Σχέσεις

Γιάννα στις 11 Αυγούστου 2018

Μην στενοχωριέστε που μεγαλώνετε, είναι ένα δώρο.Το να μεγαλώνουμε δεν είναι κάτι άσχημο, αντιθέτως είναι προνόμιο, τέχνη και δώρο για τον καθένα. Το γκριζάρισμα των μαλλιών, το σκίσιμο των σελίδων του ημερολογίου κι ο εορτασμός των γενεθλίων μας είναι πάντα ένας λόγος για να νιώσουμε ευτυχισμένοι. Ευτυχία στη ζωή και για τη ζωή σημαίνει να είσαι παρόν/παρούσα σ’ αυτήν. Η ζωή έχει την ιδιόμορφη τάση να γλιστράει σαν το νερό από τα χέρια μας στο πέρασμα του χρόνου, μια κατάσταση που μας φέρνει ρυτίδες στο πρόσωπο και μας πλαισιώνει τον πόνο και τη δυστυχία κοντά μας αρκετά συχνά. Όμως, όλα αυτά προκαλούνται από την αντανάκλαση της ζωής και θα πρέπει να νιώθουμε αρκετά περήφανοι που τα ζήσαμε. Πρέπει να έχουμε ευγνωμοσύνη για την ευκαιρία που μας δόθηκε να μεγαλώνουμε, γιατί κάτι τέτοιο μας επιτρέπει να μοιραζόμαστε περισσότερες στιγμές με τους ανθρώπους που αγαπάμε γύρω μας. Μπορούμε να απολαμβάνουμε τις χαρές της ζωής, να χαμογελάμε και να οικοδομούμε ένα καλύτερο κόσμο με την παρουσία μας εδώ. Οι ρυτίδες μας θυμίζουν τα χαμόγελα που χαρίσαμε Οι ρυτίδες είναι μια ευγενική κι όμορφη αντανάκλαση της ηλικίας μας μετρημένη από τα χαμόγελα που ζωγραφίστηκαν στα πρόσωπά μας. Καθώς, όμως, αρχίζουν να εμφανίζονται, μας κάνουν να συνειδητοποιούμε ότι η ζωή είναι εφήμερη και φευγαλέα. Ως εκ τούτου, αισθανόμαστε συχνά άβολα και φοβισμένοι με μια τέτοια σκέψη, οπότε η παρουσία τους μπορεί να αποτελέσει μια πηγή ευτυχίας. Γιατί είμαστε λυπημένοι αφού ανεξαρτήτως των χρόνων που έχουν περάσει είμαστε ακόμα ζωντανοί; Επειδή φοβόμαστε ότι όσο γερνάμε, χάνουμε τις φυσικές μας ικανότητες, με αποτέλεσμα να αντιλαμβανόμαστε το γήρας σαν μια τιμωρία που έρχεται με έναν υποτιμητικό κι εξευτελιστικό τρόπο. Έτσι, όταν γεράσουμε βλέπουμε πίσω και αναρωτιόμαστε τι έχουμε κάνει τη ζωή μας. Ευχαριστήστε κάθε έτος που συμπληρώνετε Θα πρέπει να είμαστε ευγνώμονες στη ζωή για την ευκαιρία να παραμένουμε εδώ και για το ότι έχουμε την ικανότητα να την απολαμβάνουμε. Τι νόημα έχει να λυπόμαστε και να διαμαρτυρόμαστε για τις ευκαιρίες που χάσαμε στο παρελθόν; Θα επωφεληθούμε από τέτοιες σκέψεις ή θα αλλάξουμε κάτι από όσα έγιναν; Ας κοιτάξουμε μπροστά κι ας σταματήσουμε να χαραμίζουμε την παρούσα στιγμή για χάρη του παρελθόντος. Το να μεγαλώνουμε θα πρέπει να είναι μια πηγή ευτυχίας. Κάθε νέα μέρα σηματοδοτεί 1440 λεπτά δυνητικά νέων επιλογών, υπέροχων σκέψεων, εκατοντάδων αποχρώσεων των συναισθημάτων μας. Κάθε δευτερόλεπτο μας δίνει τη δυνατότητα να βιώσουμε και να επωφεληθούμε από όλες τις επιλογές που μας παρέχει το περιβάλλον μας. Κάθε χρόνος είναι ένα μετάλλιο, μια ευκαιρία να συγκεντρώσουμε αναμνήσεις, να βιώσουμε καινούργιες στιγμές, να σβήσουμε τα κεράκια των γενεθλίων μας με περισσότερο σθένος και υπερηφάνεια. Συνεχίστε την προσπάθεια εκπλήρωσης των ονείρων σας κάθε δευτερόλεπτο, λεπτό, ώρα, μέρα, μήνα, χρόνο… Έτσι, στο τέλος θα είστε σε θέση να γιορτάσετε την επιτυχία σας με τους αγαπημένους σας. Το προσδοκώμενο είναι καθώς μεγαλώνετε να συναντάτε τον εαυτό σας γεμάτο με βιώματα, ρυτίδες, και ευτυχία.

ΠΟΣΟ ΧΡΟΝΩΝ ΕΙΜΑΙ; Έφτασα στην ηλικία όπου τα πράγματα φαίνονται πιο ήρεμα αλλά θέλω να συνεχίσω να μεγαλώνω. Είμαι αρκετά μεγάλος ώστε να έχω τα όνειρά μου στα χέρια μου και οι αυταπάτες μου να έχουν γίνει ελπίδες. Είμαι σε τέτοια ηλικία όπου η αγάπη μοιάζει σαν φωτεινή λάμψη, έτοιμη να καταναλωθεί από την επιθυμία και το πάθος. Ενώ άλλες φορές μοιάζει σαν ένας ειρηνικός παράδεισος όπως το ηλιοβασίλεμα σε μια παραλία. Πόσο χρονών είμαι; Ο αριθμός δεν έχει σημασία, επειδή οι στόχοι μου έχουν εκπληρωθεί και τα δάκρυά μου από τις διαλυμένες αυταπάτες κείτονται στο δρόμο που έχω χαράξει… Αξίζουν πολύ περισσότερα από αυτό. Επομένως, τι σημασία έχει αν είμαι είκοσι, σαράντα ή εξήντα! Αυτό που έχει σημασία είναι το πόσο χρονών αισθάνομαι ότι είμαι. Είμαι αρκετά μεγάλος για να ζω ελεύθερος χωρίς να φοβάμαι. Μπορώ να ακολουθήσω το δικό μου μονοπάτι χωρίς φόβο· επειδή κουβαλάω μαζί μου την εμπειρία που απέκτησα και τη δύναμη των στόχων μου. Πόσο χρονών είμαι; Και ποιος νοιάζεται! Είμαι αρκετά μεγάλος για να αφήσω το φόβο πίσω μου και να κάνω ό,τι επιθυμώ και αισθάνομαι.-Ζοζέ Σαραμάγκου-

Η ζωή μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της ενηλικίωσης διαρκεί για μια στιγμή Μην λυπάστε που μεγαλώνετε. Η ζωή είναι ένα δώρο που δεν έχουμε όλοι το προνόμιο να απολαμβάνουμε. Είναι ένα κουτί γεμάτο με στενοχώριες, εμπόδια, απολαύσεις, γνώσεις και ταλαιπωρίες. Αυτός είναι κι ο λόγος για τον οποίο η ίδια η ζωή είναι υπέροχη. Κι αυτός είναι και ο λόγος που είναι σημαντικό να εκμεταλλευόμαστε την κάθε στιγμή, να την κάνουμε δική μας, να την προσεγγίζουμε με αισιοδοξία. Η διαιώνιση της νεότητας είναι μια τέχνη που συνίσταται στο να ιεραρχείς ως πιο σημαντικό το να ζεις τη ζωή στο παρόν σου από το να αφήνεις τα χρόνια να επηρεάζουν τη ζωή σου. Με λίγα λόγια, δώσε στην ύπαρξή σου νόημα. Δεν έχει σημασία, αν έχουν γκριζάρει τα μαλλιά μας ή αν έχουν σχηματιστεί ρυτίδες στο πρόσωπό μας ή αν το σώμα μας χρειάζεται μια ανάπαυλα κάθε τόσο. Αυτό που πραγματικά έχει νόημα είναι ο τρόπος που μεγαλώνουμε, γιατί στο τέλος το σωματικό γήρας μπορεί να είναι αναπόφευκτο, αλλά το πνευματικό είναι.

Από ti-les-twra

Η άνοιξη είχε περάσει. Το ίδιο και το καλοκαίρι. Το φύλλο που το έλεγαν Φρέντυ είχε μεγαλώσει. Το κοτσάνι του είχε γίνει χοντρό και δυνατό και οι πέντε προεκτάσεις του σταθερές και μυτερές. Είχε εμφανιστεί για πρώτη φορά την άνοιξη, σαν ένας μικρός βλαστός σ’ ένα μεγάλο κλωνάρι στην κορυφή ενός πανύψηλου δέντρου…
Ο Φρέντυ περιβαλλόταν από εκατοντάδες άλλα φύλλα, ίδια σαν κι αυτόν, ή τουλάχιστον, έτσι φαινόταν. Δεν άργησε όμως, ν’ ανακαλύψει ότι κανένα φύλλο δεν ήταν εντελώς όμοιο με κάποιο άλλο, παρόλο που όλα βρίσκονταν στο ίδιο δέντρο. Ο Άφρεντ ήταν το διπλανό του φύλλο, ενώ ο Μπεν στεκόταν δεξιά του. Η Κλαίρη ήταν το πανέμορφο φύλλο, ακριβώς από πάνω. Είχαν μεγαλώσει όλα μαζί. Είχαν μάθει να χορεύουν με τη δροσερή αύρα της άνοιξης, να λιάζονται τεμπέλικα στον ήλιο του καλοκαιριού και να λούζονται στις κρύες στάλες της βροχής…  

Όμως, ο καλύτερος φίλους του Φρέντυ ήταν ο Ντάνιελ. Ήταν το μεγαλύτερο φύλλο στο κλωνάρι και φαίνεται ότι βρισκόταν εκεί, πριν απ’ όλα τ’ άλλα φύλλα. Στον Φρέντυ φάνηκε, μάλιστα, ότι ο Ντάνιελ δεν ήταν το πιο παλιό φύλλο, αλλά και το πιο σοφό. Ο Ντάνιελ ήταν αυτός που τους είχε εξηγήσει ότι όλα τα φύλλα αποτελούσαν ένα μέρος του δέντρου. Ήταν ο Ντάνιελ, που τους είχε αποκαλύψει ότι ζούσαν και μεγάλωναν σ’ ένα δημόσιο πάρκο. Κι ακόμα, ο Ντάνιελ τούς είχε πει ότι το δέντρο τους είχε γερές ρίζες, κρυμμένες βαθιά μες στο χώμα. Τους είχε μιλήσει για τα πουλιά που κάθονταν πάνω στα κλαδιά και τιτίβιζαν εκεί τα πρωινά τους τραγούδια. Τους εξήγησε για τον ήλιο, το φεγγάρι, τ’ αστέρια και τις εποχές. 

Του Φρέντυ τού άρεσε που ήταν φύλλο. Αγαπούσε το κλωνάρι του, τους ανάλαφρους φυλλωτούς φίλους του, τη θέση του ψηλά στον ουρανό, το θρόισμα που έφερνε ο άνεμος, τις ηλιαχτίδες που τον ζέσταιναν, το φεγγάρι που τον σκέπαζε με απαλές, άσπρες σκιές…  

Το καλοκαίρι ήταν ιδιαίτερα όμορφο. Οι μεγάλες θερμές μέρες ήταν απολαυστικές και οι ζεστές νύχτες ήσυχες και ονειρεμένες. Πολλοί άνθρωποι περνούσαν την ώρα τους στο πάρκο, αυτό το καλοκαίρι. Συχνά κάθονταν κάτω από το δέντρο του Φρέντυ. Ο Ντάνιελ εξήγησε στον Φρέντυ ότι, το να προσφέρει τον ίσκιο του στους ανθρώπους, ήταν ένα μέρος από τον σκοπό του.  

«Τι είναι σκοπός;» ζήτησε να μάθει ο Φρέντυ.

«Ένας λόγος για να υπάρχεις», απάντησε ο Ντάνιελ. «Ένας λόγος για να υπάρχουμε, είναι να κάνουμε τα πράγματα πιο ευχάριστα για τους άλλους. Ένας λόγος για να υπάρχουμε, είναι να δίνουμε τον ίσκιο μας στους γέρους που έρχονται εδώ, δραπετεύοντας από τα σπίτια τους με την αφόρητη ζέστη. Ένας λόγος για να υπάρχουμε, είναι να βρίσκουν τα παιδιά ένα δροσερό μέρος για να παίζουν. Να δροσίζουμε με το θρόισμα των φύλλων μας τους εκδρομείς που έρχονται εδώ κι απλώνουν τα πολύχρωμα τραπεζομάντηλά τους για το πικ-νικ. Όλοι αυτοί οι λόγοι είναι για να υπάρχουμε». 

Ο Φρέντυ συμπαθούσε ιδιαίτερα τους ηλικιωμένους. Κάθονταν πολύ ήσυχα πάνω στο γρασίδι και περνούσαν εκεί την ώρα τους σχεδόν ακίνητοι. Μιλούσαν ψιθυριστά για τα περασμένα. Και τα παιδιά ήταν επίσης διασκεδαστικά, παρόλο που ορισμένες φορές χάραζαν τα ονόματά τους στον κορμό του δέντρου και έσκιζαν τις φλούδες του. Ήταν, ωστόσο, διασκεδαστικό να τα βλέπεις να τρέχουν αδιάκοπα και να γελούν τόσο πολύ. 

Όμως, το καλοκαίρι του Φρέντυ πέρασε γρήγορα… Χάθηκε μια νύχτα του Οκτώβρη. Ποτέ ο Φρέντυ δεν είχε νιώσει τόση παγωνιά. Όλα τα φύλλα έτρεμαν από το κρύο. Ήταν σκεπασμένα μ’ ένα στρώμα πάχνης, που γρήγορα έλιωσε κι απόμειναν μουσκεμένα και γεμάτα δροσοσταλίδες που λαμπύριζαν στον πρωινό ήλιο.

