόλου στα παραμύθια, μεγάλη το έπαθα το κακό!
Πετσόκοβα τα μαλλάκια από τις κούκλες που μου χάριζαν κι έτρεχα να παίξω με τα σπαθιά και τα τόξα που έφτιαχνα από τα κλαδιά της φουντουκιάς. Γελούσα με το γυάλινο γοβάκι και θαρρούσα πως η Σταχτοπούτα έπρεπε απλά να πάει στο χορό ξυπόλητη, ο πρίγκιπας αν την αγαπούσε δεν θα την άφηνε να φύγει.
Στη ζωή αρνήθηκα ελεημοσύνες ευτυχίας και δώρα ξεπουλήματος, γρατσουνίζοντας πολλάκις τα ποδαράκια μου στα αγκάθια και τις τσουκνίδες. Βούτηξα στα λασπόνερα όταν χρειάστηκε και φιλτράρισα τις αξίες μου. Κάθε στιγμή μου τη σημάδεψα ψίχουλο ψίχουλο να μου χαράζει πορεία και το μονοπάτι το διέσχισα με δρασκελιές και όχι βήματα.
Πλήρωσα τα καμώματά μου ακριβά και τα στραβά τα δέχτηκα να με σφαλιαρίζουν δίχως μετάνοιες και μοιρολατρίες. Όταν κλάφτηκα σκούπισα με καραβόπανο τα δάκρυα και όταν γέλασα βροντοφώναξα τόσο που ακούστηκα μέχρι την άλλη άκρη του πλανήτη. Σιχάθηκα τη μιζέρια και μέθυσα στα θέλω μου. Όλα στη φωτιά και ακόμη ακόμη και την ψυχή μου, στο γόνατο την έκοψα μερίδες σαν ήταν αναγκαίο και όταν το ‘νιωσα, αδίσταχτα τις μοίρασα για φαγοπότι στα θηρία και τις σαύρες, στις ύαινες και τα φίδια. Κάποια κομμάτια της όμως δεν κατάφεραν ποτέ να μου τ’ αρπάξουν, τα άφησα να πετάξουν ψηλά σαν αετόπουλα, πάνω από τα σύννεφα σε καθαρό ουρανό, και όσο και να μου λέγαν σταμάτα, εγώ δεν απαρνήθηκα ποτέ την αδιάκοπη φύση μου. Ελεύθερες στιγμές έβλεπα στον ορίζοντα, με γλάρους και πεταλούδες έκανα παρέα, μ’ αυτά πορεύτηκα μια ζωή κι ας λέγαν ότι θέλαν. Στη μοίρα παλιά δεν πίστευα, μα όταν μου το φύλαξε και με κυνήγησε, κατάματα την κοίταξα και τσιγγάνικα της χόρεψα το χορό του πολέμου.
Διάβασα· ΠΟΛΥ. Σπούδασα· ΠΟΛΥ. Ταξίδεψα· ΠΟΛΥ. Δούλεψα· ΠΟΛΥ. Ερωτεύτηκα· ΠΟΛΥ. Αγαπήθηκα· ΠΟΛΥ. Μισήθηκα – θέλω να πιστεύω ΛΙΓΟ.
Δεν έμαθα να σκύβω το κεφάλι μήτε όμως και να προσποιούμαι το λυγμό μου. Δάγκωσα τα χείλη και αγκομαχώντας έπαιξα κορόνα γράμματα το αύριο και μία και δυο και άλλες, απίθανες φορές ξαναξεκίνησα, ανακατάταξα, ματαμπόρεσα! .
Δε μου χαρίστηκαν τα βραβεία και οι περγαμηνές, τα κέρδισα με το σπαθί μου. Δε δέχτηκα τα διαμάντια της εκποίησης, ότι κατάφερα ή απαρνήθηκα είναι ατόφια κατορθώματά μου. Απόλυτα και γενναιόδωρα αγνάντεψα το μελτέμι και τη φουρτούνα αντάμα και με μακροβούτια κορόιδεψα το άγνωστο ή απέφυγα το γνωστό.
Προσπάθησα· να μην εκφυλίσω αυτά που ένιωσα· να μη μαγαρίσω τα αισθήματά μου· να μην τσιγκουνευτώ τα χαμόγελά μου. Φιλοδώρημα στη ζωή όλες οι ευκαιρίες και όλα τα χτυποκάρδια.
Στις συμβουλές? Δεν είμαι ομολογώ ιδιαίτερα καλή να τις ακολουθώ. Εξάλλου, δεν εθελοτυφλώ, το έργο αυτό το ξέρω καλά, γεννήθηκα για να αλητεύω, με τη συμβατικότητα μάλωσα από πολύ νωρίς.
Εδώ οι δράκοι, αλλά δίπλα τους και η νεραϊδόσκονη. Καλό το μαζί, μπορώ όμως και το χώρια. Μούσκεμα στη βροχή μα χαϊδεμένη και στον ήλιο.
Άφθαρτη ακόμη, πιο σοφή από πριν, σημαδεμένη μα νικήτρια απ’ το χθες, πιο χαμογελαστή από το τώρα, γεμάτη και ικανοποιημένη, τα παραμύθια πλέον πραγματικά πιστεύω πως υπάρχουν και είναι ευλογία να ζεις με τη μαγεία τους. Ενίοτε με κοροϊδεύουν και πονάνε, μα με κάνουν ονειροπόλα, δυνατή, αισιόδοξη. Και αλώβητη. Ζω· ΠΟΛΥ.
Από την φίλη μου Χριστίνα
- Ήμουν ένα όμορφο νεαρό κορίτσι στα 26 μου ερωτεύτηκα και έφτιαξα το σπίτι μου.
