Σχέσεις

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 5 Μαρτίου 2026

Εκκρεμείς υποχρεώσεις, άλυτες παρεξηγήσεις ή ανοιχτές διαφορές… Αυτά τα ζητήματα προς διευθέτηση είναι που μας κρατούν άγρυπνους κάθε βράδυ και δεν μας αφήνουν να ξεκουραστούμε. Και δεν είναι απλώς θέμα ενδιαφέροντος ή συνήθειας. Είναι ένας βασικός τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος.

Το φαινόμενο Zeigarnik περιγράφει ακριβώς αυτή την τάση: ο εγκέφαλος θυμάται καλύτερα και πιο έντονα τις ανολοκλήρωτες ή διακοπτόμενες εργασίες. Οι εκκρεμότητες δημιουργούν μια μορφή νοητικής έντασης, η οποία διατηρεί την πληροφορία «ενεργή» μέχρι να υπάρξει κλείσιμο.

Το φαινόμενο πήρε το όνομά του από τη Ρωσίδα ψυχολόγο Μπλούμα Ζεϊγκάρνικ, η οποία το παρατήρησε τη δεκαετία του 1920. Σύμφωνα με μια κλασική αφήγηση, η Ζεϊγκάρνικ πρόσεξε ότι οι σερβιτόροι θυμούνταν με ακρίβεια τις παραγγελίες που δεν είχαν ακόμη εξυπηρετηθεί, αλλά ξεχνούσαν γρήγορα εκείνες που είχαν ήδη πληρωθεί και ολοκληρωθεί. Σε πειραματικές μελέτες που ακολούθησαν, οι συμμετέχοντες καλούνταν να εκτελέσουν διάφορες εργασίες. Κάποιες διακόπτονταν επίτηδες, ενώ άλλες ολοκληρώνονταν κανονικά. Όταν αργότερα ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να θυμηθούν τις εργασίες, εκείνες που είχαν μείνει στη μέση ανακαλούνταν σημαντικά πιο συχνά.

Η εξήγηση δεν βρίσκεται στη μνήμη, αλλά  στη συνεχιζόμενη νοητική ενεργοποίηση.

Όταν μια υποχρέωση μένει εκκρεμής, η προσοχή, η μνήμη και τα κίνητρα οργανώνονται γύρω από τη διευθέτησή της. Εάν η δραστηριότητα ολοκληρωθεί, το γνωστικό σύστημα αποδεσμεύεται.

Εάν όμως διακοπεί, ο εγκέφαλος δεν λαμβάνει το σήμα ολοκλήρωσης. Το αποτέλεσμα είναι μια ήπια αλλά επίμονη ένταση, μια αίσθηση ότι «κάτι μένει ανοιχτό». Αυτή η ένταση λειτουργεί σαν υπενθύμιση και διατηρεί τη μνήμη ενεργή, ακόμα κι αν δεν το επιδιώκουμε συνειδητά.

Γι’ αυτό:

  • Θυμόμαστε καλύτερα ό,τι αφήσαμε μισό.
  • Δυσκολευόμαστε να αφήσουμε πίσω μας λόγια που δεν ειπώθηκαν.
  • Αγχωνόμαστε από τη συνεχή πίεση να προλάβουμε προθεσμίες.

Ο μεγάλος αριθμός ανοιχτών υποχρεώσεων, ειδοποιήσεων και πληροφοριών προκαλεί:

  • Διάσπαση προσοχής.
  • Νοητική κόπωση.
  • Δυσκολία στη χαλάρωση.
  • Αίσθηση ότι το μυαλό «δεν σταματά ποτέ»..

Το Zeigarnik εξηγεί πολλά άλλα καθημερινά φαινόμενα. Για παράδειγμα, γιατί τα cliffhangers στις τηλεοπτικές σειρές είναι τόσο αποτελεσματικά. Όταν ένα επεισόδιο τελειώνει χωρίς λύση, ο εγκέφαλος μένει σε κατάσταση αναμονής. Η ιστορία δεν έχει κλείσει, άρα παραμένει νοητικά ενεργή. Το ίδιο συμβαίνει και στην εργασία. Μια ανολοκλήρωτη υποχρέωση τείνει να μας ακολουθεί στο σπίτι, να «εισβάλλει» σε στιγμές ξεκούρασης και να μειώνει την αίσθηση ψυχικής αποφόρτισης. Δεν είναι απαραίτητα θέμα άγχους· είναι η φυσική τάση του εγκεφάλου να επιδιώκει κλείσιμο.

Έρευνες έχουν δείξει ότι έστω και ένα συμβολικό κλείσιμο, όπως το να καταγράψουμε μια εκκρεμότητα σε λίστα ή να ορίσουμε συγκεκριμένο επόμενο βήμα, μειώνει τη νοητική ένταση. Ο εγκέφαλος λαμβάνει το μήνυμα ότι η κατάσταση βρίσκεται υπό έλεγχο, ακόμα κι αν δεν έχει ολοκληρωθεί πλήρως.

Αυτό εξηγεί γιατί:

  • Οι λίστες υποχρεώσεων συχνά προσφέρουν ανακούφιση.
  • Το να «κλείσουμε» μια μικρή εκκρεμότητα μας δίνει μεγάλη ικανοποίηση.
  • Η αναβλητικότητα δεν είναι απλώς έλλειψη πειθαρχίας, αλλά σύγκρουση ανάμεσα στην ένταση και την αποφυγή της.
  • Οι εκκρεμότητες και το επακόλουθο στρες αποτελούν συχνά αιτίες κόπωσης και εξουθένωσης, καθώς η συνεχής ενασχόληση και η αδυναμία συγκέντρωσης επιβαρύνουν τον οργανισμό.
Βασιλίνα Ριστάνη, vita
Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 3 Μαρτίου 2026
Η μακροβιότερη έρευνα που έγινε ποτέ απέδειξε ότι η ευτυχία δεν βρίσκεται στο τι έχεις, αλλά στο ποιους έχεις στο πλευρό σου.

 

Αναζητάμε την ευτυχία στην προσωπική καταξίωση. Άλλοτε τη συνδέουμε με επιτεύγματα και «νίκες», άλλοτε με τις εμπειρίες στις οποίες πιστεύουμε ότι αυτά μας οδηγούν – ένα μακρινό ταξίδι, έναν γάμο, την απόκτηση παιδιών. Ωστόσο, το πολυετές ερευνητικό έργο του Robert Waldinger, καθηγητή κλινικής Ψυχιατρικής στο Harvard Medical School, εν ενεργεία ψυχιάτρου, ψυχαναλυτή και δασκάλου της φιλοσοφίας Ζεν, δείχνει προς μια διαφορετική κατεύθυνση.

Βασιζόμενος στη μεγαλύτερη σε διάρκεια μελέτη που έχει διεξαχθεί ποτέ σε ενήλικες, ο Waldinger παρακολουθεί την ανθρώπινη ευημερία (το λεγόμενο wellbeing) σε διάστημα 8 δεκαετιών, ξεκινώντας από τη Μεγάλη Ύφεση (τη σοβαρότερη οικονομική κρίση του 20ού αιώνα, που ξεκίνησε το 1929), και ακολουθώντας ανθρώπους από τελείως διαφορετικά σημεία εκκίνησης για να δει τι είναι αυτό που αντέχει πραγματικά στον χρόνο.

Το ερώτημα που μας καλεί να αναλογιστούμε; Μήπως η ευτυχία δεν έχει τόσο να κάνει με αυτά που λαμβάνουμε, παρά με το ποιους έχουμε στο πλευρό μας;

Η έρευνα που έχει αναλάβει ο Waldinger ξεκίνησε το 1938 ως δύο ξεχωριστές έρευνες που ενώθηκαν σε μία. Η πρώτη μελετούσε 19χρονους φοιτητές της Ιατρικής Σχολής του Harvard και η δεύτερη έφηβα αγόρια που εμφάνιζαν νεανική παραβατικότητα. Η δεύτερη μελέτη είχε στόχο να ανακαλύψει όχι τι είχε πάει στραβά με αυτά τα αγόρια, αλλά τι μπορεί να τα κάνει να αλλάξουν πορεία και να τα πάνε καλά στη ζωή τους. Πώς γίνεται, δηλαδή, παιδιά από οικογένειες που μειονεκτούν σε διάφορους τομείς να αναπτυχθούν καλύτερα. Η πρώτη μελέτη επικεντρωνόταν στην πιο φυσιολογική εξέλιξη των νέων.

«Αυτό που ξέρουμε σήμερα, βέβαια, είναι πως όταν θες να μελετήσεις τη φυσιολογική ανάπτυξη των νέων, δεν επικέντρωσε σε λευκούς φοιτητές του Harvard, όμως εκείνα τα χρόνια αυτό έκαναν», σημειώνει ο ψυχίατρος.

«Σήμερα, λοιπόν, μελετάμε την ευημερία στην πορεία της ζωής και το μεγάλο μας ερώτημα είναι: Αν μπορούσες να κάνεις μία επιλογή σήμερα που θα αυξήσει τις πιθανότητες να παραμείνεις ευτυχισμένος και υγιής στην πορεία της ζωής σου, ποια επιλογή θα ήταν αυτή; Οι περισσότεροι από εμάς θα σκέφτονταν: Να γίνω πλούσιος, να πετύχω επαγγελματικά, να γίνω διάσημος… Όμως η μελέτη μας έχει δείξει ότι η μοναδική επιλογή που μπορούμε να κάνουμε και που πιθανότατα θα μας κρατήσει σε έναν καλό δρόμο ευημερίας είναι να επενδύσουμε στις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους».

«Στις μελέτες μας, οι άνθρωποι που είχαν τις πιο ζεστές και ευτυχισμένες σχέσεις ήταν εκείνοι που παρέμειναν υγιείς για μεγαλύτερο διάστημα και έζησαν περισσότερο. Και αναφέρομαι σε 724 ανθρώπους που οι επιστήμονες του Harvard ακολούθησαν σε όλη την πορεία της ζωής τους, από την εφηβεία και μετά. Στην πορεία εντάξαμε στην έρευνα τις περισσότερες συντρόφους τους και τα περισσότερα παιδιά τους. Μέχρι σήμερα, λοιπόν, έχουμε παρακολουθήσει περισσότερα από 2.000 άτομα.

»Κατά τη διάρκεια της έρευνας κάναμε στα άτομα αυτά τόσο βιολογικές όσο και ψυχολογικές μετρήσεις και είδαμε πώς η βιολογία μας επηρεάζεται από την ψυχική μας κατάσταση και το αντίστροφο. Αυτός, λοιπόν, ο συνδυασμός των μετρήσεων σώματος και της μελέτης του πνεύματος είναι μια σχετικά νέα ιδέα τα τελευταία 20 χρόνια».

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΟΥ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΠΟΥ ΠΙΘΑΝΟΤΑΤΑ ΘΑ ΜΑΣ ΚΡΑΤΗΣΕΙ ΣΕ ΕΝΑΝ ΚΑΛΟ ΔΡΟΜΟ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΕΠΕΝΔΥΟΥΜΕ ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ.

Ένα επόμενο ερώτημα που έθεσαν οι ερευνητές είναι: Πόση από την ευτυχία μας βρίσκεται υπό τον έλεγχό μας;

Απάντηση σε αυτό, όπως λέει ο Waldinger, έδωσε η ψυχολόγος Sonja Lyubomirsky, η οποία έκανε μια ανάλυση που έδειξε ότι περίπου το 50% της ευτυχίας μας είναι ένα είδος βιολογικού σημείου αναφοράς, πιθανώς καθορισμένο από τα γονίδιά μας. Αυτό έχει να κάνει με την έμφυτη ιδιοσυγκρασία του κάθε ατόμου. Όλοι γνωρίζουμε άτομα που είναι κάπως σκυθρωπά από τη φύση τους και άλλα που είναι πιο χαρωπά, ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει στη ζωή τους. Έτσι, μαθαίνουμε ότι περίπου η μισή ευτυχία μας οφείλεται σε αυτή την έμφυτη ιδιοσυγκρασία. Έπειτα, ένα περίπου 10% βασίζεται στις τρέχουσες συνθήκες της ζωής μας. Και το τελευταίο 40% είναι υπό τον έλεγχό μας. Έχουμε, λοιπόν, τη δυνατότητα να γίνουμε πιο ευτυχισμένοι χτίζοντας μια ζωή που περιλαμβάνει τις συνθήκες που συντελούν στην ευτυχία.

Για να απαντήσεις στο ερώτημα αυτό πρέπει πρώτα, σύμφωνα με τον Waldinger, να αναρωτηθείς:

  • Έχω αρκετή σύνδεση στη ζωή μου ή μήπως έχω υπερβολικά πολλή σύνδεση; Το δεύτερο είναι ένα ερώτημα που μπορεί να θέσει στον εαυτό του ένα πιο εσωστρεφές άτομο που δεν χρειάζεται πολλούς ανθρώπους στη ζωή του. Με λίγα λόγια: Έχω αυτό που χρειάζομαι;
  • Έχω σχέσεις που είναι ζεστές και υποστηρικτικές; Δηλαδή, έχω ανθρώπους που με στηρίζουν; Τους οποίους νιώθω ότι μπορώ να καλέσω ανά πάσα στιγμή και θα είναι εκεί για εμένα; Γιατί πάντα θα έρθουν δύσκολες στιγμές.
  • Τι παίρνω από τις σχέσεις μου; Έχω αρκετούς ανθρώπους για να διασκεδάζω; Ανθρώπους που θα μου δανείσουν τα εργαλεία τους όταν θέλω να φτιάξω κάτι; Ή που θα με πάνε στον γιατρό αν αρρωστήσω;

ΠΕΡΙΠΟΥ ΤΟ 50% ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΕΜΦΥΤΗ ΙΔΙΟΣΥΓΚΡΑΣΙΑ ΜΑΣ. ΤΟ 10% ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΙΣ ΤΡΕΧΟΥΣΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ 40% ΕΙΝΑΙ ΥΠΟ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΜΑΣ.