Και, πάλι, ήταν ο Ντάνιελ που τους εξήγησε ότι αυτό που ένιωσαν ήταν ο πρώτος παγετός, το σημάδι ότι ήταν κιόλας φθινόπωρο. Ότι ο χειμώνας δεν θ’ αργούσε να έρθει…
Την ίδια σχεδόν στιγμή, ολόκληρο το δέντρο, στην πραγματικότητα ολόκληρο το πάρκο, μεταμορφώθηκε σε μια πύρινη εικόνα. Δεν είχε απομείνει σχεδόν κανένα πράσινο φύλλο. Ο Άλφρεντ είχε πάρει ένα βαθύ κίτρινο χρώμα και ο Μπεν ένα έντονο πορτοκαλί. Η Κλαίρη είχε φορέσει το κόκκινο της φωτιάς, ο Ντάνιελ ένα βαθύ πορφυρό και ο Φρέντυ το κόκκινο, το χρυσαφί και το μπλε. Πόσο όμορφοι έδειχναν όλοι τους τώρα. Ο Φρέντυ και οι φίλοι του είχαν κάνει το δέντρο τους ένα ουράνιο τόξο. 

«Γιατί βρεθήκαμε ξαφνικά με διαφορετικά χρώματα, αφού είμαστε όλοι στο ίδιο δέντρο;»ρώτησε ο Φρέντυ. 

«Ο καθένας μας είναι διαφορετικός. Νιώσαμε διαφορετικά πράγματα, είχαμε διαφορετικές εμπειρίες. Αντικρίσαμε τον ήλιο διαφορετικά. Σχηματίζαμε και στέλναμε διαφορετικά τον ίσκιο μας. Γιατί να μην έχουμε διαφορετικά χρώματα;»
Όλα αυτά τα είπε με μεγάλη σοβαρότητα ο Ντάνιελ. Και απευθυνόμενος στον Φρέντυ πρόσθεσε: «Αυτή η θαυμάσια εποχή λέγεται φθινόπωρο». 

Μια μέρα, ένα πολύ παράξενο πράγμα συνέβηκε. Η ίδια αύρα, το ίδιο αεράκι, που σε άλλη εποχή έκανε τα φύλλα να χορεύουν ανάλαφρα, τώρα τα φυσούσε δυνατά πάνω στο κοτσάνι τους και τα τράνταζε αγρεμένα. Μερικά φύλλα δεν άντεξαν το ανεμόδαρμα, κόπηκαν από τα κλαράκια τους και βρέθηκαν να πετούν ψηλά στον αέρα. Στο τέλος, έπεφταν μαλακά πάνω στη γη.

Όλα τα φύλλα φοβήθηκαν.
«Τι συμβαίνει;» ρωτούσαν ψιθυριστά μεταξύ τους.

«Είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει το φθινόπωρο» τους εξήγησε ο Ντάνιελ.
«Είναι καιρός για τα φύλλα ν΄αλλάξουν κατοικία. Μερικοί άνθρωποι το αποκαλούν αυτό θάνατο».
«Θα πεθάνουμε όλοι;» ρώτησε ο Φρέντυ.
«Ναι!» αποκρίθηκε ο Ντάνιελ. «Όλα πεθαίνουν. Δεν έχει σημασία πόσο μεγάλα ή πόσο μικρά είναι, πόσο αδύνατα ή δυνατά. Πρώτα επιλέγουμε το καθήκον μας. Ζούμε τον ήλιο και το φεγγάρι, τον άνεμο και την βροχή. Μαθαίνουμε να χορεύουμε και να γελάμε. Έπειτα πεθαίνουμε».
«Εγώ δεν θα πεθάνω!» είπε αποφασιστικά ο Φρέντυ. «Εσύ Ντάνιελ;».
«Ναι» απάντησε ο Ντάνιελ. «Όταν έρθει η ώρα μου».
«Πότε θα είναι αυτό;» ρώτησε ο Φρέντυ.
«Κανένας δεν είναι σίγουρος» αποκρίθηκε ο Ντάνιελ.
Εκείνο το απόγευμα, στο χρυσό φως του δειλινού, ο Ντάνιελ κόπηκε από το κλωνάρι του. Έπεσε χωρίς καμιά προσπάθεια. Καθώς έπεφτε, φαινόταν να χαμογελάει ειρηνικά. 
«Αντίο, προς το παρόν, Φρέντυ» είπε.
Τώρα ο Φρέντυ ήταν ολομόναχος, το μόνο φύλλο που είχε απομείνει στο κλαδί. Την άλλη μέρα το πρωί έπεσε το πρώτο χιόνι. Ήταν απαλό, άσπρο και ήρεμο. Το κρύο, όμως, ήταν τσουχτερό. Ελάχιστα φάνηκε ο ήλιος την ημέρα εκείνη, που ήταν πολύ σύντομη. Ο Φρέντυ διαπίστωσε ότι έχανε το χρώμα του κι ότι γινόταν εύθραυστος. Το κρύο ήταν αδιάκοπο και το χιόνι βάραινε ανυπόφορα επάνω του.
Τα χαράματα ο άνεμος πήρε τον Φρέντυ από το κλωνάρι του. Καθόλου δεν πόνεσε. Ένιωσε να πλέει ήρεμα, απαλά και αθόρυβα μέσα στο κενό, όλο προς τα κάτω.
Καθώς έπεφτε, είδε ολόκληρο το δέντρο για πρώτη φορά. Πόσο δυνατό και σταθερό ήταν! Ήταν σίγουρος ότι το δέντρο θα ζούσε για πολύ καιρό ακόμα. Κι ακόμα ήξερε, τώρα, ότι ο ίδιος ήταν ένα μέρος από τη ζωή του δέντρου. Η γνώση αυτή τον έκανε υπερήφανο.
Ο Φρέντυ έπεσε πάνω σ’ ένα σωρό από χιόνι. Κατά κάποιο τρόπο ένιωσε να είναι μαλακά, ακόμα και ζεστά. Σ’ αυτή τη νέα του θέση ήταν πιο άνετα από κάθε άλλη φορά. Έκλεισε τα μάτια του και κοιμήθηκε. Δεν ήξερε ότι ο ξερός και άχρηστος εαυτός του, όπως τον νόμιζε τώρα, θα γινόταν ένα με το νερό και θα χρησίμευε να γίνει το δέντρο πιο δυνατό. Πιο πολύ απ’ όλα, δεν ήξερε ότι εκεί, κοιμισμένα μέσα στο δέντρο και τη γη, υπήρχαν κιόλας σχέδια για να βγουν νέα φύλλα την Άνοιξη.
Ο Φρέντυ πρόσεξε ότι τ’ άλλα φύλλα συνέχισαν να πέφτουν. «Θα ήρθε η ώρα τους», σκέφτηκε. Είδε, μάλιστα, ότι μερικά φύλλα αντιστέκονταν για λίγο στις ριπές του ανέμου πριν πέσουν. Άλλα πάλι αφήνονταν να κοπούν απ’ το κλωνάρι τους με το πρώτο φύσημα του ανέμου κι έπεφταν απαλά στη γη. Γρήγορα το δέντρο έμεινε σχεδόν γυμνό.
«Φοβάμαι να πεθάνω» είπε ο Φρέντυ στον Ντάνιελ. «Δεν ξέρω τι υπάρχει εκεί κάτω!».
«Όλοι φοβόμαστε αυτό που δεν ξέρουμε, Φρέντυ. Είναι φυσικό» τον διαβεβαίωσε ο Ντάνιελ. «Δεν φοβόσουν, όμως, όταν η άνοιξη έγινε καλοκαίρι. Δεν φοβόσουν όταν το καλοκαίρι έγινε φθινόπωρο. Ήταν φυσικές οι αλλαγές. Γιατί πρέπει να φοβάσαι την εποχή του θανάτου;».
«Πεθαίνει, ακόμα, και το δέντρο;» ρώτησε ο Φρέντυ.
«Κάποια μέρα. Υπάρχει, όμως, κάτι πιο δυνατό από το δέντρο. Είναι η ζωή που διαρκεί για πάντα. Όλοι εμείς είμαστε μέρος της ζωής».
«Πού θα πάμε όταν πεθάνουμε;».
«Κανένας δεν ξέρει με βεβαιότητα. Αυτό είναι το μεγάλο μυστήριο!».
«Θα γυρίσουμε πίσω την άνοιξη;».
«Εμείς, ίσως όχι. Η ζωή, όμως, ναι».
«Τότε ποιος ήταν ο λόγος για όλα αυτά;»συνέχισε να ρωτά ο Φρέντυ. «Τι χρειαζόταν να βρεθούμε εδώ, αφού ήταν να πέσουμε και να πεθάνουμε;».
Ο Ντάνιελ απάντησε με το σίγουρο ύφος του:«Ο λόγος ήταν για τον ήλιο και το φεγγάρι. Ήταν για τις ωραίες στιγμές που περάσαμε μαζί. Ήταν για τον ίσκιο, για τους γέρους και τα παιδιά. Ήταν για τα χρώματα του φθινοπώρου. Ήταν για τις εποχές. Δεν είναι όλα αυτά αρκετά;».

 

Γιάννα στις 11 Ιουνίου 2018

Οι παλιοί έλεγαν ότι «δεν υπάρχει γάμος δίχως δάκρυ και κηδεία δίχως γέλιο». Αυτά είναι τα δύο άκρα στα οποία μπορεί να φθάσει το ανθρώπινο πρόσωπο, μεταλλάσσοντας, ξεχειλώνοντας τα χαρακτηριστικά του. Είτε για να γελάσει δυνατά ξορκίζοντας ακόμα και το πιο τραγικό γεγονός, είτε για να ξεσπάσει κλαίγοντας, αντιμετωπίζοντας με αυτόν τον τρόπο όλη την ένταση που του έφερε μια απρόσμενη ευτυχία.

Ο κόσμος, όλο και περισσότερο, όλο και πιο επικίνδυνα, φοβάται αυτά τα δύο άκρα, γι’αυτό και προτιμά να τα ξορκίσει κολλώντας πάνω τους ταμπέλες: αν είσαι πολύ χαρούμενος, είσαι σχεδόν χαζοχαρούμενος και μάλλον «τα έχεις όλα λυμένα». Αν πάλι ζεις ό,τι κακό σου συμβαίνει στις πραγματικές του διαστάσεις μιλώντας ανοιχτά γι’ αυτό, μάλλον τα παραλές, υπερβάλλεις, «είσαι drama queen».

Ο κοσμογυρισμένος σεφ και συγγραφέας Αντονι Μπουρντέν, με εκατοντάδες χιλιάδες φαν παγκοσμίως, είχε ταξιδέψει παντού προκειμένου να μεταδώσει σε όλους, με χαρά μικρού εξερευνητή και σοφού παραμυθά ταυτόχρονα, την απόλαυση του καλού φαγητού και κυρίως, της καλής παρέας. Η είδηση της αυτοκτονίας του στα 61 του, αν δεν είχε μεταδοθεί από το έγκριτο CNN, θα ακουγόταν σαν μια πρώτης τάξεως φάρσα: πώς μπορεί να επιλέξει την «έξοδο» κάποιος που δήλωνε πανευτυχής στη θέα και μόνο ενός καλομαγειρεμένου κρέατος στη Γαλλία ή μιας γενναίας μερίδας γεμιστών στην Ελλάδα;

Η είδηση της αυτοκτονίας της αμερικανίδας σχεδιάστριας Κέιτ Σπέιντ σόκαρε πολλούς, κυρίως επειδή τα επιτυχημένα αξεσουάρ της ήταν μέσα στο χρώμα, αντιπροσώπευαν τη χαρά της ζωής. Ανάμεσά τους, και μία πιο casual πάνινη τσάντα με τυπωμένη τη φράση «Seize the day» (Αδραξε τη μέρα).

Πώς λοιπόν μια γυναίκα που προέτρεπε τους πάντες να ζήσουν τη ζωή τους, αποφάσισε να βάλει τέλος στη δική της; Και μάλιστα διαλέγοντας να κρεμαστεί από ένα κόκκινο φουλάρι που έδεσε στο πόμολο της κρεβατοκάμαράς της;

Τη φράση αυτή, το «Αδραξε τη μέρα», οι περισσότεροι τη μάθαμε από την εξαιρετική ταινία «Ο κύκλος των χαμένων ποιητών» του Πίτερ Γουίαρ, με πρωταγωνιστή τον Ρόμπιν Γουίλιαμς στον ρόλο του καθηγητή Κίτινγκ. Ο Κίτινγκ μπαίνει σε ένα αυστηρό σχολείο αρρένων και διδάσκει στα παιδιά πώς είναι να αναζητάς τη δική σου αλήθεια. Σε εκείνη την ταινία, ένας μαθητής, ο Νιλ, αυτοκτονεί όταν ο αυστηρός πατέρας του δεν του επιτρέπει να γίνει ηθοποιός αλλά τον πιέζει μέχρι τέλους να γίνει στρατιωτικός, όπως και ο ίδιος.

Η αυτοκτονία του Ρόμπιν Γουίλιαμς, ο οποίος απαγχονίστηκε στις 11 Αυγούστου του 2014, είχε παγώσει τους πάντες: πώς είναι δυνατόν να αυτοκτονήσει ένας τόσο αστείος άνθρωπος; Αυτή ήταν η παγκόσμια απορία. Ολοι είχαν μπερδέψει τον ρόλο, με τον άνθρωπο. Δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν αυτά τα δύο.

Αν και όσοι δεν αρκούνταν στην επιφάνεια, μπορούσαν να διακρίνουν την έμφυτη μελαγχολία του σπουδαίου ηθοποιού ακόμη και στις πιο αστείες στιγμές του. Είναι το δάκρυ που καραδοκεί πίσω από κάθε χαμόγελο. Σαν τη διττή αρχαιοελληνική μάσκα, που απεικονίζει την κωμωδία και την τραγωδία-αιώνες προτού ανακαλυφθούν οι γελαστές και λυπημένες φατσούλες των ιμότικονς.

Η αδερφή της Κέιτ Σπέιντ, Ρίτα Μπρόσναχαν Σάφο, αποκάλυψε ότι η αμερικανίδα σχεδιάστρια είχε πάθει εμμονή με την αυτοκτονία του Ρόμπιν Γουίλιαμς. «Εβλεπε την είδηση του θανάτου του ξανά και ξανά. Πιστεύω ότι από τότε της είχε μπει η ιδέα», είπε, όπως μεταδίδουν πολλά ξένα δημοσιεύματα. Και τέσσερα χρόνια αργότερα επέλεξε να φύγει από τη ζωή με παρόμοιο τρόπο.