Ο άντρας μου μορφωμένος, αφοσιώθηκα στον σύντροφό μου και στο να μεγαλώσω τα παιδιά μου, έδωσα τον εαυτό μου πλήρως με όλη την αγάπη της γυναίκας και της μητέρας.
Σταμάτησα να σκέφτομαι τον εαυτό μου. Ο σύζυγός μου αν κι μορφωμένος ήταν αντίθετος να συνεχίσω την δουλειά μου και την καριέρα μου, δεσμευμένη στην οικογένειά μου φροντίζοντας τα πάντα. Τότε άρχισα να ξεχνώ τον εαυτό μου.
Ναι, ξέχασα τον εαυτό μου για να φροντίζω τα παιδιά μου, να τα εκπαιδεύω, να φροντίζω τις ανάγκες τους, έγινα εξαιρετική μητέρα. Ήταν δική μου ευθύνη ως μητέρα, ήθελα να μεγαλώσω πολύτιμους ανθρώπους.
Ξέχασα τον εαυτό μου, για πολλά χρόνια, ίσως, δεκαετίες χωρίς να το καταλάβω, η υγεία μου και το σώμα μου άλλαζε… μεγάλωσα,,, ένα ατύχημα μου δημιουργούσε άγχος και κρίσεις πανικού, όλοι ήταν αδιάφοροι, το ένστικτό μου με προειδοποίησε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, ωστόσο δεν το άκουσα.
Ξέχασα τον εαυτό μου, όταν μεγάλωσαν τα παιδιά μου, αφοσιώθηκα στο να κάνω τις ανάγκες τους: να φροντίζω τα εγγόνια και να φτιάχνω γεύματα, συνοδευόμενα από φωνές και κακομεταχείριση από αυτούς στους οποίους έδωσα τόση αγάπη. Δεν ήμουν τίποτα για αυτούς.
Ξέχασα τον εαυτό μου… και σήμερα ο σύντροφός μου θέλει να με εγκαταλείψει, γιατί έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του με τα παιδιά, δεν έχει πλέον δεσμεύσεις γιατί έχει ήδη τελειώσει τη δέσμευσή του ως πατέρας.
Ξέχασα τον εαυτό μου και δεν είχα συνέειδητοποιησα ότι ο σύντροφός μου με είχε ήδη εγκαταλείψει πριν από πολλά χρόνια,
Τώρα, μόνη εγκαταλελειμμένη, στην πόρτα του γήρατος γεμάτη αρρώστιες.
Γυριζω πίσω το χρόνο και βλέπω τη ζωή μου, ήμουν σύζυγος και μητέρα που είχα προσφέρει τη ζωή μου για την οικογένειά μου, πίστεψα ότι ήμουν σημαντική για την οικογένειά μου, αλλά δεν ήταν έτσι.
Αν μπορούσα να σου δώσω μια συμβουλή, φίλη, νοικοκυρά, αφοσιωμένη στον άντρα σου και στα παιδιά σου, θα ήταν ότι, ΝΑΙ να είσαι καλή σύζυγος και μητέρα, αλλά μην ξεχνάς να είσαι γυναίκα, μην ξεχνάς τον εαυτό σου, βρες δουλειά για να μην εξαρτάσαι από κανέναν κι από τίποτα.
Μην αφήσεις τη ζωή να σου πάρει τα καλύτερα χρόνια, να θυμάσαι ότι έχεις μόνο τον εαυτό σου.!
Και σταμάτησα να γράφω
Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και με ένα κόμπο στο λαιμό, έκλαψα και έκλαψα… την αγκάλιασα και της ζήτησα συγγνώμη που την εγκατέλειψα.
<< Ένα κείμενο αφιερωμένο σε όλες τις Μητέρες”
Aπό το Μένουμε Ελλάδα
1. Ο Βασιλιάς και το αλάτι (Λιβυκό Λαϊκό Παραμύθι)
Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς που ρώτησε τις τρεις κόρες του πόσο τον αγαπούν. Η μεγαλύτερη απάντησε όσο το χρυσάφι, η μεσαία όσο τον ήλιο και το φεγγάρι ενώ η μικρότερη όσο το αλάτι. Ο βασιλιάς έγινε έξαλλος με την τρίτη του κόρη καθώς πίστευε πως το μέγεθος της αγάπης της κόρης του ήταν ασήμαντο. Την έδιωξε από το παλάτι λέγοντάς της πως δε θέλει να την ξανά δει.
Η κοπέλα περιπλανήθηκε για χρόνια με μεγάλο παράπονο που τόσο άδικα την έδιωξε ο πατέρας της. Ένας πρίγκιπας που την είδε την ερωτεύτηκε και την παντρεύτηκε. Μετά από πολλά χρόνια έμαθε πως, στο δικό της βασίλειο, θα έδιναν γεύμα προς τιμήν του πατέρα της.
Διέταξε όλα τα φαγητά που θα σερβιριστούν να είναι ανάλατα και να μη δοθεί αλάτι, όσο και αν ζητήσουν.
Όταν ο πατέρας της άρχισε να τρώει, πέταξε θυμωμένος το κουτάλι και είπε πως είναι όλα άνοστα. Ζήτησε να του δώσουν αλάτι. Αρνήθηκαν και θύμωσε ακόμα πιο πολύ. «Θα φύγω», φώναζε, «αφού δε μπορείτε να μου δώσετε κάτι τόσο σημαντικό όσο το αλάτι». Και τότε, η κοπέλα απάντησε, «μα εσείς κάποτε διώξετε την κόρη σας επειδή σας είπε πως σας αγαπάει σαν το αλάτι». Ο βασιλιάς την αναγνώρισε και έπεσε στα πόδια της με κλάματα παρακαλώντας να τον συγχωρέσει. Η κοπέλα τον συγχώρεσε.