Όπως λέει ο Waldinger, «Ένα από αυτά που ξέρουμε για τη ζωή είναι πως όλοι έχουμε ανησυχίες, όλοι έχουμε έννοιες και προβληματισμούς. Όμως ένα από τα καλύτερα μαθήματα που πήρα ως ψυχίατρος ήταν όταν ένας μέντοράς μου μού είπε: Ποτέ μην ανησυχείς μόνος. Και είναι αλήθεια. Όταν μοιράζεσαι μια ανησυχία με κάποιον που εμπιστεύεσαι, η διαφορά είναι τεράστια στο πόσο καλύτερα νιώθεις, στο πόσο λιγότερο μόνος νιώθεις με την έγνοια σου. Όταν μπορείς να μιλήσεις για τη δυσκολία σου με έναν δικό σου άνθρωπο, νιώθεις κυριολεκτικά το σώμα σου να ηρεμεί. Αν όμως δεν έχεις κάποιον να μιλήσεις, βρίσκεσαι σε μια κατάσταση στρες».

Παίρνουμε τόσα πολλά διαφορετικά πράγματα από τις σχέσεις μας, οπότε έχει νόημα καθένας μας να αναρωτηθεί τι έχει και τι θα ήθελε περισσότερο.

«Κάτι ακόμα που έχουμε μάθει είναι ότι οι παιδικές εμπειρίες μετράνε: Αυτά που μας συνέβησαν στα παιδικά μας χρόνια θέτουν τις βάσεις του τι να περιμένουμε από τον κόσμο. Και αυτό είναι καλό αν μεγαλώνουμε από ανθρώπους που είναι ζεστοί, φροντιστικοί και αξιόπιστοι. Μερικοί άνθρωποι, όμως, δεν έχουν αυτή την τύχη και έτσι νιώθουν ότι δεν μπορούν να βασιστούν ακόμα και στους πιο κοντινούς τους ανθρώπους», συνεχίζει ο ίδιος.

Τα καλά νέα; Η επιστήμη αποδεικνύει ότι οι εμπειρίες της ενήλικης ζωής μπορούν να διορθώσουν μερικά από τα δυσάρεστα μαθήματα της παιδικής ηλικίας. Έτσι, η σύνδεση με έναν καλό σύντροφο, με φίλους στους οποίους μπορούμε να βασιστούμε, μπορεί να βοηθήσει στην αλλαγή αυτών των ζοφερών προσδοκιών για τον κόσμο και για τις σχέσεις.

Και ναι, ακόμα και στις ζεστές μας σχέσεις θα υπάρξουν κάποτε δυσκολίες ή διαφωνίες. Όμως στην πραγματικότητα, προσθέτει ο Waldinger, η αντιμετώπιση αυτών θα συμβάλει ακόμα περισσότερο στην ενίσχυση των σχέσεών μας. Όσο περισσότερες δεξιότητες μπορούμε να αναπτύξουμε στην αντιμετώπιση των δυσκολιών, τόσο καλύτεροι γίνονται οι κοινωνικοί μας κόσμοι.

Οι καλές σχέσεις, καταλήγει, είναι ρυθμιστές των συναισθημάτων. Όταν οι καλές σχέσεις περιλαμβάνουν την ανταλλαγή θετικών συναισθημάτων, βοηθούν το σώμα μας να παραμένει σε ισορροπία, μια φυσιολογική ισορροπία που προάγει την υγεία. Αντίθετα, οι τοξικές σχέσεις που προκαλούν διαρκές στρες οδηγούν ταχύτερα στην παρακμή.

Αναρωτήσου, λοιπόν, πόσο καλές είναι οι σχέσεις σου και θα καταλάβεις πόση ευτυχία έχεις στη ζωή σου

ow. gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 14 Φεβρουαρίου 2026

Ένα άγγιγμα μπορεί να κάνει τη διαφορά; Η σωματική επαφή θεωρείται ευρέως ένα από τα βασικότερα και σημαντικότερα μέσα οικειότητας και δεσίματος σε μια ρομαντική σχέση. Χωρίς συχνές αγκαλιές, φιλιά ή σεξ, τα ζευγάρια χρειάζεται να γίνουν πιο δημιουργικά για να εκφράσουν την αγάπη τους. Οι ειδικοί λένε πως υποτίθεται ότι όσο περισσότερη σωματική εγγύτητα υπάρχει, τόσο πιο δυνατή και υγιής είναι η σχέση. Ωστόσο, δεν βιώνουν όλοι τη σωματική επαφή με τον ίδιο τρόπο, ούτε τη θέλουν στον ίδιο βαθμό.

Κάποιοι λατρεύουν τη συχνή σωματική τρυφερότητα ενώ άλλοι την προτιμούν σε μικρότερες δόσεις ή μόνο σε συγκεκριμένα πλαίσια. Τι σημαίνει αυτό για τα ζευγάρια που δεν είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένα; Έχει η σωματική επαφή την ίδια σημασία για κάθε σχέση; Ευτυχώς, μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Personal Relationships δίνει απαντήσεις και, παραδόξως, τα συμπεράσματα δεν είναι τόσο «άσπρο-μαύρο» όσο συχνά πιστεύουμε.

Άγγιγμα και ευημερία στη σχέση

Αντί να εξετάσουν απλώς αν η σωματική τρυφερότητα προβλέπει την ικανοποίηση από τη σχέση, οι επικεφαλής της μελέτης διερεύνησαν πώς η άνεση με την τρυφερότητα και η αντιλαμβανόμενη ομοιότητα σε αυτό το θέμα σχετίζονται με τη συνολική ευημερία  της σχέσης.

Η έρευνα ανέλυσε δεδομένα από δύο δείγματα. Σχεδόν 2.000 άτομα σε ρομαντικές σχέσεις και ένα μικρότερο δείγμα ζευγαριών, όπου συμμετείχαν και οι δύο σύντροφοι. Έτσι, οι ερευνητές μπόρεσαν να εξετάσουν τόσο τις αντιλαμβανόμενες όσο και τις πραγματικές ομοιότητες στην άνεση με τη σωματική επαφή. Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν ερωτηματολόγιο σχετικά με την ευημερία στη σχέση τους, το οποίο αξιολογεί την ικανοποίηση, τη δέσμευση, την οικειότητα, την εμπιστοσύνη, το πάθος και την αγάπη. Για να μετρηθεί η άνεση με τη σωματική επαφή, αξιολόγησαν πόσο απολαμβάνουν διάφορες μορφές αγγίγματος τόσο σε ιδιωτικό πλαίσιο, όταν είναι μόνοι με τον σύντροφό τους, όσο και σε δημόσιο, όταν υπάρχουν άλλοι παρόντες.

Τι έδειξε η έρευνα

Το πιο ξεκάθαρο εύρημα ήταν ότι ο υψηλότερος μέσος όρος άνεσης με τη σωματική τρυφερότητα συνδεόταν έντονα με καλύτερη ευημερία στη σχέση. Με άλλα λόγια, τα ζευγάρια που συνολικά ένιωθαν άνετα να δίνουν και να λαμβάνουν σωματική επαφή ανέφεραν μεγαλύτερη ικανοποίηση, οικειότητα και εμπιστοσύνη.

Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτό ίσχυε τόσο για την ιδιωτική όσο και για τη δημόσια τρυφερότητα, αν και η συσχέτιση ήταν σαφώς ισχυρότερη για την ιδιωτική επαφή. Αυτό υποδηλώνει ότι το να νιώθει κανείς άνετα να εκφράζει και να δέχεται τρυφερότητα στην ιδιωτική του ζωή παίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην υγεία της σχέσης.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι η ασυμφωνία στην άνεση έχει σημασία, αλλά με μια κρίσιμη λεπτομέρεια. Στο μεγάλο δείγμα ατόμων, όσοι αντιλαμβάνονταν μεγαλύτερο χάσμα ανάμεσα στη δική τους άνεση και σε αυτήν του συντρόφου τους ανέφεραν χαμηλότερη ευημερία στη σχέση. Όταν όμως λήφθηκε υπόψη το συνολικό επίπεδο άνεσης του ζευγαριού, οι αρνητικές επιπτώσεις της ασυμφωνίας έγιναν λιγότερο σταθερές. Δηλαδή, ακόμη κι αν οι σύντροφοι δεν ταίριαζαν απόλυτα στο πόση τρυφερότητα επιθυμούν, ένα υψηλό γενικό επίπεδο άνεσης μπορούσε να «προστατεύσει» τη σχέση από τις αρνητικές συνέπειες.

Ενδιαφέρον έχει ότι τα δεδομένα από τα ζευγάρια που συμμετείχαν μαζί έδειξαν κάτι ελαφρώς διαφορετικό. Οι πραγματικές, αυτοαναφερόμενες διαφορές μεταξύ των συντρόφων δεν συνδέονταν τόσο έντονα με την ευημερία της σχέσης. Αυτό που είχε μεγαλύτερη σημασία ήταν το πόσο διαφορετικοί πίστευαν ότι είναι, όχι το πόσο διαφορετικοί ήταν στην πραγματικότητα.

Γιατί το άγγιγμα, η αγκαλιά και γενικά η σωματική επαφή έχουν σημασία στη σχέση

Είναι σπάνιο δύο σύντροφοι να ταιριάζουν απόλυτα:

στο πόση σωματική τρυφερότητα θέλουν

στο πόσο συχνά τη θέλουν

στις μορφές που τους είναι πιο άνετη

στα πλαίσια μέσα στα οποία νιώθουν άνετα να την εκφράζουν

Για παράδειγμα, ο ένας μπορεί να απολαμβάνει τα συχνά χάδια και τις αγκαλιές μέσα στη μέρα, ενώ ο άλλος να προτιμά πιο στοχευμένη τρυφερότητα ή μόνο σε συγκεκριμένες στιγμές. Αυτές οι διαφορές δεν είναι από μόνες τους προβληματικές, ούτε σημαίνουν απαραίτητα ασυμβατότητα. Αν το ζευγάρι είναι γενικά συμβατό και αν και οι δύο νιώθουν ότι οι ανάγκες τους αναγνωρίζονται και καλύπτονται, τότε αυτές οι διαφορετικές προτιμήσεις μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά.

Όταν υπάρχει σεβασμός και η τρυφερότητα δίνεται και λαμβάνεται με τρόπους που έχουν νόημα και για τους δύο, η σωματική επαφή μπορεί να χτίζει οικειότητα χωρίς να γίνεται πηγή σύγκρουσης.

Πότε προκύπτουν τα προβλήματα;

Τα προβλήματα προκύπτουν όταν οι διαφορές αρχίζουν να συνδέονται με αρνητικά συναισθήματα. Αν, για παράδειγμα, ο ένας σύντροφος αναζητά συνεχώς τρυφερότητα και συστηματικά απορρίπτεται ή λαμβάνει μια χλιαρή ανταπόκριση, μπορεί να εκλάβει αυτή την απόσταση ως απόρριψη ή αδιαφορία. Με τον χρόνο, μπορεί να αρχίσει να αισθάνεται ανεπιθύμητος ή μη αγαπητός.

Αντίστοιχα, ένας σύντροφος που νιώθει συνεχώς πίεση να προσφέρει περισσότερη σωματική επαφή απ’ όση αντέχει, πιθανότατα θα αισθανθεί δυσαρέσκεια, ενοχές και αγανάκτηση, βλέποντας τα όριά του να παραβιάζονται.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτό που πληγώνει περισσότερο δεν είναι η ίδια η απουσία ή παρουσία της επαφής, αλλά το νόημα που της αποδίδουν οι σύντροφοι. Το να παίρνει κανείς ένα άγγιγμα ή αγκαλιές μόνο αφού τα ζητήσει μπορεί να βιώνεται ως συναισθηματική απόσυρση. Η μονόπλευρη πρωτοβουλία στο σεξ μπορεί εύκολα να ερμηνευτεί ως έλλειψη ενδιαφέροντος. Η μελέτη δείχνει ότι αυτές οι ερμηνείες επηρεάζουν ουσιαστικά την ικανοποίηση από τη σχέση.

Ένα μικρό άγγιγμα ή ένα γρήγορο φιλί μπορούν να κάνουν τη διαφορά

Από την άλλη πλευρά, ακόμη και μικρές, σταθερές χειρονομίες τρυφερότητας μπορούν να κάνουν μεγάλη διαφορά. Ένα γρήγορο φιλί πριν τη δουλειά, ένα χέρι στο πόδι ενώ βλέπετε τηλεόραση ή μια αγκαλιά πριν τον ύπνο μπορούν να επικοινωνήσουν φροντίδα και προσπάθεια. Δεν απαιτούν από τους συντρόφους να αλλάξουν ποιοι είναι, ούτε είναι υπερβολικές εκδηλώσεις τρυφερότητας.

Ακόμη κι αν κάποιος δεν είναι ιδιαίτερα «του αγγίγματος», μία ή δύο τέτοιες στιγμές την ημέρα αρκούν για να δείξουν στον άλλο ότι υπάρχει διάθεση συνάντησης «κάπου στη μέση». Η έρευνα υποδηλώνει ότι το να πιστεύει κάποιος πως ο σύντροφός του προσπαθεί, ίσως έχει μεγαλύτερη σημασία από το αν η φυσική κλίση του ζευγαριού προς τη σωματική επαφή είναι απόλυτα συμβατή.

Από VITA, Μαρία Τζωρτζάκη

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 11 Φεβρουαρίου 2026

Για χρόνια λεγόταν ότι η αγάπη για τα σόλο ψώνια είχε να κάνει απλώς με την αποτελεσματικότητα, όμως η ψυχολογία δείχνει κάτι πιο βαθύ: όσοι απολαμβάνουν πραγματικά να ψωνίζουν μόνοι τους συχνά μοιράζονται χαρακτηριστικά που συνδέονται με συναισθηματική ωριμότητα, αυτογνωσία και ήσυχη ανεξαρτησία.