Γύρω από τέτοιες ιστορίες, υπάρχουν πολλές άβολες για την κοινή γνώμη λέξεις. Η κοινή γνώμη όμως, προτιμά να τις κρύψει μαζί με τους φόβους της όπως – όπως, κάτω απ’ το χαλάκι της εισόδου: κατάθλιψη, μελαγχολία, διπολική διαταραχή, ψυχοφάρμακα, κρίσεις άγχους.

Η αγωνία όλων είναι να στοιβαχτούν στο καραβάνι με τους «φυσιολογικούς», δαιμονοποιώντας οποιαδήποτε αντίδραση ξεφεύγει από το περίγραμμα. Κλαις πολύ; Γελάς πολύ; Μιλάς πολύ; Δεν μιλάς καθόλου; Θυμώνεις και ξεσπάς; Ολα αυτά είναι λάθος σύμφωνα με τον «μέσο άνθρωπο» που ορίζει ποια συμπεριφορά είναι νορμάλ και ποια όχι και τόσο.

Οι αυτοκτονίες ανθρώπων που είτε ήταν διάσημοι, είτε βρίσκονταν στο ευρύτερο κοινωνικό μας περιβάλλον και δεν είχαμε ως τότε ακούσει κάτι που να μαρτυρά την εύθραυστη ψυχολογική τους κατάσταση, συνοδεύονται από τέτοιου είδους κλισέ: «δεν του φαινόταν καθόλου… / έδειχνε τόσο χαρούμενη… / ήταν η χαρά της ζωής… / ήταν η ψυχή της παρέας… / τα είχε όλα, γιατί να κάνει κάτι τέτοιο; ».

Πόσο επικίνδυνο είναι να βάζουμε ταμπέλες σε κοντινούς ή και μακρινούς μας ανθρώπους επειδή «φαίνονται» καλά, ενώ δεν έχουμε ιδέα πώς πραγματικά είναι; Και πόσο δύσκολο είναι να βάλεις έστω για λίγα λεπτά της ημέρας τον υπερπολύτιμο εαυτό σου στην άκρη; Για να αναλογιστείς ότι οι «χαρούμενοι άνθρωποι» ίσως να είναι και οι πιο θλιμμένοι. Το χαμόγελο συχνά χρησιμοποιείται ως μια απλή άμυνα, μια ασπίδα προστασίας για να αντέξεις τον έξω κόσμο, αλλά και όσα σε ταλαιπωρούν μέσα στην ίδια την ψυχή σου.

Στοιβαγμένη λοιπόν, η φοβισμένη πλειοψηφία σε αυτό το καραβάνι της κανονικότητας, κοιτάζει από απόσταση ασφαλείας πότε με οίκτο και πότε με αποστροφή όσους επέλεξαν να δώσουν μάχη-ακόμα κι αν αποβεί μοιραία-με τους δαίμονές τους. Συναισθήματα όπως ο θυμός, ξεσπάσματα όπως το έντονο κλάμα, διώκονται από εκείνους που θεωρούν ότι είναι εντελώς φυσιολογικοί, ως ποινικά αδικήματα.

Ομως το να απαιτείς από έναν άνθρωπο να μην εκφράζει όλα τα συναισθήματά του, ακόμα και τα πιο «ακραία», είναι σα να επιμένεις να του λες ότι δεν υπάρχει το κόκκινο χρώμα στη φύση, ενώ κρατάς στα χέρια σου μια παπαρούνα.

Και κάπως έτσι, οι πιο εύθραυστοι άνθρωποι καταφεύγουν στη δική τους αυτοσχέδια πανοπλία, που δεν είναι ο θυμός, ή το κλάμα, ή άλλα ποινικοποιημένα συναισθήματα, αλλά το χαμόγελο. Γιατί αυτοκτονούν οι χαρούμενοι άνθρωποι; Ισως επειδή ποτέ δεν ήταν τόσο χαρούμενοι όσο θέλανε να νομίζουμε. Και όσο θέλαμε να νομίζουμε.

Από ΑΣΤΕΡΟΠΗ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ

Γιάννα στις 20 Μαΐου 2018

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες να σε φοβάμαι…

Ενώ εσύ μου φώναζες, τραυμάτιζες την αυτοπεποίθηση μου…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες ότι δεν είχα αξιοπρέπεια επειδή ήμουν μικρός…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες να μην τολμάω, να μη δοκιμάζω, να μην προσπαθώ να ανακαλύπτω, να μην παίρνω πρωτοβουλίες, για να μη θυμώνεις…

Ενώ εσύ μου φώναζες, με έκανες να νιώθω ασήμαντος και αδύναμος…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου έδειχνες ότι δεν μπορούσα να σε εμπιστεύομαι…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες ότι δεν μπορούσα να σου μιλήσω αν είχα κάποιο πρόβλημα ή κάποιος μου έκανε κακό, γιατί φοβόμουν πώς θα αντιδρούσες…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες ότι όταν αγαπάμε κάποιον, έχουμε δικαίωμα να του φερόμαστε άσχημα…

Ενώ εσύ μου φώναζες, η φωνή σου δεν με άφηνε να σκεφτώ τα λόγια σου…

Ενώ εσύ μου φώναζες, ίδρωνα, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, το στομάχι και τα αυτιά μου πονούσαν…

Ενώ εσύ μου φώναζες, θύμωνα που δεν νοιαζόσουν για αυτά που ήθελα να σου πω…

Ενώ εσύ μου φώναζες, αναρωτιόμουν που πήγε ο μπαμπάς μου…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες να φωνάζω κι εγώ…

Ενώ εσύ μου φώναζες, ήμουν μόνος μου…

Ενώ εσύ μου φώναζες, σκεφτόμουν ότι δεν μ’ αγαπάς πια…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες ότι επιτρέπεται να φέρομαι άσχημα σε κάποιον πιο αδύναμο από μένα…

Ενώ εσύ μου φώναζες, μου μάθαινες πώς να φερθώ στα παιδιά μου όταν μεγαλώσω…

Ενώ εσύ μου φώναζες, δεν φανταζόσουν τον αγώνα που πρέπει να δώσω τώρα που μεγάλωσα, για να μη γίνω σαν εσένα…

Από αντικλείδι

Γιάννα στις 14 Μαΐου 2018

Αυτό στο οποίο αντιστέκεστε, επιμένει.

Η ορθολογική μας στάση θέλει να μας κάνει να πιστεύουμε ότι μπορούμε να κάνουμε θαύματα με τις οργανώσεις, με την επιβολή νέων νόμων, ή με παρόμοιες καλοπροαίρετες επινοήσεις. Αλλά, στην ουσία, το πνεύμα του έθνους μπορεί να αναθεωρηθεί μόνο με μια αλλαγή στη στάση του ατόμου

Ο άνθρωπος χρειάζεται δυσκολίες. Είναι απαραίτητες για την υγεία

Η ήττα και η κοινωνική καταστροφή αυξάνουν το αγελαίο ένστικτο. Δεν είμαι αυτό που μου συνέβη. Είμαι αυτό που επέλεξα να γίνω Μπορεί να νομίζουμε, ότι έχουμε τον πλήρη έλεγχο του εαυτού μας. Ωστόσο, ένας φίλος μπορεί πάντα να μας αποκαλύψει κάτι για το οποίο δεν είχαμε καν ιδέα

Όποιος θέλει να γνωρίσει την ανθρώπινη ψυχή, να αποχαιρετήσει τις μελέτες του και να περιπλανηθεί στον κόσμο με ανοικτή καρδιά. Στη φρίκη των φυλακών, στα ψυχιατρικά άσυλα και τα νοσοκομεία, στις σκοτεινές ταβέρνες των προαστίων, στα πορνεία και τα χαρτοπαικτικά καταγώγια, στα κοσμικά σαλόνια, στο χρηματιστήριο, στις σοσιαλιστικές συγκεντρώσεις, στις εκκλησίες, μέσα από την αγάπη και το μίσος, την εμπειρία των παθών κάθε μορφής στο δικό του σώμα, θα δρέψει πλουσιότερες σοδειές γνώσης από αυτές που μπορούν να του προσφέρουν τα βιβλία και θα γνωρίσει πώς να συμπεριφέρεται ως γιατρός στον ασθενή, με αληθινή γνώση της ανθρώπινης ψυχής

Η «μαγεία» είναι απλά μια διαφορετική λέξη για έναν ψυχολογικό χαρακτηρισμό Αυτό που δε θέλει κανείς να ξέρει για τον εαυτό του καταλήγει να επέρχεται σαν πεπρωμένο Το να γνωρίσεις τη δική σου σκοτεινή πλευρά είναι ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπίσεις τη σκοτεινή πλευρά των άλλων Δεν είναι αλήθεια πως ο σημερινός άνθρωπος είναι ικανός για μεγαλύτερα κακά από τον αρχαίο ή τον πρωτόγονο άνθρωπο. Μάλλον διαθέτει αποτελεσματικότερα μέσα για να συνειδητοποιήσει τη ροπή του προς το κακό. Καθώς η συνείδησή του πλάτυνε και διαφοροποιήθηκε, η ηθική του φύση εγκαταλείφθηκε. Να το μεγάλο πρόβλημα που έχουμε μπροστά μας σήμερα.

Η λογική από μόνη της δεν επαρκεί Αν είστε ένας ταλαντούχος άνθρωπος, δεν σημαίνει ότι έχετε κερδίσει κάτι. Σημαίνει απλά, ότι έχετε κάτι να δώσετε πίσω

Η συνάντηση δυο προσωπικοτήτων μοιάζει με την επαφή δυο χημικών ουσιών: και τα δυο στοιχεία μεταμορφώνονται ακόμα και από την πιο μικρή αντίδραση

Το όνειρο είναι μια μικρή και κρυμμένη πόρτα στο πιο βαθύ και ιερό σημείο της ψυχής, η οποία ανοίγει σε εκείνη την αρχέγονη νύχτα, που βρισκόταν η ψυχή πολύ πριν υπάρξει το συνειδητό εγώ.

Πολύ συχνά τα χέρια μπορούν να λύσουν ένα μυστήριο, που η διάνοια προσπαθεί μάταια να διαλευκάνει Αυτό στο οποίο αντιστέκεστε, επιμένει

Στην ιστορία διαγράφεται η σταδιακή ανάδυση νέων ρευμάτων ιδεών. Έχουμε όμως την τάση να μετατρέπουμε τις ιδέες σε “ισμούς” και σε “μεγάλα σωτήρια” σχέδια τα οποία όμως είναι πολύ μακράν της αρχικής ιδέας από την οποία εμπνεύστηκαν. Έτσι, το ότι το μεγάλο σχέδιο αποτυγχάνει, αυτό οφείλεται στο ότι ο άνθρωπος είναι μια αποτυχία. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται παρά κοινός νους για να αρχίσει κανείς να διορθώνει τον εαυτό του. Αλλά επειδή δεν μπορεί πια να βασίζεται σε εξωτερικές αυθεντίες, πρέπει να γνωρίζει και να κατανοεί την πιο ατομική και μύχια βάση της υποκειμενικής του ύπαρξης για να χτίσει τα θεμέλια του στα αιώνια δεδομένα της ανθρώπινης ψυχής».

Όλοι κλείνουμε μέσα μας έναν –στατιστικό- εγκληματία, όπως και έναν αντίστοιχο τρελό ή άγιο Προσεγγίζουμε το παρελθόν για να μάθουμε τους γονείς μας και το μέλλον για τα παιδιά μας, τα οποία δεν θα δούμε ποτέ, αλλά θέλουμε να φροντίσουμε το μέλλον τους Οι προσωπικότητες μας είναι μέρος του κόσμου γύρω μας και το μυστήριο τους είναι ανεξάντλητο Η αντίληψή σας θα γίνει σαφής, όταν μπορέσετε να δείτε μέσα στην ψυχή σας.