Του τόνισε πως από δω και πέρα δεν πρέπει να υποτιμάει τα απλά πράγματα στη ζωή, όπως είναι το αλάτι.
2. Οι δύο λύκοι (Ινδιάνικο Παραμύθι)
Ένα νέο αγόρι μίας φυλής Ινδιάνων αναρωτιόταν τι ήταν η ψυχή. Ρωτούσε τους πάντες μα κανενός η απάντηση, δεν ήταν ικανοποιητική. Μέχρι που ρώτησε τον ηλικιωμένο αρχηγό της φυλή τους. Εκείνος του μίλησε για τους δύο λύκους που υπάρχουν στη ψυχή κάθε ανθρώπου. Το αγόρι κάθισε δίπλα του και ο αρχηγός ξεκίνησε να του μιλάει για τη μάχη μεταξύ των δυο λύκων που υπάρχουν στις ψυχές όλων των ανθρώπων.
Ο ένας λύκος είναι το κακό και ότι συμβολίζει: το θυμό, τη ζήλια, τη θλίψη, την απογοήτευση, την απληστία, την αλαζονεία, την ενοχή, την προσβολή, την κατωτερότητα, το ψέμα, τη ματαιοδοξία και την υπεροψία. Ο άλλος λύκος είναι το καλό και ότι συμβολίζει: τη χαρά, την ειρήνη, την αγάπη, την ελπίδα, την ηρεμία, την ταπεινοφροσύνη, την ευγένεια, τη φιλανθρωπία, τη συμπόνια, τη γενναιοδωρία, την αλήθεια και την ευσπλαχνία.
Το αγόρι σκέφτηκε για ένα λεπτό και μετά τον ρώτησε «Και ποιος λύκος κερδίζει;» Ο γέρος Ινδιάνος απάντησε «Αυτός που ταΐζεις».
3. Ο Κύκλος του 99 (Χόρχε Μπουκάι, Αργεντινή)
Κάποτε σε ένα βασίλειο ζούσε ένας υπηρέτης που ήταν μονίμως χαρούμενος. Όλη μέρα τραγουδούσε, έκανε πλάκες και όλοι γύρω του, διασκέδαζαν μαζί του. Κάποια στιγμή, ο βασιλιάς φανερά εκνευρισμένος με τη χαρά του υπηρέτη του, τον ρώτησε «Πώς γίνεται εγώ, ένας βασιλιάς, να έχω όλα τα πλούτη και να είμαι λυπημένος ενώ εσύ ένας υπηρέτης να είσαι χαρούμενος;» Ο υπηρέτης απάντησε «Γιατί να μην είμαι; Έχω την υγεία μου, την οικογένειά μου, στέγη και φαγητό. Τι άλλο θα μπορούσα να ζητήσω;». Τον βασιλιά δεν τον έπεισε η εξήγηση του υπηρέτη. Φώναξε ένα σοφό σύμβουλό του, εξηγώντας του την κατάσταση.
Ο σοφός του εξήγησε πως ο υπηρέτης είναι χαρούμενος γιατί δεν είχε μπει στον κύκλο του 99.
Θα μπορούσε να τον βάλει αλλά θα έχανε για πάντα το χαμόγελό του και τη θέση του θα έπαιρνε ένας μίζερος υπηρέτης. Ο βασιλιάς σκέφτηκε, αφού δε γέλαγε ο ίδιος, δε θα έπρεπε να γελάει κανείς. Έτσι, ζήτησε από το σοφό να βάλει τον υπηρέτη του στον κύκλο του 99. Ο σοφός ζήτησε ένα πουγκί με 99 χρυσά νομίσματα, ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο και το άφησε έξω από το σπιτάκι του υπηρέτη. Ανοίγοντας την πόρτα ο υπηρέτης βρήκε το πουγκί. Αμέσως σχηματίστηκε έκπληξη στο πρόσωπό του, φόβος και ερευνητική ματιά μήπως ήταν κανένας τριγύρω.
Μπήκε γρήγορα στο σπίτι του. Άδειασε το περιεχόμενο και χρυσά νομίσματα έπεσαν στο πάτωμα. Δεν πίστευε αυτό που έβλεπε! Ένας θησαυρός, όλος δικός του. Άρχισε να παίζει με τα νομίσματα και να τα τοποθετεί σε στοίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρεις, … ταυτόχρονα, έκανε και το άθροισμα. Που είναι το τελευταίο; Μέτρησε πάλι τις στοίβες για να βρει το λάθος, τίποτα. Δεν μπορεί, τα νομίσματα έπρεπε να ήταν εκατό.
Τα ενενήντα εννέα ήταν πολλά αλλά του έλειπε ένα.
Συνεχώς σκεφτόταν, τι θα έπρεπε να κάνει για να αγοράσει ακόμα ένα χρυσό νόμισμα. Θα έπρεπε να βρει και δεύτερη δουλειά. Θα έβαζε τη γυναίκα του να δουλέψει και θα έκαναν σκληρή οικονομία στο σπίτι. Έτσι, σε έξι χρόνια θα είχαν αγοράσει το εκατοστό νόμισμα και μετά θα ήταν άρχοντας! Τους μήνες που ακολούθησαν ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδιά του. Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κοιμόταν λίγο αλλά επέμενε στην απόφασή του.