Το siliconcanals μοιράζεται μια ιστορία. Φαντάσου το εξής: Κυριακή απόγευμα. Το πάρκινγκ είναι μισοάδειο, οι διάδρομοι ήσυχοι, και εσύ σπρώχνεις το καρότσι σου χωρίς βιασύνη. Κανείς δεν σου στέλνει μηνύματα για «ξέχασες το γάλα», καμία κοινή λίστα δεν σε διακόπτει. Μόνο εσύ, τα ράφια και η απλή, σχεδόν θεραπευτική διαδικασία του να διαλέγεις. Όχι το θορυβώδες «κοιτάξτε με πόσο ανεξάρτητος είμαι», αλλά μια εσωτερική, σταθερή αυτονομία.

1. Βρίσκουν παρηγοριά στις σκέψεις τους

Οι άνθρωποι που απολαμβάνουν τα σόλο ψώνια νιώθουν άνετα με τη σιωπή. Δεν χρειάζονται συνεχώς ακουστικά ή περισπασμούς. Έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Journal of Personality δείχνει ότι όσοι επιλέγουν μοναχικές δραστηριότητες εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα αυτοστοχασμού και συναισθηματικής επεξεργασίας.

Αυτές οι απλές στιγμές —όπως το να διαλέγεις φρούτα— γίνονται χρόνος σκέψης, ξεκαθαρίσματος και εσωτερικού διαλόγου. Μερικές φορές, ο έβδομος διάδρομος λειτουργεί καλύτερα από μια συνεδρία θεραπείας.

2.. Λαμβάνουν αποφάσεις χωρίς να ζητούν επιβεβαίωσ

Όταν ψωνίζεις μόνος σου, κάθε επιλογή είναι δική σου. Από το αν θα πάρεις επώνυμα ζυμαρικά μέχρι το τι πραγματικά χρειάζεσαι. Οι ψυχολόγοι το αποκαλούν «αυτονομία στη λήψη αποφάσεων» και τη συνδέουν με αυξημένη αυτοπεποίθηση και χαμηλότερο άγχος.

Μελέτη του Πανεπιστημίου του Ρότσεστερ έδειξε ότι ακόμη και μικρές ανεξάρτητες αποφάσεις αυξάνουν την ικανοποίηση από τη ζωή. Αυτή η στάση συνήθως επεκτείνεται και αλλού: στην εργασία, στις σχέσεις, στις μεγάλες επιλογές ζωής.

3. Εξασκούνται φυσικά στην ενσυνειδητότητα

Πολλοί περιγράφουν τα μοναχικά ψώνια ως διαλογιστικά. Η επανάληψη, οι αισθήσεις, η ήρεμη συγκέντρωση στο παρόν. Σύμφωνα με την έρευνα του Jon Kabat-Zinn, καθημερινές δραστηριότητες μπορούν να λειτουργήσουν ως πρακτική ενσυνειδητότητας όταν γίνονται με πλήρη επίγνωση.

4. Εκτιμούν την αποτελεσματικότητα περισσότερο από την κοινωνική έγκριση

Δεν αισθάνονται την ανάγκη να μετατρέπουν κάθε δραστηριότητα σε κοινωνικό γεγονός. Αυτό δεν τους κάνει αντικοινωνικούς. Αντίθετα, έρευνες από το Πανεπιστήμιο Cornell δείχνουν ότι όσοι ξεχωρίζουν τις κοινωνικές από τις πρακτικές δραστηριότητες διατηρούν πιο υγιείς σχέσεις.Ξ

έρουν πότε η κοινωνικότητα έχει νόημα — και πότε απλώς κουράζει.

5. Αγκαλιάζουν τη ρουτίνα χωρίς ενοχές

Έχουν συγκεκριμένη μέρα, ώρα, διαδρομή στο κατάστημα. Και δεν απολογούνται γι’ αυτό. Σύμφωνα με την ψυχολόγο Wendy Wood, οι σταθερές ρουτίνες συνδέονται με καλύτερη αυτορρύθμιση και επίτευξη στόχων.

Η προβλεψιμότητα σε μικρά πράγματα απελευθερώνει ενέργεια για δημιουργικότητα και αυθορμητισμό αλλού.

6. Βρίσκουν χαρά στις μικρές απολαύσεις

Το τέλειο ροδάκινο. Οι γεμάτες σακούλες. Η αίσθηση ότι «όλα μπήκαν στη θέση τους». Έρευνα από το Πανεπιστήμιο Loyola δείχνει ότι η ικανότητα να απολαμβάνουμε μικρές θετικές εμπειρίες συνδέεται με υψηλότερα επίπεδα ευτυχίας.

Δεν χρειάζονται μεγάλες χειρονομίες για να νιώσουν καλά — τους αρκεί το απλό.

7. Διατηρούν όρια χωρίς ενοχές

Όταν τα ψώνια είναι ο προσωπικός τους χρόνος, τον προστατεύουν. Μπορούν να πουν «όχι» χωρίς εξηγήσεις και χωρίς τύψεις. Σύμφωνα με την Brené Brown, τα σαφή όρια μειώνουν το στρες και ενισχύουν την αυτοεκτίμηση.

Αυτό το χαρακτηριστικό φαίνεται παντού: στη δουλειά, στις σχέσεις, στον τρόπο που διαχειρίζονται τον χρόνο τους.

Το να ψωνίζεις μόνος σου δεν είναι ένδειξη αντικοινωνικότητας. Είναι συχνά σημάδι αυτογνωσίας, εσωτερικής σταθερότητας και συναισθηματικής ωριμότητας

Από dnews

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Φεβρουαρίου 2026
Όσο μεγαλώνουμε, η αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, μέσω του leisure crafting, γίνεται ολοένα και πιο καθοριστική για τη διατήρηση της συναισθηματικής μας υγείας.

Μια νέα ολλανδική μελέτη αποκαλύπτει μια απρόσμενη πτυχή στην επιστήμη της ευτυχίας. Αυτή δεν είναι άλλη από το να μαθαίνει κανείς να ασχολείται με τα χόμπι του με πιο ουσιαστικό και συνειδητό τρόπο.

Αυτό βελτιώνει σημαντικά τη συναισθηματική ευεξία  και κυρίως για άτομα γύρω στα 60 έτη και άνω. Σύμφωνα με την εν λόγω μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Human Relations, οι περισσότεροι νεότεροι ενήλικες που έλαβαν την ίδια εκπαίδευση δεν παρουσίασαν αντίστοιχα οφέλη.

Leisure crafting και οφέλη

Οι επιστήμονες της μελέτης παρείχαν σε εργαζόμενους ενήλικες μια σύντομη εκπαίδευση στο λεγόμενο «leisure crafting», δηλαδή συνειδητή διαμόρφωση του ελεύθερου χρόνου, μια σκόπιμη προσέγγιση στα χόμπι που δίνει έμφαση στη στοχοθέτηση, τη συνεχή μάθηση και τη δημιουργία σχέσεων με άλλους.

Σε διάστημα πέντε εβδομάδων, τα αποτελέσματα διαφοροποιήθηκαν έντονα ανάλογα με την ηλικία. Οι εργαζόμενοι κάτω των 60 δεν παρουσίασαν ουσιαστική αλλαγή στη συναισθηματική τους ευεξία. Αντίθετα, όσοι βρίσκονταν στις αρχές της δεκαετίας των 60 ή ήταν μεγαλύτεροι εμφάνισαν σταθερή αύξηση θετικών συναισθημάτων, όπως ενθουσιασμό, έμπνευση και αίσθημα πληρότητας. Γενικότερα, όσοι έμαθαν τεχνικές leisure crafting είδαν τη συναισθηματική τους υγεία να βελτιώνεται σταθερά από εβδομάδα σε εβδομάδα.

Το leisure crafting ξεπερνά την απλή, χαλαρή ενασχόληση με ένα χόμπι. Φανταστείτε δύο άτομα που παρακολουθούν το ίδιο εβδομαδιαίο μάθημα χορωδίας. Το ένα πηγαίνει, απολαμβάνει το τραγούδι με την ομάδα και επιστρέφει σπίτι χωρίς περαιτέρω σκέψη. Το άλλο, όμως, επιλέγει ενεργά πιο απαιτητικά κομμάτια, κάνει περιστασιακά ιδιαίτερα μαθήματα για να βελτιωθεί, δημιουργεί βαθύτερους δεσμούς με τα μέλη της χορωδίας και οραματίζεται κάποια μέρα ακόμη και να διευθύνει τη χορωδία. Και οι δύο έχουν χόμπι, αλλά μόνο το δεύτερο άτομο εφαρμόζει leisure crafting

Η έννοια βασίζεται σε τρία στοιχεία:

  • Θέσπιση αυτόνομων στόχων μέσα στη δραστηριότητα
  • Συνεχής μάθηση και ανάπτυξη δεξιοτήτων
  • Δημιουργία ουσιαστικών σχέσεων με άτομα με κοινά ενδιαφέροντα

Οι ερευνητές δοκίμασαν αυτή την ιδέα σε 462 εργαζόμενους στην Ολλανδία. Οι μισοί παρακολούθησαν ένα σύντομο βίντεο για το leisure crafting και εφάρμοσαν τις τεχνικές για πέντε εβδομάδες, ενώ οι υπόλοιποι απλώς συμπλήρωναν εβδομαδιαία ερωτηματολόγια. Οι ηλικίες των συμμετεχόντων κυμαίνονταν από 24 έως 69 ετών. Οι περισσότεροι επέλεξαν αθλητικές δραστηριότητες (58%), ακολουθούμενες από δημιουργικές δραστηριότητες όπως τέχνη ή μουσική (18%), πνευματικές δραστηριότητες (8%) και κοινωνικές δραστηριότητες (5%).

Όταν οι ερευνητές ανέλυσαν τα αποτελέσματα, ένα μοτίβο ξεχώρισε. Αυτό ήταν ότι η συναισθηματική ευεξία ανταποκρίθηκε στην παρέμβαση με εντελώς αντίθετους τρόπους ανάλογα με την ηλικία. Οι περισσότεροι νεότεροι συμμετέχοντες παρουσίασαν ελάχιστες αλλαγές. Μερικοί από τους νεότερους στην ομάδα παρέμβασης εμφάνισαν μικρές μειώσεις στα θετικά συναισθήματα, ενώ κάποιοι νεότεροι στην ομάδα ελέγχου παρουσίασαν φυσική αύξηση ευεξίας στο ίδιο διάστημα.

Αντίθετα, το μοτίβο ήταν εντυπωσιακά διαφορετικό για τους μεγαλύτερους συμμετέχοντες. Άτομα στις αρχές των 60 και άνω που έμαθαν leisure crafting εμφάνισαν σταθερή βελτίωση της ευεξίας τους καθ’ όλη τη διάρκεια των πέντε εβδομάδων. Αντιθέτως, οι συνομήλικοί τους στην ομάδα ελέγχου παρουσίασαν πτώση της ευεξίας.

Μια πιθανή εξήγηση σχετίζεται με τη μεταβολή των προτεραιοτήτων με την ηλικία. Οι νεότεροι ενήλικες συχνά επικεντρώνονται στην επέκταση των κοινωνικών τους δικτύων, στη συσσώρευση εμπειριών και στη μεγιστοποίηση μελλοντικών ευκαιριών. Για κάποιον που ισορροπεί ανάμεσα σε καριέρα  και οικογενειακές υποχρεώσεις, μια δομημένη προσέγγιση στα χόμπι μπορεί να μοιάζει με «μετατροπή της διασκέδασης σε εργασία».

Οι μεγαλύτεροι ενήλικες συχνά σκέφτονται διαφορετικά. Καθώς συνειδητοποιούν ότι ο χρόνος είναι πεπερασμένος, γίνονται πιο επιλεκτικοί στον τρόπο που τον αξιοποιούν. Τείνουν να προτιμούν συναισθηματικά ουσιαστικές εμπειρίες και βαθύτερες σχέσεις, αντί για επιφανειακές δραστηριότητες. Το leisure crafting ταιριάζει καλύτερα σε αυτές τις προτεραιότητες, καθώς διδάσκει πώς να επιδιώκει κανείς τα χόμπι του με πρόθεση, νόημα και ουσιαστική σύνδεση.

Η σωματική δραστηριότητα μπορεί επίσης να παίζει ρόλο. Πάνω από τους μισούς συμμετέχοντες επέλεξαν αθλητικές δραστηριότητες. Για μεγαλύτερους ενήλικες που αντιμετωπίζουν θέματα υγείας, οι σωματικές δραστηριότητες μπορεί να βοηθήσουν στη διατήρηση της ζωτικότητας και της ανεξαρτησίας, προστατεύοντας έτσι και τη συναισθηματική ευεξία.

Το leisure crafting μπορεί να βοηθήσει ακόμη και κάποιους ηλικιωμένους που έρχονται αντιμέτωποι με θέματα υγείας να καλλιεργήσουν αισιοδοξία  και ψυχική ανθεκτικότητα, στοιχεία απαραίτητα για την προσαρμογή σε τέτοιου είδους καταστάσεις. Θέτοντας ουσιαστικούς στόχους και δημιουργώντας βαθιές συνδέσεις μέσω των χόμπι, ενδέχεται να προστατεύουν ενεργά τη συναισθηματική τους υγεία.

Πέρα από τα ηλικιακά οφέλη στην ευεξία, η παρέμβαση είχε θετικά αποτελέσματα για όλες τις ηλικίες στον χώρο εργασίας. Οι συμμετέχοντες που έμαθαν leisure crafting ανέφεραν αυξημένη δημιουργικότητα  και μεγαλύτερο αίσθημα νοήματος στη δουλειά τους. Η δημιουργικότητα αυξήθηκε ανεξαρτήτως ηλικίας. Ένας τραγουδιστής μπορεί να εμπνευστεί από ένα νέο κομμάτι και να το μεταφέρει σε μια διαφημιστική ιδέα. Κάποιος που κάνει ποδήλατο τα Σαββατοκύριακο μπορεί να αναπτύξει δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων σε απαιτητικές «διαδρομές», που μεταφράζονται σε καινοτόμες λύσεις στο γραφείο.