ΕΙΝΑΙ ΣΟΥ ΛΕΕΙ ΑΠΟΔΕΔΕΙΓΜΕΝΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ. Με στατιστικές και πειραματόζωα. Μετρήσιμα, προβλέψιμα, άρα ασφαλή για το επισφαλές του λάθους, για τις ανασφαλείς υπάρξεις μας. Οι άνθρωποι επικοινωνούν μεταξύ τους με τον λόγο 8%, με τον τόνο της φωνής τους 35% και με τη γλώσσα του σώματος, τις εκφράσεις, τα βλέμματα, 57% (και τα χάδια δώρο). H γλώσσα που κόκαλα δεν έχει και κόκ\καλα τσακίζει, υποκλίνεται σε ένα σου βλέμμα. Και στα πιο βαθιά σκοτάδια τον διακόπτη θα τον βρεις με την αφή, όχι με τις οδηγίες προς ναυτιλλoμένους. ΤΟ ΔΙΑΠΙΣΤΩΝΩ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΕΞΑΛΛΟΥ. Επικοινωνώ πιο βαθιά με ένα νήπιο που ο λόγος του είναι σε πρωτόλεια μορφή, επικοινωνώ εξαιρετικά με ένα βρέφος και νομίζω ότι με τους σκύλους μιλάμε σχεδόν την ίδια γλώσσα, την ά-λογη. Κι αν λόγος και λογική έχουν κοινή ρίζα, τότε μάλλον έχουμε κατέβει κάποιους ορόφους πιο κάτω από το ρετιρέ του Νου. Ο ΛΟΓΟΣ ΕΙΝΑΙ ΛΑΓΝΟΣ ΚΑΙ ΓΟΗΤΕΥΤΙΚΟΣ. Ο τρόπος που φιλτράρουμε τις λέξεις, τις επιλέγουμε, τις συνδυάζουμε, τις εκφέρουμε και τις πασάρουμε στον άλλο είναι διαδικασία άκρως σαγηνευτική και περιπετειώδης. Εμπεριέχει ίσως κάτι από μας, ίσως κάτι από εκείνο που νομίζουμε για μας, ίσως κάτι που δεν έχει καμία σχέση με μας. Όπως και να έχει, το μήνυμα πρέπει να περάσει. Και συνήθως περνάει… Συνήθως λέω. Όσο πιο κοντά μας ο άλλος ο σημαντικός, όσο πιο βαθιά η ανάγκη μας για ουσιαστική επαφή, τόσο πιο πολύ εξασκείται το μάτι να πιάνει και τις πιο αχνές αποχρώσεις. «ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ;» «Καλύτερα δεν θα μπορούσα να είμαι». Και το μάτι κενό… «ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΤΟΝ/ΤΗΝ ΓΝΩΡΙΣΑ ΕΧΩ ΗΡΕΜΗΣΕΙ». Μόνο που κάθεσαι σταυροπόδι μπας και καταφέρεις να σταματήσεις το νευρικό σου άκρο που έχει αποκτήσει δική του υπόσταση. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΠΕΙΡΑ, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ. Γνωρίζουμε άλλους και βγάζουμε έκτακτο ανακοινωθέν. Λογύδρια. Να προλάβουμε τις λανθασμένες εντυπώσεις και εκτιμήσεις. Είμαι αυτό, έχω κάνει τούτο, αυτό δεν το σηκώνω, εκείνο δεν το θέλω. Ξέρεις ποια είμαι εγώ, ρε; Μην τολμήσεις να το ξεχάσεις και να με αμφισβητήσεις… Λόγια, λόγια, λόγια. «Είσαι ο κόσμος μου». «Θα σε αγαπάω για πάντα». «Δεν πρόκειται ποτέ να σε προδώσω, να σε ξεχάσω, να σε αφήσω…». «Λεφτά υπάρχουν!». «Αδυνάτισες!». Ό,τι και να πεις, ό,τι και να πω, φτάνει μία κίνηση, ένα βλέμμα, ένα σηκωμένο φρύδι, ένα τρέμουλο, ένα σήμα κινδύνου για να σαμποτάρει σε βαθμό εξευτελιστικό το μεγαλείο του λόγου σου. Για να ξυπνήσεις από τον βαυκαλισμό των λέξεων. ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΧΡΟΝΙΑ ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΜΟΥ με έκανε να συνειδητοποιήσω στην πράξη την αναπηρία του λόγου μου. Παιδί αγρίμι, με προκλητική συμπεριφορά, δεν έπαιρνε από λόγια. Το “χα βάλει σκοπό να τον κερδίσω, ένα προσωπικό στοίχημα. Είχα δοκιμάσει τα πάντα. Φωνές και απειλές, νουθεσίες, επιβράβευση, ανταμοιβή, αδιαφορία. Άκουγε τα λόγια μου αλλά δεν έπαιρνε το μήνυμα γιατί δεν του το έδινα εγώ όλο, για εκείνον. Έφτασε μία κίνηση, όταν δεν το περίμενε, ένα χάδι στα αχτένιστα μαλλιά του -τέτοια παιδιά δεν χαϊδεύτηκαν ποτέ- και μια κλασματική στιγμή που ενώθηκαν οι χαμογελαστές, παιχνιδιάρικιες ματιές μας για να κάνουμε ανακωχή για πάντα. ΕΙΝΑΙ ΣΟΥ ΛΕΕΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΑΠΟΔΕΔΕΙΓΜΕΝΟ. Όταν με χαϊδεύεις, με αγγίζεις, η οξυτοκίνη με πλημμυρίζει. Χαίρομαι και ηρεμώ. Γι” αυτό μη μου μιλάς. Χάιδεψέ με..

Δήμητρα Χατζημαγιόγλου

 

Γιάννα στις 11 Μαρτίου 2018

Ήταν άνθρωποι Πολλοί πολλοί άνθρωποι

Αγκαλιασμένοι Με τα δάχτυλα σφιχτά (Σα χειροπέδες)

Κι όταν σκοτείνιασε Ύστερα μείναν λίγοι άνθρωποι

Κι ύστερα ακόμα πιο λίγοι Όσο σβήναν τα φώτα ένα ένα

Όσο βούλιαζε η νύχτα Κι ύστερα ακόμα πιο λίγοι

Κι οι άλλοι πουλούσαν τα μάτια τους Κι οι άλλοι τούς κλέβαν τα δόντια τους

Κι αυτοί κλειδώναν τα μάτια τους Κι αυτοί καρφώναν τα δόντια τους

Γυρίζοντας στον τοίχο τους καθρέφτες (Όλο και λίγοι πιο λίγοι)

Ώσπου σε μια στιγμή Άνοιξε κάποιος το μαχαίρι Κι έσκισε το πουκάμισό του

Κι είδανε τ’ όνομά του γραμμένο στο στήθος Πάνω ακριβώς στο μέρος της καρδιάς. 

Γιάννα στις 4 Μαρτίου 2018

 …»Το έθνος να λυπάστε αν φορεί ένδυμα που δεν το ύφανε.

Ψωμί αν τρώει αλλά όχι απ” τη σοδειά του.

Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.

Το έθνος να λυπάστε που δεν υψώνει τη φωνή παρά μονάχα στη πομπή της  κηδείας.

Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες τα ερείπιά του.

Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο

σπαθί και την πέτρα.

Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα για

φιλόσοφο, μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του.

Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους.»

 

Η ΡΟΔΙΑ
Κάποτε, όταν ζούσα στην καρδιά μιας ροδιάς, άκουσα έναν σπόρο της να λέει: «Κάποια μέρα θα γίνω δέντρο, κι ο αγέρας θα τραγουδάει ανάμεσα στα κλώνια μου. Ο ήλιος θα χορεύει πάνω στα φύλλα μου και θα είμαι δυνατό δέντρο κι όμορφο, στις εποχές όλες μέσα».

Ύστερα μίλησε ένας άλλος σπόρος και είπε: «Όταν ήμουν νιος σαν κι εσένα, είχα κι εγώ τέτοιες απόψεις, μα τώρα που μπορώ να μετρώ και να ζυγίζω τα πράγματα, βλέπω ότι οι ελπίδες μου τρέφονταν του κάκου».

Κι ένας τρίτος σπόρος, μίλησε κι αυτός: «Δεν βλέπω τίποτα που να προμαντεύει, για μας, ένα τόσο μεγαλειώδες μέλλον».

Κι ένας τέταρτος είπε: «Όμως τι φενάκη θα “ταν η ζωή μας, χωρίς προοπτικές μεγαλοσύνης».

Είπε ένας πέμπτος: «Γιατί να διαφωνούμε για το τι θα γίνουμε, αφού το τι είμαστε δεν γροικάμε καν».

Μα ένας έκτος απάντησε: «Εκείνο που είμαστε, αυτό θα εξακολουθήσουμε να είμαστε».

Κι ένας έβδομος: «Έχω τόσο ξεκάθαρη ιδέα για το καθετί πως θα γίνει. Μα να μην μπορώ να την ντύσω με λέξεις!».

Κι ένας όγδοος μίλησε -κι ένατος και δέκατος- και σειρά από άλλους, και δεν μπορούσα να βγάλω άκρη πια, από τις φωνές τους.

Κι έτσι, την ίδια εκείνη μέρα, μετακόμισα στην καρδιά μιας κυδωνιάς, εκεί όπου οι σπόροι είναι λιγοστοί και δεν μιλάνε σχεδόν καθόλου.

 

Η ΑΛΛΗ ΓΛΩΣΣΑ
Τρεις μέρες, αφού είχα γεννηθεί, κι όπως ήμουν ξαπλωμένος στη μεταξόστρωτη κούνια μου, θωρώντας με κατάπληκτη δυσαρέσκεια τα του καινούργιου κόσμου, τριγύρνα μου, η μητέρα μου μίλησε στην παραμάνα, λέγοντας: «Πώς τα πάει το παιδί μου;».

Κι η παραμάνα απάντησε: «Καλά τα πάει, κυρία, το τάισα τρεις φορές, και δεν έχω ξαναδεί ποτέ άλλο μωρό τόσο μικρό να “ναι τόσο χαρωπό».

Κι εγώ εξοργίστηκα και φώναξα: «Δεν είν” αλήθεια μητέρα. Το κρεβάτι μου είναι σκληρό, και το γάλα του θηλασμού πικρόγευστο στο στόμα μου. Η μυρωδιά του στήθους μού πνίγει τα ρουθούνια, κι είμαι τρισδυστυχισμένο».

Μα η μητέρα μου δεν κατάλαβε, ούτε κι η παραμάνα. Γιατί η γλώσσα μου ήταν η γλώσσα κείνου του κόσμου απ” όπου είχα έρθει.

Και στις, είκοσι και μία, μέρες της ζωής μου, που βαφτιζόμουν, ο παπάς είπε στην μητέρα μου: «Πρέπει στ” αλήθεια να είσαστε ευτυχισμένη, κυρία, που ο γιος σας γεννήθηκε χριστιανός».

Κι εγώ ξαφνιάστηκα και είπα στον παπά: «Τότε η μάνα σου, στους ουρανούς, πρέπει να “ναι δυστυχισμένη που εσύ δεν γεννήθηκες χριστιανός».

Μα κι ο παπάς, τα ίδια: Δεν κατάλαβε τη γλώσσα μου.

Μετά από εφτά φεγγάρια, ένας μάντης με κοίταξε μια μέρα κι είπε στην μητέρα μου: «Ο γιος σου θα γίνει πολιτικός και μέγας αρχηγέτης».

Κι εγώ έσκουξα: «Αυτή “ναι ψευτοπροφητεία, γιατί εγώ, μουσικός θα γίνω και τίποτα απ” όσα λέει».

Μα ακόμα κι αυτό τον καιρό ήταν η γλώσσα μου ακατάληπτη -κι ήταν μεγάλη η κατάπληξή μου.

Κι ύστερα από τριάντα και τρία χρόνια, που στο μεταξύ η μητέρα μου, κι η παραμάνα μου, κι ο παπάς, είχαν όλοι τους πεθάνει, ο μάντης ζούσε ακόμα. Και χτες τον συναπάντησα κοντά στην πύλη του ναού. Κι όπως μιλούσαμε μου είπε: «Πάντα μου το ΄ξερα πως θα γινόσουν μεγάλος μουσικός. Ακόμα κι από τα γεννοφάσκια σου προφήτεψα και προείπα το μέλλον σου».

Κι εγώ τον πίστεψα, γιατί τώρα πια, έχω κι εγώ λησμονημένη τη γλώσσα εκείνου, τ” αλλουνού του κόσμου.

 

Η ΦΙΛΟΔΟΞΗ ΒΙΟΛΕΤΑ
Υπήρχε μία ωραία κι ευωδιαστή βιολέτα που ζούσε ήσυχα ανάμεσα στους φίλους της και κουνιόταν χαρούμενα ανάμεσα στα άλλα λουλούδια, σ” έναν μοναχικό κήπο. Ένα πρωί, όταν το στέμμα της ήταν στολισμένο με δροσοσταλίδες, σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε γύρω της. Είδε ένα ψηλό και ωραίο τριαντάφυλλο να στέκεται υπερήφανα και να φτάνει ψηλά στο διάστημα, σαν φλογισμένος πυρσός πάνω σε μία λάμπα από σμαράγδια.

Η βιολέτα άνοιξε τα γαλάζια χείλη της και είπε: «Τι άτυχη που είμαι ανάμεσα σ” αυτά τα λουλούδια και πόσο ταπεινή είναι η θέση που έχω μπροστά τους! Η φύση μ” έπλασε να είμαι κοντή και φτωχιά… Ζω πολύ κοντά στη γη και δεν μπορώ να σηκώσω το κεφάλι μου προς τον γαλάζιο ουρανό ή να στρέψω το πρόσωπό μου στον ήλιο, όπως κάνει το τριαντάφυλλο».

Και το τριαντάφυλλο άκουσε τα λόγια της γειτόνισσάς της. Γέλασε και σχολίασε: «Τι παράξενη είναι η ομιλία σου! Είσαι τυχερή, και όμως δεν μπορείς να καταλάβεις την τύχη σου. Η Φύση σού έδωσε ευωδία και ομορφιά που δεν χάρισε σε κανένα άλλο λουλούδι. Πέταξε αυτές τις σκέψεις και να “σαι ευχαριστημένη, και να θυμάσαι ότι όποιος ταπεινώνεται, θα εξυψωθεί και όποιος εξυψώνει τον εαυτό του θα συντριβεί».

Η βιολέτα απάντησε: «Με παρηγορείς γιατί έχεις αυτό που λαχταρώ… Ζητάς να με πικράνεις με το νόημα ότι είσαι σπουδαία…Πόσο οδυνηρό είναι το κήρυγμα των τυχερών, στην καρδιά των δυστυχισμένων! Και πόσο αυστηρός είναι ο δυνατός όταν είναι σύμβουλος των αδυνάτων».

Και η Φύση άκουσε τη συνομιλία της βιολέτας με το τριαντάφυλλο, πλησίασε και είπε: «Τι σου συνέβη, κόρη μου βιολέτα; Υπήρξες ταπεινή και γλυκιά σε όλες σου τις πράξεις και τα λόγια σου. Μήπως μπήκε η απληστία στην καρδιά σου και μούδιασε τις αισθήσεις σου;».

Με παρακλητική φωνή, η βιολέτα απάντησε σ” αυτή λέγοντας: «Μεγάλη και σπλαχνική μητέρα, γεμάτη αγάπη και συμπάθεια, σε παρακαλώ, με όλη μου την καρδιά και την ψυχή μου, να μου κάνεις τη χάρη και να με αφήσεις να είμαι τριαντάφυλλο για μια μέρα».

Και η Φύση απάντησε: «Δεν ξέρεις τι ζητάς. Δεν αντιλαμβάνεσαι την κρυμμένη συμφορά πίσω από την τυφλή φιλοδοξία σου. Αν ήσουν τριαντάφυλλο θα το μετάνιωνες και το μετάνιωμά σου δεν θα σε ωφελούσε σε τίποτε».

Η βιολέτα επέμεινε: «Κάνε με ψηλό τριαντάφυλλο, γιατί θέλω να σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά με καμάρι. Και ασχέτως της τύχης μου, θα είναι δικό μου σφάλμα».

Η Φύση υποχώρησε, λέγοντας: «Α, αμαθής και ανυπότακτη βιολέτα, θα σου κάνω το χατήρι. Αλλά αν πέσει συμφορά σε σένα, το παράπονό σου πρέπει να στραφεί στον εαυτό σου».

Και η Φύση άπλωσε τα μυστηριώδη και μαγικά δάχτυλά της και άγγιξε τις ρίζες τις βιολέτας, που αμέσως έγινε ψηλό τριαντάφυλλο, και υψώθηκε πάνω απ” όλα τα λουλούδια του κήπου.