Ο υπηρέτης είχε μπει στον κύκλο του ενενήντα εννέα. Επειδή δεν άντεχε άλλο τη γκρίνια και τη μιζέρια του, ο βασιλιάς τον έδιωξε από το παλάτι. Ο σοφός που ήταν μάρτυρας σε όλα αυτά είπε στο βασιλιά «Σας το είπα ότι θα τον διώχνατε αν τον έβαζα στον κύκλο του 99. Ο κύκλος είναι μία «ιδεολογία» που την έχουμε όλοι, πάντα κάτι να μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι και δυστυχώς, μόνο αν είμαστε ικανοποιημένοι μπορούμε να απολαύσουμε όσα έχουμε».
4. Η Σαρανταποδαρούσα που χόρευε όμορφα (Τζόστειν Γκάρντερ, Νορβηγία)
Ήταν κάποτε μία σαρανταποδαρούσα που ήξερε να χορεύει υπέροχα με τα σαράντα ποδαράκια της. Κάθε φορά που χόρευε μαζεύονταν γύρω της όλα τα ζώα του δάσους για να την θαυμάσουν. Όλα ήταν γοητευμένα από την τέχνη της.
Μόνο ένα ζώο δεν άντεχε, από τη ζήλια του, ο βάτραχος. Σκεφτόταν συνεχώς πως θα την έκανε να σταματήσει το χορό. Δε μπορούσε, φυσικά, να πει ότι ο χορός δεν του άρεσε και δε μπορούσε να ισχυριστεί ότι ο ίδιος χόρευε καλύτερα γιατί ,απλά, κανείς δε θα τον πίστευε. Με τα πολλά, σκέφτηκε ένα πραγματικά διαβολικό σχέδιο.
Κάθισε και έγραψε στη σαρανταποδαρούσα ένα γράμμα.
«Ασύγκριτη χορεύτρια σαρανταποδαρούσα, είμαι ένας ταπεινός θαυμαστής της εξαίσιας χορευτικής σου τέχνης και πολύ θα ήθελα να μάθω πως ακριβώς χορεύεις. Σηκώνεις πρώτα το αριστερό πόδι υπ’ αριθμ.27 και ύστερα το δεξί πόδι υπ’ αριθμ.12; Ή αρχίζεις το χορό σηκώνοντας το δεξί πόδι υπ’ αριθμ.33 και ύστερα το δεξί πόδι υπ’ αριθμ.39; Περιμένω με ανυπομονησία την απάντησή σου. Με όλη μου την αγάπη, το Βατράχι.»
Μόλις η σαρανταποδαρούσα πήρε το γράμμα άρχισε να σκέφτεται, για πρώτη φορά στη ζωή της, πως ακριβώς χόρευε. Ποιο πόδι σήκωνε πρώτο; Ποιο πόδι ερχόταν δεύτερο;
Η σκέψη της, είχε πνίξει τη φαντασία της και με τη φαντασία της χόρευε.
Έτσι, η σαρανταποδαρούσα μας δε ξανά χόρεψε ποτέ.
5. Ο Άνθρωπος, το άλογο και ο σκύλος (Πάουλο Κοέλιο, Βραζιλία)
Ένας άνθρωπος, το άλογό του και ο σκύλος του, περπατούσαν σε ένα δρόμο. Ξαφνικά έπιασε μία δυνατή βροχή και έτρεξαν να κρυφτούν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Τότε τους χτύπησε ένας κεραυνός και έχασαν τις ζωές τους. Δεν αντιλήφθηκαν όμως ότι είχαν περάσει στον άλλο κόσμο και θεώρησαν ότι σταμάτησε η βροχή, οπότε μπορούσαν να συνεχίσουν την πεζοπορία τους. Ο δρόμος ήταν ανηφορικός, ο ήλιος έκαιγε και οι τρεις είχαν διψάσει πολύ. Μέχρι που συνάντησαν μία τεράστια πύλη που οδηγούσε σε ένα υπέροχο μέρος.
Ο άνθρωπος ρώτησε το φύλακα της πύλης ποιο ήταν αυτό το μέρος και ο φύλακας απάντησε πως ήταν ο παράδεισος. Ο άνθρωπος ρώτησε και πάλι, αν θα μπορούσαν να ξαποστάσουν και να πιουν λίγο νερό. Τότε ο φύλακας του απάντησε πως ο άνθρωπος μπορεί, τα ζώα όχι. Ο άνθρωπος, όσο και αν διψούσε, δε μπορούσε να αφήσει τους φίλους του. Χαιρέτισε και έφυγε.
Βρέθηκε σε ένα μονοπάτι ακόμα πιο όμορφο που τον οδήγησε σε μία πύλη που όμοια δεν είχε ξανά δει. Ένας πανέμορφος τόπος! Πλησίασε τον φύλακα της πύλης και τον ρώτησε αν θα μπορούσαν να ξεδιψάσουν κάπου και ο φύλακας τους οδήγησε σε μία πηγή. Ήπιαν αρκετό νερό και αφού ξεδίψασαν, ο άνθρωπος ρώτησε το φύλακα πως λέγεται αυτό το μέρος και ο φύλακας απάντησε πως είναι ο παράδεισος. Ο άνθρωπος απορημένος του είπε πως και στην άλλη πύλη που ρώτησε, πάλι ο παράδεισος είπαν ότι είναι. Και ο φύλακας απάντησε
«Όχι, εκεί ήταν η κόλαση. Εκεί μένουν όλοι αυτοί που είναι ικανοί να εγκαταλείψουν απλόχερα τους φίλους τους μόνο για τη δική τους ευχαρίστηση.»