Οι συμμετέχοντες ανέφεραν επίσης ότι έβλεπαν τη δουλειά τους ως πιο ουσιαστική και συνδεδεμένη με την προσωπική τους ανάπτυξη. Όταν οι άνθρωποι μαθαίνουν να διαμορφώνουν ουσιαστικές εμπειρίες στον ελεύθερο χρόνο τους, τείνουν να εφαρμόζουν την ίδια λογική και στην εργασία τους. Ο επικεφαλής της έρευνας τόνισε ότι η απλή ύπαρξη ενός χόμπι δεν αρκεί. Τα μεγαλύτερα οφέλη εμφανίστηκαν σε όσους εφάρμοσαν ενεργά και με συνέπεια τις αρχές του leisure crafting.

Οι εργαζόμενοι που πλησιάζουν τη συνταξιοδότηση και επιθυμούν συναισθηματικά οφέλη καλό είναι να προσεγγίζουν τα χόμπι τους πιο συνειδητά, να θέτουν σαφείς στόχους, να επενδύουν στη μάθηση και να καλλιεργούν ουσιαστικές σχέσεις με άτομα που μοιράζονται τα ίδια ενδιαφέροντα.

Από vita. gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Ιανουαρίου 2026

 

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.

Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.

Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.

Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.

Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.

Δε θα διστάσεις.

Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου

Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.

Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου

Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.

Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.

Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.

Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου

Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
Ειρήνη
σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.

Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.

Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 31 Ιανουαρίου 2026

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΕΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΕ ΕΜΕΝΑ

Σου είπα

Λύγισα.
Καὶ εἶπες:
– Μὴ θλίβεσαι.
Ἀπογοητεύσου ἥσυχα.
Ἤρεμα δέξου νὰ κοιτᾷς
σταματημένο τὸ ρολόι.
Λογικὰ ἀπελπίσου
πῶς δὲν εἶναι ξεκούρδιστο,
ὅτι ἔτσι δουλεύει ὁ δικός σου χρόνος.
Κι ἂν αἴφνης τύχει
νὰ σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μὴ ριψοκινδυνέψεις νὰ χαρεῖς.
Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν θά ῾ναι χρόνος.
Θά ῾ναι κάποιων ἐλπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αὐτοεκθρονίσου
ἀπὸ τὰ χίλια σου παράθυρα..
Γιὰ ἕνα μήπως τ᾿ ἄνοιξες.
Κι αὐτοξεχάσου εὔχαρις.
Ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς,
γιὰ τὰ φθινόπωρα, τὰ κύκνεια,
τὶς μνῆμες, ὑδροροὲς τῶν ἐρώτων,
τὴν ἀλληλοκτονία τῶν ὠρῶν,
τῶν ἀγαλμάτων τὴν φερεγγυότητα,
ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς
γι᾿ ἀνθώπους ποὺ σιγὰ-σιγὰ λυγίζουν,
τὸ εἶπες.
καὶ τὴν πείθει
νὰ κουλουριάζεται πνιχτὰ
νὰ τρίβεται σὰ γάτα ἀνεπαίσθητη
πάνω στὸν διαθέσιμο ἀέρα
ποῦ ἀφήνεις προσπερνώντας.

Ἀπόλαυση πολὺ μοναχικότερη
ἀπὸ τὴ στέρησή της.

ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ

Όταν βρέχει δεν παίρνω ομπρέλα.
To θεωρώ δειλία να προφυλάσσομαι από το ξεκάθαρο.
Όταν δε βρέχει, όσο και αν ευτυχεί ο ουρανός όσο κι αν τον πιστεύω
ανοίγω την ομπρέλα μου δεν είναι ξεκάθαρη καιρική συνθήκη η ευτυχία.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Μόνη, ἐντελῶς μόνη,
περπατῶ στὸ δρόμο
καὶ πέφτω πάνω σὲ μεγάλα γεγονότα:
Ὁ ἥλιος σὰν ἐπειγόντως νὰ ἐκλήθη ἀπὸ τὴ Δύση
ἀφήνοντας ἡμιτελὲς τὸ δειλινό…

Σὲ λίγο ἡ νύχτα,
κρατώντας τοὺς ἀμφορεῖς τοῦ μυστηρίου,
τῶν ἰδιοτήτων της ἐπαίρετο,
ὅταν τὸ ρεμβῶδες μάτι της, τὸ φεγγάρι,
ἕνα ἀπρόδεκτο, λαθραῖο σύννεφο, πάτησε
καὶ τὴν τύφλωσε.

Τοῦ ἀτυχήματος τούτου
ἐπωφελήθηκε
κάποιος παράξενος κατάσκοπος
-τὸ μεσονύχτιο ὑποπτεύονται-
τὸ σύμπαν πυροβόλησε
καὶ τὸ ἄφησε ἀκίνητο…

Μετὰ ἀπὸ τέτοια γεγονότα,
τὸ γεγονὸς πὼς εἶμαι πάλι μόνη
παρελείφθη.

ΓΡΑΜΜΑ

Ὁ ταχυδρόμος,
σέρνοντας στὰ βήματά του τὴν ἐλπίδα μου
μοῦ ῾φερε καὶ σήμερα ἕνα φάκελο
μὲ τὴ σιωπή σου.
Τὸ ὄνομά μου γραμμένο ἀπ᾿ ἔξω μὲ λήθη.
Ἡ διεύθυνσή μου ἕνας ἀνύπαρκτος δρόμος.
Ὅμως ὁ ταχυδρόμος
τὸν βρῆκε ἀποσυρμένο στὴ μορφή μου,
κοιτώντας τὰ παράθυρα ποὺ ἔσκυβαν μαζί μου,
διαβάζοντας τὰ χέρια μου
ποὺ ἔπλαθαν κιόλας μιὰ ἀπάντηση.
Θὰ τὸν ἀνοίξω μὲ τὴν καρτερία μου
καὶ θὰ ξεσηκώσω μὲ τὴ μελαγχολία μου
τ᾿ ἄγραφά σου.
Κι αὔριο θὰ σοῦ ἀπαντήσω
στέλνοντάς σου μιὰ φωτογραφία μου.
Στὸ πέτο θὰ ἔχω σπασμένα τριφύλλια,
στὸ στῆθος σκαμμένο
τὸ μενταγιὸν τῆς συντριβῆς.
Καὶ στ᾿ αὐτιά μου θὰ κρεμάσω-συλλογίσου-
τὴ σιωπή σου.

ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΤΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ

Καλὰ τὰ βγάζει πέρα ἡ μοναξιὰ
φτωχικὰ ἀλλὰ τίμια.
Ἀλλοῦ κοιμᾶται αὐτὴ
κι ἀλλοῦ τὸ ἐγκρατὲς σκεπτικὸ ἐάν.

Μόνο καμιὰ φορὰ
σὲ πειραματισμοὺς τὴν παρασύρει
ἡ περιέργεια
– ὄφις προγενέστερος
καὶ πιὸ φανατικὸς
ἀπ᾿ τὸν νερόβραστον ἐκεῖνον τῆς μηλέας.

Δοκίμασε τῆς λέει, μὴ φοβᾶσαι
δὲν ἔχεις τί νὰ χάσεις

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ο έρωτας

ὄνομα οὐσιαστικόν,
πολὺ οὐσιαστικόν,
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ,
γένους οὔτε θηλυκοῦ, οὔτε ἀρσενικοῦ,
γένους ἀνυπεράσπιστου.
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς
οἱ ἀνυπεράσπιστοι ἔρωτες.

Ὁ φόβος,
ὄνομα οὐσιαστικὸν
στὴν ἀρχὴ ἑνικὸς ἀριθμὸς
καὶ μετὰ πληθυντικὸς
οἱ φόβοι.
Οἱ φόβοι
γιὰ ὅλα ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

Ἡ μνήμη,
κύριο ὄνομα τῶν θλίψεων,
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ
μόνον ἑνικοῦ ἀριθμοῦ
καὶ ἄκλιτη.
Ἡ μνήμη, ἡ μνήμη, ἡ μνήμη.

Ἡ νύχτα,
Ὄνομα οὐσιαστικόν,
Γένους θηλυκοῦ,
Ἑνικὸς ἀριθμός.
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς
Οἱ νύχτες.
Οἱ νύχτες ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 29 Ιανουαρίου 2026

Μια γυναίκα Τσερόκι μπορούσε να τερματίσει έναν γάμο με έναν μόνο τρόπο: βάζοντας τα πράγματα του άντρα της έξω από την πόρτα. Αυτό ήταν αρκετό. Ο γάμος τελείωνε εκείνη τη στιγμή. Γιατί εκείνη κατείχε το σπίτι, τη γη, σχεδόν τα πάντα — ακόμη και τη θέση στα συμβούλια, όπου ψήφιζε για το αν το έθνος θα έμπαινε σε πόλεμο.
Δεν υπήρχε καμία δικαιοσύνη, καμία θρησκευτική αρχή, κανένας πατέρας, αδερφός ή ηλικιωμένος άντρας να δώσει άδεια. Αν η γυναίκα αποφάσιζε ότι ο γάμος είχε τελειώσει, μάζευε τα πράγματά του, τα τοποθετούσε στην πόρτα, και εκείνος έφευγε. Τόσο απλά.
Στην κοινωνία των Τσερόκι, οι γυναίκες δεν κατοικούσαν απλώς στα σπίτια. Τα είχαν στην κυριότητά τους. Είχαν τη γη που τα στήριζε. Και κατείχαν σχεδόν όλα όσα υπήρχαν μέσα.
Κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, οι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες που έφτασαν στη Νοτιοανατολική Αμερική συνάντησαν τους Τσερόκι — μια κοινωνία που ανέτρεπε κάθε ιδέα περί του «φυσικού» ρόλου των γυναικών. Πρόκειται για μια κοινωνία με πολύπλοκη οργάνωση, όπου οι γυναίκες είχαν πραγματική δύναμη. Η εξουσία τους δεν περιοριζόταν στο τελετουργικό ή στο σπίτι· ήταν πολιτική, οικονομική και νομική.
Οι γυναίκες Τσερόκι συμμετείχαν στα συμβούλια δίπλα στους άντρες — όχι ως παρατηρήτριες, αλλά ως αποφασιστικές παρουσίες που συζητούσαν για τον πόλεμο, διαπραγματεύονταν συνθήκες και διαμόρφωναν την πολιτική του έθνους. Κάποιες απέκτησαν τον τίτλο της «Αγαπημένης Γυναίκας» ή της «Γυναίκας Πολέμου» — θέσεις τόσο ισχυρές που η γνώμη τους μπορούσε να σώσει έναν αιχμάλωτο ή να καθορίσει αν το έθνος θα πολεμήσει.
Η Νάνσι Γουορντ, μία από τις πιο γνωστές ‘Αγαπημένες Γυναίκες’, διαπραγματευόταν απευθείας με Αμερικανούς ηγέτες κατά την Αμερικανική Επανάσταση (1781), ζητώντας ειρήνη και συνεργασία μεταξύ των Τσερόκι και των λευκών εποίκων — χωρίς τη συμμετοχή ή έγκριση συζύγου ή άλλου άντρα, αφού η εξουσία ήταν αποκλειστικά δική της.
Αυτή η κοινωνία δεν βασιζόταν σε λίγες εξαιρετικές γυναίκες που ξεχώριζαν σε ένα ανδροκρατούμενο σύστημα. Το σύστημα ήταν διαφορετικό εκ θεμελίων. Οι Τσερόκι ήταν μητριαρχική κοινωνία: η ταυτότητα περνούσε από τη μητέρα, η ένταξη στη κοινότητα περνούσε από τη μητέρα, και η περιουσία μεταβιβαζόταν στις γυναίκες, γενιά μετά τη γενιά.
Όταν κάποιος παντρευόταν, ο σύζυγος μετακόμιζε στο σπίτι της γυναίκας. Αν αποδεικνυόταν ανεύθυνος ή σκληρός, δεν ήταν η δική του οικογένεια που παρενέβαινε — ήταν η δική της. Οι αδερφοί της είχαν εξουσία πάνω του. Ζούσε στη γη της, εργαζόταν για την κοινότητά της και λογοδοτούσε στον λαό της.
Ο Ιρλανδός έμπορος Τζέιμς Αντάιρ, που έζησε ανάμεσα στους Τσερόκι τη δεκαετία του 1740, αγανάκτησε με όσα είδε. Χρησιμοποίησε τη φράση «κυβέρνηση του φουστανιού» για να περιγράψει την κοινωνία όπου οι γυναίκες αποφάσιζαν πράγματι. Δεν μπορούσε να φανταστεί έναν κόσμο όπου οι γυναίκες δεν ήταν ιδιοκτησία.
Οι γυναίκες των Τσερόκι δεν ήταν μόνο πολιτικοί ηγέτες. Ήταν η οικονομική ραχοκοκαλιά του έθνους. Καλλιεργούσαν καλαμπόκι, φασόλια και κολοκύθι — τις Τρεις Αδελφές που θρέφουν τη ζωή για αιώνες. Έπλεκαν καλάθια τόσο σφιχτά που κρατούσαν νερό, μεταποιούσαν τα δέρματα ώστε να γίνουν μαλακά και ευέλικτα, έχτιζαν και συντηρούσαν σπίτια, μεγάλωναν παιδιά, διατηρούσαν τη γλώσσα, τις τελετές, τις ιστορίες και τα τραγούδια.
Οι άντρες κυνηγούσαν, ψάρευαν και πολεμούσαν — σημαντική και τιμημένη δουλειά, αλλά δεν κατείχαν αυτά που έφερναν σπίτι. Οι γυναίκες αποφάσιζαν για την τροφή, ποιος θα έτρωγε, τι θα φυλασσόταν και πώς θα μοιράζονταν οι πόροι.
Δεν ήταν κοινωνία χωρίς προβλήματα. Υπήρχαν συγκρούσεις, ιεραρχία και σύνθετα ζητήματα όπως σε κάθε κοινωνία. Όμως βασιζόταν σε μια ριζικά διαφορετική δομή από τις ευρωπαϊκές κουλτούρες: άνδρες και γυναίκες ήταν διαφορετικοί, αλλά εξίσου αναγκαίοι, με πραγματική εξουσία.
Ύστερα ήρθε η καταστροφή. Ο βίαιος διωγμός. Το «Trail of Tears» ανάγκασε τους Τσερόκι και άλλες φυλές να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους περιοχές στη Νοτιοανατολική Αμερική και να μετακινηθούν στην Οκλαχόμα, δυτικά του Μισισιπή, τον 19ο αιώνα. Χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν από πείνα, ασθένειες και εξάντληση. Η ιστορία αυτή αποτυπώνει τη βία και τον πόνο που προκάλεσε η αποικιοκρατική πολιτική των ΗΠΑ.
Τα σχολεία έσβηναν ταυτότητες. Οι ομοσπονδιακοί νόμοι αναγνώριζαν μόνο ανδρικούς ηγέτες. Οι ιεραπόστολοι κήρυτταν υποταγή. Οι νόμοι για την περιουσία μετέφεραν τη γη στους άντρες. Ένα μητριαρχικό σύστημα χιλιάδων χρόνων κατεδαφίστηκε, κομμάτι-κομμάτι.
Κι όμως, οι γυναίκες των Τσερόκι επιβίωσαν. Κράτησαν ζωντανή τη γλώσσα, μετέφεραν τις ιστορίες μυστικά, διατήρησαν τη μητρική γραμμή ακόμη και όταν το κράτος προσπάθησε να την εξαφανίσει. Σήμερα, η ιθαγένεια του Έθνους Τσερόκι εξακολουθεί να βασίζεται στη μητρική γραμμή, και πολλές οικογένειες τιμούν ακόμη τις μητρικές καταβολές.
Η δύναμη των γυναικών των Τσερόκι δεν ήταν εξαίρεση. Αποδεικνύει ότι υπήρξε μια πλήρως αναπτυγμένη κοινωνία, εναλλακτική στον πατριαρχικό κόσμο. Η ανδρική κυριαρχία δεν είναι καθολική ούτε αναπόφευκτη. Είναι μια δομή που επέλεξαν μερικές κοινωνίες — και άλλες την απέρριψαν.
Στα 1700, οι γυναίκες Τσερόκι κατείχαν περιουσία. Στις ΗΠΑ, οι περισσότερες γυναίκες απέκτησαν δικαιώματα μόνο στα τέλη του 1800. Οι Τσερόκι χώριζαν ελεύθερα ήδη από το 1600. Πολλές Αμερικανίδες δεν μπορούσαν μέχρι τη δεκαετία του 1970. Οι Τσερόκι κυβέρνησαν αιώνες πριν οι γυναίκες στις ΗΠΑ αποκτήσουν το δικαίωμα ψήφου το 1920.
Η κοινωνία που οι Ευρωπαίοι χαρακτήριζαν «άγρια» προσέφερε στις γυναίκες δικαιώματα που ο «πολιτισμένος» κόσμος τους αρνούνταν για γενιές.
Αν κάποιος ισχυριστεί ότι η ανισότητα είναι φυσική, να θυμάσαι τη γυναίκα Τσερόκι που τερμάτισε έναν γάμο με αξιοπρέπεια, στη γη που κατείχε, σε ένα έθνος όπου η φωνή της είχε σημασία.
Και ένας κόσμος όπου:
• Οι γυναίκες κατέχουν περιουσία
• Οι γυναίκες μιλούν χωρίς άδεια
• Οι γυναίκες διαχειρίζονται πόρους
• Οι γυναίκες καθορίζουν πόλεμο και ειρήνη
• Οι γυναίκες μεταδίδουν ταυτότητα
Διαφορετικοί κόσμοι υπήρξαν. Και μπορούν να υπάρξουν ξανά, αν το επιλέξουμε. Θυμήσου τες. Τίμησέ τες. Και αναρωτήσου: τι είδους κόσμο είμαστε αρκετά θαρραλέοι να ονειρευτούμε;