Το δειλινό, ο ουρανός γέμισε από πυκνά μαύρα σύννεφα και τα μαινόμενα στοιχεία τάραξαν τη σιωπή της ύπαρξης με βροντές και άρχισαν να χτυπούν τον κήπο, εκτοξεύοντας μεγάλη βροχή και δυνατούς ανέμους. Η καταιγίδα έσκισε τα κλαδιά και ξερίζωσε τα φυτά κι έσπασε τα κοτσάνια των δυνατών λουλουδιών, αφήνοντας άθικτα μόνο τα μικρά λουλούδια που φύτρωναν κοντά στη φιλική γη. Εκείνος ο μοναχικός κήπος υπέφερε πολύ από τον εχθρικό ουρανό και όταν ησύχασε η θύελλα και ο ουρανός καθάρισε, όλα τα φυτά καταστράφηκαν και κανένα από αυτά δεν ξέφυγε την οργή της Φύσης, εκτός από τις μικρές βιολέτες που κρύβονταν κοντά στον τοίχο του κήπου.

Αφού σήκωσε το κεφάλι της και είδε την τραγωδία των λουλουδιών και δέντρων, μία από τις νεαρές βιολέτες χαμογέλασε χαρούμενα και είπε στις συντρόφισσές της: «Κοιτάξτε τι έκανε η καταιγίδα στα υπερήφανα λουλούδια!».

Μία άλλη βιολέτα είπε: «Είμαστε μικρές και ζούμε κοντά στη γη, αλλά είμαστε ασφαλείς από την οργή των ουρανών».

Και μία τρίτη πρόσθεσε: «Επειδή έχουμε μικρό ύψος, η καταιγίδα δεν μπορεί να μας υποτάξει».

Εκείνη τη στιγμή η βασίλισσα των βιολετών είδε δίπλα της την αλλαγμένη βιολέτα, πεταμένη στη γη από τη θύελλα και παραμορφωμένη πάνω στη βρεγμένη χλόη σαν αδύναμος στρατιώτης στο πεδίο της μάχης.

Η βασίλισσα των βιολετών σήκωσε το κεφάλι της και φώναξε την οικογένειά της, λέγοντας: «Κοιτάξτε, κόρες μου και σκεφτείτε αυτό που έκανε η Απληστία στη βιολέτα που έγινε υπερήφανο τριαντάφυλλο για μία ώρα. Η ανάμνηση αυτής της σκηνής ας γίνει υπενθύμιση της καλής σας τύχης».

Το ετοιμοθάνατο τριαντάφυλλο κινήθηκε, μάζεψε τα υπολείμματα της δύναμής του και είπε ήσυχα: «Είστε ευχαριστημένοι και πειθήνιοι βλάκες! Ποτέ δεν φοβήθηκα την καταιγίδα. Χθες, κι εγώ ήμουν ευχαριστημένη και ικανοποιημένη με τη Ζωή, αλλά η Ικανοποίηση ενήργησε σαν εμπόδιο ανάμεσα στην ύπαρξή μου και στην καταιγίδα της Ζωής, που με περιόριζε σε μία αρρωστιάρικη και νωθρή ειρήνη και γαλήνη πνεύματος. Μπορούσα να ζήσω την ίδια ζωή που ζείτε εσείς τώρα, με το να προσκολλείστε από φόβο στη γη… Μπορούσα να περιμένω τον χειμώνα να με τυλίξει με χιόνι και να με παραδώσει στον Χάρο, που θα πάρει σίγουρα όλες τις βιολέτες… Χαίρομαι τώρα γιατί ερεύνησα έξω από τον μικρό κόσμο μου το μυστήριο του Σύμπαντος -κάτι που δεν κάνατε εσείς ακόμη. Μπορούσα να παραβλέψω την Απληστία, που η φύση της είναι ανώτερη από τη δική μου, αλλά καθώς πρόσεχα την ησυχία της νύχτας, άκουσα τον ουράνιο κόσμο να μιλά σ” αυτό τον γήινο κόσμο, λέγοντας: “Η φιλοδοξία πέρα από την ύπαρξη, είναι ο βασικός σκοπός της ζωής μας”. Εκείνη τη στιγμή το πνεύμα μου επαναστάτησε και η καρδιά μου λαχτάρησε μία θέση ανώτερη από την περιορισμένη ύπαρξή μου. Κατάλαβα ότι η άβυσσος δεν μπορεί ν” ακούσει το τραγούδι των άστρων, κι εκείνη τη στιγμή άρχισα να πολεμώ κατά της μικρότητάς μου και να λαχταρώ εκείνο που δεν ανήκε σε μένα, ώσπου η ανυποταξία μου έγινε μεγάλη δύναμη και η λαχτάρα μου δημιουργική θέληση… Η Φύση, που είναι το μεγάλο αντικείμενο των βαθύτερων ονείρων μας, ικανοποίησε την παράκλησή μου και μ” έκανε τριαντάφυλλο με τα μαγικά δάχτυλά της».

Το τριαντάφυλλο έγινε σιωπηλό για μία στιγμή και με αδύνατη φωνή, ανακατεμένη με υπερηφάνεια και κατόρθωμα, είπε: «Έζησα μία ώρα σαν υπερήφανο τριαντάφυλλο. Υπήρξα για ένα διάστημα σαν βασίλισσα. Κοίταξα το Σύμπαν πίσω από τα μάτια του τριαντάφυλλου. Άκουσα τον ψίθυρο του στερεώματος με τ” αυτιά του τριαντάφυλλου και άγγιξα τις πτυχές του ρούχου του Φωτός, με ροδοπέταλα. Υπάρχει κάποιος εδώ, που μπορεί να διεκδικήσει τέτοια τιμή;».

Αφού μίλησε έτσι, χαμήλωσε το κεφάλι του και με πνιγμένη φωνή είπε ασθμαίνοντας: «Θα πεθάνω τώρα, γιατί η ψυχή μου πέτυχε τον σκοπό της. Τελικά, επέκτεινα τις γνώσεις μου ως έναν κόσμο πέρα από το στενό σπήλαιο της γέννησής μου. Αυτό είναι το σχέδιο της Ζωής… Αυτό είναι το μυστικό της Ύπαρξης».

Τότε το τριαντάφυλλο άρχισε να τρέμει, δίπλωσε αργά τα πέταλά του, και πήρε την τελευταία αναπνοή του μ” ένα ουράνιο χαμόγελο πάνω στα χείλη του… Ένα χαμόγελο εκπλήρωσης, ελπίδας και σκοπού στη Ζωή… Ένα χαμόγελο νίκης, ένα χαμόγελο του Θεού.

 

….»Τότε η Αλμήτρα είπε: Μίλησε μας για την Αγάπη.

Κι εκείνος, ύψωσε το κεφάλι του κι αντίκρισε το λαό κι απλώθηκε βαθιά ησυχία.

Και με φωνή μεγάλη είπε: Όταν η αγάπη σε καλεί,
ακολούθησέ την, Μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα. Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδόσου, μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει.

Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την, μ” όλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά σου σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο.

Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει. Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου.

Κι όπως ανεβαίνει ως την κορφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο,

Έτσι κατεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα.

Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της.

Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχυάσει.

Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου.

Σε αλέθει για να σε λευκάνει.

Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός.

Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο.

Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής.

Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης,

Τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια

σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης. Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου.

Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται, γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη.

Όταν αγαπάς, δε θα “πρεπε να λες: «Ο Θεός είναι στην καρδιά μου», αλλά μάλλον «Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού».

Και μη πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.

Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία εκτός από την εκπλήρωσή της. Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου: Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα.

Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας.

Να πληγωθείς από την ίδια την ίδια τη γνώση σου της αγάπης. Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα.

Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης. Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης.

Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο με ευγνωμοσύνη στην καρδιά

Και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ” έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου

Γιάννα στις 4 Μαρτίου 2018

Θυμάμαι, πόσο καμάρωνα με τα μικρά μου ζυμαράκια, τα οποία φούρνιζε η νονά μου μαζί με τα υπέροχα ψωμιά της. Θυμάμαι τη μία ταλαίπωρη ντομάτα που μου έδινε η μάνα μου να ετοιμάσω, όταν έφτιαχνε γεμιστά. Ήταν η δική μου ντομάτα! Τώρα ξέρω ότι αυτά που έφτιαχνα τα έτρωγαν με το ζόρι, αλλά εγώ δεν έβλεπα την ώρα να μεγαλώσω και να φτιάχνω ψωμιά και γεμιστά σαν τα δικά τους! Και κάποτε χρειάστηκε να εργαστώ σε κουζίνα για να ζήσω.

Πριν ακόμα πάω στο Γυμνάσιο, ήξερα να ξεχωρίζω και να μαζεύω χόρτα, να φροντίζω τα κηπευτικά στον μικρό μας κήπο, να ξεχωρίζω τα φρέσκα θαλασσινά στην αγορά. Εκείνη την εποχή η μητέρα μου ήταν καμαριέρα σε ένα μικρό ξενοδοχείο. Όταν δεν είχα σχολείο, με έπαιρνε μαζί της και είδα τι ακριβώς έκανε για να έρθουν τα χρήματα στο σπίτι. Την βοηθούσα και μου άρεσε. Όχι πάντα.

Λίγο μεγαλύτερη, μάθαινα πώς να σφίγγω τις χαλαρωμένες βρύσες. Να αλλάζω τις καμένες λάμπες, να τρίβω και να βάφω κάγκελα και τοίχους. Μεγαλώνοντας, ξόδευα πολύ λιγότερα χρήματα επισκευάζοντας τις απλές βλάβες μόνη μου. Και όταν χρειαζόταν ειδικός, καταλάβαινα αν κάνει σωστά τη δουλειά του και δεν γινόμουν θύμα κανενός επιτήδειου.

Οι γονείς ήταν εργάτες. Ύστερα μικροαστοί, καθώς κάποια στιγμή απέκτησαν ένα μαγαζί, στο οποίο εργαζόμουν από 9 ετών. Ήξερα να ζυγίζω, να δίνω ρέστα, να συναλλάσσομαι με τους πελάτες. Πότε μου άρεσε και πότε έπληττα. Αλλά, όταν τα πράγματα αγρίεψαν κι έπρεπε να δουλέψω οπουδήποτε, είχα το θάρρος να παρουσιαστώ οπουδήποτε. Και τα κατάφερα ικανοποιητικά και επέζησα και έβγαλα χρήματα, ώστε να σπουδάσω με δική μου δαπάνη αυτό που λαχταρούσα και να κάνω πια τη δουλειά που μου αρέσει. Διότι τα πράγματα ήρθαν ανάποδα και η οικογένεια διαλύθηκε κι εγώ βρέθηκα ολομόναχη. Ποιος θα μπορούσε να το προβλέψει; Αμέσως μετά, οι γονείς μου πέθαναν, για διαφορετικούς λόγους μέσα στον ίδιο χρόνο. Χάθηκε ακόμα και η ψευδαίσθηση της οικογένειας. Τι είχε μείνει; Τα μαθήματα ζωής που είχα πάρει. Αντί να πέσω στα πατώματα, αξιοποίησα όλα όσα είχα μάθει από αυτούς που έκαναν λάθη καθοριστικά για τη ζωή μου και τα οποία με βοήθησαν να ανατρέψω όλα τα προγνωστικά! Ήμουν ικανή να εργαστώ οπουδήποτε. Μέσα στη μεγαλύτερη καταστροφή που μπορεί να βρει ένα δεκαεξάχρονο παιδί, ήξερα τον τρόπο να επιβιώσω έντιμα. Να κερδίζω 10 και να ξοδεύω 8. Να κάνω δύο και τρεις δουλειές ταυτόχρονα. Να κυνηγήσω το όνειρό μου και να το πετύχω, για να έχω τώρα εσένα κυρία μητέρα να μην καταλαβαίνεις πως οφείλεις να μεγαλώσεις παιδιά αυτόνομα και δυνατά!

Γιατί, βλέπεις; Κοίτα πώς τα έφερε ο καιρός! Τα παιδιά σου πρέπει να εργαστούν και δεν ξέρουν πώς και πού! Τα έμαθες να θεωρούν τη δουλειά ντροπή. Να περιμένουν πάντα έναν υπηρέτη να κάνει τις δύσκολες δουλειές και εσύ ήσουν ο υπηρέτης τους. Όχι η μητέρα τους. Η μητέρα είναι πάνω από όλα δασκάλα, σοφή και δυνατή δασκάλα για τα παιδιά της. Έχεις δει την ταινία που αφηγείται τη ζωή του τυφλού Ray Charles; Λέγεται «Ray». Δες την και επικεντρώσου στη σκηνή που η μητέρα αφήνει τον σχεδόν τυφλό γιο της (που ξέρει πως σύντομα θα τυφλωθεί εντελώς) να κινείται  μόνος του μέσα στο δωμάτιο. Παρατήρησε τη δύναμη και τον πόνο της, όταν πλησιάζει στη φωτιά και καίγεται. Και τον αφήνει να βιώσει τον πόνο. Ξέρεις γιατί; Γιατί δεν έχει την ψευδαίσθηση πως είναι αθάνατη. Γνωρίζει πως ο γιος της κάποτε θα πρέπει να τα βγάζει πέρα μόνος του. Δες το και συλλογίσου!

Δεν ξέρω πώς να στο πω χωρίς να σε τρομάξω!

Αλλά, ένας νέος άνθρωπος που είχε γονείς full service, που δεν έπιασε ποτέ τη σκούπα στα χέρια του, που δεν ξέρει να φροντίσει τα ρούχα του, που δεν βγήκε ποτέ στη ζούγκλα των δημοσίων υπηρεσιών να πληρώσει έναν λογαριασμό, έστω με τα λεφτά των γονιών του, που όταν λείπει κάτι από το ψυγείο ουρλιάζει στη μάνα του, αντί να πάει να ψωνίσει, δεν πρόκειται ποτέ, μα ποτέ, να πάει να μαζέψει φράουλες για να ζήσει!

Και αν πάει, το σώμα του θα τον προδώσει σε λίγες ώρες.

Και αν αντέξει λίγο παραπάνω, θα καταρρεύσει ψυχολογικά.

Ο ασφαλέστερος τρόπος να μεγαλώσεις σωστά το παιδί σου είναι να συνειδητοποιήσεις πως δεν είσαι άτρωτος, δεν είσαι αθάνατος. Μεγαλώνεις ανθρώπους που, αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να καταφέρουν μόνοι τους. Και δεν ξέρεις ούτε το πότε ούτε υπό ποιες συνθήκες θα κληθούν να το κάνουν.