Ο καθένας χρειάζεται ένα μέρος όπου θα νιώθει άνετα να κλαίει. Στα 27 μου, βρήκα ένα μέρος λίγο απροσδόκητο: ένα παντοπωλείο που ανήκε σε έναν 94χρονο Έλληνα, γράφει η Νικολέτα Ρίτσαρτσον στο today.com και συνεχίζει:
Δάκρυα χαράς, δάκρυα λύπης, δάκρυα απογοήτευσης – όλα χύθηκαν μπροστά στον Κυριάκο, έναν μπακάλη με ομώνυμη επιχείρηση. Κάπου ανάμεσα στις κονσέρβες με τον μπακλαβά, τους γεμάτους με ελιές κουβάδες και τις σειρές με το εισαγόμενο ελαιόλαδο, εμείς, δύο άγνωστοι με διαφορά γενεών, μετατραπήκαμε απροσδόκητα σε φίλους ζωής.
Το 2019, ο νυν σύζυγός μου, Σαμ, και εγώ μετακομίσαμε στην Αστόρια, την ελληνική γειτονιά στο Κουίνς της Νέας Υόρκης. Ως κάποια που πήγαινε στην Αστόρια με τον παππού της μεγαλώνοντας, ήμουν ενθουσιασμένη που θα συνδεόμουν με τους γείτονές μου σε μια αναζήτηση βαθύτερης πολιτισμικής ένταξης.
Την πρώτη φορά που συνάντησα τον Κυριάκο, χρειαζόμουν μια χάρη. Είχαμε μόλις μετακομίσει και η εταιρεία φυσικού αερίου έπρεπε να ανοίξει το αέριο στο διαμέρισμά μας. Επειδή όμως κάποιος έμενε στο υπόγειο όπου βρισκόταν ο διακόπτης του φυσικού αερίου της πολυκατοικίας, η εταιρεία αερίου μου είπε ότι μπορούσαν να μπουν μόνο αν υπήρχε κάποιος -εκτός από μένα- από τη
Πανικοβλήθηκα. Δεν ήξερα κανέναν. Ποιος θα ήταν διαθέσιμος να διακόψει τη μέρα του για να σταθεί σε ένα τυχαίο υπόγειο για κάποιον που δεν γνώριζε καν;
Περιπλανήθηκα στη γωνία και είδα μια μπλε τέντα με εισαγόμενα ελληνικά προϊόντα στη βιτρίνα. Με υποδέχτηκε ένας ασπρομάλλης άντρας με μπλε ποδιά πίσω από τον πάγκο. Του εξήγησα τα πράγματα, και αν και κατάλαβα ότι δεν μιλούσε άπταιστα αγγλικά, κατάλαβε αρκετά. Σοκαρίστηκα όταν συμφώνησε να με βοηθήσει.
Το γκάζι μας άνοιξε με επιτυχία και ο Κυριάκος κατευθύνθηκε πίσω στο μαγαζί του πριν προλάβω να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου. Όταν πετάχτηκα ξανά για να τον ευχαριστήσω, ελαχιστοποίησε το μέγεθος της χάρης και μου δώρισε έναν χυμό για να τον πάρω σπίτι. Η ανταλλαγή αυτή μου άφησε κάτι πολύ περισσότερο από μια σόμπα που δούλευε και έναν χυμό στο ψυγείο: είχα βρει έναν αξιόπιστο γείτονα που ενσάρκωνε το «φιλότιμο», μια αμετάφραστη ελληνική λέξη που αντιπροσωπεύει έναν άνθρωπο που είναι αυθεντικά και ανιδιοτελώς δοτικός προς τους άλλους.
Ο Κυριάκος με έσωσε πολλές φορές
Κατά τη διάρκεια των επόμενων μηνών, ο Κυριάκος με έσωσε πολλές φορές – όταν δεν είχα αρκετά μετρητά για να πληρώσω ένα προϊόν ή όταν απλά ήθελα να δω ένα φιλικό πρόσωπο κατά τη διάρκεια των πρωινών μου διαδρομών. Γνώρισε τον Σαμ, τους γονείς μου, τη θεία μου και τα ξαδέλφια μου και μου μίλησε για τα παιδιά και τα εγγόνια του. Ο Κυριάκος έλαμπε κάθε φορά που έδειχνε τη φωτογραφία του εγγονού του, που αποφοίτησε από το Χάρβαρντ, κολλημένη στον τοίχο πίσω από το ταμείο.
Παρενέβη ακόμη και όταν με πρόσλαβε ένας γείτονας που υποπτευόμουν από καιρό ότι με περιφρονούσε επειδή δεν μιλούσα ελληνικά. Ο άνδρας είχε αρχίσει να κάνει ανάρμοστα σχόλια που με κορόιδευαν και μου υπενθύμιζαν ότι η «ελληνικότητά» μου δεν ήταν αρκετή.
Μια μέρα είχα τελειώσει το τρέξιμο και καθώς πλησίαζα στην πόρτα, ο γείτονας μου είπε: «Φαίνεται ότι παχαίνεις». Το αίμα μου έβρασε. Ήμουν μπερδεμένη, πληγωμένη, θυμωμένη και σε πλήρη δυσπιστία που αυτό το άτομο είχε το θράσος να σχολιάζει το σώμα μιας γυναίκας με τέτοια ανεμελιά.
Το επόμενο πρωί, με την καρδιά μου ακόμα βαριά, μπήκα στο κατάστημα του Κυριάκου. Όταν με χαιρέτησε, με δυσκολία συγκράτησα τα συναισθήματά μου. Καθώς του είπα τι συνέβη, το πρόσωπο του που έδειχνε ανησυχία μετατράπηκε ξαφνικά σε θυμό, καθώς άρχισε να επαναλαμβάνει: «Θα του μιλήσω».
Δεν ξαναείδα ποτέ εκείνον τον άνθρωπο έξω από την πόρτα μου.