by Maria Pinoti

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Ιανουαρίου 2026

Το Κειμπριτζ επέλεξε την λέξη της χρονιάς για το 2025, επιλέγοντας το «parasocial», δηλαδώ το «παρακοινωνικός», που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη σύνδεση που αισθάνονται οι άνθρωποι με κάποιον που δεν γνωρίζουν – ή ακόμα και με μια τεχνητή νοημοσύνη.

Ο ΟΡΟΣ ” ΠΑΡΑΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ” ΠΟΥ ΕΠΙΛΕΧΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ. ΚΕΙΜΠΡΙΤΖ

Ο όρος επινοήθηκε το 1956 από τους κοινωνιολόγους Ντόναλντ Χόρτον και Ρίτσαρντ Γολ, οι οποίοι ήθελαν να περιγράψουν τον τρόπο με τον οποίο οι τηλεθεατές δημιουργούσαν «παρακοινωνικές» σχέσεις με τηλεοπτικές προσωπικότητες, σύμφωνα με δήλωση που δημοσίευσε το λεξικό την Τετάρτη.

Το φαινόμενο αυτό συνεχίζεται και σήμερα, καθώς οι χρήστες των κοινωνικών μέσων δημιουργούν παρακοινωνικές σχέσεις με διασημότητες, influencers και διαδικτυακές προσωπικότητες με τις οποίες δεν έχουν καμία προσωπική σχέση, τονίζει δημοσίευμα του CNN.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που αναφέρει το λεξικό του Κέιμπριτζ είναι η τραγουδίστρια Τέιλορ Σουίφτ, η οποία ανακοίνωσε τον αρραβώνα της με τον αστέρα του NFL Τράβις Κελς φέτος, με πολλούς θαυμαστές να εκφράζουν τα ειλικρινή τους συναισθήματα για ένα ζευγάρι που η συντριπτική πλειοψηφία δεν είχε συναντήσει ποτέ.

Μια άλλη είναι η βρετανίδα τραγουδίστρια, η Λίλυ Άλεν, της οποίας το τελευταίο άλμπουμ «West End Girl» αφηγείται την ιστορία ενός χωρισμού και προκάλεσε «παρακοινωνικό ενδιαφέρον για την ερωτική της ζωή», σύμφωνα με τη δήλωση.

Η χρήση του όρου έχει αυξηθεί κατακόρυφα φέτος, ιδίως καθώς έχουν έρθει στο προσκήνιο οι ανησυχίες για τις σχέσεις που έχουν αρχίσει να αναπτύσσουν ορισμένοι άνθρωποι με chatbots τεχνητής νοημοσύνης, όπως το ChatGPT.

Ο Κόλιν ΜάκΙντος, λεξικογράφος στο λεξικό του Κέιμπριτζ, δήλωσε ότι η λέξη «αποτυπώνει το zeitgeist (=πνεύμα των καιρών) του 2025» και δείχνει πώς αλλάζει η γλώσσα.

«Εκατομμύρια άνθρωποι έχουν παρακοινωνικές σχέσεις», πρόσθεσε ο ΜάκΙντος.

«Αυτό που κάποτε ήταν ένας εξειδικευμένος ακαδημαϊκός όρος έχει γίνει mainstream», ανέφερε στη δήλωση.

«Εκατομμύρια άνθρωποι έχουν παρακοινωνικές σχέσεις», πρόσθεσε ο ΜάκΙντος.

«Η γλώσσα γύρω από τα παρακοινωνικά φαινόμενα εξελίσσεται ραγδαία, καθώς η τεχνολογία, η κοινωνία και ο πολιτισμός μεταβάλλονται και μεταλλάσσονται: από τις διασημότητες έως τα chatbots, οι παρακοινωνικές τάσεις είναι συναρπαστικές για όσους ενδιαφέρονται για την εξέλιξη της γλώσσας», είπε.

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ “ΣΗΜΕΡΑ”

Η Σιμόν Σναλ, καθηγήτρια πειραματικής κοινωνικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, δήλωσε ότι η λέξη «είναι μια εμπνευσμένη επιλογή».

«Η άνοδος των παρακοινωνικών σχέσεων έχει επαναπροσδιορίσει το φαινόμενο των θαυμαστών, των διασημοτήτων και, με την τεχνητή νοημοσύνη, τον τρόπο με τον οποίο οι απλοί άνθρωποι αλληλεπιδρούν στο διαδίκτυο», είπε.

«Έχουμε εισέλθει σε μια εποχή όπου πολλοί άνθρωποι δημιουργούν ανθυγιεινές και έντονες παρακοινωνικές σχέσεις με influencers», πρόσθεσε η Σναλ, σύμφωνα με το CNN.

Το λεξικό του Κέιμπριτζ υπογράμμισε επίσης μια σειρά από άλλες λέξεις που, όπως ανέφερε, είχαν «σημαντική επίδραση» φέτος.

«Αυτό οδηγεί στην αίσθηση ότι οι άνθρωποι «γνωρίζουν» εκείνους με τους οποίους δημιουργούν παρακοινωνικούς δεσμούς, μπορούν να τους εμπιστεύονται και ακόμη και να τους είναι απόλυτα πιστοί. Ωστόσο, αυτό είναι εντελώς μονόπλευρο».

Το λεξικό του Κέιμπριτζ υπογράμμισε επίσης μια σειρά από άλλες λέξεις που, όπως ανέφερε, είχαν «σημαντική επίδραση» φέτος.

Μεταξύ αυτών είναι η λέξη «slop», που ορίζεται ως «περιεχόμενο στο διαδίκτυο που είναι πολύ χαμηλής ποιότητας, ειδικά όταν δημιουργείται από τεχνητή νοημοσύνη», καθώς και η λέξη «memeify», που σημαίνει «να μετατρέψεις ένα γεγονός, μια εικόνα, ένα πρόσωπο κ.λπ. σε meme».

Το λεξικό πρόσθεσε 6.000 νέες λέξεις φέτος, με αξιοσημείωτες νέες προσθήκες όπως «delulu», «skibidi» και «tradwife».

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 21 Ιανουαρίου 2026

Ένα πρωί σε ένα χωριό λίγο πιο έξω από το Αμστερνταμ, μια ηλικιωμένη γυναίκα γέμιζε τα ράφια του τοπικού σούπερ μάρκετ. Στην πλατεία ακριβώς έξω από το κατάστημα, άνδρες κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι και συζητούσαν.

Μοιάζει με μια τυπική ολλανδική πόλη, υπάρχει ένα εστιατόριο, ένα θέατρο, μια παμπ και μερικά γραφικά διώροφα αρχοντικά. Πολλοί από τους κατοίκους δεν αντιλαμβάνονται όμως ότι ζουν στο πρώτο «χωριό άνοιας» στον κόσμο. Οι δε επισκέπτες είναι δύσκολο να ξεχωρίσουν τους ασθενείς από το προσωπικό που φοράει κανονικά ρούχα.

Από το 2009 το Χόγκεβικ, το οποίο βρίσκεται σε ένα προάστιο του Αμστερνταμ, έχει στόχο να «χειραφετήσει τα άτομα με άνοια και να τα εντάξει στην κοινωνία», σύμφωνα με την ιστοσελίδα του. Η κοινότητα, η οποία χρηματοδοτείται από την ολλανδική κυβέρνηση και εξυπηρετεί σήμερα 188 κατοίκους σε 27 σπίτια, σηματοδότησε την εξέλιξη των παραδοσιακών γηροκομείων.

Οι κάτοικοι του Χόγκεβικ, οι οποίοι πάσχουν όλοι από άνοια, κινούνται ελεύθερα στο χωριό και αλληλεπιδρούν με άλλους ασθενείς καθώς και με το εκπαιδευμένο προσωπικό – νοσηλευτές, γιατρούς, ψυχολόγους και φυσιοθεραπευτές. Στο σούπερ μάρκετ, για παράδειγμα, οι κάτοικοι μπορούν να αγοράσουν τρόφιμα, σαμπουάν ή μια καρτ ποστάλ, αλλά δεν υπάρχουν πραγματικά χρήματα. Τα σπίτια, τα οποία φιλοξενούν έξι ή επτά κατοίκους, διαθέτουν σαλόνι, κουζίνα, ιδιωτικά υπνοδωμάτια, πλυντήριο και εξωτερικό χώρο, ενώ το υποστηρικτικό προσωπικό είναι διαθέσιμο μέρα και νύχτα.

Στη NewDirection Care οι κάτοικοι –κυρίως πάσχοντες με άνοια– ζουν σε μονοκατοικίες, έχουν σούπερ μάρκετ, καφετέριες, κομμωτήριο και κινηματογράφο. «Οι αριθμοί αυξάνονται καθώς ο πληθυσμός γερνάει», δήλωσε η δρ Ταρούν Ντούα, επικεφαλής της μονάδας Brain Health στο Τμήμα Ψυχικής Υγείας και Χρήσης Ουσιών του ΠΟΥ. Η ίδια προειδοποίησε ότι η ιατρική κοινότητα βρίσκεται «πολύ πίσω στην εξεύρεση μιας θεραπείας για την άνοια έως το 2025».

Καθώς την τελευταία δεκαετία οι περιπτώσεις άνοιας έχουν αυξηθεί παγκοσμίως, το παράδειγμα της Ολλανδίας ακολούθησαν κι άλλες χώρε φτιάχνοντας όλο και περισσότερα τέτοια χωριά ή μικροπόλεις για τους ηλικιωμένους.

Στο Μπάρουμ της Νορβηγίας, ένα δήμο στα προάστια του Οσλο, το χωριό άνοιας Carpe Diem άνοιξε το 2020. Το Carpe Diem έχει μια πλατεία, διαμορφωμένους χώρους, ένα ελικοειδές μονοπάτι και ένα «δρόμο» με μια παμπ, ένα κομμωτήριο και μια μπουτίκ. Το συγκρότημα, που σχεδιάστηκε από το Nordic Office of Architecture, περιλαμβάνει 136 κοινόχρηστες κατοικίες και 22 μονάδες υψηλής φροντίδας για άνοια.