Εσύ, λοιπόν, που τα παιδιά σου είναι ακόμα μικρά, αντί να τους πετάς στα μούτρα το κινέζικο χαζοπαίχνιδο από τα Τζάμπο, παίξε μαζί τους δουλεύοντας. Σκουπίστε, μαγειρέψτε, καθαρίστε τα τζάμια μαζί! Για τα παιδιά, παιχνίδι είναι κι αυτό. Και αν κάποιες στιγμές δυσανασχετούν, αγνοήστε το. Σημασία έχει πως θα γνωρίζουν πώς να ζήσουν, όποια τροπή και αν πάρουν τα πράγματα. Θα έρθει μια μέρα που η ευγνωμοσύνη τους για σας, θα τους χαρίσει τόση ευτυχία, που τίποτα, μα τίποτα δεν μπορέσει να τους την πάρει!

 

Από Αθηνά Ταρλα toantikleidi

Γιάννα στις 25 Φεβρουαρίου 2018

Γιατί όμως είναι τα δέντρα τόσο κοινωνικά πλάσματα, γιατί μοιράζονται την τροφή τους με άλλα δέντρα του ίδιου είδους και φροντίζουν έτσι τους ανταγωνιστές τους; Οι λόγοι για τους οποίους συμβαίνει αυτό είναι οι ίδιοι με εκείνους που ισχύουν και στις ανθρώπινες κοινωνίες: Με παρέα είναι πάντα καλύτερα.

Ένα δέντρο δεν είναι δάσος, δεν μπορεί να δημιουργήσει ένα τοπικό ισορροπημένο κλίμα, είναι απροστάτευτο και εκτεθειμένο σε όλες τις καιρικές συνθήκες. Αντιθέτως, πολλά δέντρα μαζί δημιουργούν ένα οικοσύστημα που μετριάζει τις ακραίες θερμοκρασίες ψύχους ή ζέστης, αποθηκεύει μεγάλες ποσότητες νερού και απελευθερώνει καθαρό αέρα.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον μπορούν να ζήσουν προστατευμένα και για πολλά χρόνια. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει να διατηρηθεί πάση θυσία η κοινότητα. Αν κάθε δέντρο ενδιαφερόταν μόνο για τον εαυτό του, τότε αρκετά απ’ αυτά δε θα κατάφερναν να γεράσουν. Οι συνεχείς θάνατοι θα είχαν ως αποτέλεσμα πολλές και μεγάλες τρύπες στην κομοστέγη, απ’ όπου θα μπορούσαν να περάσουν οι θύελλες και να ρίξουν κάτω ακόμα περισσότερους κορμούς. Η καλοκαιρινή ζέστη θα έφτανε μέχρι το έδαφος του δάσους και θα το στέγνωνε τελείως. Κι αυτό θα έκανε τους πάντες να υποφέρουν.

Συνεπώς, κάθε δέντρο είναι πολύτιμο για την κοινότητα και αξίζει να διατηρηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο. Ως εκ τούτου, η κοινότητα στηρίζει ακόμα και τα άρρωστα δέντρα και τα τροφοδοτεί με θρεπτικά συστατικά μέχρι να ανακάμψουν. Την επόμενη φορά ίσως πρέπει να γίνει το αντίστροφο και να χρειάζεται βοήθεια το δέντρο-βοηθός.

Οι ασημόγκριζες οξιές με τους χοντρούς κορμούς, που συμπεριφέρονται πράγματι κατ’ αυτόν τον τρόπο, μου θυμίζουν αγέλη ελεφάντων. Και αυτή νοιάζεται για τα μέλη της, βοηθάει τους αρρώστους και τους αδυνάμους να σταθούν ξανά στα πόδια τους και δε θέλει να αφήνει πίσω ούτε καν τα νεκρά της μέλη. Κάθε δέντρο αποτελεί μέρος αυτής της κοινότητας,υπάρχουν ωστόσο και διαβαθμίσεις.

Έτσι, τα περισσότερα κούτσουρα σαπίζουν και ύστερα από μερικές δεκαετίες (για τα δέντρα είναι πολύ λίγος χρόνος) γίνονται χούμος. Μόνο ελάχιστες περιπτώσεις διατηρούνται στη ζωή για αιώνες, όπως η «πέτρα που ήταν καλυμμένη με βρύα»,την οποία περιγράψαμε παραπάνω.

……..Γιατί υπάρχει αυτή η διαφορά; Μήπως είναι και η κοινωνία των δέντρων μια κοινωνία με πολίτες δεύτερης κατηγορίας; Έτσι φαίνεται, αν και ο όρος «κατηγορία» δεν είναι και τόσο εύστοχος. Αυτό που καθορίζει την προθυμία των άλλων δέντρων να βοηθήσουν είναι μάλλον ο βαθμός του δεσμού ή ίσως ακόμα και της στοργής που νιώθουν. Και αυτό μπορείτε να το διαπιστώσετε ρίχνοντας μια ματιά προς τα πάνω,στο φύλλωμα των δέντρων. Ένα μέσο δέντρο απλώνει τα κλαδιά του μέχρι να αγγίξει τα κλαδιά ενός διπλανού δέντρου του ίδιου ύψους. Εκεί σταματάει, επειδή οι θέσεις αέρα ή μάλλον οι θέσεις φωτός είναι ήδη κατειλημμένες.

Ωστόσο, τα κλαδιά τους δυναμώνουν τόσο πολύ, ώστε έχει κανείς την εντύπωση ότι εκεί πάνω γίνεται κανονική μάχη. Δύο πραγματικοί φίλοι όμως προσέχουν ευθύς εξαρχής να μην αναπτύξουν πολύ χοντρά κλαδιά προς την κατεύθυνση του άλλου. Δε θέλουν να στερήσουν τίποτα ο ένας από τον άλλο κι έτσι αναπτύσσουν δυνατό φύλλωμα μόνο προς τα έξω, προς τους «μη φίλους» τους δηλαδή.

Οι ρίζες αυτών των ζευγαριών συνδέονται τόσο έντονα, ώστε μερικές φορές πεθαίνουν μαζί. Τέτοιου είδους φιλίες, που φτάνουν στο σημείο να παρέχουν ακόμα και τροφή στα κούτσουρα, παρατηρούνται κατά κανόνα μόνο στα φυσικά δάση. Ίσως αυτό να συμβαίνει σε όλα τα είδη. Προσωπικά, εκτός από οξιές, έχω δει κι άλλα ζωντανά κούτσουρα από κομμένα δέντρα,όπως βελανιδιές, έλατα, ερυθρελάτες και τα έλατα Ντάγκλας.

Τα καλλιεργούμενα δάση, όπως είναι τα περισσότερα δάση κωνοφόρων της κεντρικής Ευρώπης, συμπεριφέρονται μάλλον όπως τα παιδιά του δρόμου στο ομώνυμο κεφάλαιο. Επειδή, λόγω της δεντροφύτευσης, οι ρίζες τους υφίστανται διαρκώς βλάβες, δεν καταφέρνουν να δημιουργήσουν δίκτυο. Τα δέντρα αυτών των δασών είναι κατά κανόνα ακοινώνητα, με αποτέλεσμα να συναντούν πολλές δυσκολίες.

Όπως και να ’χει, τα περισσότερα έτσι κι αλλιώς δε φτάνουν σε μεγάλη ηλικία, αφού οι κορμοί τους, ανάλογα με το είδος των δέντρων, είναι ώριμοι για να κοπούν όταν γίνουν 100 ετών

Wohlleben Peter – Η μυστική ζωή των δέντρων, Μεταφραστής : Λαγουδάκου

Γιάννα στις 25 Φεβρουαρίου 2018

Μερικές φορές νομίζουμε ότι θέλουμε να επιλύσουμε διαμάχες, αλλά οι μέθοδοί μας επιδεινώνουν την κατάσταση. Θυμώνουμε και φωνάζουμε, πιστεύοντας ότι έτσι θα αναγκάσουμε τον άλλον να πάει με τα νερά μας. Όμως η επίθεση, η κριτική και οι απειλές τιμωρίας γυρνούν μπούμερανγκ τόσο απέναντι στα παιδιά όσο και στους ενηλίκους. Οι αντιδράσεις θυμού κλιμακώνουν μια διαφωνία.

Γινόμαστε τρομοκράτες οι ίδιοι και δεν καταλαβαίνουμε ότι οι τρομοκράτες, στην ουσία, δεν είναι καθόλου δυνατοί. Αυτοί που συμπεριφέρονται με κακία και θυμό στο προαύλιο, στη δουλειά ή στις πολιτικές καμπάνιες είναι συνήθως οι πιο αδύναμοι και πιο ανασφαλείς.

Ο Μαχάτμα Γκάντι μού έμαθε ότι σημάδι πραγματικής δύναμης είναι η κατανόηση της άποψης των άλλων και η συγχώρεση. Ο Μαχάτμα Γκάντι μού εξήγησε ότι ξοδεύουμε πολύ χρόνο στο να χτίσουμε γερά και υγιή κορμιά, μα ελάχιστο χρόνο στο χτίσιμο ενός δυνατού και υγιή νου. Όταν δεν μπορούμε να ελέγχουμε τον νου μας, θυμώνουμε και ξεσπάμε και λέμε ή κάνουμε πράγματα για τα οποία έπειτα μετανιώνουμε.

Κάθε μέρα ίσως νιώθουμε δεκάδες φορές να μας κατακλύζει κύμα θυμού ή σύγχυσης και πρέπει να αποφασίζουμε πώς θα αντιδράσουμε. Ένας συνάδελφος στη δουλειά μάς λέει κάτι και απαντάμε κοφτά και απότομα, ή λαμβάνουμε ένα εκνευριστικό μήνυμα και κάνουμε αντεπίθεση χωρίς να σκεφτόμαστε. Αφήνουμε τον θυμό μας να πληγώνει ακόμα και ανθρώπους που αγαπάμε πολύ, τα παιδιά ή τους συντρόφους μας. Μας απογοητεύουν ή λένε κάτι με το οποίο διαφωνούμε, και ξεσπάμε πάνω τους.

Τα λόγια μπορούν να πληγώσουν ανεπανόρθωτα τους ανθρώπους που θα έπρεπε να αντιμετωπίζουμε με τρυφερότητα και αγάπη, και δεν συνειδητοποιούμε ότι ο θυμός πληγώνει ακόμα κι εμάς τους ίδιους. Σκεφτείτε πόσο άσχημα νιώθετε όταν προσβάλλετε ή συμπεριφέρεστε σκληρά σε κάποιον. Το σώμα σας σφίγγεται και το μυαλό σας μοιάζει να φλέγεται. Το ξέσπασμά σας σας απορροφά και δεν μπορείτε να συγκεντρωθείτε σε τίποτε άλλο. Ο θυμός στενεύει τα όρια του κόσμου σας έτσι ώστε το μόνο που βλέπετε είναι η προσβολή της στιγμής. Ίσως αργότερα ηρεμείτε και ζητάτε συγγνώμη, αλλά το κακό έχει ήδη γίνει.

Όταν αντιδρούμε απερίσκεπτα κι επιθετικά, είναι σαν να έχουμε εκτοξεύσει σφαίρες που δεν επιστρέφουν ξανά στο όπλο. Πρέπει να θυμόμαστε ότι έχουμε την επιλογή να αντιδρούμε διαφορετικά.

_______________________

    ~ Aπόσπασμα είναι από το βιβλίο «Το δώρο του θυμού – 11 μαθήματα ζωής από τον παππού μου Μαχάτμα Γκάντι» 

Γιάννα στις 3 Φεβρουαρίου 2018

… Το παραδέχομαι. Κλαίω όταν βλέπω ταινίες. Ή όταν διαβάζω βιβλία. Ή όταν ακούω μουσική. Επηρεασμένη πολλές φορές και από το επίπεδο των ορμονών μου, μπορεί να αρπάξω προληπτικά μερικά χαρτομάντιλα και να κάτσω να δω μια ταινία μόνη. Παρόλο που πολλοί άνθρωποι χαμογελάνε αυτάρεσκα όταν με βλέπουν να παρακολουθώ ταινίες κλαίγοντας, δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό. Η αλήθεια να λέγεται, οι άνθρωποι που κλαίνε όταν βλέπουν ταινίες τείνουν να έχουν κάτι που πολλοί άλλοι δεν έχουν καλλιεργήσει: Ενσυναίσθηση. Μόνο ένα ιδιαίτερο είδος ανθρώπου έχει ενσυναίσθηση. Πολλοί άνθρωποι εκεί έξω, οι ναρκισσιστές και οι κοινωνιοπαθείς για παράδειγμα, έχουν γεννηθεί χωρίς αυτή και ζουν όλη τους τη ζωή χωρίς να έχουν βάλει ποτέ πραγματικά τον εαυτό τους στη θέση κάποιου άλλου. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να νιώσουν τους άλλους. Παρόλο που η απουσία ενσυναίσθησης θα μπορούσε να είναι ωφέλιμη για έναν πωλητή μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, δεν είναι πάντα κάτι καλό. Στην πραγματικότητα, το να νοιάζεται κάποιος για την κατάσταση των άλλων θέλει δύναμη. Πολλή δύναμη. Η ζωή είναι σκληρή για κάποιους ανθρώπους και αν μπορείτε να μπείτε στη θέση τους και να νιώσετε τον πόνο που έχουν, τότε αυτό λέει κάτι για εσάς. Είστε αρκετά δυνατοί όταν νιώθετε αυτόν τον πόνο, αλλά παρόλα αυτά τον αντέχετε. Είστε αρκετά δυνατοί όταν είστε δυνατοί για τους άλλους ανθρώπους. Είστε δυνατοί μέχρι το σημείο που κατανοείτε από που προέρχεται αυτός ο πόνος και είστε ικανοί να νιώσετε αυτό που νιώθουν. Δεν είναι ποτέ αδυναμία το να νοιάζεστε για κάποιον άλλον, ακόμα και αν αυτός είναι ένας φανταστικός χαρακτήρας σε κάποια ταινία. Δείχνει ότι έχετε καρδιά και αυτή η καρδιά μπορεί να ραγίσει για τους άλλους. Παρόλο που μπορεί να ραγίσει μέχρι το τέλος της ταινίας, ξέρετε ότι θα επανέλθει γρήγορα. Το να είναι ικανοί να αναρρώνουν τόσο γρήγορα, λέει κάτι άλλο για τους ανθρώπους που κλαίνε κατά τη διάρκεια ταινιών. Μπορούν να ανακάμψουν όπως κανείς άλλος και είναι αρκετά δυνατοί και έξυπνοι ώστε να ξεχωρίζουν την πραγματικότητα από τη φαντασία. Φυσικά, αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος που οι άνθρωποι κλαίνε όταν βλέπουν ταινίες. Υπάρχουν επίσης δάκρυα που κυλάνε στα μάγουλά σας επειδή έχετε πάει στο μέρος που βλέπετε στην ταινία. Δάκρυα αναμνήσεων που είναι οδυνηρές. Έχω διαπιστώσει πολλές φορές ότι λειτουργεί ως κάθαρση για μένα το ότι βλέπω ταινίες στις οποίες οι άνθρωποι έχουν περάσει τα ίδια που έχω περάσει και εγώ, απλά επειδή μου επιτρέπει να απελευθερώνω μερικά από τα συναισθήματά μου που είχα κρατήσει μέσα μου, με έναν υγιή τρόπο. Θα ήθελα να δω πώς θα μπορούσε να αμφιβάλλει κάποιος για τη δύναμη κάποιου άλλου όταν τελικά αντιμετωπίσει τα πράγματα που τον πόνεσαν στο παρελθόν. Έπειτα, υπάρχουν εκείνα τα δάκρυα που κυλάνε όταν είστε ενθουσιασμένοι με την καλλιτεχνική ευφυΐα μιας ταινίας. Δεν είναι κάτι που κάνουν επιδεικτικά οι άνθρωποι. Ονομάζεται Σύνδρομο του Stendhal σε μια πιο προχωρημένη του μορφή και σημαίνει ότι ένα καλλιτεχνικό έργο σας συγκίνησε τόσο ώστε να έχετε σωματικά και συναισθηματικά συμπτώματα. Έχοντάς το αφού είδα την ταινία Casshern, μπορώ να σας πω με ειλικρίνεια ότι χρειάζεται πολλή δύναμη για να απεμπλακείτε από αυτή την αίσθηση του δέους. Για εσάς που είστε υπερευαίσθητοι στον τρόπο με τον οποίο η τέχνη σας συγκινεί, το να δείτε μια καλή ταινία, το να ακούσετε ένα καλό σόου στο ράδιο ή το να διαβάσετε το σωστό κόμικ, μπορεί να είναι μια καλή δοκιμασία της ικανότητάς σας να διατηρείτε ένα σοβαρό, ανέκφραστο προσωπείο. Αυτό επίσης μπορεί να γίνει και με μια βόλτα στο τρενάκι του λούνα παρκ. Μια βόλτα που σας αναγκάζει να αντιμετωπίσετε και να αποδεχτείτε συναισθήματα που οι περισσότεροι επιλέγουν να κρύβουν. Αν με ρωτάτε, αυτό δείχνει ότι κάποιος έχει πολλή δύναμη. Ίσως δεν είναι το είδος της δύναμης που οι περισσότεροι έχουν στο μυαλό τους όταν σκέφτονται ένα δυνατό άτομο, αλλά είναι το πιο σημαντικό είδος συναισθηματικής δύναμης: Η ενσυναίσθηση.