Ο Κυριάκος δεν νοιαζόταν αν μιλούσα ελληνικά ή αν ήμουν από την Ελλάδα, και δεν με έκρινε με βάση την αντίληψή του για μένα ως Ελληνίδα. Αναγνώρισε την περηφάνια μου ως κάποια που ταυτιζόταν ως Ελληνοαμερικανίδα και τη λαχτάρα μου να συνδεθώ με τους γύρω μου και με αγκάλιασε – όχι γι’ αυτό που οι άλλοι ήθελαν να είμαι, αλλά γι’ αυτό που ήμουν.
Μετά την πανδημία
Όταν χτύπησε η πανδημία, ο Σαμ κι εγώ φύγαμε από το διαμέρισμά μας για να μείνουμε για λίγο με τις οικογένειές μας. Όταν επιστρέψαμε μήνες αργότερα, ανυπομονούσα να επισκεφτώ τον Κυριάκο.
Μπήκα στο μαγαζί του και κοιταχτήκαμε πίσω από τις μπλε μάσκες μας. Τα μάτια μου βούρκωσαν. Κάναμε βασικές ερωτήσεις που, εκείνη την εποχή, είχαν μεγάλη βαρύτητα: «Πώς αισθάνεσαι; Πώς είναι η οικογένειά σου; Είσαι καλά;». Ανακουφίστηκα όταν άκουσα ότι η υγεία του ήταν μια χαρά, και μπερδεύτηκα όταν έμαθα ότι κράτησε το κατάστημά του ανοιχτό καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας, δουλεύοντας – απ’ όσο ήξερα – μόνος του.
Εκ των υστέρων κατάλαβα ότι αυτό δεν αποτελεί έκπληξη: Ο Κυριάκος ευδοκιμεί προσφέροντας στους ανθρώπους που περνούν την πόρτα του.
Όπως και στις περισσότερες επισκέψεις μου για να δω τον Κυριάκο, δεν έμεινα εκεί για πολύ: Τα φτωχά ελληνικά μου και τα σπαστά αγγλικά του μας άφησαν να περιοριζόμαστε στη συζήτηση. Αλλά κατά τη διάρκεια αυτής της συγκεκριμένης επίσκεψης, με αποκάλεσε «υιοθετημένη εγγονή του» και καθώς έφυγα με ένα κουτί μπακλαβά, δώρο, συνειδητοποίησα ότι το συναίσθημα ήταν αμοιβαίο. Ο υιοθετημένος μου παππούς.
Τον Αύγουστο του 2022
Είχα μόλις επιστρέψει από ένα ταξίδι στην Ελλάδα με τη μαμά μου, και ήμουν έτοιμη να πω στον Κυριάκο τα πάντα γι’ αυτό, καθώς και να εξασκήσω τις νεοαποκτηθείσες δεξιότητές μου στην ελληνική γλώσσα. Ο Σαμ κι εγώ είχαμε μετακομίσει από τη γειτονιά, αλλά επέστρεφα για να τον επισκέπτομαι.
Μπήκα μέσα με το «yassou» (γεια σου) και το πρόσωπό του φωτίστηκε. Τον ρώτησα πώς ήταν, και τότε η χαρά του μετατράπηκε γρήγορα σε θλίψη. Ο Κυριάκος είχε χάσει ένα στενό μέλος της οικογένειάς του και φαινόταν συντετριμμένος. Του είπα πόσο τον αγαπούσε η οικογένειά του, οι φίλοι και οι γείτονές του. Ο Κυριάκος τότε με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια, χωρίς να συγκρατεί δάκρυα ή συναισθήματα, και είπε: «Δεν με άφησες; Έτσι δεν είναι;».
Η καρδιά μου βυθίστηκε στο στήθος μου.
«Φυσικά και δεν σε άφησα!» είπα.
Αγκαλιαστήκαμε – δεν χρειαζόταν να χρησιμοποιήσει λόγια για να καταλάβω το βάρος αυτού που μόλις είπε. Τον διαβεβαίωσα ότι θα επέστρεφα, και καθώς έβγαινα έξω με ένα κουτί ελληνικά μπισκότα με πορτοκάλι και κανέλα που ονομάζονται μελομακάρονα, το είπε ξανά σαν να το παγίωνε στο σύμπαν: «Δεν με άφησες, έτσι δεν είναι;».
Μια ισχυρή φιλία με διαφορά ηλικίας
Όλο αυτό το διάστημα, πίστευα ότι τον χρειαζόμουν περισσότερο από ό,τι εκείνος εμένα, αλλά εκείνη η επίσκεψη άλλαξε τη νοοτροπία μου. Ο Κυριάκος υποδέχεται αμέτρητα πρόσωπα σε καθημερινή βάση και έχω παρατηρήσει ότι τα συναντά με την ίδια αβίαστη στοργή που έχω αγαπήσει και θαυμάσει. Αλλά δεν ξέρεις ποτέ τι περνάει κάποιος άλλος, και το να εμφανιστείς μπροστά σε κάποιον είναι συχνά το πιο σημαντικό πράγμα που μπορούμε να κάνουμε ο ένας για τον άλλον – ακόμη και αν δεν είμαστε σίγουροι ότι το χρειαζόμαστε.
Δεν γνωρίζω τα μυστικά της προσωπικής ζωής του Κυριάκου, αλλά ξέρω ότι είναι πρόθυμος να δώσει ένα χέρι βοήθειας, όποιος κι αν είσαι. Ξέρω ότι είναι ένας σκληρά εργαζόμενος άνθρωπος, που του αρέσει να διευθύνει το μαγαζί του και να φροντίζει, να ταΐζει τους φίλους και την οικογένειά του. Ξέρω ότι είναι πατέρας και παππούς που αγαπάει την οικογένειά του με όλη του την καρδιά και ότι έχει περάσει από στενοχώριες. Ξέρω ότι δεν περιμένει κανένα αντάλλαγμα για την καλοσύνη του, αλλά ότι έχει σημασία όταν αυτή ανταποδίδεται. Ξέρω ότι ξέρει πόσα σημαίνει για μένα και το αντίστροφο.