Στην άλλη άκρη του κόσμου, στην πόλη Μπελμέρ της Αυστραλίας, στη NewDirection Care at Bellmere, οι κάτοικοι ζουν σε τυπικά μονώροφα σπίτια. Το κέντρο της πόλης διαθέτει σούπερ μάρκετ, καφετέριες, κομμωτήριο και κινηματογράφο. Σε αυτή τη «μικρόπολη» ζουν ασθενείς με άνοια μαζί με ηλικιωμένους κατοίκους που δεν έχουν διαγνωστεί με κάποια νευροεκφυλιστική ασθένεια.

Πηγή:kathimerini. gr

 

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 26 Δεκεμβρίου 2025

Οι Νορβηγοί έχουν το πνεύματων Χριστουγέννων όλο το χρόνο

Οι γιορτές, παρά τη λάμψη τους, συχνά συνοδεύονται από πίεση, άγχος και προσδοκίες: να τα προλάβουμε όλα, να φαινόμαστε χαρούμενοι, να ικανοποιήσουμε τους πάντες. Το πνεύμα του dugnadsånd προτείνει να εστιάσουμε λιγότερο στο «τι θα πάρω» και περισσότερο στο «τι μπορώ να προσφέρω». Όχι απαραίτητα υλικά. Μπορεί να είναι ποιοτικός χρόνος, φροντίδα, μια πράξη καλοσύνης ή απλώς η παρουσία μας.

Μελέτες του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι που συμμετέχουν τακτικά σε κοινές δραστηριότητες εμφανίζουν χαμηλότερα επίπεδα φλεγμονής, στρες και κατάθλιψης. Σύμφωνα με την κοινωνική ψυχολογία, η συμμετοχή σε κοινότητες ενεργοποιεί περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ανταμοιβή, την εμπιστοσύνη και την ενσυναίσθηση. Μελέτες δείχνουν ότι οι άνθρωποι που αφιερώνουν χρόνο σε συλλογικές δραστηριότητες εμφανίζουν:

  • χαμηλότερα επίπεδα μοναξιάς
  • υψηλότερη αυτοεκτίμηση
  • μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις κρίσεις

Αν και η λέξη dugnadsånd δεν υπάρχει στην ελληνική γλώσσα, η ουσία της δεν μας είναι ξένη. Είναι αυτό το αίσθημα που γεννιέται όταν μαζευόμαστε για να στολίσουμε, να ετοιμάσουμε ένα γεύμα ή να βοηθήσουμε κάποιον χωρίς δεύτερη σκέψη. Την περίοδο των Χριστουγέννων το νιώθουμε πιο έντονα.

Οι γιορτές μάς υπενθυμίζουν πως η προσφορά δεν ωφελεί μόνο τους άλλους, αλλά και εμάς τους ίδιους. Δεν χρειάζεται, επομένως, να ζούμε στη Σκανδιναβία για να καλλιεργήσουμε το πνεύμα του dugnadsånd.

Μπορούμε να ξεκινήσουμε από μικρά πράγματα:

  • Προσφέρουμε χωρίς αντάλλαγμα, είτε πρόκειται για ένα τηλεφώνημα είτε μια αγκαλιά ή ένα πιάτο φαγητό σε κάποιον που το χρειάζεται.
  • Μοιραζόμαστε το χρόνο μας με τους ανθρώπους που αγαπάμε, χωρίς περισπασμούς.
  • Κάνουμε κάτι μαζί: από το στόλισμα του σπιτιού μέχρι το μαγείρεμα, ακόμα και μια βόλτα μπορεί ενισχύσουν τη μεταξύ μας σύνδεση.
  • Αφήνουμε χώρο για τους άλλους, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μια μικρή πράξη κατανόησης είναι η πιο ουσιαστική μορφή προσφοράς.

Αν και η έννοια του dugnadsånd προέρχεται από μια μακρινή κουλτούρα, αποδεικνύεται πως έχει διαχρονική αξία και είναι παντού γύρω μας. Είναι μια υπενθύμιση ότι η συνεργασία, η αλληλοβοήθεια και η ανιδιοτελής προσφορά χτίζουν δυνατούς δεσμούς και μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους. Είτε πρόκειται για μια γιορτή, μια εκδήλωση ή μια καθημερινή πράξη, το να δίνουμε είναι τελικά το πιο πολύτιμο δώρο.

Από vita. gr

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 12 Δεκεμβρίου 2025

Σουηδία, 1941. Μια μητέρα κάθεται δίπλα στο κρεβάτι της κόρης της. Το κορίτσι καίγεται από πυρετό, παραληρώντας. «Πες μου μια ιστορία», ψιθυρίζει.
«Για ποιο πράγμα;» ρωτάει η μητέρα.
«Πες μου για την Πίπη Φακιδομύτη».
Η Άστριντ Λίντγκρεν δεν είχε απολύτως καμία ιδέα τι σήμαινε αυτό. Η κόρη της, η Κάριν, είχε μόλις εφεύρει ένα όνομα από το πουθενά. Αλλά η Άστριντ άρχισε να μιλάει ούτως ή άλλως – το εφηύρε καθώς προχωρούσε.
Περιέγραψε ένα κορίτσι με έντονες κόκκινε κοτσίδες και αταίριαστες κάλτσες. Ένα κορίτσι τόσο δυνατό που μπορούσε να σηκώσει ένα άλογο. Ένα κορίτσι που ζούσε μόνο του σε ένα σπίτι που ονομαζόταν Βίλα Βιλεκούλα με μια μαϊμού και ένα άλογο, χωρίς γονείς να της λένε τι να κάνει. Ένα κορίτσι που έτρωγε γλυκά για πρωινό, κοιμόταν με τα πόδια της στο μαξιλάρι και έλεγε στους ενήλικες «όχι» όποτε ήθελε.
Η Κάριν την αγαπούσε. Η Άστριντ συνέχιζε να εφευρίσκει περισσότερες ιστορίες για την Πίπη κάθε φορά που η κόρη της ρωτούσε.
Λίγα χρόνια αργότερα, η Άστριντ γλίστρησε στον πάγο και τραυμάτισε τον αστράγαλό της. Κατάκοιτη και βαριεστημένη, αποφάσισε να γράψει όλες τις ιστορίες της Πίπης ως δώρο γενεθλίων για την Κάριν. Τότε σκέφτηκε: ίσως θα έπρεπε να προσπαθήσω να το εκδώσω αυτό.

Οι εκδότες το απέρριψαν αμέσως.
Ο χαρακτήρας ήταν πολύ άγριος. Πολύ ασεβής. Πολύ ακατάλληλος. Ήταν στη Σουηδία του 1944, όπου τα παιδικά βιβλία αφορούσαν υπάκουα αγόρια και κορίτσια που μάθαιναν ηθικά μαθήματα. Η Πίπη Φακιδομύτη ήταν απόλυτο χάος – ένα παιδί που ζούσε χωρίς την επίβλεψη ενηλίκων, ψεύδονταν όταν της ταίριαζε, αψηφούσαν τους δασκάλους, πετούσαν σωματικά αστυνομικούς από τα παράθυρα, αρνούνταν να πάει σχολείο ή να ακολουθήσει κανόνες.
Οι κριτικοί αργότερα θα χαρακτήριζαν το βιβλίο επικίνδυνο, προειδοποιώντας ότι θα μάθαινε στα παιδιά να συμπεριφέρονται άσχημα.
Αλλά το 1945, ένας εκδότης – οι Ράμπεν και Σιόγκρεν – ρίσκαραν. Εξέδωσαν την Πίπη Φακιδομύτη.
Τα παιδιά τρελάθηκαν εντελώς γι’ αυτό.
Τέλος, να ένας χαρακτήρας που αντιπροσώπευε όλα όσα δεν τους επιτρεπόταν να είναι. Θορυβώδης. Ακατάστατη. Ελεύθερη. Ανεξάρτητη. Η Πίπη είχε περιπέτειες με τους δικούς της όρους, έπαιρνε τις δικές της αποφάσεις και φερόταν στους ενήλικες ως ίσους και όχι ως αυθεντίες που έπρεπε να φοβούνται.
Μερικοί ενήλικες τρομοκρατήθηκαν. Αλλά άλλοι ενήλικες – και εκατομμύρια παιδιά – είδαν κάτι επαναστατικό: μια ιστορία που αντιμετώπιζε τα παιδιά ως έξυπνους, ικανούς ανθρώπους που άξιζαν σεβασμό και αυτονομία.
Η Άστριντ συνέχισε να γράφει. Δημιούργησε τον Κάρλσον-στη-Στέγη, τον Εμίλ του Λένεμπεργκα, τη Ρόνια την Κόρη του Ληστή. Όλοι οι χαρακτήρες της αμφισβήτησαν την εξουσία, εμπιστεύονταν την κρίση τους και είχαν πλούσια συναισθηματική ζωή. Η Άστριντ δεν έγραφε ποτέ για τα παιδιά. Δεν απλοποιούσε τα συναισθήματά τους ούτε προσποιούνταν ότι η ζωή ήταν πάντα ευτυχισμένη. Τα βιβλία της ασχολούνταν με τη μοναξιά, τον φόβο, την αδικία, ακόμη και τον θάνατο – αλλά πάντα με σεβασμό στην ικανότητα των παιδιών να κατανοούν σύνθετα συναισθήματα.
Τα βιβλία της άρχισαν να αναδιαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο η σουηδική κουλτούρα αντιλαμβανόταν την παιδική ηλικία.
Μέχρι τη δεκαετία του 1970, η Άστριντ Λίντγκρεν δεν ήταν απλώς η πιο αγαπημένη συγγραφέας παιδικών βιβλίων της Σουηδίας – ήταν ένα πολιτιστικό είδωλο με πραγματική πολιτική δύναμη.
Το 1976, έγραψε ένα σατιρικό παραμύθι με τίτλο «Pomperipossa in Monismania» που δημοσιεύτηκε στη μεγαλύτερη εφημερίδα της Σουηδίας. Σαρκάζει το παράλογο φορολογικό σύστημα της χώρας χρησιμοποιώντας χιούμορ – περιγράφοντας μια συγγραφέα παιδικών βιβλίων που φορολογείται με πάνω από 100% του εισοδήματός της.
Το άρθρο εξερράγη σε εθνικό διάλογο. Πυροδότησε έντονη συζήτηση για τη φορολογική πολιτική. Η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση, η οποία είχε κυβερνήσει τη Σουηδία για πάνω από 40 χρόνια, έχασε τις εκλογές λίγο αργότερα – εν μέρει λόγω της φορολογικής συζήτησης που είχε πυροδοτήσει η σάτιρα της Άστριντ.
Είχε αποδείξει ότι η φωνή της μπορούσε να μετακινήσει βουνά.
Και αποφάσισε να χρησιμοποιήσει αυτή τη δύναμη για κάτι που είχε σημασία ακόμη περισσότερο από τους φόρους.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η Άστριντ έστρεψε την προσοχή της σε μια σκληρή πραγματικότητα που όλοι στη Σουηδία απλώς αποδέχονταν ως φυσιολογική: το χτύπημα των παιδιών ήταν νόμιμο.
Οι γονείς ξυλοκοπούσαν. Οι δάσκαλοι χρησιμοποιούσαν χάρακες και μπαστούνια στους μαθητές. Ονομαζόταν «πειθαρχία», όχι κακοποίηση. Έτσι γίνονταν πάντα τα πράγματα.
Η Άστριντ Λίντγκρεν πίστευε ότι ήταν βία εναντίον των πιο ανυπεράσπιστων ανθρώπων στην κοινωνία. Και πίστευε ότι έπρεπε να σταματήσει.
Άρχισε να μιλάει παντού – εφημερίδες, τηλεόραση, δημόσιες ομιλίες, συνεντεύξεις. Έγραφε άρθρα. Εμφανιζόταν σε εθνικά προγράμματα. Χρησιμοποίησε κάθε ίχνος της φήμης της για να υποστηρίξει ένα απλό σημείο: το χτύπημα, διδάσκει στα παιδιά, ότι η βία είναι αποδεκτή. Η σωματική τιμωρία δεν δημιουργεί καλύτερη συμπεριφορά – δημιουργεί φόβο, ντροπή και δεν του διδάσκει τα παιδιά πως να κάνουν το σωστό.
Η Σουηδία την άκουσε.
Το 1979, η Σουηδία έγινε η πρώτη χώρα σε ολόκληρο τον κόσμο που απαγόρευσε νόμιμα τη σωματική τιμωρία των παιδιών.
Οι γονείς δεν μπορούσαν πλέον νόμιμα να χτυπούν τα παιδιά τους. Οι δάσκαλοι δεν μπορούσαν να χρησιμοποιούν σωματική τιμωρία στα σχολεία. Ο νόμος δεν ποινικοποιούσε τους γονείς, αλλά καθιέρωσε μια απόλυτη αρχή: τα παιδιά έχουν το δικαίωμα προστασίας από τη βία, ακόμη και από τους ίδιους τους γονείς τους.
Ήταν επαναστατικό. Καμία χώρα δεν το είχε κάνει ποτέ πριν.
Και η υπεράσπιση της Άστριντ Λίντγκρεν ήταν απολύτως κρίσιμη για να γίνει αυτό πραγματικότητα.
Δεν σταμάτησε εκεί. Αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των ζώων, την προστασία του περιβάλλοντος και την ανθρώπινη μεταχείριση των ζώων εκτροφής. Χρησιμοποίησε την πλατφόρμα της για να ωθήσει την Σουηδία να γίνει μια πιο συμπονετική κοινωνία – για τα παιδιά, για τα ζώα, για οποιονδήποτε ευάλωτο.
Η Άστριντ συνέχισε να γράφει μέχρι τα ογδόντα της. Δημοσίευσε πάνω από 100 βιβλία που μεταφράστηκαν σε περισσότερες από 100 γλώσσες. Η Πίπη Φακιδομύτη έγινε παγκόσμιο σύμβολο – ένα σύμβολο ανεξαρτησίας και χαράς από την παιδική ηλικία που αναγνωρίζεται σε κάθε ήπειρο.
Όταν η Άστριντ Λίντγκρεν πέθανε το 2002 σε ηλικία 94 ετών, η Σουηδία την θρήνησε σαν αγαπημένη εθνική γιαγιά. Η σουηδική βασιλική οικογένεια παρευρέθηκε στην κηδεία της. Χιλιάδες άνθρωποι παρατάχθηκαν στους δρόμους. Η τελετή μεταδόθηκε ζωντανά σε όλη τη χώρα.
Αλλά η πραγματική της κληρονομιά ήταν αυτό που άλλαξε.
Η απαγόρευση της σωματικής τιμωρίας στη Σουηδία το 1979 επηρέασε ολόκληρο τον κόσμο. Σήμερα, περισσότερες από 60 χώρες έχουν ακολουθήσει το παράδειγμα της Σουηδίας και έχουν απαγορεύσει το χτύπημα των παιδιών. Αυτός ο αριθμός αυξάνεται κάθε χρόνο.
Και αμέτρητα εκατομμύρια παιδιά μεγάλωσαν διαβάζοντας για την Πίπη, τον Εμίλ, τη Ρόνια και τον Κάρλσον – χαρακτήρες που τους έδειξαν ότι το να είσαι παιδί δεν σήμαινε ότι είσαι ανίσχυρος, άφωνος ή λιγότερο σημαντικός από τους ενήλικες.
Σκεφτείτε τι πραγματικά κατάφερε η Άστριντ Λίντγκρεν.
Δημιούργησε την Πίπη Φακιδομύτη το 1941 για να διασκεδάσει την άρρωστη κόρη της. Αυτό το κορίτσι με τις κόκκινες κοτσίδες και την υπεράνθρωπη δύναμη έγινε ένας από τους πιο αναγνωρισμένους χαρακτήρες στην παιδική λογοτεχνία παγκοσμίως.
Αλλά το πραγματικό επίτευγμα της Άστριντ ήταν η κατανόηση ότι αν πρόκειται να γράψεις ιστορίες όπου τα παιδιά έχουν αξιοπρέπεια, πρέπει να αγωνιστείς για να χτίσεις έναν κόσμο όπου πραγματικά έχουν.
Έγραψε βιβλία που σεβόντουσαν τα παιδιά. Στη συνέχεια, βοήθησε στη δημιουργία νόμων που τα προστάτευαν.
Η Σουηδία έγινε η πρώτη χώρα που έθεσε αυτόν τον σεβασμό στο νόμο.
Επειδή μια συγγραφέας πίστευε ότι τα παιδιά άξιζαν κάτι καλύτερο – και αρνήθηκε να μείνει σιωπηλή μέχρι να συμφωνήσει ο κόσμος. Η Άστριντ Λίντγκρεν απέδειξε ότι ο σεβασμός στα παιδιά δεν ήταν απλώς μια καλή αφήγηση. Ήταν μια καλή πολιτική. Ήταν δικαιοσύνη. Ήταν απαραίτητο.
Και όλα ξεκίνησαν με ένα κοριτσάκι με πυρετό που ζητούσε από τη μητέρα της να της πει για έναν χαρακτήρα με ένα αστείο όνομα.
Έτσι ξεκινούν οι επαναστάσεις.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 22 Νοεμβρίου 2025