Από tilestwra.gr

Γιάννα στις 3 Φεβρουαρίου 2018

Τότε είναι που παρουσιάστηκε η αλεπού.

– Καλημέρα, είπε η αλεπού.

– Καλημέρα, αποκρίθηκε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας και γύρισε, μα δεν είπε τίποτα..

– Ποια είσαι; είπε ο μικρός πρίγκιπας. Μου φαίνεσαι πολύ όμορφη…

– Είμαι μια αλεπού, είπε η αλεπού.

– Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. Είμαι τόσο λυπημένος…

– Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού. Δε μ’ έχουν ημερώσει.

– Α! με συγχωρείς, έκανε ο μικρός πρίγκιπας. Το σκέφτηκε όμως και πρόσθεσε:

– Τι πάει να πει «ημερώσει;»

– Εσύ δεν είσαι απ’ εδώ, είπε η αλεπού, τι γυρεύεις;

– Γυρεύω τους ανθρώπους, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Τι πάει να πει «ημερώσει;»

– Οι άνθρωποι, είπε η αλεπού, έχουν τουφέκια και κυνηγούνε. Μεγάλος μπελάς! Ανατρέφουν όμως και κότες. Αυτό είναι το μόνο τους όφελος. Κότες γυρεύεις;

– Όχι, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Γυρεύω φίλους. Τι πάει να πει «ημερώσει;»

– Είναι κάτι που παραμελήθηκε πολύ, είπε η αλεπού. Σημαίνει «να δημιουργείς δεσμούς…».

– Να δημιουργείς δεσμούς;

– Βέβαια, είπε η αλεπού. Για μένα, ακόμα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο μ’ άλλα εκατό χιλιάδες αγοράκια. Και δε σ’ έχω ανάγκη. Μήτε κι εσύ μ’ έχεις ανάγκη. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια μ’ εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Αν όμως με ημερώσεις, ο ένας θα έχει την ανάγκη του άλλου. Για μένα εσύ θα είσαι μοναδικός στον κόσμο. Για σένα εγώ θα είμαι μοναδική στον κόσμο…

– Αρχίζω να καταλαβαίνω, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Ξέρω ένα λουλούδι…νομίζω πως με ημέρωσε…

– Γίνεται, είπε η αλεπού. Βλέπει κανείς στη Γη τόσα περίεργα πράγματα…

– Ω! δεν είναι πάνω στη Γη, είπε ο μικρός πρίγκιπας.

Η αλεπού φάνηκε πολύ παραξενεμένη:

– Πάνω σ’ άλλο πλανήτη;

– Ναι.

– Έχει κυνηγούς σ’ αυτόν τον πλανήτη;

– Όχι.

– Πολύ ενδιαφέρον αυτό. Και κότες;

– Όχι.

– Τίποτα δεν είναι τέλειο, αναστέναξε η αλεπού. Ξαναγύρισε όμως στην ιδέα της:

– Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγάω τις κότες, οι άνθρωποι κυνηγούν εμένα. Όλες οι κότες μοιάζουν, κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν. Γι’ αυτό λοιπόν βαριέμαι κάπως. Αν με ημερώσεις όμως, η ζωή μου θα είναι σαν ηλιόλουστη. Θα γνωρίσω έναν κρότο από πατήματα που θα είναι διαφορετικός απ’ όλους τους άλλους. Τ’ άλλα πατήματα με κάνουν να χώνομαι κάτω απ’ τη γη. Το δικό σου θα με κάνει να βγαίνω έξω απ’ τη φωλιά μου, σα μια μουσική. Κι ύστερα, κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τα χωράφια με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό, είναι κρίμα! Εσύ όμως έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο. Θα είναι λοιπόν θαυμάσια όταν θα μ’ έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ’ αρέσει ν’ ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχυα…

Σώπασε η αλεπού και κοίταξε πολλή ώρα το μικρό πρίγκιπα.

– Σε παρακαλώ…ημέρωσέ με, του είπε.

– Θέλω βέβαια, της αποκρίθηκε ο μικρός πρίγκιπας, μα δεν με παίρνει ο καιρός. Έχω ν’ ανακαλύψω φίλους και πολλά πράματα να γνωρίσω.

– Δε γνωρίζει κανείς παρά τα πράματα που ημερώνει, είπε η αλεπού. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίσουν τίποτα. Τ’ αγοράζουν όλα έτοιμα στα εμπορικά. Καθώς όμως δεν υπάρχουν εμπορικά που πουλάνε φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θες ένα φίλο, ημέρωσέ με!

– Τι πρέπει να κάνω; είπε ο μικρός πρίγκιπας.

– Πρέπει να έχεις μεγάλη υπομονή, αποκρίθηκε η αλεπού. Θα καθίσεις πρώτα κάπως μακριά μου, έτσι στο χορτάρι. Εγώ θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου κι εσύ δε θα λες τίποτα. Τα λόγια είναι που κάνουν τις παρεξηγήσεις. Αλλά, κάθε μέρα, θα μπορείς να κάθεσαι λιγάκι πιο κοντά…

Την άλλη μέρα ήρθε πάλι ο μικρός πρίγκιπας.

– Θα ‘ταν πιο καλά να έρχεσαι πάντα την ίδια ώρα, είπε η αλεπού. Αν έρχεσαι λόγου χάρη, στις τέσσερις το απόγευμα, εγώ θ’ αρχίζω από τις τρεις να είμαι ευτυχισμένη. Όσο θα περνάει η ώρα, τόσο εγώ θα νιώθω και πιο ευτυχισμένη. Στις τέσσερις πια, δε θα μπορώ να καθίσω και θα τρώγομαι∙ θ’ ανακαλύψω την αξία της ευτυχίας. Αν έρχεσαι όμως όποτε και να’ ναι, δε θα ξέρω ποτέ ποια ώρα να φορέσω στην καρδιά μου τα καλά της…Σ’ όλα χρειάζεται κάποια τελετή.

– Τι είναι τελετή; είπε ο μικρός πρίγκιπας.

– Είναι κι αυτό κάτι που πολύ παραμελήθηκε, είπε η αλεπού. Είναι αυτό που κάνει τη μια μέρα να μη μοιάζει με τις άλλες, τη μια ώρα με τις άλλες ώρες. Οι κυνηγοί μου, λόγου χάρη, έχουν μια τελετή. Κάθε Πέμπτη χορεύουν με τις κοπέλες του χωριού. Γι’ αυτό η Πέμπτη είναι θαυμάσια μέρα! Μπορώ και κάνω μια βόλτα ως τ’ αμπέλι. Αν χόρευαν οι κυνηγοί όποτε και να ‘ναι, όλες οι μέρες θα μοιάζαν μεταξύ τους, κι εγώ δε θα είχα καθόλου διακοπές.

ΜΠ3

Έτσι ο μικρός πρίγκιπας ημέρωσε την αλεπού. Κι όταν κόντευε πια η ώρα που θα χωρίζανε:

– Αχ! είπε η αλεπού. Κλάμα που θα κάνω…

– Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκιπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, μα εσύ θέλησες να σε ημερώσω…

– Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.

– Μα τώρα θα κλάψεις! είπε ο μικρός πρίγκιπας.

– Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.

– Και τότε τι κέρδισες;

– Κέρδισα, είπε η αλεπού, γιατί μου μένει το χρώμα του σταριού.

 

Γιάννα στις 28 Ιανουαρίου 2018

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ ΤΑ ΠΕΡΑΣΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΒΟΥΝΟ-στα μάτια μου τότε πολύ μεγάλο, το δικό μου «Μαγικό Βουνό»-, σε μια επαρχία καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη, βορειοανατολικά, με το όνομα Σοχός. Οικοκυρά η μάνα μου, έμπορoς ο πατέρας μου. Το τοπίο ήταν αγροτικό, γενναιόδωρο, θυμάμαι στις ίδιες αναλογίες ανθρώπους και ζώα, σπίτια και χωράφια, πολλές καστανιές, πολλές καρυδιές, πολλά καπνοχώραφα, πολλές μπόρες, πολλές ξέρες. Αλλά και πολλές κινηματογραφικές ιστορίες, στην κυριολεξία, αφού ο πατέρας μου είχε σινεμά στην αγορά, από το 1952 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Μπορώ δηλαδή να πω άφοβα ότι τα παιδικά μου χρόνια μοιράστηκαν εξίσου ανάμεσα στον καθαρό αέρα του βουνού και σε εκείνη τη σκοτεινή «θαυματουργή» αίθουσα, όπου παρακολουθούσα με κατάvυξη όλα τα έργα της εποχής. Όσα μας φέρνανε τουλάχιστον. ..

.ΛΙΓΟ-ΠΟΛΥ ΟΛΗ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΔΟΥΛΕΥΑΜΕ ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ. Η μάνα μου αλάτιζε κι έψηνε τα σπόρια στο σπίτι, η μια αδελφή μου ήταν στο ταμείο, η άλλη εκτελούσε χρέη ταξιθέτριας, ο αδελφός μου βοηθούσε τον μηχανικό και πουλούσε τα σπόρια και τις λεμονάδες στα διαλείμματα κι εγώ βοηθούσα τον αδελφό μου. Το παρατσούκλι μου εκείνο τον καιρό ήταν «σινεματζού». Για παρατσούκλι μάλλον τιμητικό.

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΗΜΟΥΝ Η ΜΙΚΡΟΤΕΡΗ, ΤΟ ΣΤΕΡΝΟΠΑΙΔΙ, κι αυτό μου έδινε κάποια προνόμια, υποτίθεται, ή με απάλλασσε από κάποιες υποχρεώσεις -όπως το να μη με παίρνουν στα χωράφια, να μην κάνω βαριές δουλειές- που εγώ όμως τότε το θεωρούσα ότι μάλλον δεν με υπολογίζουν. Σηκώνονταν, φέρειπείν, εκείνοι στις τρεις τη νύχτα να πάνε να μαζέψουν τα καπνά κι εγώ σηκωνόμουν από τις δύο και περίμενα σε μιαν άκρη στην αυλή, με καρδιοχτύπι, μπας και με πάρουν «κατά λάθος» μαζί τους. Συνήθως με ξαπόστελναν πάλι μέσα, μου λέγανε να τ” αφήσω αυτά, αλλά καμιά φορά μού κάναν το χατίρι και με παίρνανε. Θυμάμαι εκείνες τις οδοιπορίες μες στη νύχτα, στο πρώτο πρώτο χάραμα, σαν κάτι συναρπαστικό, κάτι που μου έδινε αξία, με «γέμιζε», αν και για κείνους ήταν εξόντωμα να το κάνουν αυτό κάθε πρωί όλο το καλοκαίρι για χρόνια ολόκληρα. Περπατούσαν και σκουντουφλούσαν από τη νύστα, ενώ εγώ εκστασιαζόμουν με τις κραυγές της κουκουβάγιας ή με το πώς στεκόταν στα δυο πισινά της πόδια η vυφίτσα. Ο καθένας με τον πόνο του. Όταν μεγάλωσα λίγο βέβαια άρχισα να σκουντουφλώ κι εγώ πότε πότε.

ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ, ΝΟΜΙΖΩ ΠΩΣ ΔΕΝ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΞΕΧΩΡΙΣΩ. Όχι επειδή ήμουν καμιά πεντάμορφη ή πανέξυπvη, μα επειδή… τι να πω; ήμουν μάλλον αφηρημένη και δεν με απασχολούσε -απ” όσο μπορώ να ξέρω- ούτε το να ξεχωρίσω ούτε το να μην ξεχωρίσω. Τύχαινε να είμαι καλή σε κάποια πράγματα, π.χ. στις εκθέσειs που έγραφα σε δημοτικό και γυμνάσιο, αλλά ήμουν και πολύ «αδύνατη», ή απλώs τεμπέλα, σε κάποια άλλα, στην αριθμητική, στη γεωμετρία, στη φυσική. Πίστευα ότι αυτά είναι «ψυχρά» πράγματα, πως δεν έχουν να μου πουν πολλά. Αργότερα άλλαξα γνώμη και πλέον μου αρέσει πολύ να ακούω μαθηματικούς και φυσικούς και αστροφυσικούς να λένε τα δικά τους. Μπορεί να μην καταλαβαίνω τι ακριβώς ακούω, πάντως κάτι πιάνω από διαίσθηση. …

ΕΔΙΝΑ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ και στην ερώτηση του καθηγητή πόσα γραμμάρια έχει το χιλιόγραμμο πελάγωνα. Κι όσο πιo πολύ μού το τόνιζε και το συλλάβιζε -«Το χι-λι-ό-γραμ-μο, παιδί μου, πόσα γραμ-μά-ρι-α έχει»- τόσο πιο πολύ τα έχανα και κοίταζα απελπισμένη μια το πάτωμα, μια αυτόν, μια το ταβάνι. Όχι πως δεν σκέφθηκα να του πω και χίλια -εδώ του είχα πει τους πιο απίθανους αριθμούς-, μα μου φαινόταν πως είναι… πολύ εύκολο, δηλαδή παγίδα, πως το έκανε επίτηδες για να με μπερδέψει, να με δοκιμάσεΙ. Κάποια στιγμή βέβαια είπα και το «χίλια» κι ο άνθρωπος ανέπνευσε. «Άρα και n σαραvταπoδαρoύσα πόσα πόδια έχει;» με ρώτησε ως επιστέγασμα. «Σαράντα» τoυ είπα με την πρώτη. .

ΘΥΜΑΜΑΙ ΝΑ ΓΡΑΦΩ «ΠΡΑΜΑΤΑ» ΑΠ” ΟΤΑΝ ΣΧΕΔΟΝ ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ, έχω καθαρή την εικόνα εκείνη της παιδίσκης και αργότερα έφηβης να καταγίνεται σκυμμένη και με μυστικότητα πάνω από κάποιο χαρτί. Άλλωστε, έμειναν και κάποια τεκμήρια, μερικά μαθητικά τετράδιά μου από το 1958 έωs το 1963, εφτά ωs δώδεκα ετών τότε, όπου από την πίσω μεριά έγραφα τα δικά μου, κάτι φανταστικές ιστοριούλες. Εκείνο το φοβερό καλοκαίρι μάλιστα με τα παιδιά που πέθαιναν στην Μπιάφρα από τηv πείνα -1966 ήταν; 1967;-, εμένα με είχε πιάσει μεγάλη προκοπή. Κάτω από τη μεγάλη ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός τέτοιου παιδιού που έκοψα από τον «Ταχυδρόμο» τηs εποχής και κόλλησα στον τοίχο -πελώρια και συγκλονιστικά τα μάτια του να με κοιτούν κατάματα, τα έχω ακόμα μπροστά μου-, έπιασα «στα σοβαρά» να γράψω ένα μυθιστόρημα! Γέμισα δυο πεvηvτάφυλλα σπιράλ τετράδια, που τα κρατάω ακόμη καταχωνιασμένα κάπου. Το μυθιστόρημα είχε να κάνει με παιδιά γενικότερα -αδέλφια και παραδέλφια από διάφορους γάμους- και με το “ξαφνικό» του θανάτου. Ήταν, ας πούμε, μια ναΐφ εκδοχή των «Λύκων» που θα άρχιζα να γράφω είκοσι χρόνια αργότερα, ένα θέμα παρμένο στη βάση του από την ίδια την οικογένειά μου, και δη εκείνη του παππoύ μου από τη μεριά του πατέρα μου.

ΤΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΤΑ ΑΝΟΙΞΑ ΜΙΑ-ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ, ΕΡΙΞΑ ΜΙΑ ΠΕΡΙΦΟΒΗ ΜΑΤΙΑ και τα ξανάκλεισα, τα ξανακαταχώνιασα. Με πονούν να τα κοιτώ, αλλά και δεν μου κάνει καρδιά να τα πετάξω, γιατί η παιδική ηλικία όταν μεγαλώνουμε είναι ένας «παράδεισος» που δεν αντέχεται, μας πονάει με τρόπο μοναδικό παρά μας χαροποιεί. Mας μαχαιρώνουν ήσυχα αυτά που πέρασαν για πάντα, είτε καλά ήταν είτε κακά. Προς τι να ταράσσουμε μια τέτοια «ησυχία»; Κάνω το μαχαίρι πένα και πορεύομαι, αλλιώς δεν βγαίνουν πουλιά, όπως θα έλεγε κι ο πατέραs μου. Το βασικό το αίσθημα άλλωστε δεν περνάει, αλλάζει τον εαυτό του, μετασχnματίζεται, μεταμορφώνεται, μα σαν ουσία δεν περνάει, κι έχει πολύ να κάνει μ” εκείνο που «πρωτογνωρίσαμε», Ο καθένας το αντανακλάει και το αναπαράγει με τον τρόπο του.

ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΗ, ΜΙΑ ΗΔΟΝΗ ΝΑ ΓΡΑΦΩ, που ούτε ήξερα από πού έρχεται και πού με πάει. Κάπως σαν τα πουλιά που κελαηδούν στα δέντρα. Το συγγραφιλίκι άρχισα να το φαντάζομαι γύρω στα είκοσι πέντε μου, μετά την πρώτη μετανάστευσή μου στην αλλοδαπή, αλλά και πάλι δειλά, με κάποιο φόβο ή αμηχανία, κι αφού είχα γεμίσει ουκ ολίγα τεφτέρια με ιστορίες και διάφορα, που δεν έδειχνα σε κανέναν. Όλοι οι φίλοι μου τότε μυρίζονταν ότι με κάτι καταγίνομαι, κάτι γράφω -με λέγαν «μυρμήγκι»-, αλλά τι και πώς κανείς δεν ήξερε. Η μυστικoπάθειά μου ήταν σχεδόν παροιμιώδης. Κι όταν πια άρχισα να το παίρνω απόφαση ότι αυτός είναι ο δρόμος μου, για κάποιον λόγο δεν ήθελα να βγάλω βιβλίο πριν τα τριάντα τρία μου. Όπερ και συνέβη. Από μικρή στο «αμάρτημα», αλλά στην αγορά αφού μετάλαβα την πρώτη ωριμότητα.

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΠΩ [ΟΤΙ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ ΝΑ ΠΑΡΑΤΗΡΩ] ΤΑ ΠΑΝΤΑ, ήμουν ακόρεστη σ” αυτό, ήμουν και διακριτική ωστόσο. Βέβαια είχα, και έχω, τις προτιμήσεις μου, τις εμμονές μου, κι αυτές είναι για κείνα τα αδιόρατα που γλιστρούν απ” το μάτι, ενώ τα έχουμε αιχμαλωτίσει, ή εκείνα που δεν τα πιάνει εύκολα η γλώσσα· αυτά -και οι προεκτάσεις τους- μ” ενδιαφέρουν περισσότερο, με αυτά μοχθώ και αγάλλομαι. Συμφωνώ πάντως μ” εκείνο που λέει ο Μαρκές ότι δεν υπάρχει τίποτα σ” αυτόν ή στον άλλον κόσμο που να είναι άχρηστο για έναν συγγραφέα. Μια παροιμία λέει πως μπέης γίνεσαι, παλικάρι γεννιέσαι. Για τον συγγραφέα -ον μισομαγικό, μισομεθοδικό- θα έλεγα πως γεννιέται και γίνεται εξίσου.

ΥΠΗΡΞΑΝ ΤΡΕΙΣ «ΜΟΙΡΑΙΟΙ» ΔΑΣΚΑΛΟΙ [ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ]. Η δεσποινίς Καλλιρρόη στην Α” Δημοτικού, ο κύριος Αμπατζίδης στην τελευταία τάξη του Λυκείου, μα θα σταθώ τώρα στον τρίτο. Ήμουν δεκαπέντε ή δεκάξι ετών και στο πρώτο μαθητικό εξάμηνο πήρα στα μαθηματικά κάτω από τη βάση. Ανέκαθεν αδύνατη στα μαθηματικά, αλλά αυτό δεν είχε ξαναγίνει, να μην πιάσω ούτε τη βάση, και μου ήρθε πολύ βαρύ. Έφυγαν λοιπόν όλα τα παιδιά απ” το σχολείο, έφυγαν και οι καθηγnτές, κι εγώ κάθισα σε μια γωνία στις σκάλες κι έβαλα τα κλάματα. Πώς θα πάω σπίτΙ, πώs θα πω, τι θα κάνω; Μαύρη απελπισία μ” έδερνε. Ήρθε κοντά μου τότε ένας καθηγητής -είχε ξεμείνει φαίνεται- και με ρώτησε τι έχω. Του είπα, «Εσύ κλαις, βρε Αννούλα. που μας δίνεις τόση χαρά με τις εκθέσεις που γράφεις «μου είπε, «που κάvεις τις ωραίες σκέψεις και μας τις κοιvωvείς;». Με μάγεψε ο λόγos του, με αναπτέρωσε. Συνέχισα να κλαίω, αλλά από συγκίνηση. Άσε που δεν πίστευα ότι μπορούσε να μιλάει έτσι ένας ολόκληρος καθηγητής σε μια μαθήτρια. Έχω να τον δω και να τον ακούσω από “κείνα τα περίεργα κι αλησμόνητα χρόνια, το όνομά του Θανάσης Νικόλτσος, φιλόλογος. Εύχομαι να είναι πάντα καλά.

ΑΠΟ ΜΙΚΡΗ ΕΙΧΑ ΜΙΑ ΣΤΕΝΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ «ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΖΩΗ» ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ. Από ένστικτο, μα και χάρη σε μια υπερήλικη γιαγιά μου ή στην ίδια τη μάνα μου -κυρίως όταν γέρασε κι αυτή-, που συχνά με ρωτούσαν τι όνειρα είδα τη νύχτα που πέρασε. Τα άκουγαν σαν να τα διάβαζαν, σχολίαζαν κάτι ή και τίποτα, πάντως μου κληροδότησαν αυτή τη συμπάθεια ή το δέος για τα όνειρα. Ό,τι κι αν γίνει, έλεγα -και το λέω ακόμα-, εγώ το βράδυ θα ονειρευτώ, θα «φύγω». Είναι για μένα η πιο οικεία, η πιo προσφιλής terra incognita. Πολλές φορές, όταν έρχομαι σε αδιέξοδα, κυρίως αναφορικά με το γράψιμο, έχω την αίσθηση πωs θα βοηθηθώ -έμμεσα βέβαια, υπαινικτικά- από κάποιο όνειρο. Και σπανίως διαψεύδομαι. Επωφελούμαι από τους «τρόπους» του ονείρου, όπως επωφελείται κανείς από έναν καλό δάσκαλο που διαπρέπει στην αφάνεια. Εδώ που τα λέμε, είναι η πιo αναφαίρετη ταυτότητά μας.

[ΦΟΒΙΑ...]ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ ΗΤΑΝ ΦΟΒΙΑ ΑΚΡΙΒΩΣ, ΜΑ ΚΑΙ ΤΙ ΑΛΛΟ ήταν δεν μπορώ να πω. Όταν ανέβαινα ή κατέβαινα εκείνη την ξύλινη μεγάλη σκάλα στο σπίτι μας, κυρίως από το σούρουπο και μετά. Πριν φτάσω στη μέση, όλα άλλαζαν, νόμιζα πωs μια «σκιά» με κυνηγάει και τσακιζόμουν να προλάβω ν” ανέβω ή να κατέβω πριν με πιάσει! Κράτησε καιρό αυτό, ίσως και χρόνια. Απορώ ακόμα πώς δεν έσπασα τα μούτρα μου καμιά φορά, πώς τη γλίτωσα. Τη φέρνω στη σκέψη μου εκείνη τη σκιά όπως αν πρόκειται για κάποιο ζωντανό πρόσωπο. Δεν μου είναι πλέον καθόλου εχθρική ή απειλητική. Αλλά το ρίγος, ρίγος.

ΑΝ ΗΤΑΝ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΩ Σ” ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ, δεν θα ήθελα ν” αλλάξω] παρακαλώ τίποτα. Ούτε και θα ήθελα ακριβώς να ξαναγυρίσω, δεν βρίσκω νόημα σε τέτοιες σκέψεις ή υποθέσεις. Φρονώ πως δεν υπάρχει «χρυσό ψαλίδι» για ό,τι ήταν όπως ήταν και μας μίλησε όπως μας μίλησε. Η «χρυσή πένα», αν υπάρχει, είναι μια άλλη ιστορία.

Yianna Το κείμενο είναι από συνομιλία της Ζυράννας Ζατέλη με την Ευγενία Φακίνου

Γιάννα στις 14 Ιανουαρίου 2018

Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σιου, λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.

“Αγαπιόμαστε” αρχίζει ο νέος.

“Και θα παντρευτούμε” λέει εκείνη.

“Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…”

“Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…”

“Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί.”

“Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου”.

“Σε παρακαλούμε” ικετεύουν, “πες μας τί μπορούμε να κάνουμε…”

Ο μάγος τους κοιτάζει και συγκινείται που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.

“Υπάρχει κάτι …” λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. “Αλλά δεν ξέρω…είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.”

“Δεν μας πειράζει” λένε και οι δύο.

“Ό,τι και να’ ναι” επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.

“Ωραία” λέει ο μάγος. “Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας; Πρέπει να το ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτα άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου, και να κυνηγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;”

Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά.

“Κι εσύ Άγριε Ταύρε” συνεχίζει ο μάγος, “πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή, τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να τον τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο….Πηγαίνετε τώρα.”

Οι δυο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο…

Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε.

Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.

“Πετούσαν ψηλά;” ρωτάει ο μάγος.

“Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε….Και τώρα;” ρωτάει ο νέος. “Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;”

“Όχι” λέει ο γέρος.

“Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;” προτείνει η νεαρή.

“Όχι” ξαναλέει ο γέρος. “Κάντε ότι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες…Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν, να πετάξουν ελεύθερα.”

Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.

Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου, μέχρι που πληγώνονται.

“Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.”