Μέχρι σήμερα, ο Κυριάκος εξακολουθεί να ανοίγει το κατάστημά του, να γεμίζει τα ράφια, να υποδέχεται τους πελάτες και να διευθύνει μια επιχείρηση που λειτουργεί ως ασφαλής χώρος για τους γείτονες. Ανησυχώ γι’ αυτόν, αλλά ξέρω επίσης ότι το κατάστημα δεν είναι απλώς μια επιχείρηση – είναι μια σανίδα σωτηρίας γι’ αυτό που αγαπάει να κάνει: να προσφέρει πίσω και να στηρίζει την κοινότητά του.
Aπό in.gr
“Δεν είναι θέμα ηθικολογίας. Είναι θέμα οπτικής…Για μένα λοιπόν η καλλιτεχνία δεν είναι επάγγελμα. Μια γυναίκα η οποία έχει πέντε παιδιά, δεν έχει σύζυγο, καθαρίζει σκάλες και παρ’ όλα αυτά βγάζει ένα μπολάκι με νερό για το αδέσποτο ή σε κοιτάει και σου λέει “καλημέρα”, για μένα είναι καλλιτέχνης .
Καλλιτέχνης δεν γίνεσαι όταν πιάσεις ένα μικρόφωνο, ένα πινέλο ή ένα στιλό. Ο τρόπος που αντιμετωπίζεις την ασχήμια, τη μεταβολίζεις και τη δίνεις πίσω ως καλοσύνη ή ως φως, ο τρόπος που στέκεσαι απέναντι στις σκοτεινές στιγμές της ζωής σου, για μένα σε κάνει καλλιτέχνη, ανεξαρτήτως επαγγέλματος.”
(Via: Σωτήρης Τσαφούλιας)
«Ένας αστρονόμος είπε:
Δάσκαλε, τι έχεις να πεις για το Χρόνο;
Κι εκείνος αποκρίθηκε:
Θα θέλατε να μετρήσετε το χρόνο που είναι χωρίς μέτρα και άμετρος.
Θα θέλατε να προσαρμόσετε τη διαγωγή σας, ακόμα και να κατευθύνετε την πορεία της ψυχής σας, σύμφωνα με τις ώρες και τις εποχές.
Θα θέλατε να κάνετε τό χρόνο ένα ποταμάκι για να καθήσετε στην όχθη του και να παρακολουθείτε τό κύλισμά του.
Και μήπως δεν είναι ό Χρόνος όπως είναι ή αγάπη, αδιαίρετος και χωρίς ρυθμό;
Αλλα αν στη σκέψη σας έχετε ανάγκη να μετράτε το χρόνο σε εποχές, κάνετε κάθε εποχή να περιλαμβάνει όλες τις άλλες εποχές,
Και κάνετε τό σήμερα να αγκαλιάζει το παρελθόν με την ανάμνηση και το μέλλον με τη λαχτάρα.
Ώστόσο, το άχρονο που είναι μέσα σας έχει επίγνωση του άχρονου της ζωής.
Και ξέρει ότι το χθες δεν είναι τίποτα περισσότερο από την ανάμνηση του σήμερα, και τo αύριο, τo όνειρο του σήμερα.
Κι ότι αυτό που τραγούδα και διαλογίζεται μέσα σας κατοικεί ακόμα μέσα στα όρια της πρώτης εκείνης στιγμής που διασκόρπισε τα αστέρια στό διάστημα.
Ποιός ανάμεσά σας δε νιώθει ότι η δύναμή του ν’ αγαπά είναι απεριόριστη;
Αλλά και ποιός,ώστόσο, δεν αισθάνεται στι αυτή η ίδια η αγάπη, αν και απεριόριστη, είναι αιχμαλωτισμένη μέσα στό κέντρο της ύπαρξης του,
και δεν πετά από σκέψη αγάπης σε άλλη σκέψη αγάπης, ούτε από πράξεις αγάπης σε άλλες πράξεις αγάπης;
Και μήπως δεν είναι ο χρόνος όπως η αγάπη, αδιαίρετος και χωρίς ρυθμό;
Αλλά, αν στη σκέψη σας έχετε ανάγκη να μετράτε το χρόνο σε εποχές, κάνετε κάθε εποχή να περιλαμβάνει όλες τις άλλες εποχές.
Και κάνετε το σήμερα να αγκαλιάζει το παρελθόν με την ανάμνηση και το μέλλον με τη λαχτάρα.»
Χαλίλ Γκιμπράν – Χρόνος
Μια μέρα ήξερες επιτέλους
τι έπρεπε να κάνεις, και ξεκίνησες,
αν και οι φωνές γύρω σου
φώναζαν συνεχώς τις
κακές συμβουλές τους
αν και το όλο το σπίτι
άρχισε να τρέμει
και αισθάνθηκες το παλιό δυνατό τράβηγμα
στους αστραγάλους σου.
«Βελτίωσε τη ζωή μου!»
κάθε φωνή φώναζε.
Μα δεν σταμάτησες.
Ήξερες τι έπρεπε να κάνεις,
αν και ο άνεμος εξέταζε
με τα σκληρά του δάχτυλα
τα ίδια αυτά θεμέλια
αν και η μελαγχολία τους
ήταν τρομερή. Ήταν ήδη αρκετά
αργά, και ήταν μια άγρια νύχτα,
και ο δρόμος γεμάτος πεσμένα
κλαδιά και πέτρες.