Η γάτα είναι ένας καθρέφτης: ο δικός μας καθρέφτης. Μας μοιάζει εκεί όπου δεν το περιμέναμε ότι θα της μοιάζαμε, και μας αποκαλύπτει πράγματα που μας αφορούν. Αν την παρατηρήσουμε αρκετά —και όλοι μας το κάνουμε κάποια στιγμή—, θα δούμε πίσω από το βλέμμα της μια μικρή, απόκρυφη αλήθεια για εμάς τους ίδιους.

Αυτή η μοναδική στιγμή της στενής βλεμματικής επαφής, ή έντονης βλεμματικής αντιπαράθεσης, ή της βλεμματικής ώσμωσης, της μονομαχίας αυτής, θα επαναληφθεί έκτοτε ξανά και ξανά. Πάντα όμως θα μας φαίνεται σαν να ’ναι η πρώτη φορά. Και ποτέ μα ποτέ δεν θα την ξεχάσουμε. Πώς γίνεται; Ε, αυτά είναι κάπως περίεργα πράγματα, και λίγο ανεξήγητα.

Και είναι μέσα σε αυτόν τον κόσμο, ακριβώς, που —με έναν τρόπο μαγικό, κάπως περίεργο, και λίγο ανεξήγητο— καθρεφτίζονται οι ιδιοτροπίες, οι διαθέσεις και οι ψυχικές αποχρώσεις… όχι της γάτας: οι δικές μας· ημών των ανθρώπων που ζούμε μαζί της, που τη φροντίζουμε και την υπηρετούμε

Η σχέση ανθρώπου και γάτας δεν είναι σχέση κυριαρχίας ούτε μαθητείας. Δεν την εκπαιδεύεις όπως εκπαιδεύεις έναν σκύλο, δεν σε βλέπει σαν αφεντικό, δεν σε βλέπει καν σαν κηδεμόνα. Σε αναγνωρίζει σαν κάποιου είδους συνθήκη: σαν μία παρουσία διά τής οποίας διαμορφώνει τον δικό της, μικρό ή μεγάλο, κόσμο. Και είναι μέσα σε αυτόν τον κόσμο, ακριβώς, που —με έναν τρόπο μαγικό, κάπως περίεργο, και λίγο ανεξήγητο— καθρεφτίζονται οι ιδιοτροπίες, οι διαθέσεις και οι ψυχικές αποχρώσεις… όχι της γάτας: οι δικές μας· ημών των ανθρώπων που ζούμε μαζί της, που τη φροντίζουμε και την υπηρετούμε. Όσο περισσότερο τη γνωρίζουμε μάλιστα, όσο περισσότερα επενδύουμε επάνω της, και πάνω στη σχέση μας μαζί της, τόσο περισσότερο καταλαβαίνουμε πως αυτό που αποκαλούμε «χαρακτήρα της γάτας» είναι ένας καθρέφτης των δικών μας επιθυμιών και των δικών μας ορίων.

Αίφνης, ο αγχώδης παρατηρεί τη γάτα του να τινάζεται στον παραμικρό ήχο· ο μοναχικός και εσωστρεφής νιώθει πως η γάτα του τρέφει την ίδια με αυτόν ευλαβική αγάπη για τη ρουτίνα και τη σιωπή· και ο νωχελικός βρίσκει την αδελφή ψυχή του σε ένα πλάσμα που μπορεί να κοιμάται δώδεκα ώρες την ημέρα χωρίς τύψεις — και να ξανακοιμάται αμέσως μετά.

Αυτός που χρειάζεται έλεγχο, θα μαγευτεί —και ταυτόχρονα θα βασανιστεί… αλλά τι να κάνουμε τώρα— από την πλήρη της ανεξαρτησία και την ακαταδεξιά της. Αυτός που δυσκολεύεται να ανοιχτεί συναισθηματικά, θα δηλώνει με περηφάνια δεξιά και αριστερά πως η γάτα του δεν είναι χαδιάρα, λες και καλείται να υπερασπιστεί την ίδια του τη φύση.

Αλλά ας μην περάσει από το μυαλό μας πως η γάτα μιμείται τον άνθρωπο. Αλίμονο. Η γάτα είναι τόσο αυτάρκης εκ φύσεως, που λειτουργεί σαν μία ζωντανή οθόνη προβολής: επάνω της, προβάλλουμε ό,τι κουβαλάμε μέσα μας. Αυτός που λαχταρά να αγαπηθεί επειδή φοβάται τον κόσμο και τη μοναξιά, θα λατρέψει μια γάτα που τον πλησιάζει για να του πει πως, it’s okay, όλα θα πάνε καλά τελικά. Αυτός που δεν αντέχει την ακαταστασία, θα γοητευτεί ανεξίτηλα από την εμμονή της με την καθαριότητα και την τάξη. Αυτός που χρειάζεται έλεγχο, θα μαγευτεί —και ταυτόχρονα θα βασανιστεί… αλλά τι να κάνουμε τώρα— από την πλήρη της ανεξαρτησία και την ακαταδεξιά της. Αυτός που δυσκολεύεται να ανοιχτεί συναισθηματικά, θα δηλώνει με περηφάνια δεξιά και αριστερά πως η γάτα του δεν είναι χαδιάρα, λες και καλείται να υπερασπιστεί την ίδια του τη φύση. Και αυτός που αποζητά αποδοχή, θα καμαρώνει όποτε η γάτα του ξαπλώνει επιτέλους στα πόδια του, δίνοντάς του την πιο μεγάλη επιβεβαίωση στον κόσμο: ότι είναι εκεί, και ότι αυτό αρκεί.

Σε όλους μας, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, επιδιορθώνεται μέσα μας χάρη σ’ εκείνην κάτι μικρό και μια στάλα στραπατσαρισμένο.

Πώς να κρυφτείς απ’ τα γατιά· έτσι κι αλλιώς, τα ξέρουν όλα

Πολλοί άνθρωποι, από την άλλη, επιμένουν να εξηγούν τις αντιδράσεις της γάτας τους με ανθρωπομορφικούς όρους —«έχει θυμώσει», «τον ζηλεύει», «είναι κοκέτα», «μας βαριέται»—, ενώ στην πραγματικότητα περιγράφουν τις δικές τους διαθέσεις. Άλλοι, πάλι, φτάνουν στο σημείο να αποκτούν μια σχεδόν συμμετρική ρουτίνα με τη γάτα τους: φτιάχνουν τον καφέ τους την ώρα που εκείνη τρώει, κάθονται στο ίδιο σημείο του καναπέ —δίπλα της— για να διαβάσουν, παίρνουν ένα υπνάκο στον καναπέ όταν εκείνη επιλέγει να ξαπλώσει στο παράθυρο για να χαζεύει έξω, τα πουλιά. Είναι σαν να συντονίζονται σε έναν κοινό, αόρατο ρυθμό, όπου το ποιος επηρεάζει ποιον έχει πια ξεχαστεί — αν είχε και ποτέ σημασία.

Μας υποδέχονται και μας απορρίπτουν με την ίδια πάντα φυσικότητα. Και αυτή ακριβώς η φιλοσοφική τους ελευθερία, η ακριβή τους αδιαφορία, είναι ο λόγος που τις χρειαζόμαστε τόσο.

Οι ψυχολόγοι θα έλεγαν, πιθανόν, πως πρόκειται για έναν μηχανισμό προβολής, για την ανάγκη του ανθρώπου να δει τον εαυτό του σε ένα πλάσμα που δεν θα τον κρίνει ποτέ. Αλλά η αλήθεια είναι ίσως κάπως πιο «ποιητική», και σαφώς πιο γατίσια. Οι γάτες έχουν τη σπάνια ικανότητα να διατηρούν την αυθεντικότητά τους. Δεν μεταμορφώνονται για να μας ευχαριστήσουν. Μας υποδέχονται και μας απορρίπτουν με την ίδια πάντα φυσικότητα. Και αυτή ακριβώς η φιλοσοφική τους ελευθερία, η ακριβή τους αδιαφορία, είναι ο λόγος που τις χρειαζόμαστε τόσο. Γιατί εκεί όπου οι άνθρωποι αλλάζουν συμπεριφορά και συνήθειες για να μας προσεγγίσουν, η γάτα μας παραμένει ες αεί ειλικρινής. Κι έτσι, μέσα από αυτήν, βλέπουμε ίσως και πόση ειλικρίνεια μπορούμε να αντέξουμε.

Αν κάποιος παρατηρήσει αρκετές γάτες με τους ανθρώπους τους, θα διαπιστώσει ότι υπάρχει μια μυστική αντιστοιχία ανάμεσά τους. Γιατί; Γιατί ο καθένας μας, με τρόπο σχεδόν αλάνθαστο, βρίσκει τη γάτα που του ταιριάζει — ή τον βρίσκει εκείνη. Η επιλογή δεν είναι ποτέ τυχαία. Υπάρχει πάντα κάτι στο βλέμμα της, στη στάση του σώματός της, στο πώς πλησιάζει ή απομακρύνεται, που ενεργοποιεί ένα αίσθημα οικειότητας ανάμεσά τους. Κι εκεί, σε εκείνη τη στιγμιαία αναγνώριση, γεννιέται μια σχέση που θα κρατήσει μια ζωή — ή εφτά — ή εννιά. Από τότε και μετά, η ζωή μας εξελίσσεται παράλληλα, με μικρές συναινετικές μεταμορφώσεις: ο άνθρωπος μαθαίνει να σωπαίνει περισσότερο, η γάτα να δείχνει —όσο θέλει να δείξει— τρυφερότητα.

Άλλωστε, η ξινή έκφραση της γάτας είναι περισσότερο δική μας προβολή παρά πραγματική στάση

Ίσως τελικά αυτό να είναι το μυστικό της γοητείας τους: δεν μας προσφέρουν ποτέ αυτό που ζητάμε ευθέως, αλλά αυτό που έχουμε ανάγκη. Μας δείχνουν πόσο ανυπόμονοι είμαστε, πόσο εύκολα πληγωνόμαστε, πόσο επιμένουμε να πιστεύουμε πως η αγάπη πρέπει να επιστρέφεται με τον ίδιο τρόπο. Πόση σημασία έχει αυτό το δούναι και λαβείν.

Αν ζεις δίπλα σε μια γάτα, μαθαίνεις πως η αγάπη μπορεί να είναι και σιωπηλή, απρόβλεπτη, γεμάτη κενά — και, παρ’ όλα αυτά, πηγαία. Και αληθινή. Κι ας φαίνεται πως σου προσφέρεται με το σταγονόμετρο. Άλλωστε, η ξινή έκφραση της γάτας είναι περισσότερο δική μας προβολή παρά πραγματική στάση. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της —τα γλαρά, μισόκλειστα μάτια, το στόμα που ποτέ δεν χαμογελά, τα μουστάκια που δείχνουν πάντα αυστηρά— δημιουργούν μιαν εντύπωση επίπλαστης ή καλά εγκατεστημένης αδιαφορίας. Στην πραγματικότητα —και σε αντίθεση με τη θεοπάλαβη εκφραστικότητα του σκύλου, που χαμογελάει, γρυλίζει, κλαίει, ζητωκραυγάζει, κουνάει την ουρά του, κάνει τροχό κ.ο.κ.—, η γάτα είναι φτιαγμένη για λεπτές και ακριβείς ενδείξεις, σαν ρολόι τσέπης: της αρκεί μια μικρή κίνηση της ουράς, ένα αδιόρατο τίναγμα του αυτιού, ένα βλέμμα που κρατά μισό δευτερόλεπτο παραπάνω.