Μα, σιγά-σιγά,
καθώς άφηνες τις φωνές τους πίσω,
τα αστέρια άρχισαν να καίνε
μέσα από τα φύλλα των νεφών,
και υπήρχε μια νέα φωνή,
την οποία σιγά-σιγά
αναγνώρισες ως δική σου,
που σε κράτησε συντροφιά
καθώς βημάτιζες όλο και βαθύτερα
στον κόσμο,
αποφασισμένος να κάνεις
το μόνο πράγμα που μπορούσες να κάνεις
– αποφασισμένος να σώσεις
τη μόνη ζωή που μπορούσες να σώσεις.
Μαίρη Όλιβερ, 1935-2019
Είμαστε μία γενιά που δεν θα γυρίσει ποτέ … Μια γενιά που πήγε σχολείο και γύρισε πίσω με τα πόδια.
Μια γενιά που έκανε τα μαθήματά της μόνη της για να βγει το συντομότερο δυνατό να παίξει στο δρόμο.
Μια γενιά που περνούσε όλο τον ελεύθερο χρόνο της στο δρόμο.
Μια γενιά που έπαιζε κρυφτό όταν ήταν σκοτάδι. Μια γενιά που έφτιαχνε κέικ λάσπης.
Μια γενιά που μάζευε μπάλες. Μια γενιά που αγαπούσε τα lollies.
Μια γενιά που έφτιαχνε χάρτινα παιχνίδια με γυμνά χέρια .
Μια γενιά που μάζευε φωτογραφίες και άλμπουμ με αποκόμματα.
Μια γενιά που είχε γονείς, όχι ηλικιωμένους.
Μια γενιά που γέλασε λίγο πριν τον ύπνο για να μην ξέρουν οι γονείς ότι είμαστε ακόμα ξύπνιοι.
Μια γενιά που περνάει και δυστυχώς δεν θα επιστρέψει ποτέ!!!
Συκοφαντία
Γιατί δάκρυσες παιδί μου;
Απαίσιο δεν είναι όταν σε μαλώνουν για το τίποτα;
Γέμισες μελάνια από το γράψιμο – γι’ αυτό σε λένε βρώμικο;
Θα τολμούσες να αποκαλέσεις την πανσέληνο βρώμικη
γιατί γέμισε το πρόσωπό της μελάνια;
Για καθετί ασήμαντο εσένα κατηγορούν,
παιδί μου. Εκείνοι είναι αλάνθαστοι.
Έσχισες τα ρούχα σου παίζοντας
– γι’ αυτό σε λένε απρόσεκτο;
Πώς θα αποκαλούσαν ένα φθινοπωρινό πρωινό
που χαμογελάει μέσα απ’ τα ακατάστατά του σύννεφα;
Μη νοιάζεσαι γι’ αυτά που λένε για σένα,παιδί μου.
Απαριθμούν τις σκανδαλιές σου.
Όλοι ξέρουν ότι αγαπάς τα γλυκά
– γι’ αυτό σε λένε λαίμαργο;
Κι εμάς που σε αγαπάμε πώς θα μας λέγανε;
Να φεύγεις από σχέσεις και από ανθρώπους που δεν έδωσαν αγώνα για να σε κρατήσουν,
από ανθρώπους που σε θεωρούσαν δεδομένο, δεδομένη στη ζωή τους.
Από ανθρώπους που σε άφησαν να φύγεις και δεν διεκδίκησαν την αλλαγή.
Να φεύγεις. Να μην δραπετεύεις όμως. Γιατί αν δραπετεύσεις, κινδυνεύεις να ξαναγυρίσεις.
Να φεύγεις με το κεφάλι ψηλά. με αξιοπρέπεια, γιατί δεν σου δίνουν αυτό που ποθείς.
Γιατί η σχέση πρέπει να είναι πόθος, πάθος, σεβασμός, έλξη, έρωτας και αγάπη.
Και να μην φοβάται ο άλλος να δείχνει τα συναισθήματά του.
Γιατί στη σχέση ο άλλος πρέπει να σου δείχνει ότι σε θέλει, όπως του δείχνεις και εσύ,
και όχι να μαντεύεις…..
Και να αγαπάς. Εκείνον. Εκείνην. Αλλά να αγαπάς και τον εαυτό σου και να τον φροντίζεις.
Να φεύγεις από σχέσεις που σε κάνουν να αμφισβητείς τον εαυτό σου.
Γιατί ο δρόμος για την αυτοεκτίμηση δύσκολα χτίζεται, εύκολα όμως γκρεμίζεται.
Και ίσως χρειάζεται να φύγεις για να σε αναζητήσουν και να καταλάβουν ότι
άξιζες να είσαι στη ζωή τους. Και αν δεν το κάνουν, δεν πειράζει.
Και αν δεν το καταλάβουν, γιατί δεν θα μπορούν για τους δικούς τους λόγους, πάλι δεν πειράζει.
Πειράζει για εκείνους, όχι όμως για εσένα. Γιατί αυτό θα σημαίνει ότι εσύ πήρες την σωστή απόφαση. Σημαίνει ότι εσύ έφυγες από μία σχέση που ο άλλος δεν θα σε αντιμετώπιζε ποτέ όπως σου άξιζε.
Και εσύ….. Εσύ πάντα θα έκανες υποχωρήσεις και εκείνος θα μάθαινε στις υποχωρήσεις σου
και θα σου ζητούσε και άλλες, μέχρι που δεν θα είχες κάτι άλλο να δώσεις.
Να φεύγεις λοιπόν…..
Γιατί … «Έχω και εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς…
Μα δεν σκοτώνω άστρα…» ✨️
Κική Δημουλά