Οι γάτες δεν εξημερώθηκαν ποτέ στον βαθμό που εξημερώθηκε —ή καλύτερα: που πλάστηκε καθ’ ομοίωσίν μας— ο σκύλος. Παραμένουν αυτόνομα ζώα, με έντονο ένστικτο ανεξαρτησίας και απόλυτη ελευθερία στη συμπεριφορά τους. Δεν ζουν για να υπακούν, αλλά για να συνυπάρχουν μαζί μας υπό όρους που θέτουν οι ίδιες. Αν δεν θέλουν χάδια, δεν θα τα δεχτούν· αν αποφασίσουν πως θέλουν, θα τα ζητήσουν με τον δικό τους τρόπο. Δεν το κάνουν από καπρίτσιο· το κάνουν επειδή είναι γάτες.

Μολαταύτα, πίσω από τη συνειδητά ψηλομύτικη εικόνα τους, οι γάτες αναπτύσσουν τρομερά ισχυρούς δεσμούς. Το δε γεγονός ότι δεν παραδίδονται αμέσως —όπως οι σκύλοι ακόμη και σε αγνώστους, ακόμη και σε κλέφτες που μπαίνουν στο σπίτι— τις κάνει, όταν τελικά δείξουν τρυφερότητα, να μας φαίνονται το πιο πολύτιμο πράγμα του κόσμου. Η ξινή φάτσα μιας γάτας είναι ένα προσωπείο: η εικόνα της ανεξαρτησίας της. Στην πραγματικότητα, μας χωνεύει πολύ περισσότερο απ’ όσο αφήνει να φανεί.

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Νοεμβρίου 2025

Μπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγματα

και με τα πιο μικρά..
Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.
Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.
Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα για το τέλος τους.
Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια.
Που ξέρω ν’ ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ’ αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι.
Πολύ..
Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους.
Πολύ..
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι’ αυτούς.
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω..μερικές φορές..
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν

Γιάννα Ανδρεαδάκη στις 1 Νοεμβρίου 2025

 

Τα υποκοριστικά και τα παρατσούκλια αποτελούν μέρος της καθημερινότητάς μας με τα αγαπημένα μας πλάσματα, είτε στην πιο απλή μορφή τους (π.χ. με την προσθήκη της κατάληξης -λίνι στο όνομα του χαριτωμένου τετραπόδου μας) είτε στις πιο σύνθετες παραλλαγές τους, που κάνουν ακόμη κι εμάς τους ίδιους να εκπλησσόμαστε με τις λεξιπλαστικές ικανότητες που δεν γνωρίζαμε καν ότι είχαμε.

Παρότι οι περισσότεροι λέμε αυτές τις λέξεις ασυναίσθητα – συνήθως σε εκρήξεις στοργής για το χνουδωτό μας φιλαράκι – η χρήση τους φαίνεται να αντανακλά κάτι βαθύτερο σχετικά με τον τρόπο που το είδος μας δημιουργεί δεσμούς και εκφράζεται μέσα από τη γλώσσα.

Γιατί όμως νιώθουμε την ανάγκη να «βαφτίζουμε» ξανά και ξανά τον σκύλο ή τη γάτα  μας; Τι αποκαλύπτουν τα παρατσούκλια που επιλέγουμε; Αντιλαμβάνεται το τετράποδό μας το συναίσθημα πίσω από αυτά ή μήπως… μπερδεύεται από την εκτεταμένη χρήση τους;

Οι ψυχολογικοί μηχανισμοί πίσω από τα παρατσούκλια

Έρευνες έχουν δείξει ότι τα παρατσούκλια (όταν φυσικά αυτά λέγονται καλοπροαίρετα) αποτελούν έναν ισχυρό τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι εκφράζουν στοργή και ενσυναίσθηση. Η χρήση τους μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως μια μορφή δημιουργικού λεκτικού παιχνιδιού, όπως εξηγεί στο National Geographic η Cynthia Gordon, καθηγήτρια κοινωνιογλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Georgetown. Σύμφωνα με την ειδικό, το παιχνίδι ενισχύει τη σύνδεση μεταξύ των ανθρώπων και η επέκτασή του στα κατοικίδια εκφράζει την επιθυμία μας να τα συμπεριλάβουμε και αυτά στη διασκέδαση.

Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει τον τρόπο που απευθυνόμαστε στα ζωάκια μας είναι η εξέλιξη του ρόλου τους μέσα στα χρόνια. Η αυξανόμενη αστικοποίηση στα μέσα του 19ου αιώνα έφερε τους σκύλους μέσα στο σπίτι, ανοίγοντας τον δρόμο για την ανάπτυξη μικρόσωμων φυλών. Με τον ίδιο τρόπο, οι γάτες εξελίχθηκαν από χρήσιμους κυνηγούς τρωκτικών σε χαδιάρικα πλάσματα του σαλονιού. Σήμερα, τα ζώα συντροφιάς θεωρούνται μέλη της οικογένειας περισσότερο από ποτέ και αυτό το «status» αντανακλάται και στα ονόματά τους, που τα τελευταία 30 χρόνια αποκτούν ολοένα και πιο ανθρώπινο χαρακτήρα.

Για την Gordon, η συνήθεια να δίνουμε «παράξενα» ονόματα στους τετράποδους συντρόφους μας μπορεί να αποτελεί προέκταση ενός ευρύτερου φαινομένου που ονομάζεται familect – μια ιδιαίτερη διάλεκτος που αναπτύσσεται μεταξύ των μελών μιας οικογένειας και περιλαμβάνει λέξεις που ακούγονται ακαταλαβίστικες στον έξω κόσμο, αλλά έχουν το δικό τους γλυκό ή αστείο νόημα για όσους τη μοιράζονται.

Πώς προκύπτει η έμπνευσή τους

Όπως είδαμε παραπάνω, τα υποκοριστικά και τα παρατσούκλια των κατοικιδίων μας αντικατοπτρίζουν μια συναισθηματική εγγύτητα, παρόμοια με τον τρόπο που μικραίνουμε τα ονόματα ή επινοούμε τρυφερές λέξεις για τους κοντινούς μας ανθρώπους.

Για πολλούς κηδεμόνες, πηγή έμπνευσης αυτών των λέξεων είναι οι μικρές ιδιαιτερότητες του αγαπημένου τους τετραπόδου, είτε αυτές αφορούν την εμφάνιση είτε τη συμπεριφορά του. Τα μεγάλα αυτάκια ενός σκύλου, ο τρόπος με τον οποίο πέφτει με θεατρικότητα στο πάτωμα ή ζητάει συνεχώς λιχουδιές από τον κηδεμόνα του, είναι αξιαγάπητα χαρακτηριστικά που γίνονται συχνά αφορμή για τη δημιουργία στοργικών «προσφωνήσεων». Με αντίστοιχο τρόπο μπορεί να πυροδοτήσουν τη φαντασία το μοτίβο τριχώματος μιας γάτας, οι γεμάτες χάρη κινήσεις της ή τα επίμονα νιαουρίσματά της όταν θέλει κάτι από εμάς.

Συχνά, στοιχείο-κλειδί για τα παρατσούκλια που επιλέγουμε για τα κατοικίδιά μας είναι η προβολή, δηλαδή η συνήθειά μας να τους αποδίδουμε ανθρώπινες σκέψεις, συναισθήματα και προθέσεις. Μια γάτα, παραδείγματος χάριν, που «κλέβει» την αγαπημένη θέση του κηδεμόνα της στον καναπέ και κατόπιν μοιάζει να τον κοιτάζει… αφ’ υψηλού μπορεί να μετονομαστεί σε «μεγαλειοτάτη». Από την άλλη μεριά, ένας σκύλος που τρέχει πάντα στο παράθυρο όταν ακούει θόρυβο στη γειτονιά μπορεί να χαρακτηριστεί «κουτσομπόλης», αν και τα κίνητρά του είναι πιθανότατα πολύ πιο αθώα απ’ όσο νομίζουμε.

Ένα ακόμη βασικό συστατικό στη δημιουργία αυτών των λέξεων είναι το χιούμορ, ιδίως αυτό που προέρχεται από την παιδική ηλικία. Δεν είναι τυχαίο που πολλά παρατσούκλια έχουν να κάνουν με δυσώδεις σωματικές λειτουργίες των τετραπόδων μας ή κάποιες άκομψες συνήθειές τους. Το χιούμορ αυτό δεν είναι ανώριμο ή προσβλητικό· αντίθετα, αποκαλύπτει μια βαθιά οικειότητα και μας θυμίζει πώς διασκεδάζαμε όταν ήμασταν μικροί με τις «κακές λέξεις» και δενόμασταν μέσα από αυτές.

Τα κρυφά μοτίβα και ο ρόλος της χώρας

Αν και τα παρατσούκλια που χρησιμοποιούμε μοιάζουν προσωπικά και αυθόρμητα, υπάρχουν ενδείξεις ότι υπακούν σε κρυφούς κανόνες. Σύμφωνα με μια μελέτη του 1999, που εστίαζε στην αγγλική γλώσσα και τα αφρικάανς, η δημιουργία τους πηγάζει από την ευχαρίστηση που νιώθουμε όταν επινοούμε λέξεις και πειραματιζόμαστε με ηχητικά μοτίβα, όπως η παρήχηση – επανάληψη ενός φθόγγου σε διαδοχικές συλλαβές ή λέξεις – και η ομοιοκαταληξία.

Επιπλέον, οι συγγραφείς της μελέτης παρατήρησαν ότι πολλά από τα μοτίβα που χρησιμοποιούνται θυμίζουν μωρουδίστικες λέξεις και παιδικά γλωσσικά παιχνίδια, παραπέμποντας σε μια εποχή όπου η γλώσσα χρησιμοποιούνταν κατά κύριο λόγο για τη χαρά που πρόσφερε και όχι για πρακτικούς λόγους.

Εδώ αξίζει να σημειωθεί πάντως ότι ο τρόπος που απευθυνόμαστε στα κατοικίδιά μας μοιάζει να επηρεάζεται σημαντικά και από την ίδια τη δομή της γλώσσας μας. Στα αγγλικά, τα ονόματα των κατοικίδιων φαίνεται να είναι ιδιαίτερα επιρρεπή σε παραμορφώσεις και παραλλαγές. Άλλες γλώσσες, όπως τα ιταλικά ή τα ελληνικά, διαθέτουν ένα πλούσιο σύστημα υποκοριστικών που εκφράζουν μικρό μέγεθος ή τρυφερότητα. Μια πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι οι Ιταλοί κηδεμόνες κατοικίδιων χρησιμοποιούν υποκοριστικά πολύ συχνότερα συγκριτικά με τους αγγλόφωνους, οι οποίοι χρειάζεται να αναζητήσουν άλλους τρόπους για να εκφράσουν συναισθηματική σύνδεση.

Αντιλαμβάνονται τα κατοικίδιά μας τα πολλά διαφορετικά τους ονόματα;

Τα κατοικίδια δεν καταλαβαίνουν τα υποκοριστικά και τα παρατσούκλια με τον ίδιο τρόπο που τα αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι, ωστόσο μαθαίνουν να συνδέουν συγκεκριμένους ήχους με αποτελέσματα.

Οι σκύλοι είναι ιδιαίτερα καλοί στην αναγνώριση ηχητικών μοτίβων και τόνου. Μπορεί να μην καταλαβαίνουν κυριολεκτικά τι σημαίνει «κουτσουνάκι μου», ωστόσο ξέρουν πότε τους απευθυνόμαστε με στοργή και παιχνιδιάρικη διάθεση. Έρευνες έχουν δείξει ότι ένας μέσος σκύλος μπορεί να μάθει έως και 165 λέξεις – συμπεριλαμβανομένων ονομάτων και χαϊδευτικών – ειδικά αν υπάρχει σταθερή ενίσχυση. Οι γάτες μπορούν επίσης να αναγνωρίζουν το όνομά τους – και ναι, ακόμη και το παρατσούκλι τους – ωστόσο η αντίδρασή τους είναι συχνά πολύ πιο διακριτική.

Ερευνητές εξηγούν πώς πρέπει να μιλάτε στον σκύλο σας για να σας καταλαβαίνει

Έρευνες των τελευταίων δεκαετιών δείχνουν ότι οι σκύλοι κατανοούν την ανθρώπινη επικοινωνία σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι άλλα είδη ζώων.

Η χρήση χαϊδευτικών ονομάτων μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά ενός κατοικίδιου, ειδικά όταν αυτά συνδέονται με συγκεκριμένες ενέργειες και ανταμοιβές. Ένας σκύλος που ακούει τη λέξη «αγαπουλίνι» κάθε φορά που κάθεστε αγκαλιά, θα αρχίσει να τη συνδέει με ηρεμία και τρυφερότητα. Αντίστοιχα, αν ένα παρατσούκλι λέγεται με αυστηρό τόνο λίγο πριν το μπάνιο, το τετράποδό σας μπορεί να αρχίσει να αντιδρά αρνητικά σε αυτό.

Η χρήση υπερβολικά πολλών διαφορετικών χαϊδευτικών ονομάτων πάντως, μπορεί να μπερδέψει ένα κατοικίδιο, ιδιαίτερα όταν αλλάζουν ο τόνος ή το πλαίσιο. Το κλειδί και σε αυτήν την περίπτωση είναι η συνέπεια: όταν ένα παρατσούκλι συνδυάζεται σταθερά με συγκεκριμένο τόνο και αποτέλεσμα, το χνουδωτό σας φιλαράκι μαθαίνει γρήγορα τι να περιμένει.

Με πληροφορίες από National Geographic, Petplace.com

Σχετικά άρθρα